Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Προσβολή της δημοσίας αιδούς

(Γιάννης Γαΐτης Ανθρώπινες φιγούρες. Ακρυλικό σε καμβά)

Ψηλαφητά έψαξε τον παλιό διακόπτη ανατριχιάζοντας από την αίσθηση του γυμνού, ξεφλουδισμένου τοίχου. Το υπόγειο φωτίστηκε ασθενικά.  Μύριζε μούχλα, υγρασία, σύρριζα  στο απέναντι ντουβάρι ένας σιδερένιος σωλήνας έσταζε ρυθμικά. Κατέβηκε δυο σκαλοπάτια προσεκτικά και με δισταγμό μετακίνησε ένα μακρύ σανίδι ακουμπισμένο δίπλα. Πήλινη σόμπα σωστό μνημείο με ανάγλυφα πράσινα λουλούδια αριστοτεχνικά μπλεγμένα, αραχνιασμένες βαλίτσες πάνω στα στοιβαγμένα σώματα του καλοριφέρ και τις σκουριασμένες συσκευές κλιματισμού.  Ο μακρόστενος ραγισμένος καθρέφτης  ισορροπούσε αβέβαια  σαν ηλικιωμένος ακροβάτης της δεκάρας με την άκρη του χωμένη στην ξεχαρβαλωμένη ψάθα μιας καρέκλας. Κούνησε ένα μαύρο μπουρί και λέρωσε τα χέρια του. Εκεί που  πήγαινε να απελπιστεί, το πόδι του χτύπησε στο βαρύ, ακούνητο αντικείμενο. Το μπαούλο επιτέλους.

Το έσυρε με προσοχή στη μοναδική άδεια γωνιά, το ψηλάφησε, το περιεργάστηκε με συγκίνηση. Λαμαρίνα, πισσόχαρτο, δυο κλειδαριές, γερή κατασκευή, θα πρέπει να άντεξε στον χρόνο. Ξετρύπωσε ένα σφυρί και με δυνατά, αποφασιστικά χτυπήματα έσπασε τα λουκέτα. Σήκωσε το καπάκι, ευλαβικά σχεδόν.  Ήταν όλα στη θέση τους, διπλοτυλιγμένα σε χαρτιά και πανιά, άθικτα.
Κατανικώντας με κόπο την αδημονία του, ντύθηκε αργά και μεθοδικά με κάποια δικαιολογημένη αδεξιότητα. Πράσινες, μαλακές κάλτσες, μεταξωτό πουκάμισο, παντελόνι με φαρδειά ζώνη. Το σακκάκι κάπως βαρύ στην πλάτη,  η μακριά γραβάτα τον έσφιγγε  αλλά αισθανόταν τα παπούτσια καλά στα πόδια του.  Σαν τελείωσε κοίταξε στον καθρέφτη το είδωλό του κομμένο άνισα στα δύο από τη χαραγματιά, έκανε μια αστεία γκριμάτσα κι ύστερα χαμογέλασε με ικανοποίηση.  Έκλεισε το μπαούλο και το έσπρωξε με το πέλμα πίσω στη θέση όπου αναπαυότανε τόσον καιρό .
Μόλις βγήκε στον διάδρομο  κατέβασε τον ρυθμιστή θερμοκρασίας στους είκοσι βαθμούς κι η ατμόσφαιρα άρχισε να δροσίζει κάπως. Το περίεργο συναίσθημα όμως εξακολουθούσε να κυριαρχεί μέσα του.  Προχώρησε επιφυλακτικά προς την εξώπορτα.

Οι περισσότεροι έλειπαν, άλλοι κοιμόντουσαν … από μια ανοιχτή πόρτα είδα ένα ζευγάρι τρυφερά αγκαλιασμένο και βιάστηκε να απομακρυνθεί αθόρυβα.  Στάθηκε πλάι στη έξοδο σαν να  ’θελε να απωθήσει τους τελευταίους δισταγμούς του. Το σαλόνι φάνταζε διακοσμημένο με ζωηρά χρώματα … ομολογίες, συνθήματα, παραινέσεις, κραυγαλέες επικλήσεις ήταν γραμμένες, κολλημένες, σκαλισμένες παντού.

Άνοιξε αποφασιστικά και βγήκε στον δρόμο διασχίζοντας τον κήπο με τις ανθισμένες πασχαλιές. Καθυστέρησε μια στιγμή και μετά με βήμα αρκετά σταθερό κατηφόρισε προς την πλατεία. Πίσω του άκουσε πνιχτά γέλια και πρόλαβε να δει δυο κοριτσάκια – το ένα με ξανθοκόκκινες πλεξούδες και πρόσωπο γεμάτο φακίδες, το άλλο με κοντά καστανά μαλλιά – να τον δείχνουν με το δάχτυλο και να κρύβονται πίσω από ένα δέντρο. Σήκωσε τους ώμους.
Παρακάτω συνάντησε ένα ζευγάρι περασμένης ηλικίας και θαρραλέα το χαιρέτισε με κίνηση του κεφαλιού, συγχαίροντας ταυτόχρονα τον εαυτό του. Δεν του ξέφυγε το ύφος αποδοκιμασίας στο
 πρόσωπο του χοντρού , στόμα τραβηγμένο από τη μια μεριά που φούσκωνε περισσότερο το πλαδαρό μάγουλο, ούτε η έντονη δυσαρέσκεια της γυναίκας. Κάτι της είπε φωναχτά καθώς τον προσπεράσανε κι εκείνη φάνηκε να συμφωνεί. Κατάσταση είναι αυτή, δεν είναι κατάσταση αυτή, δεν άκουσε καλά. Προσπάθησε να μη δώσει και πολλή σημασία.

Συνέχισε βαδίζοντας μαλακά, ο καιρός ήταν όπως πάντα θαυμάσιος μολονότι πιο ζεστός απ’ ό,τι θα ήθελε. Η αδημονία, η περιπέτεια, δεν τον άφηναν να σκεφτεί τις ασχολίες της ημέρας.  Πέρασε την παλάμη του πάνω από το μανίκι και ένιωσε την ηδονική αφή του καλού υφάσματος. Ας μην το  πολυδείχνω, αποφάσισε κι άρχισε να σφυρίζει παράφωνα ένα γνωστό τραγουδάκι. Κάποιος τον κοίταζε μέσα από το παράθυρο με γουρλωμένα μάτια. Σαν έστριψε τη γωνιά και βγήκε στον κεντρικό δρόμο, ξεσηκώθηκε μεγάλο σούσουρο.  Φανερά ενοχλημένοι από την εμφάνισή του οι διαβάτες έκαναν σχόλια ειρωνικά, σαρκαστικά, περιφρονητικά ή απλώς εχθρικά. Λίγοι, ελάχιστοι πήραν το πράγμα στ’ αστεία. Μάταια προσπάθησε να διακρίνει στο βλέμμα τους κάποια νοσταλγική έκφραση. Σήκωσε το κεφάλι και προχώρησε κάνοντας τον αδιάφορο. Είκοσι βήματα πιο πέρα είδε τον λεπτό, ξανθό τύπο με την ουλή στο γόνατο να τραβάει ίσια επάνω του.
«Καλημέρα»                                                                                                                                               «Καλημέρα», επανέλαβε μηχανικά.                                      
«Τι κάνεις, όλα καλά;»                                                                                                                       
Η φωνή του έδειχνε πραγματικό ενδιαφέρον αλλά δεν του άρεσε ο αδιόρατα  συγκαταβατικός τόνος.
«Πολύ καλά», είπε άτονα, προσπαθώντας να μαντέψει τη συνέχεια.                              
  «Θα κατάλαβες ίσως πως είμαι ο επόπτης της εβδομάδας. Θα είχες αντίρρηση να πεταχτούμε μια στιγμή μαζί στο υπουργείο;»                                                                      
Έπρεπε να το περιμένει.                                                                                                               
«Ούτε λόγος», προθυμοποιήθηκε.
Το λευκό κτίριο  στο κέντρο μιας τεράστιας πλατείας ήταν σύγχρονό, κομψό και αέρινο σαν αττικός ναός. Μια πολύχρωμη επιγραφή φτιαγμένη με λουλούδια στόλιζε την είσοδό του.

                             ΥΠΟΥΡΓΕΊΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ  - ΤΜΗΜΑ ΗΘΩΝ                    
Η κοπέλα στην αίθουσα υποδοχής του έριξε ένα διφορούμενο βλέμμα, αρκετά έκπληκτο, που περισσότερο από κάθε άλλη αντίδραση τον έκανε να αισθανθεί άβολα. Σαν να τον πιάσανε να κάνει  κάποια αταξία. Φοβήθηκε μην κοκκινίσει. Στον ευρύχωρο προθάλαμο του τρίτου πατώματος , ο συνοδός του τον άφησε με μια φιλική χειρονομία.
Το θάρρος του είχε σχεδόν εξαντληθεί , θα προτιμούσε να βρίσκεται πίσω στο σπίτι και να πίνει καφέ συζητώντας όπως πάντα παθιασμένα με την παρέα. Περίμενε γύρω στα πέντε λεπτά ακολουθώντας με το νύχι τις γραμμές στην παλάμη του αριστερού χεριού και μετά ξύνοντάς το για να φύγει η φαγούρα. Από τότε που είχε καθιερωθεί το ελαστικό ωράριο, είχε κανείς όλη την άνεση να αντιμετωπίζει απρόοπτες ή αναμενόμενες μικροκαθυστερήσεις.

Μια μελαχροινή, νόστιμη γυναίκα με μικρά στήθη φάνηκε στο κατώφλι και του ένευσε. Μπήκε. Ο ρυθμιστής θερμοκρασίας θα πρέπει να ήταν ρυθμισμένος στους εικοσιεφτά – εικοσιοχτώ βαθμούς γιατί ίδρωνε. Απλώθηκε στη φαρδειά πολυθρόνα, βάζοντας το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Γαλάζια μοκέτα κάλυπτε το πάτωμα, στο γυάλινο γραφείο αναρίθμητες σειρές κουμπιά, ένα ανθοδοχείο με κόκκινα τριαντάφυλλα, φωτογραφίες παιδιών με μεγάλα, ολοκάθαρα μάτια. Οι τοίχοι ήταν διακριτικά βαμμένοι με φωτεινό χρώμα, από το παράθυρο έμπαιναν χαρούμενες φωνές.
Η διευθύντρια πάτησε ένα κουμπί. Ακούστηκε μουσική πιάνου, στη μικρή τετράγωνη οθόνη πίσω της παρουσιάστηκε μια πρόσφατη φωτογραφία του.
«Γιώργος Κ-114, έτος γεννήσεως 1973, Κοινόβιο Η Ροτόντα;» ρώτησε με απαλή φωνή σαν να περίμενε την τυπική επιβεβαίωση για  να προχωρήσει σε κάτι ουσιαστικότερο.                                       «Μάλιστα».  
                                                                                                                    
 Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχε βαρεθεί τις ξερές, σχεδόν μονολεκτικές απαντήσεις.
  «Η βασική σου απασχόληση;»   
  «Χειριστής ηλεκτονικού διερευνητή με σειρά προαγωγής στο Κέντρο Υπογείων Εξερευνήσεων».  
«Μετεκπαιδεύσεις και κοινωνική συμβολή;»                                                  
«Σε δύο κύκλους, θεωρητικό – μια περίοδο υπεύθυνος εκδόσεως του λογοτεχνικού περιοδικού «Η αντικουλτούρα», πρακτικό – τρεις μήνες στον Θεσσαλικό κάμπο μέλος του συνεργείου ψεκασμού και αρδεύσεως κι έξι μήνες εργάτης στην τελική γραμμή συναρμολογήσεως αθόρυβων μέσων μαζικής μεταφοράς του εργοστασίου στον τέταρτο τομέα της πόλης μας».
«Για την ώρα δεν μας χρειάζονται περισσότερα στοιχεία», είπε η διευθύντρια σαν να μονολογούσε. Η όλη σου επίδοση και απόδοση παρουσιάζεται ικανοποιητική.
                                                                                
Ήταν η πρώτη φορά που τον περιεργάστηκε από πάνω ως κάτω αλλά το διεισδυτικό της βλέμμα δεν είχε τίποτα το αδιάκριτο ή ενοχλητικό.     
«Σου αρέσουν τα μούσμουλα, Γιώργο;»                                                      
Αιφνιδιάστηκε έτσι όπως την περίμενε να μπει στο φλέγον θέμα.            
 «Τα …μούσμουλα; Ναι, πολύ».                                                                       
Άνοιξε το δεξιό συρτάρι κι έβγαλε ένα βαθύ πιάτο γεμάτο λαχταριστά ανοιξιάτικα φρούτα. «Από το
 περιβόλι της αυλής μας», είπε απλά, βάζοντάς το μπροστά του.                                                                                    

Ο τρόπος της τον είχε τελείως αφοπλίσει, λησμόνησε , ετα επιχειρήματα που επαναλάμβανε μέσα του στον δρόμο.  «Πολύ νόστιμα και ζουμερά», είπε με γεμάτο στόμα, μαζεύοντας τα κουκούτσια στη χούφτα του.   
    
Η γυναίκα τον παρακολούθησε για λίγο σιωπηλή… «Το μικρό μου όνομα είναι Ιωάννα», δήλωσε μετά, «κάπως μακρύ αλλά το προτιμώ έτσι.  Είμαι τριαντάξι χρονών, έχω δύο παιδιά από ευθεία γραμμή και ζω στο κοινόβιο «Οι ζηλωτές».
Μήπως κρυώνεις, Γιώργο;                                                     
«Μάλλον ζεσταίνομαι», προσπάθησε να αστειευτεί.                                        
Η διευθύντρια δεν γέλασε. «Έχεις κάποιο πρόβλημα;»                                 
«Δεν νομίζω», ψιθύρισε.                                                                                              
«Τίποτα να κρύψεις από μας, από τους άλλους; Κάποιο μυστικό;»          
 «Όχι, όχι», διαμαρτυρήθηκε.                                                                          
«Κανένα σύμπλεγμα, ντρέπεσαι; Τι συμβαίνει τέλος πάντων; Έλα τώρα, μην διστάζεις, μίλησε ειλικρινά, θα ήθελα να σε βοηθήσω όσο μπορώ».         
Μέσα στο παπούτσι τα δάχτυλά του μαζεύτηκαν, συσπειρώθηκαν κι ύστερα χαλάρωσαν.                                                                                                 
«Υπάρχει , ξέρεις, γενικά κάποια μονοτονία».                                                  
«Το περίμενα», ξέσπασε η διευθύντρια με θυμό κάνοντας το στομάχι του να σφιχτεί, «ανία λοιπόν. Με τι θέλεις, φίλε μου, τι ζητάς, προβλήματα, πονοκεφάλους, προλήψεις: Τα ‘χουμε ξεπεράσει ευτυχώς από καιρό. Αυτή είναι η δικαιολογία σου, γι’ αυτό πήγες και ξέθαψες την παλιατσαρία, ποιος ξέρει  από ποιο βρωμερό υπόγειο;»                                                           
Δεν κατάφερε να μη θαυμάσει την καταπληκτική διαίσθησή της.                    
«Άκουσε, Ιωάννα», πήρε κουράγιο, «δεν είναι δα και τόσο φοβερό, η ψυχή του ανθρώπου λαχταράει πολλές φορές να ξεφύγει από το καθημερινό, έστω και με μια πράξη  ανορθόδοξη».     
                                                             
Η διευθύντρια το κοίταξε κατάματα και χαμογέλασε λυπημένα. Υπάρχουν μερικές γυναίκες, συλλογίστηκε αυτός, που κατεργάζονται τους ολόγλυκους χυμούς της ζωής τόσο κρυφά και ταπεινά που δεν θα το καταλάβαινες αν δεν τις πρόδιναν τα μάτια τους, εκείνο το μεταίχμιο όπου τους κρατάνε συμπυκνωμένους.                                                                                                 
«Θα πρέπει να πρόσεξες τα λουλούδια της επιγραφής στην είσοδο. Ήταν μαραμένα;  
«Όχι, φρεσκότατα».                                                                                           
                                                                                                  
«Τα ανανεώνουμε κάθε μέρα. Ναι, κάνουμε αυτή τη σπατάλη για ένα και μόνο σκοπό, να μην ξεχνάμε την υποχρέωση να ανακαλύπτουμε ξανά τη φύση των πραγμάτων μετά από κάθε κύκλο. Δεν έχουμε πέσει στη  ρουτίνα  εμείς, Γιώργο μου. Και ξέρεις γιατί;  Γιατί δημιουργούμε, δεν αντιγράφουμε. Κι έρχεσαι σήμερα εσύ, νέος με αξιόλογη δράση, να μου πεις ότι αισθάνεσαι ανία. Λίγο ακόμα και θα πρόβαλες το επιχείρημα της ατομικής ελευθερίας αλλά πιστεύω ότι είσαι αρκετά έξυπνος για να δεχτείς την αναγκαιότητα  κάποιας  μικροθυσίας προσωρινής.                                             
Ο τρόπος με τον οποίο τον προλάβαινε του δημιούργησε εκνευρισμό. Στην ελευθερία του ατόμου ήταν έτοιμος να αναφερθεί.  «Επιμένω», τόνισε, «ότι δεν αξίζει  να δίνουμε τόση σημασία στην επιθυμία ενός μέλους  της κοινότητας να διασκεδάσει με τρόπο διαφορετικό από τον καθορισμένο».      

Η διευθύντρια χάιδεψε το σαγόνι της και ανακάθησε.                                
«Κάναμε εμείς κάποιο λάθος  ή μήπως είσαι η κλασσική περίπτωση του ανθρώπου που δεν συναισθάνεται τη σοβαρότητα της πράξης του; Ξέρεις πολύ καλά ότι εδώ και δέκα χρόνια έχει απαγορευτεί. Όχι σαν αποτέλεσμα διαταγής χωρίς λαϊκή ανταπόκριση αλλά κατόπιν επιστημονικής μελέτης και δημοψηφίσματος. Είχε ωριμάσει ο κόσμος, φίλε μου. Είπε κάτω η υποκρισία, δεν θέλουμε ο άνθρωπος να κρύβει τα αισθήματά του, έκρινε ότι είχε φτάσει στο επίπεδο για μια γνήσια κοινωνική ζωή. Χάρη στην παιδεία, βέβαια. Μήπως κρυώνεις, Γιώργο;                                                  
«Όχι, κάθε άλλο».                                                                                                 
«Μήπως δεν σου αρέσουν τα κοινόβια, ο ηγετικός ρόλος της γυναίκας, καμιά άλλη αντίρρηση;»                                                                                  
Αυτοί οι υπεύθυνοι, σκέφτηκε με πίκρα, πάντα χρησιμοποιούν ρόπαλο για να σκοτώσουν μια μύγα,
πίσω από κάθε μικροπαράβαση βλέπουν έναν εγκληματία.                                                                                                        
«Ούτε σκέψη για κάτι τέτοιο», φώναξε. «Όπως είπα, ήταν μια εύθυμη, κωμική αν θέλεις, αλλαγή. Κάτι σαν απόκρηες, καρναβάλια, θυμάσαι;»      
Η διευθύντρια τον κοίταξε για λίγο σκεφτική. Τα μακριά της δάχτυλα έπαιξαν πάνω στα κουμπιά και το βλέμμα της στηλώθηκε στις φωτογραφίες των παιδιών.  «Είναι καθήκον μου να σε πληροφορήσω,  έστω και τυπικά,  ότι  έχεις υποπέσει στο αδίκημα της προσβολής της δημοσίας αιδούς. Ο προσωρινός νόμος 1106/98 απαγορεύει κάθε είδους ενδύματα με το αιτιολογικό ότι αποτελούν απόκρυψη των ειλικρινών αισθημάτων του πολίτη. Ο νομοθέτης λαός υπήρξε κατηγορηματικός. Δεν αναγνωρίζει καμιά δικαιολογία εκτός από τη βλάβη του συστήματος ρυθμίσεως της θερμοκρασίας.
Πέρα όμως από τον καταναγκασμό που σύντομα θα επιφέρει τον εθισμό και της μειοψηφίας και την κατάργηση του ίδιου του νόμου, με ενδιαφέρει να συμφωνήσεις ότι έχουμε δίκιο για την πράξη σου.
 Ήταν επιπόλαιη, τι λες, Γιώργο, Δεν νομίζεις ότι θα πρέπει να είσαι αρκετά ώριμος πια ώστε να μη θέλεις να … ποια είναι η φριχτή λέξη της μόδας … να σοκάρεις, να εντυπωσιάσεις; Και δεν είναι βέβαια μόνο προσωπκό σου  θέμα, σκέψου τα παιδιά. Αυτό είναι το καλό παράδειγμα ; Θέλεις να μας ρίξεις πίσω στον μεσαίωνα του εικοστού αιώνα;                                                                                                                                                                                      
Μετάνιωσε που είχε υποκύψει στον πειρασμό. Δεν άξιζε το κήρυγμα, δεν  είχε προβλέψει ότι θα έπαιρνε το ζήτημα τέτοια τροπή και έκταση.    
«Έχεις δίκιο», παραδέχτηκε σκύβοντας το κεφάλι.                                           
«Μπράβο», χάρηκε η διευθύντρια. «Ας ξεχάσουμε λοιπόν τις κυρώσεις αφού πρόκειται για πρώτο παράπτωμα. Έχω κάποια διακριτική ικανότητα, αν και οι ανώτεροί μου είναι αυστηροί. Θα σε παρακαλέσω όμως την μεθεπόμενη εβδομάδα, που είναι η σειρά σου να αναλάβεις τα καθήκοντα του επόπτη των κοινοβίων της περιοχής σου, να δώσεις στο σχολείο μια διάλεξη με ελεύθερη συζήτηση πάνω στην κοινωνική ευθύνη του ατόμου.  Στην περίπτωσή σου δεν χρειάζονται βοηθήματα από το αρχείο, μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη δημιουργική σου φαντασία».                                      
Σηκώθηκαν ταυτόχρονα και έσφιξαν τα χέρια.                                                      
«Γεια σου, Ιωάννα, ευαριστώ για τα μούσμουλα».                                      
«Γεια σου, Γιώργο. Πολύ διασκεδαστική η εμφάνισή σου, μεγάλη άσκηση αυτοπειθαρχίας να μην ξεσπάσω σε γέλια τόση ώρα»

Πριν βγει από το υπουργείο, στάθηκε σε μ ια γωνιά, η τηλεφωνήτρια διακριτικά έκανε πως δεν κοιτάζει, ξεντύθηκε τελείως, μάζεψε ρούχα  και παπούτσια , τα τύλιξε σε μια εφημερίδα. Έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Ύστερα με  το κεφάλι ψηλά, ξέροντας επιτέλους ότι τα βλέμματα όλων δεν θα ήταν καρφωμένα σ’ αυτόν, κατέβηκε τα σκαλοπάτια και βγήκε στον δρόμο, με την παχειά μοκέτα κάτω από τον τεχνητό γαλάζιο θόλο που προστάτευε την πολιτεία από τις καιρικές μεταβολές, ανακατεύτηκε με το πλήθος που γυμνό κι αγκαλιασμένο κυκλοφορούσε αμέριμνα ανάμεσα στα κτίσματα με τους πίνακες, τα αγάλματα, τα ψηφιδωτά, μυριάδες χρώματα.

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Πώς νίκησα τον Φ-13

(Edvard Munch, Η κραυγή)

Δυο και μία τρεις, πέντε, τετράγωνη κολώνα ... και μία έξι ...εφτά, οχτώ και τέσσερις δώδεκα ... μια που μπαίνει δεκατρείς, αριστερά ... έξι, δεκεννιά, ας πούμε δέκα στο πατάρι, σύνολο εικοσιεννιά ζευγάρια προσωρινά σταθμευμένες ωοθήκες. Τι λέει η κυρία με την τελευταία κουταλιά παγωτό στο στόμα; Έρχεται το γκαρσόν, ελάτε πάρτε αυτό, να μην γίνει παρεξήγηση ... όχι, πρώτα ο κύριος μου έδωσε ... σας παρακαλώ .. τέλος πάντων, την άλλη φορά εμείς.

Κάπου εδώ παραμονεύει ο Φ-13, το μεγάλο αυτόματο με τις χίλιες μορφές και τις μύριες αποχρώσεις, ο πανταχού παρών αόρατος, ο σύντροφος που με συνοδεύει από κει που ξεκινάνε οι αναμνήσεις, η καταχώρηση στο αρχείο της μνήμης. Άλλοτε με διακριτική παρουσία, άλλοτε κραυγαλέος και επιθετικός,  μου υπενθυμίζει την ύπαρξή του έτσι και περάσει λίγος καιρός χωρίς να έρθει στο προσκήνιο. Πρέπει να παραδεχτώ ότι πολλές φορές αποδείχτηκε χρήσιμος, μ' έσωσε από ένα σωρό κακοτοπιές. Ξεπρόβαλε απρόσκλητος στο μεταίχμιο σκέψης και απόφασης ή απόφασης και ενέργειας και, με τεντωμένο το σουβλερό του δάχτυλο, μου έδειχνε τους κινδύνους.  Έτσι που κατέληξα να πω καλύτερα να πορεύομαι με τον Φ-13 παρά χωρίς αυτόν.

Η κρίσιμη κουβέντα. Πάνω σ' αυτό το υπόβαθρο, άρχισα να ζητάω τη γνώμη του για σημαντικά θέματα. Αφού λογάριαζα και ζύγιζα όλους τους άλλους παράγοντες, αναπηδούσε στο μυαλό μου η σκέψη, «και τι να λέει γι' αυτό ο Φ-13;». Εκείνος καιρό δεν έχανε, η εμφάνισή του ήταν ακαριαία. Ο Φ-13 υποστηρίζει πάντα τη σύνεση, είναι απόλυτος υπέρμαχος της προσοχής, ίδιο το πνεύμα του αστού όλων των εποχών στην αποθέωσή του.

Για λίγο καιρό δεν τα πηγαίναμε κι άσχημα. Ή, έτσι τουλάχιστον νόμιζα. Μέχρι που άρχισε καινούρια καμώματα ...να λέει την κατηγορηματική του γνώμη χωρίς να την έχω ζητήσει. Όχι μόνον αυτό, αλλά να προσπαθεί πιεστικά να την επιβάλλει. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά να χώνεται και σ΄εντελώς ασήμαντα και επουσιώδη θέματα. Κι εκεί που δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος. Στο κάθετι. Έφτασε στο σημείο να θέλω να περάσω τον δρόμο και να μου δείχνει τα αυτοκίνητα ... όσο μακριά κι αν ήταν. Ν' ανεβαίνω στο τέταρτο πάτωμα μιας πολυκατοικίας κι εκείνος να μου ψιθυρίζει πως μπορεί να πέσει κανείς από τόσο ύψος ή να γκρεμιστεί το ίδιο το κτίριο. Ξέρεις δα πώς τα χτίζουν, επαναλάμβανε μονότονα. Και τι δεν μηχανεύτηκε, ποιον κίνδυνο δεν ανακάλυψε. Σαν να παίζαμε μια παράδοξη τυφλόμυγα μ' ανοιχτά τα μάτια και να μ' άγγιζε εκείνος, όποτε και όπου διάλεγε.

Η κατάσταση πέρασε από το ενοχλητικό στο κουραστικό, έγινε φορτική ... σχεδόν νοσηρή. Πιάστηκα στο δόκανο, ο παλιός γνώριμος μου είχε γίνει δεύτερη φύση. Τότε κατάλαβα γιατί ποτέ δεν ένιωσα ευγνωμοσύνη για τις υπηρεσίες του. Και γιατί από πείσμα τον αγνοούσα πολλές φορές, ιδίως όταν ήμουν πιο νέος. Κάποτε πλήρωσα τις συνέπειες σκληρά, άλλοτε τη γλύτωσα, μα πιο συχνά διαπίστωνα ότι ο κίνδυνος που επισήμαινε ήταν ανύπαρκτος. Αυτό το τελευταίο με έκανε να διερωτηθώ αν μούπαιζε κάποιο άσχημο παιχνίδι κι αν η σπάνια βοήθειά του ήταν αρκετό αντάλλαγμα για τη μόνιμη, ανεπιθύμητα παρουσία του.

Όσες φορές προσπάθησα να απαλλαγώ, είναι η αλήθεια όχι με ολόψυχο αγώνα, απλώς σηκώνοντας τους ώμους, αποτραβιόταν προσωρινά στο βάθος, αλλά γύριζε, πάντα γύριζε, αργά ή γρήγορα. Ακόμη κι όταν ήμουν βέβαιος ότι τον είχα αποδιώξει, υποπτευόμουνα τον ίσκιο του πίσω από ένα δέντρο, μια γωνιά, ένα χαμόγελο ... Μορφή συγκεχυμένη ή αόριστη, άγρια ή επιφανειακά αγγελική. Θολή ή ξεκάθαρη, ατσάλινη κι εύπλαστη, τεράστια ή μικροσκοπική. Ένας καταχθόνιος θεατρίνος με υπερφυσικές ικανότητες που είχε πάρει τα ηνία. Είμαι σίγουρος ότι μπορεί να περάσει μέσα από την κλειδαρότρυπα αλλά και από κλειστή πόρτα με το κλειδί επάνω. Όπου διαβαίνω εγώ, ακολουθάει κι εκείνος, όπου βρίσκομαι, στην πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα ή και στο πιο μακρινό ταξίδι, δεν λείπει τώρα ποτέ. Δεν μ' αφήνει ούτε τις στιγμές που αισθάνομαι βαριεστημένος, καθισμένος στο ήσυχο δωμάτιό μου.

Με αυτή τη διαδικασία έφτασα στο σημείο να μου κολλήσει ο σατράπης την πλάτη στον τοίχο. Παραχώρηση, οπισθοχώρηση σ' ένα ατέρμονα δαίδαλο, και σε τεθωρακισμένο με πέντε φρουρούς εκείνος θα έβρισκε τον τρόπο να εισχωρήσει και να κραυγάσει για κάποιον απίθανο κίνδυνο. Οι μεταστάσεις του είναι εντελώς απρόβλεπτες, η επινοητικότητά του σε τεχνάσματα αστείρευτη. Μονιμοποιήθηκαν κι οι πόνοι στο στήθος κι οι γιατροί ομόφωνα αποφάνθηκαν ότι έφταιγε ο Φ-13. Τον αποκάλεσαν αλλιώς βέβαια, μόνο εγώ ξέρω το πραγματικό του όνομα. Δεν υπήρχε λοιπόν διέξοδος ... λύγισα και του ζήτησα να φύγει, ζήτησα έλεος.

Έρχεται μια στιγμή που είσαι διατεθειμένος να τα δεχτείς όλα για να απαλλαγείς από τον Φ-13. Καταθέτεις τα πενιχρά σου όπλα, δίνεις γην και ύδωρ, δέχεσαι την υποταγή. Φτάνεις να επικαλεστείς - απ' όλους τους ανθρώπους εσύ - μιαν ανώτερη δύναμη που θάθελες να υπάρχει και να είναι αγαθή, που θα μπορούσε να σε λυτρώσει. Είναι το σημείο που μια σάρκα περίτρομη, αδύναμη, ψάχνει για σωτηρία έστω και στον γκρεμό.

Ο Φ-13 έδειξε μεγάλη κατανόηση, χαμογέλασε μάλλον γλυκά ... δεν μου διέφυγε όμως η αδιόρατη ειρωνεία του. Αυτό του πέταξε τη μάσκα μονομιάς. Προειδοποιώντας με για συμφορές, τονίζοντας υπερβολικά, παράλογα τους κινδύνους, τους έκανε πιο πιθανούς, όχι από αντικειμενικά αίτια αλλά γιατί τελικά ο ίδιος με έσπρωχνε στον χαμό, αυτός ο ίδιος ήταν ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Και το φως έλαμψε μέσα μου. Κατάλαβα ότι ο Φ-13 δεν έχει οίκτο, από τη φύση του είναι αδίστακτος, όσους ενδοιασμούς κι αν μεταδίδει στα υποχείριά του.

Έτσι για τα καλά στριμωγμένος, με ξεχαρβαλωμένα νεύρα, σκυλί που με σηκωμένη τρίχα γαυγίζει στο άκουσμα της φωνής του - απόρησα κι εγώ πού βρήκα το θάρρος - πήρα την απόφαση της αντεπίθεσης. Δεν χωρούσαν πια ημίμετρα, μ' ένα καίριο χτύπημα ο εφιάλτης έπρεπε να ηττηθεί κατά κράτος.

Πόσο ρόλο μπορεί να παίξει η θέληση του ατόμου να αποτινάξει το παρελθόν, τις εμπειρίες τριάντα τόσων χρόνων; Να σπάσει τον φαύλο κύκλο; Κι ιδιαίτερα όταν πια δεν έχει ακέραιες τις ζωτικές δυνάμεις που το οδηγούσαν στην απόλαυση μιας κοινής πολύτιμης στιγμής, της ευτυχίας να γείρει στο ντιβάνι και να ξεφυλλίσει μια εφημερίδα. Ο Φ-13 βαραίνει στους ώμους μου σαν βόμβα βραδυφλεγής που ρυθμίστηκε να εκραγεί χρόνια μετά από τότε που μπήκε ο αδυσώπητος μηχανισμός της σε ενέργεια. Βεβαρυμένο παρελθόν.

Μα πρέπει να αποτινάξω τον δυνάστη, ν' ανακαλύψω και πάλι τη γεύση του αλατιού, αν όχι για κανένα άλλο λόγο, τότε γιατί το θέλω. Γιατί έχω να φτιάξω πράγματα πολλά. Να κοιτάξω τα σχήματα και τα χρώματα και να τα μεταπλάσω. Να βρω τις φανερές και τις απόκρυφες διαστάσεις στις πράξεις των ανθρώπων,. Να μετρήσω τα γνωστά και τα άγνωστα, να καταγράψω την ύπαρξη. Ν' ανακαλύψω τη ζωή από την αρχή και να την ξαναζήσω. Και ξέρω ότι δεν φτάνει η επίκληση σε καμία δύναμη έξω από μένα, η βοήθεια μπορεί νάρθει μόνο μέσα από τον ίδιο τον ταλαιπωρημένο, τον φθαρμένο μου τον εαυτό. Κανέναν άλλο.

Ξεκίνησα λοιπόν πρωί, στο κέντρο της πόλης, ανέβηκα στο έβδομο πάτωμα μιας από τις πολυκατοικίες του 1955-60 με τα απαίσια βαρέλια πετρελαίου στα μπαλκόνια. Βγήκα στην ταράτσα και στάθηκα άκρη άκρη στο πεζούλι. Η κίνηση, ο κόσμος μόλις διακρίνονταν. Είδα όμως καθαρά τον Φ-13 να μου κάνει επιτακτικά το γνωστό του νόημα. Τον κοίταξα κατάματα. Ζαλιζόμουνα, το κενό με τραβούσε σαν ρουφήχτρα, μούρθε σκοτοδίνη. Φύγε, είναι επικίνδυνο, φώναξε. .. από κάτω, από πλάι, από μέσα μου; Ας πέσω, αποφάσισα.

Έμεινα εκεί μια ολόκληρη ώρα μέχρι που βαρέθηκα. Ύστερα κατέβηκα, χώθηκα στη μεγαλύτερη κυκλοφορία, κάνοντας ελιγμούς ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Δεν ήταν λοιπόν άτρωτος, τον είχα αποκρυπτογραφήσει, κρατούσα πια στα χέρια μου το μυστικό του. Στο αεροπλάνο, όπου κάποτε ο Φ-13 γράπωνε και μου παρέλυε τα πόδια, καθόταν στο στομάχι και μούδιαζε το μυαλό μου, ήμουν εξαιρετικά ευδιάθετος. Ακόμα κι όταν το σκάφος τράνταζε και κλυδωνιζόταν, δεν έκανε την εμφάνισή του. Ακολούθησαν μια σειρά ενέργειες που προηγούμενως ούτε να σκεφτώ τολμπούσα. Η μέρα ήταν ένας θρίαμβος.

Από πικρή πείρα, αλλά και γιατί δεν μούχουν μείνει πια αυταπάτες, ξέρω πώς ο Φ-13 ποτέ δεν χάνεται για πάντα, ακολουθεί την τροχιά της ζωής και του θανάτου, ξαναγιννιέται, καιροφυλακτεί, παραμονεύει στα ντουλάπια, ελοχεύει στην ακροθαλασσιά, στο σκοτάδι αλλά και στο πιο εκτυφλωτικό και χορταστικό φως, μπορεί να παρουσιαστεί ξαφνικά απειλητικός.

Έχει βρει μια δική του κρυψώνα μέσα μας κι από κει περιμένει υπομονετικά την ευκαιρία να μας κατακυριεύσει. Να μας μεταβάλει σε τρεμάμενα πλάσματα που κουρνιασμένα τον επικαλούνται κάθε στιγμή και κάθε ώρα. Και μην τον ονομάσετε αίσθημα αυτοσυντήρησης ούτε δειλία. Ο ορισμός θα ήταν ατελής για τον σατανικό, τον θανάσιμο ετούτο λαθρεπιβάτη της ψυχής μας.

Ένας μόνο τρόπος υπάρχει να βρεθεί κανείς στο απυρόβλητο. Ν' αψηφήσει τις όποιου είδους απειλές. Να σηκώσει ψηλά το κεφάλι και να δεχτεί τις συνέπειες. Ν' αποδεχτεί έναν αγώνα χωρίς τέλος ενάντια στον φόβο.

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Κύκλος


Το γδάρσιμο στο κεφάλι, πιότερο εκνευρισμός παρά πόνος, τ' άγγιζε συχνά με τις άκρες των
 δαχτύλων ψηλαφώντας το πηγμένο αίμα. Μέχρι το γόνατο στο νερό με τη δυσάρεστη αίσθηση του
 βρεμμένου. Ακόμη να ρίξουνε το σχοινί. Τύχη που το πηγάδι δεν ήταν γεμάτο αν και το καλοκαίρι
 είχε πια περάσει. Τύχη οι άνθρωποι τριγύρω έτοιμοι να τρέξουν σε βοήθεια. Μια καθυστέρηση είναι
 βέβαια αναπόφευκτη, μέχρι νάβρουν τ' απαραίτητα σύνεργα. Η σκέψη τον ανακούφιζε καθώς
κοιτούσε το μισοφωτισμένο άνοιγμα περιμένοντας.

Αυτά τ' αφύλαχτα πηγάδια που χάσκουνε τη νύχτα στον δρόμο είναι συχνά επικίνδυνα κι ανάγκη νάναι
 κανείς προσεχτικός. Παράξενο ν' αμελήσουν να το σκεπάσουν. Με το γλίστρημα και το απότομο
 πέσιμο ούτε κατάλαβε πόσο ήτανε βαθύ., Το αναμετρούσε τώρα ολάκερο. Πρώτη φορά γνώριζε
πηγάδι από κοντά. Είχε ακούσει για μικρά παιδιά που πνίγηκαν ενώ παίζανε, για βάτραχους με κίτρινη
 κοιλιά που βγάζανε παράξενες κραυγές, για γάτες φουσκωμένες με τρίχωμα κολλημένο σα με
 ψαρόκολλα. Στη σιγή τούτες οι ιστορίες φαίνονταν ξένες κι απίστευτες. Ακόμα δεν μπορούσε να
χωνέψει πώς βρέθηκε έτσι, παγιδευμένος κι ανήμπορος, να προσμένει κάποια βοήθεια.

Το σκοτάδι έγινε ξάφνου πιο πηχτό. Σήκωσε το κεφάλι αναζητώντας το άνοιγμα. Μάταιος κόπος. Δεν
 ξεχώριζε τίποτα. Ποιος έσβησε το λυχνάρι; Αέρας; Κάποιο χέρι μοχθηρό; Έστω ελάχιστο, κάποιο
φως είναι απαραίτητο. Πραγματικά άρχισε πάλι να θαμποφέγγει. Δυο-τρία μέτρα πιο πάνω λάμπα με
 φυτίλι άφηνε μια λόγχη φως μέσα στον καπνό. Ήταν παραίσθηση; Οφθαλμαπάτη; Επιθυμίας προέχταση;

Πόνος διαπεραστικός στο δεξί του χέρι σκόρπισε τις εικασίες. Από ένστιχτο το τράβηξε απότομα. Το
 σκοτάδι δεν άφηνε να ξεχωρίσει το πληγωμένο μέρος. Έψαξε για στήριγμα. Ένα σκουριασμένο
 σίδερο, ένα σκαλοπάτι φυτεμένο πιο πάνω. Χούφτωσε το σίδερο με προσοχή και, πατώντας με την
 άκρη του ποδιού σε μια μικρή εσοχή, σήκωσε το κορμί μισό μέτρο. Έπιασε το σκαλοπάτι και
 πλησίασε το φως με μεγάλη προσπάθεια. Τέντωσε να δει το πονεμένο χέρι, μα την ίδια στιγμή
ξεκόλλησε το σκαλοπάτι απ' τη μουχλιασμένη πέτρα κι έπεσε παρασέρνοντας τη λάμπα, μ' όλο το
 βάρος ανάσκελα στα λασπόνερα. Κατάπιε αρκετό πριν προλάβει να κλείσει το στόμα. Με δυσκολία
 σηκώθηκε στα πόδια, σε χειρότερη κατάσταση τώρα. Λαχταρούσε να βρίσει, να χτυπήσει, να
ξεσπάσει κάπου, μα ήτανε μόνος στη σιγή με τον εαυτό του, μουσκεμένος και τυφλός μέσα στη
 νύχτα και κρύωνε. Τότε άρχισε η αμφιβολία να τρυπώνει μέσα του. Μήπως δεν έρθει βοήθεια;
Μήπως τον ξεχάσανε;

Η δυσφορία από το στομάχι μέχρι το στήθος ολοένα και πιο πιεστική. Όταν το βάρος έφτασε στον
 λαιμό, ξέρασε με αναστεναγμό δυο φορές, τρεις, ώσπου άδειασε ολότελα κι έμεινε πια χωρίς
δύναμη. Άρχισε να φωνάζει. Απότομα το σκοτάδι φωτίστηκε, μια ακαθόριστη μορφή φάνηκε πάνω
και τούγνεψε να περιμένει. Ζήτησε με σπασμένη φωνή να τον βγάλουν από κει μέσα γιατί ήταν
άρρωστος και κρύωνε και δεν μπορούσε πια. Ο άλλος αποκρίθηκε κάτι ακατάληπτο. Ξαναφώναξε.
Καθώς γύρισε το πρόσωπο, του φάνηκε πρασινόμαυρος σαν τεράστιος βάτραχος με μάτια
εξογκωμένα και πηγούνι μυτερό. Με νοήματα τούδωσε να καταλάβει ότι έπρεπε να περιμένει κι
 άλλο, πως για την ώρα τίποτα δεν μπορούσε να γίνει, δεν υπήρχαν τα μέσα, κι ύστερα αυτά τα
 πράγματα παίρνουν χρόνο, δεν φτάνει ένας άνθρωπος για τόσο βαρύ καθήκον. Η παντομίμα
τελείωσε. Το φως ξεμάκρυνε. Πάλι μόνος, χωρίς ίχνος ανθρώπινης παρουσίας.

Αισθάνθηκε ξαφνικά το νερό στο στέρνο. Φούσκωνε αργά και ύπουλα. Μα τι γινόταν; Συγκοινωνούσε το πηγάδι με ρυάκι, έπαιρνε νερό θαλασσινό; Δεν ήταν δυνατόν. Κι όμως. Ο βυθός ποτέ δεν ήταν
 σταθερός, μα τώρα τον τραβούσε ανήλεα προς τα κάτω. Προσπάθησε απελπισμένα κάπου να
στηριχτεί, γαντζώθηκε και ξεκόλλησε χούφτες λάσπη. Το νερό είχε φτάσει στον λαιμό. Ούρλιασε με
 μανία, με θυμό, με τρόμο. Ούρλιασε με απόγνωση. Κανένα χέρι βοήθειας, απόκριση καμιά.
Πατούσε στις μύτες των ποδιών καθώς το νερό είχε φτάσει σχεδόν στα χείλια. Αυτό ήταν. Η γεύση
μοναχά της λάσπης και του χαμού. Πικρός ένας θάνατος και παράλογος στ' αχρησιμοποίητο πηγάδι.

Το νερό σταμάτησε. Τραβήχτηκε στο στήθος, τη μέση, τα γόνατα. Έκανε ένα βήμα μπροστά μη
 πιστεύοντας στην τόση τύχη. Λούστηκε στο φως. Ένα τεράστιο στρόγγυλο φεγγάρι έκλεινε σχεδόν
το άνοιγμα. Πεθύμησε να γελάσει κείνη τη στιγμή, να τραγουδήσει, πόνεσε μέσα του απ' τ'
ασυγκράτητο κύμα της χαράς. Και βέβαια υπήρχε ελπίδα καθώς το φεγγάρι σηκώθηκε στον ουρανό
και πλημμύρισε με τη λάμψη του το πηγάδι. Όταν το νερό κατεβαίνει, η ελπίδα γυρίζει στην καρδιά
του ανθρώπου. Η βοήθεια αν αργούσε, σίγουρα τελικά θα ερχόταν.Έπρεπε στ' αλήθεια να ελπίζει.
Ακόμα και το πηγάδι έμοιαζε λιγότερο αποκρουστικό κάτω από το φως της νύχτας. Στηρίχτηκε στον τοίχο και κοίταξε τον ουρανό.

Κάτι γλιστερό του τύλιξε τα δάχτυλα. Τίναξε το χέρι του στον αέρα. Ένα κατάμαυρο λεπιδωτό
 σκουλήκι έπεσε στο νερό. Ανατρίχιασε. Πάντοτε τα σιχαινόταν. Τα τοιχώματα ήταν φαίνεται γεμάτα
από δαύτα. Άρχισ πάλι να ιδρώνει στη σκέψη μιας καινούριας φρίκης.

Ακούστηκαν φωνές. Δυο άντρες φάνηκαν να σκύβουν κρατώντας ένα χοντρό σκοινί. Επιτέλους.
Άνθρωποι με κοινά πρόσωπα γεμάτα ανησυχία και ενδιαφέρον. Μπορούσε να αισθανθεί την ανάσα
τους να του χαϊδεύει το πρόσωπο.

Το σκοινί έπεσε δίπλα. Τ' άδραξε με λαχτάρα. Το τύλιξε σφιχτά στη μέση του. Η άνοδος άρχισε,
 αργή, επίπονη. Κάρφωνε τα παπούτσια δω κι εκεί, προσπαθώντας με ωθήσεις να βοηθήσει τους
ανθρώπους που τραβούσαν. Βήμα με βήμα, πόντο με πόντο. Για λίγο το ανέβασμα σταμάτησε. Είχαν
 λαχανιάσει. Ξανάρχισαν. Το χείλος πλησίαζε, κόντευε. Μια προσπάθεια ακόμη και πιάστηκε, γαντζώθηκε. Τέσσερα χέρια τον τράβηξαν έξω.

Πατούσε σε έδαφος στέρεο. Ο εφιάλτης είχε τελειώσει οριστικά. Μουσκεμένος από βούρκο κι
ιδρώτα, εξουθενωμένος, ράκος σωστό, κάθισε κάτω βαριανασαίνοντας. Οι άλλοι στάθηκαν δίπλα του
 με συμπόνια.
- Μα γιατί αργήσατε τόσο; ρώτησε κι αναλογίστηκε πόσο ήταν αχάριστος.
- Ούτε είκοσι λεπτά, είπε ο ένας. Δεν υπήρχε σκοινί και πού να ψάχνεις μέσα στη νύχτα. Πάλι
 τυχερός στάθηκες.
- Ναι, τυχερός. Ευχαριστώ. Όχι, δεν θέλω άλλη βοήθεια, θαρρώ πως θα τα καταφέρω.

Στηρίχτηκε στα πόδια του. Περπάτησε με δυσκολία. Σα ξεμόύδιασε, κίνησε για το σπίτι. Μπάνιο
 ζεστό. φαγητό, ύπνος σε καθαρά σεντόνια. Στη σκέψη του κρεβατιού τον έπιασε σχεδόν ίλιγγος. Το
φεγγάρι είχε κρυφτεί πίσω από τα σύννεφα καθώς τάχυνε το βήμα του. Αριστερά ξεχώρισε μια
 συστάδα δέντρων που του φάνηκε γνωστή. Πίσω της ακούστηκε πάλι γαύγισμά σκύλου. Άγνωστο
 γιατί, γεννήθηκε μέσα του ανησυχία,κάτι σαν υποψία. Ούτε κατάλαβα πώς γλίστρησε κι άρχισε να
πέφτει. Στον αέρα ακόμη, άστραψε μέσα του η αλήθεια. Είχε διαγράψει ένα τέλειο κύκλο.

Ανορθώθηκε με τρομερό κόπο. Έπιασε το μέτωπό του κι έκλαψε πικρά γι' αρκετή ώρα. Το πρόσωπο
 του λερωμένο, ματωμένο, κάθιδρο. Τα μέλη του έτρεμαν, η καρδιά του χτυπούσε με μανία. Ήταν το
τέλος; Άδειος, βουβός, μόνος, κοίταξε τη μαυρίλα γύρω του. Έσφιξε τα δόντια. Με πόνους σ'
ολόκληρο το κορμί άρχισε αργά να σκαρφαλώνει.

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

τρεις σε μια βάρκα

Τι παράξενη συνάντηση! είπε η φώκια
κουνώντας τα μουστάκια της. Μια αλεπού
στη θάλασσα! Έχασες τον δρόμο σου;
Πώς θα ξαναγυρίσεις στην ξηρά καημένη;
Το ξέρεις ότι είσαι πολύ μακριά τώρα;
                         από παιδικό παραμύθι


Ο ήλιος ανέβαινε αργά πάνω από ένα γκρίζο πλεούμενο φαγωμένο από χρόνο κι αρμύρα. Θάλασσα γαλήνια, πλατιά, απέραντη. Ουρανός καταγάλανος, δίχως φτερούγα πουλιού. Ούτε υπόνοια γης στον ορίζοντα.

        Ο ηλικιωμένος κύριος κούνησε βίαια το κεφάλι σαν να τον ενοχλούσε μύγα. Παραλίγο να του πέσει το μαύρο καπέλο στο νερό.
       - Σας παρακαλώ οδηγείστε αμέσως το σκάφος στην ακτή.
       Καμία απάντηση.
       - Είπα να βγάλετε τη βάρκα έξω.
       Ο ψηλός με το μπουφάν γύρισε ξαφνιασμένος.
       - Σ' εμένα μιλάτε;
       - Mάλιστα.
       - Και πού είναι η ακτή;
       Εκείνος έριξε μια κυκλική, ερευνητική ματιά   
       - Μα δεν είναι δυνατόν; Πώς βρεθήκαμε εδώ;
       - Δεν υπάρχει εξήγηση, είπε ο νέος με τα γυαλιά.
       - Δεν ξέρω τίποτα, δήλωσε ο ηλικιωμένος κύριος μ' επιτακτική χειρονομία. Έχουμε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου. Είναι αδιανόητο να αργήσω.
       - Πρέπει να τηλεφωνήσω στη γυναίκα μου, είπαν με μια φωνή οι άλλοι δύο. Έχουμε καλεσμένους το βράδυ, συνέχισε ο νέος, είναι και ο διευθυντής μου. Έκανε μια κίνηση απελπισίας. Πώς βρεθήκαμε εδώ;

       - Μα ποιοι είστε τέλος πάντων;
       - Εσείς ποιος είστε; ρώτησε ο ψηλός με πείσμα.
       - Διευθύνω μια μεγάλη ανώνυμο εταιρία.
       Ξεκούμπωσε το άσπρο, σκληρό κολάρο.
       - Εγώ εργάζομαι στην εταιρία υδάτων, είπε διστακτικά ο νέος.
       - Εγώ είμαι ηλεκτρολόγος, πρόσθεσε ο ψηλός.
       - Ε, λοιπόν, βγάλτε τη βάρκα έξω. Κουνηθείτε.
       Ο ηλικιωμένος κύριος είχε κοκκινίσει. Στους κροτάφους πάλλοντας γαλάζιες φλεβίτσες. Τα χέρια του έτρεμαν, ήταν αδύνατον να συγκρατήσει τα γόνατά του. Ο νέος τον αγριοκοίταξε.
        - Εσύ φταις. Μας κάνεις τον καμπόσο και δίνεις διαταγές. Βγάλε την λοιπόν εσύ έξω.
        Ο ψηλός με το μπουφάν σηκώθηκε απότομα με κίνδυνο να ανατρέψει την ισορροπία της βάρκας. Άδραξε ένα κουπί και το κατέβασε με δύναμη προς τη μεριά του νέου. Εκείνος παραμέρισε και το κουπί χτύπησε στο ξύλο κι έσπασε. Με το κομμάτι που του έμεινε στα χέρια όρμησε στον άλλο σα να 'θελε να τον εμβολίσει, σκόνταψε κι έπεσε χτυπώντας το πηγούνι.
        - Κι οι δυο σας φταίτε, μουρμούρισε. Εγώ δεν έκανα τίποτα. Μόνο τη δουλειά μου κοιτούσα. Παλιάνθρωποι.
        - Ηρεμείστε, ηρεμείστε, είπε μαλακά ο ηλικιωμένος κύριος που είχε στο μεταξύ ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του. Ομολογώ ότι φέρθηκα κάπως αψυχολόγητα. Ζητώ συγγνώμη. Δεν ωφελεί να χάνουμε την ψυχραιμία μας και να φιλονεικούμε σαν παιδιά. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση από κοινού, ενωμένοι. Ας αρχίσουμε επισκευάζοντας το κουπί.

Γκρίζο πλεούμενο φαγωμένο από χρόνο κι αρμύρα σε θάλασσα γαλήνια, πλατιά, απέραντη. Ουρανός καταγάλανος δίχως φτερούγισμα πουλιού. Ούτε υπόνοια γης στον ορίζοντα. Ο ήλιος καρφωμένος στο στερέωμα τους πυρπολούσε με κατακόρυφες σχεδόν αχτίδες.

          Ο ηλικιωμένος κύριος, στην αρχή διστακτικά και ύστερα με γρήγορες κινήσεις, έβγαλε το σακκάκι του και τ' απόθεσε στο βάθος της βάρκας. Στο μέτωπο και τις ρίζες των γκρίζων μαλλιών του είχαν φανεί σταγόνες ιδρώτα. Οι άλλοι τον μιμήθηκαν.
          - Προσπαθώ να εξηγήσω την κατάστασή μας, είπε αργά ο νέος, και δεν το κατορθώνω. Ξεκίνησα για τη δουλειά όπως κάθε πρωί, κατέβηκε τα εικοσιτρία σκαλοπάτια, έκλεισα την εξώπορτα και περίμενα στη στάση. Το λεωφορείο ήταν γεμάτο. Έκοψα εισιτήριο και στάθηκα στον διάδρομο. Θυμάμαι την πινακίδα με τον αριθμό κυκλοφορίας και μετά ... μια φωνή που έλεγε να βγάλουμε τη βάρκα έξω. Είναι παράλογο.
          - Ακριβώς, είναι παράλογο, συμφώνησε ο ηλικιωμένος κύριος σκουπίζοντας τον ιδρώτα. Οδηγούσα στην κεντρική λεωφόρο και σταμάτησα σε μια διασταύρωση. Δεν έγινε τίποτα το ιδιαίτερο. Έκανε αρκετή ζέστη και σκεφτόμουνα διαρκώς τη συνεδρίαση στο γραφείο. Ύστερα το κόκκινο φως χάθηκε, ένιωσα άβολα, είδα τη θάλασσα, εσάς .... Δεν είμαστε καλά !
           - Καθόμουνα στο τραπέζι της κουζίνας και περίμενα το πρωινό μου, μουρμούρισε ο ψηλός. Στο παράθυρο ζουζούνιζε μια τεράστια μαύρη μύγα. Πρόσχαρος ήλιος έλουζε το δωμάτιο. Η μυρωδιά του φρέσκου καφέ γαργαλούσε τα ρουθούνια μου. Σιγά-σιγά η μύγα μεγάλωσε, απλώθηκε, στρογγύλεψε, έγινε το καπέλο σας. Πάω να τρελαθώ.

           - Φοβερή ζέστη, διαμαρτυρήθηκε ο ηλικιωμένος κύριος σαν να' θελε να δικαιολογήσει την επόμενη ενέργειά του. Έγειρε, βούτηξε τα χέρια στη θάλασσα κι έβρεξε μέτωπο και λαιμό. Υπάρχει καθόλου νερό;
           - Είμαστε εντελώς απροετοίμαστοι, φώναξε ο ψηλός.Τίποτα δεν υπάρχει σ' αυτό το ρημάδι.            
          - Μα η κατάσταση αυτή ήταν εντελώς απρόβλεπτη, τόνισε ο νέος. Χωρίς προμήνυμα, στα καλά καθούμενα, χωρίς να το περιμένουμε ούτε κανένας να μας προειδοποιήσει, να 'μαστε στη μέση του ωκεανού αποχαμένοι κι αδύναμοι.
           - Δουλειά, σπίτι, καφενείο, φίλοι, ποδόσφαιρο, χρόνια ολόκληρα, έπρεπε κάποτε η ρουτίνα να σπάσει, φιλοσόφησε ο ψηλός.
           - Πρέπει κάτι να κάνουμε, δήλωσε ο ηλικιωμένος κύριος. Ας αρχίσουμε τραβώντας κουπί, δυο ώρες ο καθένας.
            - Και πού ξέρουμε αν κατευθυνόμαστε στη στεριά ή στ' ανοιχτά; ΄Ύστερα, τι απόσταση μπορούμε να καλύψουμε; Καλύτερα να διατηρήσουμε τις δυνάμεις μας.
            Ξαφνικά ο νέος, σαν να είχε πια εξαντληθεί η υπομονή του, άρχισε να χτυπάει με μανία τα πόδια του κάτω.
           - Θα τη σπάσω την παλιόβαρκα. Θα τσακίσω τα βρωμοσάνιδά της.
           - Να την κάνουμε κομμάτια, πλειοδότησε ο ψηλός. Δεν είναι κατάσταση αυτή. Δώσ' μου το κουπί.
           Ο ηλικιωμένος κύριος άρχισε να δείχνει σημάδια σοβαρής ανησυχίας.
           - Κύριοι, κύριοι, ηρεμείστε. Καταλαβαίνω πώς αισθάνεσθε και ασφαλώς συμμερίζομαι την αγανάκτησή σας, αλλά οφείλω να παρατηρήσω ότι η βάρκα είναι απαραίτητη για τη σωτηρία μας. Θέλετε να πνιγούμε;
            Οι άλλοι κοιτάχτηκαν σαν άτακτα παιδιά.                 
            - Σαν να έχει δίκιο, είπε απρόθυμα ο νέος. Δε βαριέσαι.
            Τραβήχτηκε στη γνωνιά του κι άρχισε να παίζει με τα κορδόνια των παπουτσιών. Ο ψηλός κρέμασε το κεφάλι κι αφαιρέθηκε.

Γκρίζο πλεούμενο φαγωμένο από χρόνο κι αρμύρα σε θάλασσα γαλήνια, πλατιά, απέραντη. Ουρανός καταγάλανος δίχως φτερούγισμα πουλιού. Ούτε υπόνοια γης στον ορίζοντα. Ο ήλιος έγερνε κατά τη δύση.

             - Ένα πλοίο, ένα πλοίο !!! τραύλισε ο ψηλός.
             Πετάχτηκαν κι οι τρεις επάνω. Ένα μεγάλο αστραφτερό καράβι έσκιζε ολοταχώς τη θάλασσα στην ανατολή. Βγάλανε τα πουκάμισα κι άρχισαν να τ' ανεμίζουν.
              - Έρχεται κατά 'δω.
              - Μας είδαν, σωθήκαμε.
              - Το 'ξερα εγώ ότι κάτι θα γινόταν.
              Αγκαλιάστηκαν αδέξια. Είχαν και οι τρείς δακρύσει.
        
               Το πλοίο είχε πλησιάσει κι έκοβε ταχύτητα.  Ατέλειωτες σειρές το φινιστρίνια. Τρία κίτρινα αεροδυναμικά φουγάρα ξέχώριζαν μέσα από ναυαγοσωστικές λέμβους, σωσσίβια και πάνινες πολυθρόνες. Κόσμος ντυμένος κομψά κυκλοφορούσε σε όλα τα καταστρώματα. Ήχοι εύθυμης μουσικής έφτασαν στ' αυτιά τους. Ένας ναυτικός έγειρε στην κουπαστή με τον τηλεβόα στο χέρι.
                - Ε, σεις κάτω στη βάρκα, τι κάνετε; 
                Ο ηλικιωμένος κύριος, κάνοντας χουνί τα χέρια του, φώναξε με τρεμάμενη φωνή.
                 - Καλώς ήρθατε, καλώς ήρθατε. Δεν αντέχουμε άλλο. Ρίξτε μια σκάλα ν' ανεβούμε.
                 Η φωνή από τον τηλεβόα άργησε λίγο να ακουστεί.
                 - Σας καταλαβαίνουμε αλλά, πιστέψτε μας, έχουμε κι εμείς τα προβλήματά μας. Αδυνατούμε για την ώρα να σας πάρουμε, θα ειδοποιήσουμε όμως στο πρώτο λιμάνι.
                Οι τρεις ναυγαοί δεν πίστευαν τ' αυτιά τους.
                 - Δεν μπορείτε να μας αφήσετε εδώ, θα πεθάνουμε, θα πνιγούμε, έχετε υποχρέωση.
                Τους φάνηκε πως ο ναυτικός γέλασε.
                  - Δεν σας ακούω καλά αλλά μου φαίνεται ότι υπερβάλλετε. Δεν νομίζω ότι βρίσκεστε σε κίνδυνο. Κάθε άλλο. Υπάρχουν και χειρότερα. Χρειάζεται υπομονή.
                 - Γιατί δεν τηλεγραφείτε για βοήθεια; κραύγασε ο νέος.
                 - Δυστυχώς χάλασε ο ασύρματος. Σε δέκα μέρες όμως που πιάνουμε λιμάνι θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για σας και τους άλλους που βρίσκονται σε παρόμοια θέση. Πάντως θα ακολουθήσουμε την καθιερωμένη διαδικασία. Λυπούμεθα αλλά έχουμε αυστηρό δρομολόγιο. Ήδη αρκετά καθυστερήσαμε. Κατεβάζουμε τρόφιμα κι αναψυκτικά. Με τους χαιρετισμούς και τις ευχές του πλοιάρχου.

Γκρίζο πλεούμενο φαγωμένο από χρόνο κι αρμύρα, θάλασσα γαλήνια, πλατιά, απέραντη. Ουρανός καταγάλανος δίχως φτερούγισμα πουλιού. Ούτε υπόνοια γής στον ορίζοντα. Ο ήλιος άφηνε τις τελευταίες του ανταύγειες.

             Στοιβάξανε με προσοχή τα κιβώτια στην πρύμνη. Το πλοίο μίκραινε ολοένα στο βάθος, έγινε κουκκίδα κι εξαφανίστηκε.
             - Βοήθεια, βοήθεια, έσκουξε ο ψηλός σαν να πνιγότανε. Σωριάστηκε κάτω εκμηδενισμένος.
             - Είναι περίεργο, ούτε πεινάνω ούτε διψάω, είπε βραχνά ο νέος.
             - Τώρα που το λες, το συνειδητοποιώ κι εγώ, συμφώνησε ο ηλικιωμένος κύριος. Τα καθάρματα !!
              - Ας ανοίξουμε τα κιβώτια.
              Τα πρώτα τρία ήταν γεμάτα αναψυκτικά με πολύχρωμες ετικέττες.
              - Θα προτιμούσα νερό, διαμαρτυρήθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα.
              Στα άλλα κονσέρβες και παξιμάδια.
              Έμενε ένα δέμα που άνοιξαν με προσοχή. Έβγαλαν πρώτα ένα πολυγραφημένο φυλλάδιο.
«Τρόποι Επιβιώσεως υπό Συνθήκας Εκτάκτου Σκοπιμότητας. Βασική προϋπόθεσις είναι η ψυχολογική προσαρμογή δια μακράν παραμονήν .... » διαβασαν στον πρόλογο. Ανέσυραν μερικά πακέτα τσιγάρα κσι σπίρτα, μια τράπουλα, ένα τάβλι.
                - Αυτά είναι όλα, είπε ο νέος σκυθρωπά.
               Άνοιξε το φυλλάδιο, του έριξε μια ματιά και το πέταξε.
                - Ίσως μας πάρει άλλο πλοίο, είπε χωρίς πεποίθηση ο ψηλός.
                - Ναι, κάποιο ψαροκάικο θα περάσει αργά ή γρήγορα.
                - Εγώ θα τραβήξε κουπί, είπε με πάθος ο νέος.
                -  Άδικος κόπος./
                - Ίσως, μα κάτι πρέπει να κάνουμε. Είναι ζωτικό.
                - Λέω να ρίξω έναν ύπνο, είπε μοιρολατρικά ο ψηλός.
                - Δεν είναι κακή ιδέα, επικρότησε ο ηλικιωμένος κύριος. Ποιος ξέρει, όταν ξυπνήσουμε, ίσως ξαναπιάσουμε το νήμα της παλιάς μας ζωής. Στο μεταξύ να δούμε πώς θα βολευτούμε.

Γκρίζο πλεούμενο φαγωμένο από χρόνο κι αρμύρα σε θάλασσα γαλήνια, πλατιά, απέραντη. Ούτε υπόνοια γης στον ορίζοντα. Στο στερέωμα λαμπύριζαν μυριάδες άστρα.
   

Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Εντεκάμιση το βράδυ

(Persistence of time By Salvador Dali)
        Παράξενα πράγματα που συμβαίνουν καμιά φορά στα ξένα μέρη. Θα τα καταχωρήσω με ακρίβεια και λιτότητα, μήπως κάποια κρίση αμερόληπτη βρει άκρη στο αδιέξοδο. Σε πείσμα της γης που ακούραστη διαγράφει τροχιές γύρω από τον ήλιο και των ανθρώπων που προσθέτουν μονάδες στον χρόνο.

        Απόγευμα και στην κατάμεστη εγγλέζικη πλατεία λιάζονταν γενειοφόροι και γυμνοπόδαροι τουρίστες από κάθε γωνιά της γης. Με κόπο κατάφερα να βρω μια πολυθρόνα. Αντίπερα το ρολόι της εκκλησίας έδειχνε έντεκα και μισή.
         Ξεφύλλισα περιοδικά και εφημερίδες, χάζεψα τ' αμέριμνο πλήθος με υπόκρουση πάντα εξατμίσεις αυτοκινήτων. Όταν πια νύχτωσε, πλήρωσα τον καφέ και κίνησα για το σπίτι. Κοίταξα ένα άλλο ρολόι. Εντεκάμιση. Πιο κάτω τα ρολόγια μιας βιτρίνας, μικρά και μεγάλα, στρόγγυλα, τετράγωνα και πολυγωνικά, χεριού και τοίχου, ηλεκτρικά, ξυπνητήρια και εκκρεμή, ακόμα κι ένας κούκος, συμφωνούσαν. Έντεκα και μισή. Το φαινόμενο άρχισε να γίνεται ανησυχαστικό.
          Σταμάτησα κάποιον και ρώτησα την ώρα. Εννιά και δέκα, μου είπε. Πρόφτασα όμως να δω το ρολόι του που έλεγε ... έντεκα και μισή. Μια γάτα με γυαλιστερό τρίχωμα πέρασε μπροστά μου ξεφρενιασμένη.

         Αποφάσισα να αγνοήσω το όλο θέμα. Κυρίως από φόβο. Την άλλη μέρα το πρωί σηκώθηκα στις έντεκα και μισή, πλύθηκα, ξυρίστηκα και βγήκα στις έντεκα και μισή, έφτασα στο γραφείο στις έντεκα και μισή και ύστερα από οχτάωρη κουραστική εργασία επέστρεψα στις έντεκα και μισή. Φυσικά κοιμήθηκα στις έντεκα και μισή.
         Το ημερολόγιό μου έπασχε κι αυτό από χρονικό παροξυσμό. Επέμενε στο έτος 1369. Μπροστά στη γενική χρονική εξάρθρωση και την αδυναμία μου να δώσω κάποια λογική ερμηνεία, παραθέτω και τα ακόλουθα χαρακτηριστικά περιστατικά.

        Δυο ψηλοί γεροδεμένοι κύριοι με πλησίασαν στην κεντρική λεωφόρο.
        -  Ώρα για το μουρουνόλαδό σας, είπαν.
        -  Παρντόν;
        -  Είναι πολύ δυναμωτικό.
        -  Μα δεν θέλω. Αυτό είναι για τα παιδιά.
Συνοφρυώθηκαν.
         - Ελάτε τώρα. Αφήστε τις αντιρρήσεις να τελειώνουμε. Μια κουταλιά της σούπας μόνο.
Ζύγωσε ένας τρίτος με καραβάνα. Έκανα να τρέξω αλλά με συγκράτησαν χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.
         - Είναι για το καλό σας. Από το κρατικό χημείο.
Μια γκρίζα γάτα σάλταρε έξαλλη σ' ένα δέντρο.
Κατέβασα με δυσφορία το ανούσιο παρασκεύασμα χωρίς ακόμη να πιστεύω αυτό που μου συνέβαινε.
          - Θα το συνηθίσετε, είπαν και με αποχαιρέτησαν ευγενικά.
           Τρεις με πέντε φορές την ημέρα το γεύομαι από τότε. Άμα το αποφύγω στον κινηματογράφο, θα με πετύχει στον δρόμο κι αν τη γλυτώσω στο γραφείο θα μούρθει στο σπίτι. Η συνταγή παραμένει βασικά η ίδια αλλά κατά καιρούς γίνονται ελαφρές τροποποιήσεις. Τελευταία σημείωσα μια μικρή πρόοδο. Το καταπίνω χωρίς μορφασμούς.

         ΝΕΘΝΕΙΣ ΕΞΕΛΙΕΣ ΔΙΕΞΕΙΣ, έλεγε η εφημερίδα με μεγάλα γράμματα.
         - Τι γλώσσα είναι αυτή; ρώτησα τον περιπτερούχο.
         - Εγώ δεν ξέρω τίποτα, μουρμούρισε και βάλθηκε να διορθώνει τα ράφια του.
Κοίταξα και ξανακοίταξα τον τίτλο. Ξαφνικά φωτίστηκα. ΝΕΕΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ θα θέλει να πει. Τυπογραφικό λάθος;
          - Όχι, μούπε ο δάσκαλος στο καφενείο. Έτσι είναι η σωστή γλώσσα.
          -  Κι η γλώσσα που μιλάει ο κόσμος, εσύ, εγώ;
 Έβγαλε ένα κεχριμπαρένια κομπολόι.
           - Θα διορθωθεί σιγά-σιγά.

          Μια ασπρόμαυρη γάτα πήδηξε πάνω από τα καφάσια της μανάβισσας. Ο άνθρωπος με την πράσινη μπογιά και το πινέλο κόντεψε να με ανατρέψει.
          - Μα τι συμβαίνει τέλος πάντων;
          - Πρέπει να εξουδετερώσουμε τις πράσινες γάτες, δήλωσε.
          - Πράσινες γάτες, ποιες πράσινες γάτες; απόρησα.
Με περιεργάστηκε καχύποπτα.
           - Είναι θανάσιμος ο κίνδυνος, μην τον υποτιμάτε.
           - Και τι τη θέλετε την πράσινη μπογιά;
           - Αν δεν τις βάψουμε πράσινες, πώς θα ξέρουμε ότι σίγουρα είναι πράσινες; Εμφανίζονται με ένα σωρό χρώματα αλλά μόλις νιαουρίσουν, καταλαβαίνουμε ότι είναι πράσινες κατά βάθος.
Παρακάτων κάποιος τοιχοκολλούσε αφίσες. Διάβασα:

                                 ΚΑΤΩ ΟΙ ΠΡΆΣΙΝΕΣ ΓΑΤΕΣ
                                    ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ
                                         ΚΙ ΑΠΟΧΡΏΣΕΩΝ

           Έτρεξα κι έκρυψα τον γάτο μου στο δωμάτιο του βάθους.
           - Ούτε στο μπαλκόνι δεν θα βγεις, φουκαρά μου, τον προειδοποίησα.
Σήκωσα την ουρά του, τρίφτηκε στο πόδι μου και νιαούρισε παραπονιάρικα.
            - Και μην ακούσω τη φωνή σου, κιχ, είπα.   

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

17 (τελευταίο) - Έρημο νησί στην άκρη του κόσμου


Οι αχτίδες του ήλιου, οι ίδιες εκείνες αχτίδες που είχαν μπει στο δικηγορικό γραφείο απ’ το παράθυρο το χάραμα, που είχαν διώξει τις σκιές, που είχαν γλιστρήσει πάνω σε κάθε επιφάνεια και είχαν εισχωρήσει στα ενδότερα, που είχαν ανακαλύψει στον καναπέ το ξαπλωμένο γυμνό της σώμα, που είχαν χαϊδέψει τα απαλά της γόνατα, τους αρμονικούς μηρούς της, που είχαν εισέλθει σε κάθε κρυφό και μυστικό της τόπο, οι ίδιες εκείνες αχτίδες που είχαν παίξει με τους λοβούς των αυτιών της και είχαν θαμπώσει τα μάτια της, οι θερμές, οι βίαιες, οι ερωτικές αχτίδες έλαμψαν και πάλι, μέσα στη νύχτα αυτή τη φορά.

Έλαμψαν όμως χλομά κι αδύναμα και μετά από εντελώς διαφορετική διαδρομή. Από τον ήλιο στο φεγγάρι, απ’ το φεγγάρι στη γη, στη χώρα, στη πόλη, στην Πλατεία Ελευθερίας
και τους γύρω δρόμους. Σε μια θάλασσα απέραντη και σκοτεινή. Φώτισαν με το ρομαντικό τους φως την απουσία των ανθρώπων, τα μαυρισμένα ερείπια των οικοδομών, τα ρημαγμένα καταστήματα, τα σπασμένα τζάμια και τις τσακισμένες επιγραφές, τα τυφλά παράθυρα, τους καμένους κορμούς των δέντρων και τα θλιβερά κουφάρια των αυτοκινήτων. Φώτισαν την ερημιά του κόσμου.

Έφτασαν και στην ταράτσα, στο δώμα των ερωτευμένων, στον κήπο της Εδέμ, τον κήπο των παιδικών της χρόνων. Τον κήπο των ονείρων του και των ονείρων της. Σ’ αυτό το έρημο νησί στην άκρη του κόσμου. Έφτασαν για να ανακαλύψουν τους θάμνους και τα δέντρα, τη φλαμουριά της, τη βλάστηση, τα χόρτα και τα λουλούδια. Το τελευταίο καταφύγιό τους, το πράσινο, το καταπράσινο. Και μια μικρή, μια ελάχιστη ελπίδα.  

Μα δεν υπήρχε διαμέρισμα, δεν υπήρχε κήπος, δεν υπήρχε τίποτα. Τίποτα. Μόνο τσιμέντο και μπετόν. Μόνο η σιδερένια πόρτα, το δάπεδο και οι τοίχοι. Οι οριζόντιοι και οι κάθετοι, οι τετράγωνοι και οι παραλληλόγραμμοι, οι γυμνοί, οι αδιαπέραστοι, οι αδυσώπητοι γκρίζοι τοίχοι. Και κάπου εκεί στη μέση, ένας άντρας και μια γυναίκα. Δυο σώματα όρθια, σφιχταγκαλιασμένα. Όπως ήταν ο προορισμός τους, ενωμένα για πάντα.

 Για πάντα;  
 

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

16 - Φάνης και Αλκμήνη


Είχε πια προχωρήσει η νύχτα όταν ο Φάνης βγήκε από το ιδιαίτερο γραφείο του δικηγόρου, κρατώντας το άδειο φλιτζάνι του καφέ, και κατευθύνθηκε προς την
κουζίνα βυθισμένος στις αδιέξοδες σκέψεις του. Ήπιε ένα-δυο ποτήρια νερό, έπλυνε μηχανικά το φλιτζάνι, το ξανάπλυνε, το είδε μετά στα χέρια του με απορία και το αναποδογύρισε πλάι για να στεγνώσει, έμεινε για λίγο γερμένος με τις παλάμες στον πάγκο και το μέτωπό του ακουμπισμένο στο ντουλάπι. Ύστερα, σαν να είχε βγει από λήθαργο, γύρισε στην αίθουσα αναμονής και τότε μόνο πρόσεξε ότι δεν υπήρχε κανείς εκεί. Κοίταξε ξανά τριγύρω με ένα ερωτηματικό στο βλέμμα.

«Θέλω  να σου μιλήσω, Φάνη», είπε με σοβαρό ύφος εκείνη τη στιγμή η Άντα, βγαίνοντας από το διπλανό γραφείο και κλείνοντας πίσω της προσεκτικά την πόρτα.
«Έλα, αν θέλεις, να καθίσουμε εδώ στον καναπέ».

Εκείνος την κοίταξε διστακτικά, έκανε ένα βήμα και κοντοστάθηκε αλλά τελικά συμμορφώθηκε έστω και χωρίς μεγάλη προθυμία. «Πού έχουν πάει οι άλλοι;» ρώτησε χαμηλόφωνα.        

Η Άντα κάθισε πλάι του και έστρωσε με το χέρι το παντελόνι της φόρμας της. Ύστερα γύρισε, τον άγγιξε ελαφρά στον ώμο και τον κοίταξε στα μάτια. Η έκφραση στο πρόσωπό
της ήταν κάτι ανάμεσα σε συμπάθεια και κατανόηση με μια σχεδόν αδιόρατη πινελιά πόνου. Μια στιγμή αμήχανη και φορτισμένη αιωρήθηκε για λίγο στην ατμόσφαιρα της μικρής αίθουσας.    

«Άφησα τον Θανάση και τη μικρή σε κείνο το μικρό γραφείο. Λύνουν μαζί ένα σταυρό-λεξο που βρήκαν σε παλιό περιοδικό και δεν νομίζω ότι θα βγουν έως ότου τελειώσουμε
εμείς εδώ».  

«Προς τι τόση σοβαρότητα και τόσο μυστήριο;», αποπειράθηκε να αστειευτεί άκεφα εκείνος. «Επισημότητα σχεδόν».

«Σοβαρότητα ναι, επισημότητα καθόλου. Και το μυστήριο θα λυθεί αμέσως», απάντησε η Άντα αργά και σταθερά. «Χωρίς να το θέλω, άκουσα πολλά, είδα πολλά, ξέρω πολλά για σένα και την Αλκμήνη. Συγχώρησέ με για αυτή την πρωτοβουλία μου, ίσως το θράσος μου, αλλά πιστεύω ότι θα με καταλάβεις καλύτερα μόλις σου εξηγήσω. Η αλήθεια είναι ότι σας συμπάθησα πολύ εσάς τους δυο γιατί αλλιώς θα τραβούσα έξω την ουρά μου και θα γύριζα στο σπίτι μου και στη μοναχική ζωή μου. Αυτή η μικρή περι-
πέτεια για μας τελειώνει εδώ. Θα γυρίσουμε πράγματι αύριο στα σπίτια μας και τις συνηθισμένες ασχολίες μας ενώ το δικηγορικό γραφείο του τελευταίου ορόφου θα μείνει μια ανάμνηση, άλλοτε γεμάτη αγωνία και φόβο και άλλοτε απλώς παράξενη. Καμιά φορά και συναρπαστική».

 Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε ενώ ο Φάνης παρέμενε ακίνητος και ανέκφραστος στη θέση του. «Όπως ξέρεις, εγώ ζω μόνη μου. Άγριο πράγμα η μοναξιά, Φάνη, ιδίως
σ’ αυτή την ηλικία.. Δεν έχεις κανένα να κοιμηθεί πλάι σου, να ξυπνήσει πλάι σου, να σου χαϊδέψει τα μαλλιά, να σου κρατήσει το χέρι. Δεν έχεις κανένα να σου τρίψει την πλάτη όταν κρυολογήσεις, να σου φέρει ένα ζεστό ρόφημα, ένα ποτήρι νερό. Δεν έχεις κανένα να μοιραστείς μαζί του τις αναμνήσεις σου, τους φόβους σου, τη χαρά σου. Ένα ανθρώπινο, ένα συντροφικό χνώτο. Πονάς μόνος σου, κλαις και γελάς μόνος σου. Μιλάς με την τηλεόραση, με αυτούς που δεν υπάρχουν πια. Κάποια στιγμή τρελαίνεσαι, σου έρχεται να κραυγάσεις, να χτυπήσεις το κεφάλι σου στον τοίχο.

Εσάς όμως, Φάνη, σας αξίζει κάτι καλύτερο. Πολύ καλύτερο. Αυτές τις ώρες που περάσαμε μαζί, πείσθηκα απόλυτα ότι η Αλκμήνη σε αγαπάει αληθινά. Πείσθηκα από κάθε κίνηση και κάθε βλέμμα της, από κάθε λέξη της. Όπως πείσθηκα ότι κι εσύ την αγαπάς αληθινά. Αυτή η αγάπη, αυτό το σπάνιο δώρο της ζωής δεν πρέπει να πάει χαμένο όπως σε τόσες και τόσες άλλες περιπτώσεις. Όπως και στη δική μου τη ζωή. Ακούς, Φάνη, είναι κρίμα να πάει χαμένο».

Εκείνος δεν μίλησε, δεν είπε λέξη, δάγκωσε μόνο τα χείλη του και άφησε το κεφάλι του να πέσει στο στήθος. Όταν το σήκωσε όμως, η αρχική του επιφύλαξη είχε αρχίσει να
υποχωρεί και το πρόσωπό του είχε αρχίσει να παίρνει εκείνη την τόσο χαρακτηριστική απελπισμένη έκφραση ενός μικρού παιδιού. 

 «Ζήτησα από την Αλκμήνη να ανεβεί στο δώμα και να σε περιμένει», δήλωσε η Άντα αποφασιστικά. «Είναι καλύτερα εκεί. Πιο ελεύθερα. Πήγαινε, Φάνη μου, να τη συναντήσεις. Ή, καλύτερα, άφησε εμένα να σε πάω σε κείνη. Όχι για να μιλήσετε, όχι για να προσπαθήσετε πάλι να λύσετε το πρόβλημά σας με κουβέντες, με εξηγήσεις και επιχειρήματα. Οι λέξεις περιπλέκουν χειρότερα τα πράγματα, μην ξαναμπείτε σ’ αυτόν
τον λαβύρινθο. Πήγαινε για να μιλήσετε με τα μάτια, με τα χέρια, με ολόκληρο το σώμα σας, με την ψυχή. Η ψυχή σας θα σας οδηγήσει κι εκείνη θα βρει τη λύση. Ναι; Έλα τώρα μαζί μου».

Ο Φάνης δίστασε λιγάκι ακόμη, ύστερα όμως άφησε την ηλικιωμένη γυναίκα να τον κρατήσει μαλακά από τις άκρες των δαχτύλων και να τον κατευθύνει έξω από το
δικηγορικό γραφείο. Στις σκάλες μία-μία ως το κεφαλόσκαλο και τη βαριά σιδερένια πόρτα του δώματος. Η Άντα έπιασε το χερούλι, την άνοιξε και τον ώθησε ελαφρά έξω.

Όταν εκείνος βρέθηκε στον χώρο της ταράτσας και έριξε το βλέμμα του τριγύρω, σαν να ξαφνιάστηκε, σαν να τα έχασε  στην αρχή. Κάτω απ’ το χλομό φως του φεγγαριού,
το θέαμα ήταν κυριολεκτικά απίστευτο. Απόμεινε βουβός κι ακίνητος σαν σε όνειρο. Όταν συνήλθε και γύρισε να την κοιτάξει, η Άντα είχε εξαφανιστεί.

«Αλκμήνη», φώναξε όταν συνήλθε, «Αλκμήνη, πού είσαι;»  

Λες και περίμενε να ακούσει το όνομά της, η Αλκμήνη ξεπρόβαλε από μια γωνιά. «Εδώ είμαι, αγάπη μου», είπε. «Κοντά σου».

«Μα, τι συμβαίνει εδώ; Πώς είναι δυνατόν να είναι έτσι η ταράτσα;»

«Πώς να είναι, τι εννοείς;»

«Αυτόν το κήπο φυσικά, αυτόν τον πράσινο παράδεισο. Αντί για το γκρίζο τσιμέντο της οικοδομής, χόρτα, γρασίδι, φυτά κι άλλα φυτά. Δέντρα, θάμνοι, κάθε λογής λουλούδια,
βαρέλια, ζαρντινιέρες, γλάστρες σε διάφορα μεγέθη, σχήματα και  χρώματα. Κισσός, αγράμπελη κι άλλα αναρριχώμενα φυτά. Το πράσινο έχει πλημμυρίσει τα πάντα. Κοίταξε αυτόν τον κήπο της Εδέμ από το τίποτα σαν θαύμα ξαφνικά».

Εκείνη δεν μίλησε καθόλου για ένα διάστημα. Τον κοίταξε, τον ξανακοίταξε με αγάπη αλλά και με δυσπιστία και ξαφνικά το πρόσωπό της φωτίστηκε, η έκφρασή της άλλαξε. 

«Δεν είναι ο κήπος της Εδέμ», του είπε χαμογελαστή. «Είναι ο κήπος των παιδικών μου χρόνων. Ο κήπος κάτω απ’ τ’ άστρα. Όλα τα δέντρα, τα φυτά που αγαπούσα όταν ήμουν μικρή, τα φυτά που με προστάτευσαν, που με νανούρισαν και με μεγάλωσαν, ξαναγεν-νήθηκαν και πάλι κάτω απ’ τον ουρανό. Ακόμη και η δική μου, η μοναδική μου
φλαμουριά. Λες και ταξίδευαν μυστικά όλα αυτά τα χρόνια και το άγγιγμα της λαχτάρας, της αγάπης μας τους έδωσε ζωή. Όλα είναι ανθισμένα και όλα ευωδιάζουν τώρα εδώ».

«Και πώς έγινε αυτό;»

«Ίσως η Άντα», είπε εκείνη. «Η μάγισσα των παραμυθιών. Είπε τα ξόρκια της, ανακάτεψε τα ελιξίριά της στο καζάνι, επικαλέστηκε τα χαμένα όνειρα, κούνησε το
ραβδάκι της κι ο κόσμος μεταμορφώθηκε πάνω απ’ τα γκρίζα γραφεία, ο κόσμος άλλαξε μέσα στην άσφαλτο και το μπετόν».

«Μα, κι εσύ έχεις αλλάξει, Αλκμήνη. Πού βρήκες αυτό το υπέροχο κόκκινο φόρεμα, πώς έγιναν μακριά και κατάξανθα τα μαλλιά σου; Η φωνή σου είναι σαν μουσική, τα μάτια σου ακτινοβολούν εκθαμβωτικά».  

«Αν εσύ είσαι ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο», είπε εκείνη αγκαλιάζοντας τον, ο τελευταίος αγαπημένος άνθρωπος στον κόσμο, εγώ είμαι το τελευταίο ξωτικό. Το αερικό, η νεράιδα, η αθάνατη θεά της φύσης και της γονιμότητας. Είμαι μια αγαθή μαγική δύναμη και μισώ κάθε κακό».    

«Και πώς σε λένε, τότε;»   

«Έχω πολλά παράξενα ονόματα ποιητικά, να ξέρεις. Αφρικανικά, ασιατικά, πρωτόγονα ινδιάνικα. Όπως «ανάλαφρο νυχτερινό περπάτημα» και «κόκκινη πνοή του ανέμου».
Και οι εξόριστοι, οι αιρετικοί, οι ναυαγοί αυτού του κόσμου είναι πάντα ευπρόσδεκτοι στον κήπο, στα δέντρα μου και τα λουλούδια μου, είναι ευπρόσδεκτοι στο σπίτι μου. Ξέχασα να σου πω ότι στο βάθος του κήπου, καλά κρυμμένο πίσω από τα δέντρα και τη βλάστηση, υπάρχει ένα μικρό διαμέρισμα. Μια αετοφωλιά στο δώμα. Είναι το σπίτι μου και το σπίτι σου. Ένας χώρος ελευθερίας πάνω από την πλατεία της ελευθερίας. Το κρησφύγετο και το καταφύγιό μας. Εδώ θα ζήσουμε εμείς οι δυο για πάντα. Και εδώ θα είμαι εγώ για να σε προστατεύω από κάθε μηχανικό τέρας, από τα κακόβουλα πνεύματα των αυτοκινήτων και των γραφείων».

«Και δεν θα χωρίσουμε ποτέ;»

«Ποτέ. Σ’ αγαπώ με όλο το κόκκινο και μ’ όλα τα χρώματα. Με όλες τις μουσικές. Σ’ αγαπώ με κάθε χάραμα και με κάθε δειλινό. Εδώ κι εκεί και παντού. Για πάντα».

«Δεν θα χωρίσουμε ποτέ. Ας γίνει ό,τι θέλει. Θα είμαστε μαζί ως το τέλος του κόσμου»

«Και στην επόμενη ζωή».

«Μέχρι να σβήσει ο ήλιος, να μην υπάρχει φως».