Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Με κεφαλιά του Καζαντζή ή σουτ του Βικελίδη

                                                                Νικηφόρος, Κώστας και Κλεάνθης Βικελίδης




ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
και μοσχοβολάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι
αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

  

              Μάλλον όμως χάρη στις ακροβατικές αποκρούσεις του Βελλιάδη νικούσε ο Άρης την εποχή εκείνη. Μάλιστα, μετά από ένα ματς  στη Θεσσαλονίκη με συντριπτική υπεροχή των Πειραιωτών, η Αθλητική Ηχώ είχε κυκλοφορήσει  με έναν τεράστιο τίτλο στην  πρώτη σελίδα : Ολυμπιακός - Βελλιάδης : 0-0.  Πάλι είχε κατεβάσει τα κεπέγκια  στην εστία του ο φοβερός εκείνος τερματοφύλακας των κίτρινων  του  βορρά.
           Θα ‘μουν δε θα ‘μουν δέκα χρονώ όταν πήγα στο γήπεδο μόνος μου για πρώτη φορά.  Όχι ακριβώς μόνος δηλαδή, αλλά χωρίς τον μεγάλο μου αδερφό ή τον πατέρα μου, που έτσι κι αλλιώς δεν πήγαινε στα ματς,  με την παρέα της γειτονιάς. Τα παιδιά των μικροαστικών οικογενειών στη Μητσαίων και την Αγνώστου Στρατιώτου ήταν τότε οπαδοί του Άρη ή του Ηρακλή, συχνά, όπως         ο  μεγαλύτερος αδερφός τους που τα είχε μυήσει, και έτσι συνεχίζουν να είναι στην ωριμότητά τους τώρα γιατί, ως γνωστόν, κόμμα αλλάζεις, ομάδα όμως ποτέ.  Άμα πεις είμαι αυτό, αυτό παραμένεις για όλη  σου τη ζωή. 
           Στις εργατικές οικογένειες των συνοικισμών κυριαρχούσαν  συντριπτικά οι Παοκτσήδες , που ήταν και πιο άγριοι, με εξαίρεση την Καλαμαριά, φέουδο του Απόλλωνα,  που «περιείχε δηλητήριον φόβερον » και στην ενδεκάδα του είχε δέκα παίκτες σε –ίδης και μόνο έναν σε –όπουλος,  Πόντιο όμως κι αυτόν. Αυτοί δεν σήκωναν το παραμικρό.  Όταν κάποτε πιτσιρικάς  στο γήπεδο, απόρησα μεγαλόφωνα ποια ήταν η ομάδα με τις κοκκινόμαυρες  φανέλες, παρά τρίχα γλύτωσα το ξύλο. 
           Το πρώτο ματς της ζωής μου το είχα δει λοιπόν στο παλιό γήπεδο του Πανεπιστημίου,  που  βρισκόταν στον χώρο του Χημείου πάνω από τη Φιλοσοφική Σχολή και ήταν έδρα του Ηρακλή. Πάλι με τον Ολυμπιακό. Από τη Μητσαίων και την Αμύντα, είχαμε πάρει  τη Φιλίππου ως το Μεταγωγών και από πίσω δρόμους,
δρομάκια  και  στενά, λες και ταυτόχρονα εξερευνούσαμε μια άγνωστη χώρα, είχαμε βγει στο Πανεπιστήμιο και από κει μπροστά στη μεγάλη πόρτα του γηπέδου.
          Ο τρόπος εισόδου ήταν καθιερωμένος για τα ασυνόδευτα πιτσιρίκια. Πλησιάζαμε την ουρά και λέγαμε άφοβα σε δυο-τρεις ταυτόχρονα: «βάλε με μέσα, ρε μπάρμπα».  Όλο και κάποιος πρόθυμος εικοσιπεντάχρονος μπάρμπας  βρισκόταν να μας πάρει από το χέρι, να μας βάλει στο γήπεδο με το δικό του εισιτήριο και να μας αμολήσει  για να κολλήσουμε τη μούρη μας στο     κιγκλίδωμα.  Η πρώτη μου φορά ήταν και τυχερή καθώς οι μεγάλοι με είχαν περάσει μέσα στο ίδιο το γήπεδο και, καθισμένος στο χώμα σταυροπόδι, είχα παρακολουθήσει τον αγώνα από εξαιρετικά προνομιούχο θέση.
           Το ματς είχε τελειώσει ισόπαλο 4-4 και, παρά τα τέσσερα γκολ που είχε δεχτεί, ο Βελλιάδης είχε πάλι πιάσει τα άπιαστα. Ψιλόβρεχε μάλιστα όταν ο αίλουρος είχε δώσει το ρεσιτάλ του κάτω από τα γκολπόστ. Είχε όμως και  μπακ αμίμητο ο Βελλιάδης. Έλεγε ο Βαχάκ Αμπραχαμιάν, μάγκας από τα γεννοφάσκιά του,«ή η μπάλα περνάει ή ο παίκτης, ποτέ και τα δύο».  Και μια φορά που η μπάλα πήγαινε στη γωνία της εστίας από στραβοκλωτσιά του  και ο  Βελλιάδης είχε σκοτωθεί για να αποκρούσει: «Κωστάκη μου, επίτηδες το έκανα για να διακριθείς». Πριν ακόμη βγουν τα περίπλοκα επιστημονικά συστήματα του ποδοσφαίρου, ο Βαχάκ από τη μεριά του Άρη και ο Παράσχος από του Ηρακλή, έπαιζαν συχνά πάσα-πάσα.  Καντήλι ο ένας από τη μια εστία στην άλλη,                 το ίδιο και ο άλλος για ανταπόδοση.
            Καθώς γυρίζαμε στη γειτονιά  από το γήπεδο με τον Αχιλλάκο και τον Γιάννη,  μας σταμάτησε ένας κηπουρός στο πάρκο της Πλατείας Μακεδονομάχων και μας ρώτησε για το ματς. Του είπαμε το αποτέλεσμα, προσπαθήσαμε να περιγράψουμε τις αποκρούσεις του Βελλιάδη κι εκείνος βρήκε την ευκαιρία να
μας διηγηθεί ιστορίες για τον Γιάμαλη, τερματοφύλακα της Ά.Ε.Κ. που έπιανε τη μπάλα με τα χέρια πίσω από τη πλάτη του. Ιστορίες που ακούσαμε φυσικά με ανοιχτό το στόμα.
          Το γήπεδο όμως που έχει στοιχειώσει τη μνήμη των παιδικών μου χρόνων και βέβαια των εφηβικών ήταν το παλιό γήπεδο του Π.Α.Ο.Κ. στο Σιντριβάνι,  εκεί που αργότερα χτίστηκε η Θεολογική Σχολή. Το έλεγαν και γήπεδο στους Χορτατζήδες, από το κέντρο που ήταν εκεί κοντά, και είχε κοφτερά σπασμένα γυαλιά πάνω στους  τοίχους της περίφραξης για να αποθαρρύνονται οι τζαμπα-
τζήδες.  Αυτό όμως δεν εμπόδιζε τους φαντάρους να σκαρφαλώνουν ο ένας πάνω στα χέρια και τους ώμους του άλλου  και να ρίχνουν μετά τα μπουφάν τους πάνω στα γυαλιά για να πιαστούν και να πατήσουν.
            Το γήπεδο στο Χαριλάου είχε χτιστεί αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του “50, μας είχε δείξει μάλιστα τα σχέδιά του ο Μπίτης, ένα μεγαλύτερο παιδί που έμενε στη Φιλίππου  και έπαιζε τερματοφύλακας στα τρίτα του Άρη.  Τα τρίτα τότε ήταν θεσμός, υπήρχε και δικό τους πρωτάθλημα, και από τα σπλάχνα τους είχαν αναδειχτεί σπουδαίοι ποδοσφαιριστές σε όλες τις ομάδες.
           Στα εφηβικά μας χρόνια λοιπόν και αργότερα, κατεβαίναμε από την Πλατεία Δικαστηρίων νωρίς το απόγευμα της Κυριακής και παίρναμε  από την Εγνατία το λεωφορείο για Χαριλάου, που ήταν τίγκα έτσι κι αλλιώς από φιλάθλους. Όρθιοι στο λεωφορείο, όρθιοι  συνήθως και στο γήπεδο γιατί σπάνια είχαμε λεφτά για τη μοναδική κερκίδα στην Παπαναστασίου.
           Ξένοι παίκτες δεν υπήρχαν τότε στις ομάδες, ούτε φυσικά λεφτά.  Οι παίκτες ήταν παιδιά της γειτονιάς και παίζανε κυριολεκτικά για μια πορτοκαλάδα, όπως στην κόντρα της Πλατείας Δικαστηρίων, με το καροτσάκι με τα μπουκάλια στον πάγο να περιμένει παραδίπλα να τελειώσει ο αγώνας και να πιουν οι
νικητές τη γκαζόζα που πλήρωναν οι ηττημένοι.  Μερικές φορές ακούγονταν ζητωκραυγές, προτροπές ή διαμαρτυρίες προς τους παίκτες με το μικρό τους όνομα, όπως τότε που ο Άρης κέρδιζετον Παναιγιάλειο  4-1 και κάποιος φώναζε από την κερκίδα στον Πασχαλίδη : «Ρε Παύλο, μη σταματάτε, έχω βάλει στοίχημα για έξι γκολ».
            Όλα βέβαια άρχιζαν στις πλατείες και τις αλάνες της κάθε περιοχής, όπου τα σημάδια στα γόνατα και τα καλάμια ήταν παράσημα. Παράδειγμα ο σπουδαίος Κούδας του Π.ΑΟ.Κ., παιδί της Πλατείας Διοικητηρίου ή ο Χιώτης της δικής μας γειτονιάς. Εμείς παίζαμε με πάνινη ή λαστιχένια μπάλα στην πρόσφατα ασφαλτοστρωμένη Αγνώστου Στρατιώτου ή στον χωματόδρομο της Φιλίππου κι ακόμη  στην κατά διαστήματα ανώμαλη επιφάνεια της πλατείας μπροστά από τον Άγιο Νικόλαο.  Παίζαμε μερικές φορές ως το βράδυ με το φως από τις λυμφατικές λάμπες του δήμου στις λιγοστές ξύλινες κολώνες ,  ρίχναμε ποτάμια ιδρώτα και όταν γυρίζαμε στο σπίτι πίναμε εφτά- οχτώ ποτήρια νερό από τη βρύση
για να ξεδιψάσουμε.
           Οι εστίες σημαδεύονταν με μεγάλες πέτρες,  με τα ρούχα μας διπλωμένα επάνω τους,  και το υποθετικό γήπεδο ήταν κατάλληλο για φιγούρες κάτω από το βλέμμα της μάλλον αδιάφορης  ωραίας συμμαθήτριας μου Κικής στο ψηλό μπαλκόνι της. Τα κορίτσια ήταν τότε terra incognita καθώς, μέσα στην τάξη των 54, κάθονταν  σε ξεχωριστή μεριά  τρεις-τρεις στα δικά τους θρανία και στα διαλείμματα έκαναν παρέα με τις φιλενάδες τους και κανένας δεν τολμούσε να τα προσεγγίσει.
           Εξαιρετικά οικεία αλλά και παράξενα αινιγματική φαντάζει στη μνήμη όλων μας  η εποχή εκείνη. Μια εποχή φτώχειας, στέρησης αλλά και του αμύθητου πλούτου  της νιότης και της ανακάλυψηςτου  κόσμου. Μια εποχή αθωότητας, εκθαμβωτικής και οδυνηρής ταυτόχρονα.