Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

Άλλοι μαζεύουν γραμματόσημα



Άλλοι μαζεύουν γραμματόσημα, θαυμάζουν την εκτύπωση, τη σπανιότητα των
χρωμάτων, τις λέξεις σε γλώσσες οικείες ή εξωτικές, προσεκτικά τα πιάνουν με μια
τσιμπίδα και ένα- ένα τα τοποθετούν πίσω απ' τη ζελατίνα. Άλλοι μαζεύουν πίνακες
ζωγραφικής, άλλοι μαζεύουν σπάνια νομίσματα, παλιά βιβλία, το κάθε τι που κίνησε την
περιέργεια, ίσως την απληστία τους. Σπιρτόκουτα και λίρες, μπιμπελό, χρυσαφικά και
αυτοκίνητα πολυτελή μιας άλλης εποχής, ένας κατάλογος που φτάνει ως τις πιστωτικές
κάρτες και τους τραπεζικούς λογαριασμούς και βέβαια δεν εξαντλείται εκεί.

Όλοι αυτοί, από τους πιο κοινούς ως τους πιο πλούσιους και εκλεπτυσμένους συλλέκτες,
έχουν ένα γνώρισμα χαρακτηριστικό. Λαχταράνε τα αντικείμενα, θέλουν να τα
κρατήσουν, τους συναρπάζει η σκέψη της ιδιοκτησίας. Μπορεί και να 'ναι αυτό
ανθρώπινο και φυσικό και πώς μπορεί κανείς στις μέρες μας να φέρει αντίρρηση, ιδιαίτερα
όταν πρόκειται για το αντίκρισμα μιας ολόκληρης ζωής που τελικά δωρίζεται στο κράτος
για να ολοκληρωθεί η δόξα και η προσφορά και να διδάσκονται οι μεταγενέστεροι.

Ομολογώ ότι είμαι κι εγώ ένας συλλέκτης. Μπορώ μάλιστα να ισχυριστώ με ακλόνητα
επιχειρήματα πως ακέραιος ο πλούτος που έχουν συσσωρεύσει όχι μόνον οι ιδιώτες μα
και τα κρατικά μουσεία και πινακοθήκες δεν προσεγγίζει καν σε αξία τη δική μου
συλλογή. Μια συλλογή που μεγαλώνει συνεχώς και διευρύνεται. Κι όμως δεν έχω
συστήματα συναγερμού ηλεκτρονικά ούτε πάνοπλους φρουρούς για να τη διαφυλάξω.
Δεν την κρατάω σε υπόγειες θυρίδες και τα απρόσβλητα χρηματοκιβώτια κάποιας
τράπεζας μα ούτε στο σαλόνι ή το δωμάτιό μου. Και προ παντός και πάνω απ' όλα, δεν τη
θέλω καν αποκλειστικά δική μου. Πώς θα μπορούσα αφού εκτείνεται σε παρελθόν, παρόν
και μέλλον, αφού είναι εγκατεσπαρμένη στις πέντε ηπείρους αυτού του κόσμου και πιο
μακριά; Πώς θα μπορούσα αφού είναι απόλυτα προσιτή στον καθένα, μεγάλο ή μικρό,
φτωχό ή πλούσιο, λευκό ή κίτρινο ή μελαψό ή μαύρο; Αφού από τη φύση της είναι
προορισμένη να μην ανήκει σε έναν μα σε πολλούς;

Είναι απλή υπόθεση να αποκτήσει κανείς μια τέτοια συλλογή. Θα πρέπει, πρώτα-πρώτα,
να έχει κληρονομήσει κάποια αστάθμητη προδιάθεση από προγόνους βοσκούς
Σαρακατσαναίους, παππούδες Μικρασιάτες πρόσφυγες και πλάνητες Θρακιώτες από τη
μαύρη θάλασσα. Μετά, θα πρέπει να έχει διαβάσει μερικές χιλιάδες βιβλία, να έχει
περάσει μέσα απ' όλα τα καμίνια της σύγχρονης ζωής, να μάτωσε για να κερδίσει πλήρη
την αίσθηση της ματαιότητας. Οι εμπειρίες αυτές και τα σημάδια που άφησαν θα πρέπει
να τον έχουν οπλίσει με θάρρος πέρα από την απόγνωση και να έχουν σφυρηλατήσει
μια ματιά παρθενική στον κόσμο. Που σημαίνει αιρετική, βέβηλη, ανατρεπτική. Από κει
και πέρα, δεν χρειάζεται παρά λίγη τύχη, μια ανοιχτή καρδιά που δέχεται τον άνθρωπο
και πολύ πείσμα. Έτσι, χωρίς καλά-καλά να το αντιληφθεί, κάποιο πρωί θα διαπιστώσει
πως αξιώθηκε να γίνει κάτοχος μιας εξαίσιας συλλογής σαν τη δική μου.

Η συλλογή μου, ένα φαντασμαγορικό μωσαϊκό με άρωμα μεθυστικό της άνοιξης,
αποτελείται από πολλά κομμάτια, καθένα και μοναδικό. Θα αναφέρω μόνο μερικά και, αν
θέλετε, μπορείτε εσείς να ψάξετε τα άλλα που είναι καλά κρυμμένα μπροστά στα μάτια
σας. Τους δυο δάσκαλους που με γέννησαν και μ' έβαλαν στη φωτιά από τα παιδικά μου
χρόνια, τον δάσκαλο της εφηβείας μου που όπως το λάδι και το φως προσωρινά γαλήνευε
τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, τον Τζίντου Κρισναμούρτι της ωριμότητάς μου που μου
έδειξε τον δρόμο που δεν υπάρχει. Ένα κορίτσι που μου φανέρωσε την αγάπη όταν εγώ
δεν καταλάβαινα και πήγε εντελώς χαμένο σ' αυτές εδώ τις γειτονιές. Κάποιον Τζούνιορ
από τις Δυτικές Ινδίες που γνώρισα σ' ένα λεωφορείο της Κοπεγχάγης, κάποιον Πόλντι
Αυστριακό που δούλευε μαζί μου στο Δυτικό Λονδίνο, κάποιον ανώνυμο, βραχνό,
τετράγωνο γίγαντα από τα βάθη της Ασίας που, ενώ κοιτούσαμε μπουλούκι τους
τρούλλους των εκκλησιών στη Μόσχα, με ρώτησε από πού έρχομαι, επανέλαβε
έκπληκτος την εθνικότητά μου στον γιο του κι ύστερα έσφιξε το χέρι μου, με χτύπησε
στην πλάτη. Κι ακόμα, την Αϊλάτι Ασμάγα απ' τον πλανήτη Αχαράνι που ταξίδεψε είκοσι
έτη φωτός για να με συναντήσει, τον Γιάννη Μάριο που μας βασάνιζαν μαζί στην
τράπεζα κι εκείνος πέθανε στη πιο γλυκιά του νιότη και είναι ως τώρα αδύνατο να βρω
πού έχει ξαναγεννηθεί, κι ένα αγόρι που κάθε βράδυ χρόνια τώρα προσέχω την ανάσα
του όταν κοιμάται. Θα μπορούσα να προσθέσω και πολλούς άλλους που, από το πριν και
το μετά, διαλύουν τη γελοία ψευδαίσθηση του χρόνου, ωραίοι και άτρωτοι μου δίνουν
την πνοή τους.

Ποτέ δεν θα μπορέσω να μιλήσω με επάρκεια έστω και για μια από τις συναρπαστικές
κόκκινες και μαύρες ψυχές που γνώρισα. Άγριες και ατίθασες σαν τον άνεμο που
κατεβαίνει από την κοιλάδα του Αξιού, γαλήνιες με ρεύματα μυστικά σαν τη
φθινοπωρινή θάλασσα. Άλλοτε σαν το ζεστό ψωμί κι άλλοτε ανεξιχνίαστες σαν τους
βυθούς όπου ενεδρεύουν. Και τη Σοφία, αστέρι ανεκτίμητο της συλλογής μου, αρχή και
τέλος της.

Άλλοι μαζεύουν γραμματόσημα, άλλοι μαζεύουν χρήματα και πράγματα κάθε λογής. Εγώ
δεν θέλω τίποτα. Ούτε έχω τίποτα στο κράτος να δωρίσω. Το μόνο που λαχτάρησα είναι
να σπαρταράει η ζωή στην ανοιχτή μου παλάμη. Μετανάστης εγώ προσωρινός από το
βασίλειο του Πλούτωνα, γυμνή μετράω την ψυχή μου μ' άλλες ψυχές.

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

γόνατα στο σανίδι



Το πρόβλημα της στέγης, για κείνους που δεν διαθέτουν οικονομική άνεση, χρειάζεται
επινοητικότητα και πρωτότυπες λύσεις. Στέγη αποτελούσε κάποτε ο έναστρος ή έστω
και ο συννεφιασμένος ουρανός. Οι νεότεροι θα αγνοούν σίγουρα ότι η μεγάλη και
λαμπρή παραλιακή λεωφόρος, οι πολυκατοικίες, τα πάρκα, οι παιδικές χαρές και τα
γήπεδα αθλοπαιδιών είναι κυριολεκτικά χτισμένα πάνω σε προφυλακτικά. Το μικρό,
οικονομικό και ακίνδυνο - αλλά οπωσδήποτε όχι απόλυτα ασφαλές - ελαστικό εξάρτημα
γνώρισε μεγάλες δόξες την πρώτη μεταπολεμική εικοσαετία (πολύ πριν η απειλή της
θανατικής καταδίκης το καθιερώσει στην τηλεοπτική οθόνη) σ' όλη την έκταση της
χορταριασμένης κι έρημης παραλίας με τις τεχνητές προσχώσεις και τα μπλόκια. Άλλες
δημοφιλείς περιοχές της εποχής υπήρξαν βέβαια το Σέιχ Σου, που ακόμα παρέχει
αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες του, και τα εβραίικα μνήματα - τρανή απόδειξη ότι η ζωή
κατισχύει του θανάτου - καθώς και κάθε σκοτεινή πλατεία ή αλάνα.

Με ένα προφυλακτικό και μια εφημερίδα, κατά προτίμηση την εβδομαδιαία με τις πολλές
σελίδες, βολεύονταν τότε τα ζευγαράκια κάτω από την απειλή της ξαφνικής μπόρας, του
συνήθως άκακου ηδονοβλεψία ή του αυστηρού αδερφού. Μια εναλλακτική και ευρύτατα
διαδεδομένη λύση ήταν ασφαλώς ο μπατανάς - λέξη ή κίνηση χαρακτηριστική που
προέρχεται μάλλον από τις οικοδομικές εργασίες. Χωρίς πρόθεση λογοπαιγνίου, υπήρχε
μεγάλος οικοδομικός οργασμός την εποχή εκείνη. Υποπτεύομαι ότι πολλές ώριμες κυρίες
της πόλης κρύβουν σε παλιά μπαούλα φούστες με τα δυσδιάκριτα πια ίχνη των νεανικών
τους ημιτελών ερώτων της παραλίας.

Διπλή απόλαυση, χωρίς όμως καθαρό αέρα, προσέφεραν οι χειμερινοί κινηματογράφοι,
ιδιαίτερα Κυριακές και γιορτές που είχε συνωστισμό. Με τις καιρικές αντιξοότητες, οι
κολώνες, οι γωνίες, το πίσω μέρος γενικά της αίθουσας ήταν ένα πολύτιμο και
προπαντός ζεστό καταφύγιο για το λεγόμενο όρθιο.

Έσχατη διέξοδος, που κάπως διασκέδαζε τις υποψίες των περαστικών αλλά ποτέ δεν
ξεγελούσε τα παιδιά της γειτονιάς, ήταν μια συνάντηση σε πλατεία, μακριά από τους
γυμνούς και προδοτικούς γλόμπους των στύλων. Διέκρινες δύο αθόρυβες και
ακαθόριστες σκιές, που θα πρέπει μάλλον να κουβεντιάζανε, να μετατοπίζονται κατά
διαστήματα περίεργα, να ενώνονται καν να χωρίζουν. Ένα σταθμευμένο φορτηγό, ένα
κοινός τοίχος ή έστω ένα δέντρο διευκόλυναν αφάνταστα την κατάσταση.

Αργότερα μειώθηκε η ποικιλία των στάσεων και δεν ήταν πια απαραίτητες οι ακροβατικές
ικανότητες. Η οικονομική ανάπτυξη και η βαθμιαία χειραφέτηση της γυναίκας
δημιούργησαν απείρως μεγαλύτερες δυνατότητες, έκαναν ν'ανθίσει η εξυπηρετική
ειδικότητα του γυναικολόγου και έδωσαν διαφορετικές διαστάσεις στην έννοια της
στέγης. Στέγη σε μόνιμη βάση αποτελεί σήμερα η επιπλωμένη γκαρσονιέρα με τον έναν
ή τους πολλαπλούς ενοίκους. Στέγη αποτελούν οι πίσω θέσεις του αυτοκινήτου που είναι
παρκαρισμένο σε απόμερο σημείο της πόλης ή των περιχώρων. Στέγη παρέχουν και τα
διάφορα ξενοδοχεία με ειδική τιμή για ένα δίωρο ή και μικρότερο χρονικό διάστημα.
Στέγη παραχωρούν οι φίλοι που επιδεικνύουν πνεύμα κατανόησης.

Όλες αυτές οι λύσεις κρίθηκαν απρόσφορες ή τετριμμένες χωρίς να διερευνηθούν
ιδιαίτερα. Με μια ξαφνική λάμψη στα μάτια, πρότεινες εκείνη την αίθουσα των
φιλότεχνων στο κέντρο της πόλης. Η κουβέντα γινόταν στο γραφείο μου, που δεν
διέθετε κρεβάτι ή έστω καναπέ ή άνετη πολυθρόνα, με λίγες αλλά ενοχλητικές διακοπές
από το τηλέφωνο. Μου θύμιζε επαγγελματικές διαπραγματεύσεις με καλή θέληση κι από
τις δυο πλευρές και απόλυτη ισορροπία της αμφίπλευρης προσφοράς και ζήτησης.
Διατηρούσε όμως, παρ' όλα αυτά, μια φρεσκάδα συνωμοτικότητας και ερωτισμού. Η ιδέα
με ξάφνιασε αλλά τη βρήκα συναρπαστική και δεν άργησα να συμφωνήσω. Έπρεπε όμως
να επιλυθούν πρώτα μερικές πρακτικές λεπτομέρειες.

Στάθηκες για λίγο σκεφτική ενώ εγώ κοιτούσα με αμηχανία τα χαρτιά μου. Στο τραπέζι
δεν γίνεται, είπες γελώντας και μούδωσες την αίσθηση ότι μάλλον έκανες μια πλάγια
ερώτηση παρά μια διαπίστωση. Δεν περίμενες και πολύ παρόλο που υπήρχαν
πιθανότητες για καταφατική απάντηση. Κάτω, κατέληξες. Θα φέρω εγώ κουβέρτα. Να
μια ευκαιρία να θυμηθούμε τα εφηβικά μας χρόνια. Το φιλί μας, με το ένα μάτι στην
πόρτα του γραφείου, επισφράγισε τη συμφωνία.

Η απόλυτη άνεση της συμπεριφοράς σου σε αποδείκνυε πολύπειρη ή τουλάχιστον όχι
υποκριτική. Και τί θα έλεγε ο άντρας σου αν ποτέ το μάθαινε; ρώτησα ξαφνικά. Θα
χαιρότανε, τόνισες αδίστακτα, με τη δική μου ευτυχία. Αυτή η λέξη μου φάνηκε
τεράστια και εξωπραγματική σαν ένα ταψί κανταΐφι για κάποιον που πίνει μόνο καφέ το
πρωί. Το τζίνι μπορεί να χωρούσε στο μπουκάλι των αραβικών παραμυθιών αλλά οι
θεωρητικές συλλήψεις, συχνά προεκτάσεις μιας ανομολόγητης επιθυμίας, έχουν σκέλη
μακρύτερα από το πάπλωμα της πραγματικότητας. Να λοιπόν που σε μια τόσο απλή και
καθημερινή ενέργεια - ή όχι;- υπεισέρχονται άκρως υποκειμενικά και συναισθηματικά
στοιχεία μιας άλλης εποχής.

Βρεθήκαμε κατευθείαν επάνω. Εσύ είχε πάρει πρώτα την αλληλογραφία, άνοιξες και
άφησες το κλειδί στην κλειδαριά για ν' αποφύγουμε τουλάχιστον το χειρότερο είδος
αιφνιδιασμού. Εγώ χτύπησα μία και τρεις φορές το κουδούνι. Γαλουχημένοι από τα
παιδικά μας χρόνια με τα αστυνομικά μυθιστορήματα και τα περιπετειώδη
κινηματογραφικά έργα, δεν βρήκαμε καμιά δυσκολία στις λεπτομέρειες του σεναρίου. Ο
ντετέκτιβ Χ, ο άνθρωπος-αράχνη και οι άλλοι ήρωες της Μάσκας, που δανειζόμασταν με
δυο δραχμές από το περίπτερο της Ολύμπου απέναντι στα λουτρά, μπορούσαν να είναι
περήφανοι για τους μαθητές τους.

Καθήσαμε για λίγο στο μικρό γραφείο, πλάι πλάι. Κρατούσες μια πλαστική σακούλα με τη
χοντρή μάλλινη κουβέρτα. Τα γόνατα μας ακουμπούσαν κάτω από το λεπτό ύφασμα του
φορέματός σου και το τραχύ ύφασμα του πανταλονιού μου. Σκέφτηκα τις πολύωρες
συνεδριάσεις σ'αυτόν τον χώρο, τις συγκρούσεις τόσο σε κομματικό όσο και σε
προσωπικό επίπεδο. Οι κοινοί σκοποί σπάνια κάνουν αρμονικές τις ανθρώπινες σχέσεις
στην πατρίδα μας.

Διερωτήθηκα μήπως ήταν ευκαιρία να επιληφθούμε μερικών πρακτικών ζητημάτων του
σωματείου, να κάνουμε μια μικρή άτυπη συνεδρίαση, αλλά διατηρούσα σοβαρές
αμφιβολίες αν θα το δεχόσουν και το άφησα για άλλη φορά.

Ξέρεις, πρόφερα διστακτικά, πρέπει να σου πω, ότι μπορεί και να μην μπορέσω. Όλοι οι
άντρες περνάνε περιόδους ανικανότητας, βιάστηκα να προσθέσω για να προλάβω το
βλέμμα της απορίας σου. Το λένε και τα επιστημονικά συγγράμματα. Μην ξεγελιέσαι από
την εξωτερική μου εμφάνιση που υπόσχεται αστείρευτη ζωτικότητα. Κάποτε δεν μου
σηκώθηκε από υπερβολική συγκίνηση. Είναι δράμα μαύρο και σκοτεινό να λαχταράς μια
γυναίκα, να έχεις φτάσει στο απόγειο της ερωτικής φόρτισης και πάθει εμπλοκή ο
μηχανισμός. Ίσως τώρα να συμβεί το ίδιο από τον λεπτομερή και εμπεριστατωμένο
προγραμματισμό. Αυτό το τελευταίο δεν το είπα, μου πέρασε απλώς από το μυαλό.

Δεν πειράζει, απάντησες με μιαν εκπληκτική διαλλακτικότητα. Τί να κάνουμε; Υποθέτω
ότι κάθε άντρας δεν είναι απαραίτητα ο γνωστός βιαστής που σαν άλλος πρίαπος
λυμαίνεται τα σοκάκια της πόλης, κραδαίνοντας το ορθωμένο πέος του για να
κατασπαράξει το πρώτο ανυπεράσπιστο θηλυκό. Η σκέψη και μόνο ότι θα μπορούσα να
είμαι εγώ ο αποτρόπαιος βιαστής, μου προκάλεσε γέλια μέχρι δακρύων. Θα πρέπει να
εκφυλίστηκε το ανδρικό φύλο, αναλογίστηκα σκουπίζοντας τα μάτια μου με κάποιο
αδιόρατο ίχνος περιφρόνησης για τον εαυτό μου. Όταν συνήλθα, σε κοίταξα με αρκετή
ανακούφιση. Είχες δεχτεί το χειρότερο. Πολύ μυαλό και λίγη στύση, επιβεβαίωσα
αποφθεγματικά.

Ας δοκιμάσουμε λοιπόν. Έστρωσες την κουβέρτα στο κέντρο ακριβώς της μικρής
αίθουσας με την επιμέλεια μιας καλής νοικοκυράς, ισιώνοντας τις ζάρες. Προχωρήσαμε
βουβοί σαν να εκτελούσαμε ευσυνείδητα μιαν επιβεβλημένη διαδικασία. Από τη
χαραμάδα της μπαλκονόπορτας και τα μισάνοιχτα παντζούρια, μια φωτεινή επιγραφή
που αναβόσβηνε έσπαζε το απόλυτο σκοτάδι. Λίγα μέτρα δεξιά από το κεφάλι μου,
φάνταζε ένας τεράστιος πίνακας με ακαθόριστη σύνθεση και στο ταβάνι σειρά οι
σιωπηλοί προβολείς. Τη στιγμή εκείνη διαπίστωσα με έντονη δυσαρέσκεια ότι δεν είχαμε
μαξιλάρι.

Τη χαριστική βολή για μένα την έδωσαν τα στήθη σου που έπεφταν κάπως χαλαρά προς
τα πλάγια καθώς ήσουν ξαπλωμένη ανάσκελα. Ξαπλωμένη ανάσκελα, να δυο λέξεις
ερεθιστικές κάτω από διαφορετικές συνθήκες ή με τις ίδιες συνθήκες αλλά διαφορετικό
αρσενικό. Κι όμως, ντυμένη με το πολύχρωμο φουστάνι ως τα γόνατα, με τα τακούνια
και το κοντά μαλλιά, με το άρωμα και τον αέρα του δυναμισμού, σε είχα βρει πολύ
ελκυστική.

Οι ειδικοί λένε πως το υπ' αριθμόν ένα σεξουαλικό όργανο είναι το μυαλό του ανθρώπου.
Το υπόλοιπο σύστημα υπακούει στις εντολές του, συνειδητά και συχνότερα
υποσυνείδητα. Κι εμένα το μυαλό μου σαν δέκτης ήταν γεμάτο παρεμβολές και παράσιτα
και σαν πομπός καθόλου συντονισμένο στις ερωτικές συχνότητες. Μάλλον έμοιαζε με
πρόχειρη αποθήκη ή σοφίτα όπου είναι πεταμένα φύρδην μίγδην διάφορα ετερόκλητα
αντικείμενα και οπωσδήποτε μια καρέκλα με τρία πόδια και μια ξεφουσκωμένη μπάλα.
Θα πρέπει όμως να παραδεχτώ πως οι ρόγες σου, με δυο μελανές πινελιές, ξεκαθάρισαν
τουλάχιστον τις αράχνες.

Παρ' όλα αυτά, διαπίστωσα με κατάπληξη και ανακούφιση πως η στύση ήταν κανονική.
Τα αγγεία είχαν γεμίσει αίμα, ο επιβήτορας, αν και σκιά του παλιού του εαυτού, ήταν σε
θέση μάχης. Έγειρα πάνω σου κι ένιωσα το σκληρό πάτωμα κάτω από τη διπλή στρώση
της κουβέρτας. Τα λιγοστά μας χάδια ήταν δειλά ή τυπικά, λες και περιμέναμε ο ένας τον
άλλο ή τηρούσαμε σαφείς και αυστηρές οδηγίες. Ακολούθησε η πλήρης οικειότητα με τη
γυμνή και ευαίσθητη σάρκα μου μέσα στη γυμνή κι ευαίσθητη δική σου σάρκα. Αν και
τα γόνατά μου πονούσαν στο σανίδι και δεν μπορούσα με τίποτα να βγάλω από το
μυαλό μου κάτι δουλειές που είχα την άλλη μέρα στο γραφείο, οι ρυθμικές κινήσεις ήταν
οι προβλεπόμενες και η εκσπερμάτωση δεν άργησε δυστυχώς καθόλου.

Δεν κατάλαβα σχεδόν τίποτα ούτε ασφαλώς κι εσύ. Ούτε καν η σκέψη του τί έγινε και
πού έγινε με είχε ερεθίσει. Ίσως αυτό να έδωσε σε σένα κάποια ικανοποίηση, ηθική θα
την έλεγα. Να ξέρεις ότι στο σημείο που ακουμπάνε τα πόδια τους τόσοι διανοούμενοι
και κυρίες του καλού κόσμου, με όλη την επίφαση της αστικής κουλτούρας, εσύ έκανες
έρωτα. Έστω έναν τέτοιο έρωτα, μηχανικό κι ανήδονο, ή ακριβώς ένα τέτοιο έρωτα που
ταιριάζει στην υπόστασή τους. Έναν έρωτα παρωδία που αναιρεί την ίδια την ουσία του
όπως και η ζωή τους. Μια γυμναστική, πρωινή, μεσημεριανή ή βραδινή, που κάποιος ή
κάτι την επιβάλλει άμεσα ή έμμεσα κι ελάχιστοι έχουν την ανθρώπινη ποιότητα που
χρειάζεται για να την αρνηθούν.

Απεμπλακήκαμε και πήραμε πάλι την προηγούμενη θέση, ο ένας πλάι στον άλλο.
Καπνίσαμε το καθιερωμένο τσιγάρο σε απόσταση γυμνού κορμιού τριών εκατοστών ή
τριών χιλιομέτρων. Σκουπιστήκαμε με χαρτί που έφερες εσύ από το καμπινέ,
αποστρέφοντας ευγενικά τα μάτια ο ένας από τον άλλο. Ψάξαμε με αγωνία κάτι να
πούμε. Βρήκαμε τα ρούχα μας, όχι πεταμένα δω κι εκεί αλλά τακτοποιημένα δίπλα μας σε
μικρούς σωρούς. Ντυθήκαμε στο μισοσκόταδο σαν να μην είχαμε ποτέ γδυθεί. Με
μεγάλο δισταγμό, ανάψαμε το πλαϊνό φως και ρίξαμε μια ματιά τριγύρω για τυχόν
προδοτικά ίχνη. Χωρίσαμε, δύο συνωμότες που το μυστικό τους δεν ενδιαφέρει κανένα.

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Ο πρώτος θάνατος



Η μητέρα μου είχε σταθεί μπροστά στην πόρτα του μπάνιου σε μια απελπισμένη
προσπάθεια να κρύψει το πολύτιμο δωμάτιο, αλλά ο Γερμανός αξιωματικός δεν
ξεγελάστηκε. Η καθαριότητα, πρωταρχική παράδοση και υποχρέωση για τους
εκπρόσωπους του Τρίτου Ράιχ, μοιραία οδήγησε στην επίταξη. Μας στείλανε σ’ ένα
ημιυπόγειο στη γωνία Παύλου Μελά και Ζεύξιδος απέναντι ακριβώς από την
κομαντατούρ.

Βέβαια μετά από πενήντα τόσα χρόνια, όσο κι αν αντιστέκεται η μνήμη, τα γεγονότα
ξεθωριάζουν. Εδώ τόσοι και τόσοι άνθρωποι, πάνω στην αστραφτερή τους νιότη, μπήκαν
στο χώμα και ξεχάστηκαν, τι ν’ απομείνει από το μικρόσωμο αλήτικο σκυλάκι, το πρώτο
σκυλάκι που είχα, το πρώτο και το τελευταίο. Είχαμε πάει για λίγο καιρό σε συγγενείς
μας στην Περαία για να αποφύγουμε τους βομβαρδισμούς των Εγγλέζων κι όταν
γυρίζαμε έτρεχε πίσω απ’ το κάρο κουνώντας την ουρά του και γαυγίζοντας. Το ζήτησα
επίμονα και δεν μου χάλασαν χατίρι.

Δεν έμοιαζε καθόλου με τα σημερινά σκυλιά της ράτσας και της μόδας, τόσο
καλοθρεμμένα με ειδικά φαγητά, με το γυαλιστερό τους τρίχωμα, τόσο όμορφα αν και
γεμίζουν τα πεζοδρόμια με ακαθαρσίες. Μα μήπως έμοιαζε η εποχή, μήπως μοιάζαμε
εμείς. Ήταν σπάνια τα αυτοκίνητα και δεν υπήρχαν καταστήματα πολυτελή στη
γειτονιά, τα παιδιά ήταν χλωμά και αδύνατα, όχι βέβαια από δίαιτα, οι λέξεις άγχος και
αλλοτρίωση μέσα στον πλούτο ήταν άγνωστες, όσο οικείες ήταν η πείνα και το χουνί, ο
φόβος και ο θάνατος.

Ένα σκυλάκι που κουνάει την ουρά του φιλικά κι έχει μια υγρή, τρυφερή μουσούδα
πολλά σημαίνει για ένα μικρό παιδί. Όλη τη μέρα παίζαμε μαζί στον δρόμο, τη νύχτα
κοιμόταν στο χαλάκι έξω από την πόρτα μας, ένας αστείος φύλακας μπροστά στις
απειλές της εποχής. Αν του ‘χα δώσει όνομα, θα ‘ταν κοινότατο όπως ο κάτοχός του.
Το μόνο που θυμάμαι ξεκάθαρα είναι τα μάτια του.

Ο Γερμανός έκανε μανούβρες με τη μοτοσικλέτα και, πάνω στη μεγάλη χαρά του
παιχνιδιού, πάτησε το σκυλί. Εκείνο σύρθηκε μέχρι τη μεγάλη εξώπορτα του μεγάρου,
έβγαλε κάτι μακρόσυρτες παραπονιάρικες φωνούλες κι εκεί, αργά κι επώδυνα, ξεψύχησε.
Οι γείτονες είχαν κάνει ένα κύκλο γύρω του κι εγώ έκλαιγα βουβά, τα δάκρυα κυλούσαν
στα μάγουλά μου, στο στόμα μου η γεύση τους αλμυρή και η συντέλεια του κόσμου.
Ήρθε σε λίγο κι ο Γερμανός κι στάθηκε λυπημένος πάνω από το σκυλί. Δεν το’ θελε, ήταν
ολοφάνερο. Είναι γνωστό εξάλλου ότι οι Γερμανοί αγαπούν τα ζώα, ποτέ τους δεν
διανοήθηκαν να τους κάνουν κακό. Κάτι ακατάληπτο μουρμούρισε στη γλώσσα του κι
ύστερα έφυγε.

Συνάντησα τον θάνατο πολλές φορές στη ζωή μου αλλά αυτός ο πρώτος θάνατος με
σφράγισε από τότε. Ακόμη κι όταν φύγανε οι Γερμανοί και γυρίσαμε στο πατρικό μας
σπίτι στην Πλατεία Δικαστηρίων, στεκόμουν με το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι, έβλεπα
την άγρια χειμωνιάτικη βροχή και τον σκεφτόμουνα. Είχε για μένα κάτι ψηλό και
δυνατό, κάτι ξανθό, κάτι περίλυπο. Ξένος κι αλλότριος αυτός, στιγμές στιγμές πιστεύω
ότι κι ο ίδιος θα λυπάται για τη φύση του. Γιατί, δεν μπορεί, κάποιον κάπου κι αυτός θα
αγαπάει, θα τρέμει η ψυχή του μην τον χάσει. Αυτή η λύπη του έφτανε σε μένα και μ’
άγγιζε βαθύτατα κι έσκυβα με τη φαντασία μου να κρατήσω το κεφαλάκι του σκυλιού
που ξεψυχούσε αλλά και το δικό του το κεφάλι το ξανθό, σαν κάποιος που καταλαβαίνει,
ίσως φίλος, ίσως ίσως αδερφός.

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

Η κόρη της ασφάλτου


(Μ. Σαγκάλ "Πάνω από την πόλη" έργο του 1917)

Ξέρω πως είναι δύσκολο να με πιστέψεις. Αφού κι εγώ αμφιβάλλω, φορές φορές
αναρωτιέμαι μήπως ήταν παραίσθηση, δημιούργημα της διψασμένης μου φαντασίας, μια
ανύπαρχτη βρύση δροσερό νερό μέσα στην κάψα του καλοκαιριού. Κι όμως έγινε. Έγινε
μια μέρα που το φως έφτανε πάλι ανελέητο από τον μεσογειακό ήλιο κι οι δρόμοι ήταν
σκονισμένοι όσο ποτέ. Την εμπειρία μου συνθέσανε τα μόρια του ονείρου. Τα μόρια που
αιωρούνται στην ατμόσφαιρα μέσα στα καυσαέρια και τις αναθυμιάσεις της ασφάλτου
και κάποτε συμπυκνώνονται και αποκτούν υπόσταση. Τα άλλα στοιχεία που
απαιτούνται είναι τα έκπληκτα μάτια του οδοιπόρου, η επιδερμίδα και τα υπόλοιπα
όργανα των αισθήσεών του κι ένας βαθμός πυράκτωσης του νου απροσδιόριστα μεγάλος.

Να πώς έχουν τα γεγονότα χωρίς διάθεση παράλειψης ή υπερβολής. Έχει περάσει
αρκετός καιρός κι όμως παραμένουν ολοζώντανα στη μνήμη μου μαζί με το δισταγμό να
σ’ τα εξιστορήσω, το δισταγμό αν είναι οι λέξεις ικανές να τα περιγράψουν. Γύριζα,
λοιπόν, από το γραφείο με το συνηθισμένο μου βήμα, σκυμμένος ελαφρά στην εφημερίδα
που κρατούσα μισάνοιχτη μπροστά μου. Οι τίτλοι αναφέρονταν και πάλι στις αμυντικές
προετοιμασίες και στον άμεσο πάντα κίνδυνο πολέμου. Είναι αλήθεια πως ήμουν
κουρασμένος, όχι τόσο από τη δουλειά όσο από την επανάληψη χωρίς προοπτικές
αλλαγής. Την επανάληψη της ίδιας μέρας, τις ίδιας διαδικασίας ζωής, των ίδιων απειλών.

Ξαφνικά, ένα χέρι με σταμάτησε κι ένιωσα την εφημερίδα να φεύγει, να σηκώνεται ψηλά
και να την παίρνει μια πνοή ανέμου κατά τα μπαλκόνια της απέναντι πολυκατοικίας.
Σήκωσα το κεφάλι απότομα και την είδα να στέκεται αντίκρυ μου μ’ ένα μικρό χαμόγελο
στα χείλη. Ήταν γυμνή, με την έννοια ότι δεν φορούσε κανένα ρούχο, κι ωστόσο τα
καστανόξανθα μαλλιά, που έπεφταν στον άσπρο λαιμό και πάνω στα στήθη της, την
κάλυπταν με χάρη ως τη μέση. Γύρισα και κοίταξα τριγύρω περιμένοντας διάφορες
αντιδράσεις από τον κόσμο που περνούσε. Ήταν αδιάφοροι λες και δεν την έβλεπαν. Θα
πρέπει να είχα πολύ αστεία έκφραση γιατί το χαμόγελό της πλάτυνε χωρίς καθόλου
ειρωνεία. Δεν μίλησε, λέξη δεν είπε. Μόνο τα μάτια της, τόσο μεγάλα, τόσο κοντινά, μου
λέγανε να μην στέκομαι έτσι αποχαμένος μέσα στην απορία μου.

Άπλωσε το δεξί της χέρι και με ακούμπησε σαν να ‘θελε ν’ αποκαταστήσει μια καλύτερου
είδους επικοινωνία. Και τότε σβήσανε για μένα τα μουγκρητά των αυτοκινήτων, οι
άνθρωποι βάδιζαν αθόρυβα, έπεσε μια σιγή μυστηριώδης. Τα δάχτυλα μου άγγιξαν την
ελιά στον στρογγυλό της ώμο, κατέβηκαν απαλά και χάιδεψαν τον αγκώνα, πέρασαν στο
πλευρό και σφίχτηκαν γύρω από το στήθος της. Το άλλο μου χέρι διέτρεχε την πλάτη
της μετρώντας τους σπονδύλους.

Τίναξε μπροστά το κεφάλι και με τύλιξε με τα μακριά της μαλλιά. Την ίδια στιγμή
σηκωθήκαμε, σηκωθήκαμε μαζί τρία περίπου μέτρα πάνω από το πεζοδρόμιο και μείναμε
αιωρούμενοι εκεί χωρίς να ξέρω τι μας υποβάσταζε. Το περιβάλλον είχε γίνει αχνό, τα
ρούχα γλιστρήσανε από πάνω μου σαν να έπρεπε να αλλάξω δέρμα. Μου κάλυψε τα
γόνατα με τα δυο της χέρια, ύστερα το πρόσωπο, με φίλησε στα χείλη. Τα σώματά μας
ενώθηκαν, πρώτα στο πιο υγρό και ευαίσθητο σημείο κι έπειτα ολόκληρα από τις άκρες
των ποδιών μέχρι τα μάγουλα, ακουμπισμένα πλάι πλάι. Οι ρυθμικές, συγχρονισμένες
μας κινήσεις, σαν νιώθαμε πως φτάναμε στον αποκορύφωμα, σταματούσαν για να δοθεί
παράταση στην ηδονή, μικρές κραυγές συνόδευαν την κάθε ανακάλυψη. Τέλος,
απομείναμε αρμονικά μπλεγμένοι σαν δυο τόξα που άφησαν το βέλος τους να φύγει με
χαρά και χαλαρώσανε.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε, μα κάποτε βρεθήκαμε στην ίδια θέση όπου
πρωτοσυναντηθήκαμε, αντίκρυ ο ένας στον άλλο. Κρατούσε σφιχτά, έξω από τον τόπο
και την εποχή του, ένα ανθισμένο κλαδί. Έσκυψε και κάτι μου ψιθύρισε στο αυτί. Ήταν
αδύνατο να ξεχωρίσω λέξεις, καμιά όμως αμφιβολία δεν υπήρχε για το νόημα. Την
κοίταξα και σαν μια τελευταία έκπληξη είδα να παίρνει τη δική σου τη μορφή, να φεύγει
και να χάνεται ανάμεσα στο πλήθος. Για λίγο έμεινα εκεί κι ύστερα βάδισα μηχανικά και
γύρισα στο σπίτι.

Αυτά έγιναν κείνο το μεσημέρι κι αν δεν με πιστέψεις θα το θεωρήσω πολύ φυσικό.
Μπορεί και να ‘τανε παραίσθηση, δημιούργημα της διψασμένης μου φαντασίας, μια
ανύπαρχτη βρύση δροσερό νερό μέσα στην κάψα του καλοκαιριού. Μπορεί αυτή η
άγνωστη να ήσουν εσύ, με κάποιο τρόπο ξαναγεννημένη, λουσμένη μέσα στη διαφάνεια
της παιδικής σου αθωότητας, αυτής που κρύβει η πικρή γνώση και τα χρόνια που
πέρασαν. Μπορεί ακόμη η ψυχή σου να διεκδικεί μια δράση ολότελα ξεχωριστή,
αποκαλύπτοντας την πραγματική διάσταση της καθημερινής μας ζωής. Να διαχέεται
στην ατμόσφαιρα και να ελλοχεύει προσμένοντας τη σπάνια στιγμή που θα της δοθεί το
χάρισμα να μιλήσει με μιαν άλλη ψυχή, όμοια φορτισμένη, όμοια ακόρεστη.

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Κόκκινο σύννεφο



Οι γηγενείς της Βόρειας Αμερικής, γνωστοί και σαν ερυθρόδερμοι, ράτσα περήφανη,
κυνηγοί του αγριοβούβαλου και γνήσιοι ποιητές, είχαν σκληρή μοίρα. Τα χλωμά
πρόσωπα άρπαξαν τη γη τους και υποτάξανε όσους απέμειναν σ’ ένα σύστημα
βασισμένο στις τέσσερις πράξεις της αριθμητικής που ονομάζεται και δυτικός πολιτισμός.
Σαν μνημόσυνο σ’ αυτά τα μακρινά και χαμένα αδέρφια, κάποιος στιγμές μοναδικές,
όταν οι προηγούμενες και οι επόμενες ζωές συμπυκνώνονται και φωτίζονται στο παρόν
του χρόνου, καλώ τα πνεύματά τους και δίνω σ’ ένα πλάσμα άγριο κι αγαπημένο το
όνομα που εκείνοι θα διάλεγαν για να το κρατήσουν για πάντα, έστω στα φλογισμένα
μάτια τους.

Χτύπησα δυο φορές με το συνθηματικό τρόπο, έσπρωξα και μπήκα. Όταν το ασανσέρ
σταμάτησε με τριγμούς και στεναγμούς, το κόκκινο σύννεφο φάνηκε στη μισάνοιχτη
πόρτα πίσω από καταρράχτες μαλλιών ριγμένους στο στήθος. Ήταν η ώρα έντεκα το
βράδυ κι ένιωσα το σώμα του γυμνό κάτω απ’ το νυχτικό, αδέξιος κι ορμητικός σαν παιδί,
αν αγκαλιάσεις ένα σύννεφο κινδυνεύει να διαλυθεί στα χέρια σου.

Περιπλανηθήκαμε για λίγο στο έρημο διαμέρισμα, είδα ρούχα, βιβλία και παιχνίδια
πεταμένα δω κι εκεί, ένα μοναδικό στρώμα στο μεγάλο σαλόνι, ίχνη στην ατμόσφαιρα
από την πρόσκαιρη παρουσία του. Καθώς το βλέμμα μου χάιδευε τα ξένα αντικείμενα,
τους αφαιρούσε βάρος. Καθώς η λαχτάρα μου άγγιζε τους τοίχους και τα έπιπλα, τους
πρόσθετε ένα θαμπό χρώμα αλλιώτικο.

Σκόρπισα τα ρούχα μου τριγύρω και ξάπλωσα στο τεράστιο, σχεδόν τετράγωνο κρεβάτι.
Σκεπάστηκα με το πολύχρωμο σεντόνι. Άκουσα δίπλα να τρέχει το νερό – λούζονται τα
σύννεφα; Κάποτε βγήκε, πρώτα τα δάχτυλα, μετά το γόνατο, τα χέρια σταυρωμένα
μπροστά κάτω από ένα χαμόγελο δειλό κι αστραφτερό. Έριξε ένα μαύρο ρούχο διάφανο
πάνω στο αμπαζούρ, χώθηκε πλάι μου, ακούμπησε το κεφάλι του στο στήθος μου. Ήτανε
λίγες μέρες που ανταμώσαμε σε κάποια κορυφή βουνού και ήδη ξέραμε τόσα πολλά ο
ένας για τον άλλο, γνωρίσαμε κι ένα διστακτικό, παιδικό σχεδόν έρωτα μικρής διάρκειας,
με λιγοστή ηδονή και πλήρη εγκατάλειψη, όντα ναυαγισμένα στον πέμπτο όροφο μιας
πολυκατοικίας του κεντρικού δρόμου κάτω από χίλιες απειλές.

Κάποια στιγμή χτύπησε δυνατά το θυροτηλέφωνο και το κόκκινο σύννεφο πετάχτηκε
πάνω πανικόβλητο ώσπου διαπίστωσε τελικά ότι ήταν για το διπλανό διαμέρισμα. Ξέπνοο
γύρισε και παραδόθηκε στην αγκαλιά μου, προσπαθώντας κάπου να χωθεί, κάπου να
χαθεί, κάπου ν’ απλώσει τη στιγμή ως το τέλος. Γιατί ήμασταν ξένοι κι οι δυο σ’ αυτή την
πολιτεία που μας γέννησε, σ’ αυτό το διαμέρισμα που μας δέχτηκε, σ’ αυτό το κρεβάτι
που προσωρινά μας φιλοξένησε. Ξένο το κόκκινο σύννεφο σ’ αυτούς που νόμιζαν πως το
κρατούσαν, ξένος ο ποιητής σ’ αυτούς που διάβαζαν και δεν είχαν ψυχή για να
καταλάβουν.

Μείναμε ακόμα ώρα ξύπνιοι και δεν θυμάμαι πια τι λέγαμε. Καπνίσαμε πολλά τσιγάρα και
τελικά αποκοιμήθηκα με το κόκκινο σύννεφο τυλιγμένο στο σώμα μου. Ξύπνησα μόνος
κι έτσι γυμνός σηκώθηκα με τον ήλιο να χαμογελάει στο παράθυρο και γύρισα
ψάχνοντας με μια μικρή υποψία αυταπάτης. Κι όμως βρήκα το κόκκινο σύννεφο
κοιμισμένο αμέριμνα στο στρώμα του σαλονιού κι έγειρα δίπλα του και του ψιθύρισα
λόγια τρελά, λέξεις καινούριες σε μια γλώσσα μυθική. Τη στιγμή εκείνη κρυστάλλωσε ο
χρόνος, σταμάτησαν όλα τα ρολόγια της πολιτείας αφού ήταν πια άσκοπη η λειτουργία
τους κι εκεί βρισκόμαστε, το σύννεφο κι εγώ, για μερικά χρόνια μαγεμένοι.

Ακούγεται όμως κοντινό ένα βαθύ, μακρόσυρτο τραγούδι σαν προσευχή. Είναι οι
πολεμιστές που κάθονται τριγύρω, αγέρωχοι σαν τα βουνά και προσιτοί όπως ένα
κουτάβι, και σκέφτονται και μελετάνε τη φωτιά. Οι άντρες της φυλής, ένα με το ποτάμι
και τα δέντρα, κάτω από τους ίσκιους των προγόνων τους, ένα με το ακόντιο και τα βέλη,
ένα με τον αγριοβούβαλο. Ο γκρίζος λύκος και ο αετός τον χειμώνα, το όρθιο φεγγάρι κι
ήλιος στα μαλλιά του, ο ήχος του κεραυνού κι οι άλλοι όλοι. Τα δυνατά τους μπράτσα
γυαλίζουν, ο κύκλος της φυλής είναι αδιάσπαστος κι ο θάνατος πλαγιάζει ανήμπορος
στα πόδια τους.

Σε ονόμασα κόκκινο σύννεφο γιατί τα μαλλιά σου παίρνουν το χρώμα της φωτιάς όταν
πέφτουν επάνω τους τα μάτια μου. Σε ονόμασα κόκκινο σύννεφο γιατί οι μηροί σου είναι
απαλοί σαν υδρατμοί κι όταν σ’ αγγίζω αναλύεσαι σε δάκρυα και φως και γλυκιά
ζεστασιά. Σε ονόμασα κόκκινο σύννεφο γιατί ταξιδεύω μαζί σου το σούρουπο και τα
χαράματα. Μα περισσότερο απ’ όλα, σε ονόμασα κόκκινο σύννεφο γιατί είσαι αυτό που
υπήρξε κάποτε κι αυτό που κάποτε θα ‘ρθει, αυτό που κατέχω κι όμως λαχταράω και το
βλέπω έκθαμβος διαρκώς να μεταμορφώνεται χωρίς ποτέ του να χάνει την πραγματική
του υπόσταση.

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2009

Νυχτερινή διαδρομή ή τα μάτια του πάνθηρα



Το βλέμμα του αρσενικού ήταν σπέρμα συμπυκνωμένο. Την είχε κιόλας ξαπλώσει στο
διάδρομο, πάνω σ’ άδεια πακέτα κι αποτσίγαρα, πάνω σε σπόρια χαρτομάντιλα και
γυαλιστερά περιτυλίγματα, και την κατασπάραζε με βιαστικές ρυθμικές κινήσεις
δαγκώνοντας μανιασμένα τους ώμους και τον τρυφερό λαιμό και χαρακώνοντας τις
πλάτες της. Το βλέμμα του αρσενικού την ακολούθησε επίμονα ώσπου βγήκαμε στο
επόμενο βαγόνι. Ακολούθησε τα κατάμαυρα πυκνά μαλλιά ριγμένα άτακτα πίσω, τα
στητά στρόγγυλα στήθη, τους γερούς γοφούς και τις άσπρες γάμπες, ακολούθησε την
πίσσα της αβύσσου στα μάτια της.

Το προαιώνιο θηλυκό ένιωσε βέβαια πεντακάθαρα το σπασμό που προκαλούσε και δεν
είπε τίποτα. Δεν αρνήθηκε και δεν ανταποκρίθηκε, ίσως αναλογίστηκε μονάχα πως το
αρσενικό δεν είχε επίγνωση του κινδύνου. Τίποτα δεν είπα κι εγώ, δυο βήματα πίσω της,
δεν μπόρεσα όμως να συγκρατήσω ένα χαμόγελο. Ήξερα καλά πως, για λίγες
τουλάχιστον μέρες, ήταν δική μου. Την είχα κατακτήσει με μια σπάνια για μένα
ορμητική και αποφασιστική ενέργεια, λες κι ήμουνα εγώ ο πάνθηρας που διψούσε για
αίμα. Την έδειχνα τώρα με άνεση και συγκατάβαση σ’ ένα περίγυρο πεινασμένο. Μια
σύντομη διαδρομή από την κλινάμαξα στο εστιατόριο που περνούσε από το βαγόνι με
τους στρατιώτες και μια σύντομη παραμονή για φαγητό, μια γρήγορη επιστροφή. Ό, τι
χρειάζεται για ν’ αποδείξεις ότι κρατάς κάτι που ο άλλος λαχταράει.

Ήταν Αύγουστος και φορούσε μια λινή μπλούζα κι έκανε πολλή ζέστη. Στάθηκε στο
παράθυρο, εγώ ξαπλωμένος στο κάτω κρεβάτι, και κοιταχτήκαμε στα μάτια καθώς ο
αέρας ανέμιζε τα άγρια μαλλιά της. Είχε μια έκφραση σοβαρή, σχεδόν αινιγματική. Σε
λίγο ήρθε και κάθισε πλάι μου. Δεν την άγγιξα και δεν μ’ άγγιξε. Επικοινωνούσαμε με τα
μάτια, ίσια και αποκλειστικά. Αυτά τα μάτια του πάνθηρα, πελώρια ζωντανά χάσματα,
άνοιγαν κρουνούς πυρετού, απύθμενα και μυστικά πηγάδια, με τύλιγαν με μια αόρατη
μεμβράνη, μούδιαζαν το μυαλό μου. Μάτια κρατήρες ηφαιστείου σε ενέργεια, διαβολικές
δίνες που με τραβούσαν σε μια περιδίνηση χωρίς μέτρο, μάτια απέραντα. Το
παρατεταμένο κοίταγμα ήταν μια πρόκληση σ’ ένα θανάσιμο αντίπαλο. Η φλόγα που
άναβε χιλιάδες χρόνια στις ωοθήκες της έβρισκε εκεί διέξοδο.

Έκλεισα και κλείδωσα την πόρτα, μπήκα σ’ αυτά τα μάτια, εκούσια εισχώρησα, βυθίστηκα
αργά και ανελέητα μες στις αστραφτερές περίλαμπρες παγίδες, το σκοτεινή εκείνη
θάλασσα των τροπικών που λαχταράει το ξάστερο ουρανό τους μαγικούς βυθούς όπου
ελλοχεύει, γεμάτη αγκίδες κι άρωμα μεθυστικό, ακέραια η ψυχή της. Τυλίχτηκα στα
μαύρα σύννεφα και στον κατακλυσμό δακρύων των μαλλιών της, καταδύθηκα
ολόκληρος, άκουσα τους στεναγμούς και τις επικλήσεις της, ένιωσα τον τρομερό σπασμό
της. Οι περαστικοί σταθμοί φώτιζαν μιαν ανεπανάληπτη πράξη έρωτα και τα μακρινά
χωριά δάνειζαν μικρά φώτα στις κοιλάδες κάτω απ’ τ’ άστρα. Εκείνη δεν μιλούσε μα
έστελνε τις σκιές της αδιάκοπα να απλωθούν στους ώμους μου.

Είχε ήδη βραδιάσει όταν ξεκίνησε το τραίνο σέρνοντας καμιά εικοσαριά βαγόνια, το δικό
μας τελευταίο. Ως το πρωί που έφτασε στην πρωτεύουσα, καθόμασταν στο κάτω κρεβάτι,
το επάνω έμενε στρωμένο, και πρώτη εκείνη μίλησε για τη ζωή της από τα παιδικά της
χρόνια, σε μένα ακούμπησε το βάρος κάθε οδύνης και την άνοιξη κάθε προσδοκίας.
Γυμνός σταυροπόδι την άκουγα με το ένα χέρι περασμένο στους ώμους της και τ’ άλλο
να κρατάει, να στηρίζει, να χαϊδεύει το τρυφερό της στήθος. Την άκουγα σαν μέσα από
ομίχλη καθώς ήμουνα πιότερο βυθισμένος στα μάτια της.

Ύστερα της είπα εγώ τα δικά μου. Μίλησα για τη φλόγα της δημιουργίας που με
πυρπολούσε, για το θανάσιμο παιχνίδι με την άβυσσο και τις στιγμές που η θέλησή μου
αδυνάτιζε και λιποψυχούσα. Κι ύστερα παίξαμε το παιχνίδι του μεγαλύτερου ψέματος
και κέρδισε εκείνη.

Μου’ πε πως δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς εμένα, πως ήμουνα ο άνθρωπος που την άγγιξε
πιο βαθιά, πιο επώδυνα. Κι εγώ είπα στον πάνθηρα ένα παραμύθι για τα ζώα του δάσους
που αγαπιούνται και κοιτάζονται στα μάτια και δεν ζητάνε τίποτα. Και πάνω εκεί, μετά
μια ολόκληρη νύχτα αγρύπνιας, αποκοιμήθηκε στο χέρι μου κι ήμασταν μόνοι και τ’
άστρα σβήσαν και το τραίνο σύντομα θα έμπαινε στον σταθμό.

Τίμια και άγνωστα, νεανικά και προαιώνια, μάτια νυχτερινά. Ίδιος ο θάνατος, ο ενιαίος
χρόνος και το πάθος της ζωής κρυσταλλωμένα σε μια υπέρτατη στιγμή. Ακέραια η
γοητεία του απόλυτου. Ακόμη και στα μάτια του πάνθηρα καμιά φορά φυτρώνει ένα
δάκρυ. Γι’ αυτό που λαχταράει κι είναι απαγορευμένο και δεν μπορεί ποτέ να αποχτήσει.
Για την αγάπη που είναι έξω από τη φύση του.

Όταν γνωρίσεις τον πάνθηρα, τα μάτια του σ’ αιχμαλωτίζουν και σ’ ακολουθούν για
πάντα. Η μυστική ενέργεια που ακτινοβολούν, με μια παράξενη διαδικασία, μετατρέπεται
και ολοκληρώνεται και, πράγμα απίστευτο, μπορεί να γεννήσει ένα ποίημα, ένα φύλλο,
ένα πουλί.

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

Το άγγιγμα της Μέλανι



Το έργο που προβάλλεται στον θερινό κινηματογράφο αποτελεί πάντα μια θαυμάσια
πρόφαση για να απολαύσω το ανθισμένο περιβάλλον, την κάποια δροσιά, τις
αναπαυτικές πάνινες πολυθρόνες, τα αναψυκτικά, ναι, τα σπόρια. Θυμάμαι κείνο το
μεθυστικό αγιόκλημα στην Αίγλη των παιδικών μου χρόνων που κάλυπτε τους
ασπρισμένους τοίχους κι έπεφτε ως πάνω στο κεφάλι μου. Θυμάμαι τον τρούλο του
παλιού λουτρού, το δροσερό νυχτερινό αεράκι που ανέβαινε από τον κόλπο και, πολύ πιο
συγκεχυμένα, τους διάφορους ήρωες, Έρρολ Φλυν και χάλκινη μάσκα ή το κυνήγι του
Ζορρό, τα σφυρίγματα και τα θυελλώδη χειροκροτήματα όταν το παλικαράκι τελικά
θριάμβευε κατατροπώνοντας τους εχθρούς. Θυμάμαι το τζίνι από το παλιό λυχνάρι που
άστραφτε στην οθόνη, τον γίγαντα που εκπλήρωνε όλες τις επιθυμίες, ιδίως τις
ανέκφραστες.

Βράδυ αποπνιχτικό στην Ύδρα, τα εστιατόρια πολύχρωμα στην προκυμαία και τα
καταστήματα πολυτελείας μαζί με τα φτηνά αναμνηστικά, τις κάρτες, τα σφουγγάρια,
τα πήλινα και ξύλινα αγαλματάκια, μέσα σε μια απίστευτη καθαριότητα. Δυο βήματα
από τη θάλασσα, στον λιθόστρωτο ανηφορικό δρόμο με τις μπουγκαμβίλιες και την
κυριαρχία του ασβέστη, φιγουράριζε νέος, γοητευτικός και ακαταμάχητος ο σούπερμαν.


Η Μέλανι ήρθε εντελώς απροειδοποίητα μόλις έσβησαν τα φώτα, γλίστρησε ανάλαφρα
μπροστά από τα γόνατά μου και κάθισε στη διπλανή πολυθρόνα. Εξίσου απροειδοποίητα,
η Μέλανι με ρώτησε, δυο λεπτά αργότερα, αν μπορούσε να ακουμπήσει το κεφάλι της
στο μπράτσο μου. Πρέπει να ομολογήσω ότι η ομοιότητά μου με τον σούπερμαν
ανάγεται και εξωτερικά στη σφαίρα της πιο απίθανης φαντασίας. Και βέβαια, της είπα,
και βέβαια. Είχε κοντά ίσια μαλλιά, σχιστά μαύρα μάτια κι ένα χαμόγελο ίδιο
αγριολούλουδο. Μιλούσε αγγλικά με μεγάλη άνεση κι ανάμεσα σε διάφορες εύστοχες
παρατηρήσεις για τα εκπληκτικά κατορθώματα του ήρωα, μου είπε ότι γεννήθηκε στο
Χονγκ- Κονγκ, ότι είχε ταξιδέψει σ’ ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο κι ότι βρισκόταν στο
νησί μ’ ένα από τα γιοτ ακαθόριστης εθνικότητας που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι.
Δεν άργησε να προσθέσει ότι διψούσε και μήπως θα μπορούσα να της προσφέρω μια
πορτοκαλάδα.

Να λοιπόν εγώ με τα γκρίζα μαλλιά και το στομάχι μου, να προσπαθώ να βολέψω τσιγάρα
κι αναπτήρα με το αριστερό χέρι ενώ ο σούπερμαν απτόητος διασχίζει τους αιθέρες,
πετάει αντίθετα από την περιστροφή της γης και γυρίζει πίσω τον χρόνο, συντρίβει τους
κακούς, σώζει την ανθρωπότητα. Να λοιπόν εγώ, παράταιρος μέσα στο κοσμοπολίτικο
περιβάλλον, μέσα στα αναρριχώμενα φυτά, θρονιασμένος στην πάνινη πολυθρόνα με τη
Μέλανι ακουμπισμένη στο μπράτσο μου να πίνει την πορτοκαλάδα της με μικρές
ρουφηξιές και να τιτιβίζει χαρούμενα. Νιώθω τόσο παράξενα λες κι αγγίζω ένα
ανεκτίμητο βάζο κάποιας αρχαίας κινέζικης δυναστείας και δεν πρέπει να κάνω την
παραμικρή κίνηση. Αναπνέω διακριτικά, διαπιστώνω πως ευτυχώς κανείς δεν μας κοιτάζει
και απορώ ταυτόχρονα για τα μυστήρια που πάλι σε μένα συμβαίνουν.

Δεν άργησαν όμως ν’ ανάψουν αμείλικτα τα φώτα. Ήρθε και η μαμά της Μέλανι και
ρώτησε αν είναι καλά κι εκείνη χαμογέλασε γλυκά και κούνησε το κεφαλάκι της. Ο
εντεκάχρονος αδερφός της, που είχε πιάσει δίπλα σοβαρή κουβέντα με τη Σοφούλα,
επέμενε ότι λέει πολλά αλλά εγώ δεν συμφωνούσα.

Εγώ σκεφτόμουν πως μέσα στην άγρια μοναξιά της σύγχρονης πόλης, έρχεται κάποτε
κάποια Μέλανι από τη μακρινή ανατολή, κράμα ποιος ξέρει ποιων φυλών και γέννημα
ποιας τύχης, και για λίγα ανεπανάληπτα λεπτά της ώρας σού προσφέρει τα πέντε της
χρόνια, λες και σε διάλεξε, λες κι είσαι εσύ ο άνθρωπος που του ‘χει μια εμπιστοσύνη
απόλυτη. Εγώ σκεφτόμουν κείνο τον παραπλανημένο βασιλιά της Λυδίας που το
άγγιγμα του μετέτρεπε τα πάντα σε χρυσό. Όμως το άγγιγμα της Μέλανι, χιλιάδες
χρόνια μετά, όπως στο σινεμά των παιδικών μου χρόνων, τα πάντα μετατρέπει σε
αγιόκλημα κι απλώνεται παντού το άρωμά του για να μεθύσει μιαν αλλιώτικα άπληστη
ψυχή.