Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Τα παιδιά της γειτονιάς

 «Τα κάλαντα» του Νικηφόρου Λύτρα

Για εκείνον δεν υπήρχε άλλη γιορτή. Οι αργίες ήταν βέβαια πολλές και ευπρόσδεκτες, την άνοιξη με
 το Πάσχα, το καλοκαίρι με τις διακοπές στη θάλασσα, το φθινόπωρο με τα βαθιά ηδονικά του
 χρώματα, τις εθνικές επετείους με λόγους, στρατιωτικές μπάντες και παρελάσεις. Όλα ωραία στον
 δικό τους χρόνο, ανάσα ζωτική απ’ το μαγγανοπήγαδο, εκδρομές, συγγενείς και φίλοι, πανηγύρια,
 εκλεκτά εδέσματα, τα πάντα. Όμως πραγματική γιορτή υπήρξε πάντα μόνο μία.

Απ’ τον Νοέμβρη άρχιζε να αχνοφέγγει η προσμονή. Κι όσο πλησίαζαν οι μέρες, όσο το κρύο
ξυπνούσε το αίμα και τα χιόνια έστηναν τον γνώριμο λευκό διάκοσμο, τόσο πιο έντονα άστραφταν
μέσα του οι αναμνήσεις, αναβίωνε ο χαμένος παράδεισος της γειτονιάς. Δεύτερος όροφος Αγνώστου
Στρατιώτου με Μητσαίων γωνία, μπροστά του η απέραντη και κακοτράχαλη τότε Πλατεία
 Δικαστηρίων, στη μέση ένα λυμφατικό παρκάκι τριγυρισμένο με συρματοπλέγματα, στο βάθος η
ονειρική Παναγία Χαλκέων, από το χώμα να αναδύεται στο φως, λίγο πιο κάτω τα λουτρά
Παράδεισος, λίγο πιο πάνω το Εργατικό Κέντρο και ο Άη Δημήτρης.

Και πάνω απ’ όλα άρχοντας ο χειμωνιάτικος βαρδάρης, θηρίο παγερό και ασυγκράτητο, να κατεβαίνει
 απ’ την κοιλάδα του Αξιού, να αφήνει τις προφυλακές του να ξεχυθούν στην Αριστοτέλους ως τη
 θάλασσα και τα ψαροχώρια στην απέναντι ακτή, με μια πνοή να καταλαμβάνει γη κι ουρανό. Να
 σκορπίζει τα σύννεφα, να στροβιλίζει χαρτιά και σκόνη, να κάνει τους διαβάτες να σκύβουν το κεφάλι
 βαθιά μέσα στα πέτα. Να αναμετρά τα σκοτεινά μέγαρα και να μπαίνει ουρλιάζοντας στις πίσω αυλές,
 να πετάει κάτω γλάστρες και να αναποδογυρίζει καρέκλες, τεντζερέδες, ετερόκλητα αντικείμενα, να
 βροντάει τις πόρτες, τα ανασφάλιστα παντζούρια, να μπαίνει από κάθε άνοιγμα και χαραμάδα.

Εκείνος να τα ακούει όλα, όλα να τα βλέπει από το παρατηρητήριό του, θαμπώνοντας το τζάμι με το
 χνώτο του κι αφήνοντας τα ίχνη απ’ την παλάμη και τα δάχτυλα, να κρύβει στην καρδιά του μια
 προσμονή μεθυστική σαν μπίλιες ολοκαίνουριες, σαν τζιτζιλόνια στις τσέπες του κοντού
 πανταλονιού. Να ανασαίνει το άρωμα, να αισθάνεται στα χείλη του τη γεύση, να τον τυλίγει σαν κύμα
 η θαλπωρή.

Αποβραδίς να ζητάει απ’ τον πατέρα του να τον ξυπνήσει οπωσδήποτε το πρωί της παραμονής, να
 ντύνεται τουρτουρίζοντας πριν ακόμα εκείνος φέρει τα ξύλα για τη φωτιά, ακόμη νυσταγμένος να
 βγαίνει χαράματα στη γειτονιά με τα άλλα πιτσιρίκια. Σε σκάλες που ανεβοκατέβαιναν, σε πόρτες που
 χτυπούσαν και σπάνια δεν τους άνοιγαν, σε πρόσωπα προσφυγικά, σκαμμένα, σε μαυροφορεμένες
 χαμογελαστές γιαγιάδες πλάι στη σόμπα. Για κάλαντα παράφωνα με το τρίγωνο και μ’ όλη τους την
 καρδιά, για ευχές, σταφίδες, κουλουράκια, κανένα μανταρίνι, για πενταροδεκάρες. Και για να
 νοικιάσει μετά ποδήλατο απ’ τον κυρ-Βασίλη, να κάνει και να ξανακάνει τη γύρα των δύο
 τετραγώνων, απ’ τη Φιλίππου στην Αγνώστου Στρατιώτου, στην Ολύμπου, στην Αμύντα κι τέλος στη
 Μητσαίων με τα κουδούνια και στα δυο χερούλια να ηχούν θριαμβευτικά.

Το βράδυ της παραμονής να ακούγεται ξαφνικά το ποδοβολητό στις σκάλες και τα μουσικά
 προμηνύματα από τη χορωδία των φίλων του μεγάλου του αδελφού. Να χτυπάει ύστερα το κουδούνι,
 «καλησπέρα σας, κύριε Νίκο», και «να τα πούμε;». Να ψάλλουν δυνατά τα κάλαντα με ακορντεόν
και φυσαρμόνικα και μ’ ένα καραβάκι στα χέρια του μεσαίου, ενώ από το βάθος του σπιτιού τους
φώτιζαν αχνά τα κεράκια του δέντρου κι εκείνος έτρεχε να κρυφτεί πίσω απ’ την πλάτη του πατέρα
 του. «Και του χρόνου, και του χρόνου, παιδιά».

Του χρόνου που δεν ξανάρθε ποτέ από τότε. Όπως ποτέ δεν ένιωσε ξανά κείνο το τρέμουλο, δεν
 αναδύθηκε υγρό κείνο το θάμπωμα στα μάτια. Κι ας πέρασαν πολλά Χριστούγεννα, όλη του η ζωή
 σχεδόν. Κι ας έψαξε μες στην ψυχή και μ’ όλη την ψυχή του να τα ξαναβρεί. Στην πόλη του και σε
 ταξίδια, σε μέρη μικρά και μεγαλύτερα, στα ξένα. Σε τεράστια έλατα στολισμένα, σε πλούσια σπίτια,
σε λεωφόρους με χίλια χρώματα, σε καταστήματα κατάφωτα που ξεχείλιζαν από ακριβά τρόφιμα,
ρούχα, παιχνίδια, χίλια δυο αγαθά. Σε εκκλησίες και λειτουργίες κάθε δόγματος, σε χρυσάφια κι
ασήμια, σε καταπληκτικές ορχήστρες και σε ουράνιες παιδικές χορωδίες.

Η αλήθεια ήταν ότι, ναι, συχνά ένιωθε ικανοποίηση, ακόμη και χαρά. Τη λειψή όμως, συγκρατημένη
 χαρά του μεγάλου, που όλα τα έχει διαβάσει, όλα τα έχει δει κι όλα τα έχει ζήσει. Εκείνου που,
 ανεπαίσθητα, έχει πετρώσει μέσα του ένας κόμπος, που κάτι απροσδιόριστο του σφίγγει από παλιά το
 στήθος, τον εμποδίζει και τον σταματά.

Αυτά σκεφτόταν και πάλι φέτος καθώς πλησίαζαν οι μέρες, αυτά που είχε κουραστεί να σκέφτεται και
 μάταια να περιμένει. Τώρα που είχε μείνει πια μόνος και τα χιόνια απ’ το καμπαναριό είχαν σκεπάσει
 το κεφάλι του. Με αυτά λοιπόν τα μακρινά, μια πίτσα κι ένα μπουκάλι κρασί, με την πλαστική ευτυχία
 στο πρόγραμμα της τηλεόρασης τον πήρε εκείνο το βράδυ, γερμένο στον καναπέ, ένας βαθύς και
 άβολος ύπνος χωρίς όνειρα. Και δεν ήταν καθόλου παράξενο ότι ξύπνησε το πρωί της παραμονής απ’
 το κουδούνι της εξώπορτας, σκεβρωμένος και άδειος.

Έφτιαξε βιαστικά τα ρούχα του, έψαξε για ψιλά, και άνοιξε την πόρτα. Κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
 «Να τα πούμε, κύριε;» ακούστηκε το τιτίβισμα απ’ έξω. Είδε σκούφους, μπουφάν, κασκόλ, είδε
 μυτούλες κόκκινες και σκανταλιάρικα χαμόγελα, μάτια να λάμπουν. Και είδε να φορούν τις μαγικές
 τους μπότες. Ταυτόχρονα, του φάνηκε πως είδε τον Τάκη τον ψηλέα απ’ την παλιά του γειτονιά,
πλάι του τον Αχιλλάκο τον αδύνατο με τα σημάδια από τη μπάλα στα καλάμια, κι από την άλλη τον
Γιάννη και τον Τάσο να του νεύουν συνωμοτικά. «Ε, όχι, δα», συνήλθε, «θα είμαι ζαλισμένος ακόμη
 από τον ύπνο, αυτά είναι τα αλβανάκια από απέναντι, αγόρι και κορίτσι, κι οι άλλοι δύο μπόμπιρες, τα
 ελληνόπουλα της κυρά Μαρίας από πάνω».

Αμφέβαλλε ακόμη κι όταν λύθηκε ο κόμπος, όταν έσπασαν τα φράγματα, όταν τον τύλιξε η χαρά και
το μεθυστικό άρωμα από τότε. Αμφέβαλλε έως ότου τους αναγνώρισε όλους οριστικά μέσα στον
χρόνο, έως ότου παραδέχτηκε «ναι, είναι ο Τάκης, ο Αχιλλέας και οι άλλοι», έως ότου άνοιξε
αυθόρμητα μια τεράστια αγκαλιά και τύλιξε όλα τα παιδιά, έως ότου, κλαίγοντας και γελώντας
κι εκείνος σαν παιδί, τους είπε, «να τα πείτε, να τα πείτε».

Χριστούγεννα.

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Το δέντρο του δικού τους δάσους


Η Αγνώστου Στρατιώτου και η Μητσαίων ήταν η γειτονιά τους. Απέναντι ακριβώς από το τέταρτο
 αστυνομικό τμήμα και κάτω απ’ τον Αϊ Δημήτρη και το Εργατικό Κέντρο στην Ολύμπου. Περί τα τέλη
 της δεκαετίας του 1940, πολύ πριν ανακαλυφθεί η αρχαία αγορά και όταν η Πλατεία Δικαστηρίων ήταν
 ακόμη μια απέραντη γυμνή και κακοτράχαλη αλάνα με ένα λυμφατικό πάρκο στη μέση, περιφραγμένο
 με αγκαθωτά συρματοπλέγματα. Εκεί, οι τέσσερα-πέντε χρόνια μεγαλύτεροί τους, όπως ο αδερφός
του, ήταν οι ήρωες τους, οι ακόμη πιο μεγάλοι πρόσωπα μυθικά.

Αν, λοιπόν, απ’ την εξώπορτά του στην οδό Αγνώστου Στρατιώτου 4, ως την άλλη στην οδό Μητσαίων
 3, ήταν δεν ήταν πενήντα μέτρα, από τα δέκα δικά του χρόνια ως τα εικοσιδύο του Τηλέμαχου
 μεσολαβούσε μια άβυσσος. Η άβυσσος που υπάρχει απ’ τον πιτσιρικά του 22ου τότε δημοτικού
 σχολείου, γωνία Αγίας Σοφίας και Φιλίππου, απ’ την πάνινη μπάλα ή τη φωνή απ’ τον δρόμο «μαμά, τι
 φαγητό έχουμε», ως τον έφεδρο ανθυπολοχαγό του εθνικού στρατού κάπου στα βουνά της Ηπείρου, σ’
 ένα θανάσιμο αγώνα με «Τ’ αγρίμια του άλλου δάσους».

Έτσι, τον Τηλέμαχο τον άκουγε, ίσως και να τον έβλεπε καμιά φορά από μακριά, όταν έπαιζε με την
τσακαλοπαρέα μπίλιες, αγιούτο, κρυφτόμπικο και χίλια δυο άλλα αυτοσχέδια παιχνίδια στο χώμα έξω
 απ’ το παράπλευρο γκαράζ του Μπεμπελέκου, μα δεν τον γνώριζε. Γνώριζε λίγο τη μητέρα του στο
 παράθυρο του ισόγειου διαμερίσματος, γνώριζε λιγότερο τον Άγι, τον μικρότερο αδερφό του, μα
 εκείνος ήταν ψίθυρος μακρινός, ένα δέος.

Τον γνώρισε από σπόντα, περίπου εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, μέσα στη δικτατορία και λίγο μετά
 την επιστροφή του απ’ το Λονδίνο. Περνούσε ένα απόγευμα έξω απ’ το βιβλιοπωλείο του
 Αναγνωστάκη, όταν ο Μανόλης τον φώναξε και του είπε, «ο Συνεργάτης Α. που σου έγραψε την
 κριτική στον Ελληνικό Βορρά για το Αλμπατζάλ, είναι ο Αλαβέρας. Να του τηλεφωνήσεις και να τον
 ευχαριστήσεις».

Του τηλεφώνησε, τον ευχαρίστησε, τον επισκέφτηκε στο γραφείο του στη Βενιζέλου και έτσι
γνωρίστηκαν από κοντά, ενήλικες και οι δύο πλέον. Ο Τηλέμαχος θυμόταν τον πατέρα του, ήξερε την
 ιστορία της οικογένειάς τους, ενώ τη δική του ύπαρξη μάλλον την είχε καταλάβει απ’ τα διηγήματά
 του. Ακολούθησε η γνωριμία του με τη Ρούλα, η γνωριμία του Τηλέμαχου με τη Σοφία, η μετάβαση
 απ’ τον πληθυντικό στον ενικό, η φιλία. Μεταξύ όλων τους. Ακολούθησαν περίπου τριανταπέντε
 χρόνια στενής συνεργασίας τους στη Νέα Πορεία, στο διοικητικό συμβούλιο της Εταιρίας Λογοτεχνών,
 στην επιμέλεια της έκδοσης πολλών βιβλίων του.

Θα μπορούσε άνετα να γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο για όλα αυτά και για πολλά άλλα. Και πάλι να
 αφήσει τα μισά απ’ έξω. Δεν πρόκειται βέβαια ποτέ να το χωνέψει ότι ο Τηλέμαχος δεν θα είναι εκεί.
 Ψηλός, ευγενικός, αυστηρός μα και οικείος, περιτριγυρισμένος από βιβλία, περιοδικά, χειρόγραφα,
 εκείνος που ήξερε σχεδόν τους πάντες και τα πάντα στον χώρο τους κι εκείνος που αισθανόταν
ταγμένος να υπηρετήσει απαρέγκλιτα το «δέον» στη λογοτεχνία. Δεν πρόκειται να χωνέψει ποτέ ότι
 δεν θα μπορεί πλέον, περνώντας απ’ τη Βενιζέλου, να ανεβεί επάνω για έναν καφέ και μια φιλική
 κουβέντα. Για να τον ακούσει να του διαβάζει ένα καινούριο διήγημά του.

Έμαθε πολλά απ’ τον Τηλέμαχο. Έμαθε για τη γειτονιά τους, για κείνους που είχαν προηγηθεί, για όσα
 είχαν γίνει στην Κατοχή και αργότερα. Γεγονότα και λεπτομέρειες απίθανες απ’ τα βιβλία του και
 ιδίως προφορικά απ’ τον ίδιο. Έμαθε για τις παλιές λογοτεχνικές παρέες στην πόλη τους, έμαθε ότι το
 «καλό» είναι μεγάλη κουβέντα για ένα βιβλίο, έμαθε ακόμα να μην υποκύπτει στις ευκολίες, να είναι
 ο πρώτος και ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού του. Να προσπαθεί να τιθασεύσει την οργή που
 φούντωνε μέσα του απ’ την προκλητική αδικία, από την άγνοια και την ανοησία στον περίγυρο, την
 περίφημη «ελληνική πραγματικότητα». Άσχετα αν ήταν αδύνατον να τα εφαρμόσει πάντοτε κι αν,
με την έκρηξή του, έχανα συχνά το δίκιο του. Έμαθε ακόμη να συνεργάζεται αρμονικά με έναν αληθινό
 επαγγελματία της τέχνης, που είχε διαφορετική οπτική, διαφορετική στάση στη ζωή. Έμαθε. Κι ας
 αμφισβητούσε τα πάντα, κι ας πίστευε ότι δεν είχε πια τίποτα να μάθει.

Όχι ότι δεν είχαν τις διαφωνίες τους ή και τα λάθη και ότι δεν είχε επικρατήσει μεταξύ τους για ένα
διάστημα μια βουβαμάρα. Όμως, πάντοτε υπερίσχυε η εκτίμησή του για τον Τηλέμαχο και η δική του
 τρυφερότητα για τον μικρότερο. Πάντοτε υπερίσχυε όχι η οποιαδήποτε λογοτεχνική σκοπιμότητα ή
 συμφέρον, αλλά η ζεστασιά, η θαλπωρή της γειτονιάς, κάτι σαν το καθαρό χαλάκι στην εξώπορτα,
 εκείνο το φευγαλέο άρωμα απ’ τα περασμένα.

Όλα αυτά τα χρόνια, τον υπερασπίστηκε όπως μπορούσε στο δίκιο του κι εκείνος υπερασπίστηκε το
 δικό του. Χάρη δεν θέλησε ποτέ και χάρη εκείνος δεν του έκανε. Εκτός ίσως από την κατανόηση, την
εγκαρτέρηση που έδειχνε στις απόλυτες αντιλήψεις του και σε μερικά ξεσπάσματά του.

Και κάθεται και σκέφτεται τώρα τι ήταν ο Τηλέμαχος και τι έχει απομείνει, τι θα απομείνει από τον
ίδιο και το έργο του. Συχνά έλεγε σκωπτικά ότι «στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν στρατιώτες, όλοι είναι
στρατηγοί». Συχνά έλεγε ακόμη ότι «όσο ζει κανείς, έχει καλώς, όταν πεθάνει, όλοι βιάζονται να τον
 ξεχάσουν». Κι έφερνε για παράδειγμα τον σπουδαίο Σπανδωνίδη και άλλους.

Ε, λοιπόν, πέρα απ’ την οποιαδήποτε αποτίμηση των ειδικών για το έργο του και τη γενικότερη
 προσφορά του, για κείνον ο Αλαβέρας ήταν ένας κυβόλιθος. Από κείνους που θεμελιώνουν μια
 συνέχεια στον μεγάλο δρόμο της λογοτεχνίας. Μπορεί όσοι βαδίζουν αργότερα αυτόν τον
δρόμο να μην τον προσέχουν ιδιαίτερα, να θεωρούν τη θέση και τη δύναμή του φυσική και αυτονόητη.
 Ωστόσο, αυτός και μερικοί ακόμη σαν κι αυτόν είναι που στηρίζουν τα δικά τους βήματα.

Ύστερα, με τρόπο παράξενο, έρχεται στο μυαλό του ένα παιδί της γειτονιάς που πια μεγάλωσε, το
 χαμόγελο που προσπαθεί να κρύψει και η λάμψη στα μάτια του που δεν κρύβεται. Αυτό είναι που
 επιμένει και η φράση «έλα τώρα, ρε μπαγάσα». Και λέει τότε ότι ο Τηλέμαχος ήταν ένα ψηλό δέντρο
 με βαθιές ρίζες, που αντλεί απ’ τη γη κι από τον ουρανό. Το δέντρο του δικού τους δάσους.

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Το γκαράζ του Μπεμπελέκου


Χοντρές σταγόνες βροντοχτυπάνε άρρυθμα στη λαμαρίνα, ξεπλένουν τη σκισμένη λαστιχένια μπάλα,
 τις πέτρες, τους μπίκους κι ένα σκουριασμένο τέλι, γλιστράνε στ’ αυλάκια και πέφτουν από ψηλά στο
 σκληρό μαυρισμένο χώμα, ανακατεύονται με γράσα, λάδια και μπογιές κι απ’ το γκαράζ του
Μπεμπελέκου σχηματίζουν ρυάκι στην κατηφόρα της Αγνώστου Στρατιώτου, παρακάμπτουν μια
μυτερή κοτρώνα και τρέχουν παφλάζοντας στο ρείθρο κάτω απ’ το μπαλκόνι του, βγαίνουν στη
Φιλίππου και σκορπίζουν.

Πονάνε τα δέντρα ή δεν πονάνε όταν κρεμιέσαι απ’ τα κλωνάρια τους, όταν κλωτσάς με το πέταλο τον
 κορμό τους; Ο Αντώνης ο γυαλάκιας υποστηρίζει ότι πονάνε και πιο πολύ όταν είναι μικρά και
 αδύναμα, κατοχικά, το υγρό που τρέχει όταν ξεφλουδίζονται είναι τα δάκρυά τους.

Η Πλατεία Δικαστηρίων αναπαύεται μ’ απόλυτη εγκατάλειψη στο σπέρμα της βροχής, μια τεράστια
μήτρα που δέχεται ηδονικά το βάρος και τον σπασμό του ουρανού. Δυο χιλιάδες χρόνια τώρα κυοφορεί
 μια αρχαία αγορά κι ο καιρός της γέννας πλησιάζει. Μα για την ώρα, απλώνει την ανώμαλη επιφάνειά
 της κάτω από το θαμπό του τζάμι, απολαμβάνοντας την ερημιά, μιλώντας με τη δική της γλώσσα στα
 μελαγχολικά μέγαρα. Τα μέγαρα τριγύρω που λες και δεν κατοικούνται από ανθρώπους με σάρκα και
 οστά αλλά στοιχειά με λούκια για φλέβες και καρδιά μιαν υδραντλία.

Εδώ έκανε γυμνάσια πριν λίγα χρόνια ο γερμανικός στρατός, πυροβολώντας με άσφαιρα φυσίγγια προς
 την κατεύθυνση του εργατικού κέντρου. Εδώ τρέχουν τα παιδιά, πηδάνε, φωνάζουν, μαλώνουν,
παίζουν μπάλα και ματώνουν τα γόνατα και τα καλάμια τους. Εδώ φουντώνει ξαφνικά ο πετρο-πόλεμος
 με την Καρμπολά απέναντι μέχρι να βγει δήθεν αδιάφορος κανένας χωροφύλακας από το τέταρτο και
να εξαφανιστούν όλοι στα δίπορτα και τα υπόγεια.

Έτσι που βρέχει γλυτώνουν και οι γάτες που κυνηγάει με μανία ο Πάκης στην ταράτσα. Μέχρι τώρα δεν
 έχει πετάξει εννιά φορές την ίδια γάτα, γι’ αυτό κι όλες μόλις πέσουν στο χώμα, πετιούνται επάνω σαν
 ελατήριο και χάνονται στα ανοίγματα των υπογείων. Διαβάζει πολύ Γκαούρ-Ταρζάν αλλά είναι καλό
 παιδί κι ούτε θυμώνει άμα τον πειράζουν παρόλο το μπόι και τις χερούκλες του.

Κάποιος τρέχει στην πλατεία χωρίς αδιάβροχο και χωρίς ομπρέλα, κρατώντας τα σηκωμένα πέτα του.
 Ώσπου να φτάσει στο υπόστεγο της γωνιάς, θα έχει γίνει μουσκίδι μέχρι το σώβρακο. Έχει δρόμο
 ακόμη και τον παρακολουθεί με άνεση σαν υπερκολοσσό της Αίγλης, που βρίσκεται στην αρχή κι
 εκείνος ξερογλείφεται με την προοπτική των τριών πράξεων και δεκαπέντε επεισοδίων με
εφεδρικό χουνάκι σπόρια στην τσέπη και το αγιόκλημα να του χαϊδεύει απαλά τον ώμο. Αυτός που
 τρέχει ακάλυπτος μες στη βροχή του φέρνει στον νου ένα ποδοσφαιρικό αγώνα της γειτονιάς
που έχαναν με οχτώ-μηδέν και μέσα από σπρωξιές και κλωτσιές έβαλαν ένα γκολ απίθανο που άξιζε
 όσο όλα τ’ άλλα.

Κατεβάζει το τάβλι απ’ το πορτμαντό και φτιάχνει τους σχηματισμούς του στις δίπλες της κουβέρτας
 στο μεγάλο κρεβάτι. Αυτός τα κίτρινα, ο εχθρός τα μαύρα πούλια. Ενέδρες, πεζικό, ιππικό, τύφλα να
 ‘χει ο Ζορρό και η Χάλκινη Μάσκα. Βρέχει κι ο Αχιλλάκος ο σπάγκος στο χωριό, ο Λαζαράκης
ο φουστάνας διακοπές στη θεία του, ο Αναστάσης ο πόντικας στα μπακάλικο του πατέρα του, ο
 Σωτήρης ο μπουκτζόνες κι ο Τάκης ο ψηλέας εξαφανίστηκαν. Ο Γιάννης πού είναι; Ούτε μια
 δεκαεξάρα δεν μπορείς να παίξεις, βαρέθηκε το τάβλι σαν κάστρο και τις μπίλιες στο χαλί, που όλο
 κατρακυλάνε κάτω απ’ τον μπουφέ. Όλα τα βαρέθηκε μόνος του.

Πάει πίσω στο δωμάτιο του αδερφού του και ρίχνει μια ματιά στην αυλή της κυρίας Χρυσάνθης, μα τα
 κουνέλια της αρμένισσας είναι χωμένα στο ξύλινο σπιτάκι κι οι γάτες έγιναν καπνός. Όλο
χάνουν τα σταχτοδοχεία και είναι φυσικό αφού τα πετάει ο πατέρας του στις γάτες στη στέγη της
 διπλανής αποθήκης που δεν αφήνουν ούτε ναρκωμένο να κοιμηθεί τα μεσημέρια.

Γυρίζει στο παράθυρο του σαλονιού. Τίποτα δεν παθαίνει κανείς απ’ τα μικρόβια. Εδώ τα παιδιά στο
 απέναντι μπαλκόνι τρίβουν το ψωμί στα πλακάκια και το τρώνε με μαυρισμένα νύχια και κανένα
δεν αρρώστησε. Κανένα από το οχτώ που έχει ο διπλανός, το ρεκόρ της γειτονιάς, ίσως και της πόλης.
 Λείπουν και τα κορίτσια στην εσωτερική αυλή. Όταν τα πλένει η μάνα τους στη σκάφη, φωνάζει καμιά
 φορά ο πατέρας τους «προσέξτε, βρε, μην πέσουν τα τσουνιά σας μέσα» και γελάει από τα
κοκκινισμένα μάτια του ως το πηγούνι. Γελάει μέχρι να ξανακαθίσουν το μεσημέρι στο πεζούλι του
 παραθύρου του για να παίξουν τριάρα και να τους προγκίσει άγρια.

Διάβασε όλα τα περιοδικά από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα, ακόμη και τα αισθηματικά
 διηγήματα, ο πόνος της καρδιάς, και τις παλιές συνέχειες του Τσακιτζή στον Ελληνικό Βορρά που
 στοιβάζουν στο μπάνιο. Διάβασε κι ένα πονηρό βιβλίο, που ο μεγάλος και δεν ξέρει ότι ο μικρός ξέρει
 πού το κρύβει.

Κατεβαίνει τσουλήθρα απ’ τον δεύτερο όροφο στην εξώπορτα και τοίχο-τοίχο βγαίνει στη γωνιά της
 Μητσαίων. Στου Μπεμπελέκου ψυχή ζώσα κι απ’ έξω, με τις πίσω ρόδες στο χαμηλό ανάχωμα,
μπροστά στο γυμνό ντουβάρι όπου παίζουν μπίκο κι αγιούτο, ένα πράσινο τζιπ. Το περιεργάζεται με
 έκπληξη και το αναμετρά. Είναι σαν να δραπέτευσε από τα σκοτεινά και μυστηριώδη, από τα επίφοβα
και απρόσιτα έγκατα του γκαράζ. Ή δεν του πάει η συντροφιά με τα μεγάλα φορτηγά, η συντροφιά με
 τα σαράβαλα και οι λαδιές, οι λεκέδες και οι μουντζούρες;

Πλησιάζει διστακτικά, παίρνει θάρρος από την ερημιά, ανεβαίνει και κάθεται στη θέση του οδηγού,
 απορώντας και ο ίδιος με την τόλμη του. Ρίχνει μερικές ματιές τριγύρω, κάνει να πιάσει το τιμόνι, να
το αγγίξει ντε, και την ίδια στιγμή, χωρίς να έχει ακουμπήσει τον λεβιέ, θες από το βάρος του σώματός
 του, θες από την ατυχία του, το τζίπ αρχίζει να κινείται. Παίρνει μόνο του τη στροφή και την κατηφόρα
 κι αυτός, υπακούοντας στον τυφλό του πανικό, πηδάει κάτω εν κινήσει και χώνεται στην πόρτα του
 σπιτιού του, μην τολμώντας να κοιτάξει πίσω. Τρία-τρία τα σκαλοπάτια, άμα πηδήξεις τέσσερα με το
 δεξί, μπορείς μόνο ένα ή δύο με το αριστερό, βάζει βιαστικά τις πιτζάμες και κουκουλώνεται στο
 κρεβάτι. Όταν έρθει η Κούλα, να πει οπωσδήποτε ότι κοιμόταν, ήταν και λίγο άρρωστος, δεν βγήκε
 καθόλου από το σπίτι.

Να το πει στον πατέρα του δεν γίνεται. Γενικά δεν λέμε τίποτα στον πατέρα μας, ούτε στον μεγάλο μας
 αδερφό, τα βγάζουμε πέρα μόνοι μας. Αν έτρωγες ξύλο στη γειτονιά και το έλεγες , γινόσουν
 αυτόματα μιαρός, απόβλητος, κουβαλούσες το στίγμα για πάντα: «Το είπε στον μπαμπά του!» Τι κι αν
 έφερες πλάκα τα παράσημα, γυμνό σημάδι από πέτρα στο τριχωτό της κεφαλής, αναρίθμητες ουλές
 στα γόνατα και τα καλάμια και δυο σκισίματα στα χείλη από μπουνιές και νυχιές. Ήταν προσωπική
 σου ευθύνη να μην βρίσκεται ο πατέρας σου στο μπαλκόνι όταν μάλωνες, μην τύχει και επέμβει, γιατί
τότε καμία εξήγηση δεν έφτανε, ήσουν οριστικά ατιμασμένος.

Μεγάλο πρόβλημα τώρα αυτό, τι να έγινε το τζιπ. Τράκαρε στα δέντρα της Φιλίππου παρακάτω ή
συνέχισε ως την Εγνατία; Δεν είναι δα Αγνώστου Στρατιώτου να την πηδήξεις με άλμα τριπλούν
χωρίς παραμάζωμα. Δεν είναι σκαλωσιές του Άη Δημήτρη για άλμα εις βάθος πάνω στην άμμο, ούτε
 δίπορτο του Μουντζουρίδη, άμα σε στριμώχνουν στη Μητσαίων, να βγαίνεις στη Φιλίππου και να
γυρίζεις από την Αμύντα για αιφνιδιασμό. Εδώ τα πράγματα είναι σκούρα. Κάτι σαν το μεγάλο νύχι του
 ποδιού, ζορίζεσαι να κόψεις την άκρη που χώνεται στο κρέας.

Ούφ, βαρέθηκε πια να είναι μικρός. Μπαϊλντισε. Τρία χρόνια ακόμη για το γυμνάσιο. Παραπέρα
 δύσκολα φτάνει η φαντασία του αλλά κάποτε βέβαια θα γίνει κι αυτός μεγάλος, με όλη τη ευτυχία
που σημαίνει αυτό. Δεν μπορεί, κάποτε θα φτιάξουν τα πράγματα, δεν θα είναι ανάποδα όπως τώρα.

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

Όταν έβγαινε η Κική ανάμεσα σε ρούχα και καυσόξυλα


Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη δεν υπήρχαν πολυκατοικίες. Υπήρχαν όμως μέγαρα.
Ή έτσι τουλάχιστον τα ονόμαζαν. Τριώροφα έως πενταώροφα κτίσματα, συνήθως γκρίζα και γυμνά, με
 ψηλοτάβανα διαμερίσματα που όχι σπάνια μοιράζονταν δύο πολυμελείς την εποχή εκείνη οικογένειες.
Με μαυροφορεμένη γιαγιά και ξαδέλφη απ’ το χωριό. Με σόμπα πήλινη ή σιδερένια και μπουριά στο
 σαλόνι, με φουφού, φανάρι και παγωνιέρα στην κουζίνα. Με την ταράτσα στην κορυφή της σκάλας για
 ν’ ανεβάζουν στρώματα τις καλοκαιρινές νύχτες μικροί και μεγάλοι. Και με στενόμακρα πίσω
μπαλκόνια με τη μπουγάδα και στοίβες τα καυσόξυλα για τον χειμώνα.

Κάτω από τον μισοκαμμένο και σε φάση ανακατασκευής Άη Δημήτρη, στην ανατολική πλευρά της
ωκεάνιας Πλατείας Δικαστηρίων που ποτέ δεν δικαίωσε το όνομά της, ανάμεσα στο μέγαρα της
Μητσαίων και τα μέγαρα της Φιλίππου, σχηματιζόταν μια αδιέξοδη πρασιά που, από τη μια μεριά,
 κατέληγε στα μέγαρα της Αμύντα κι, από την άλλη, σε κείνα της Αγνώστου Στρατιώτου. Τα νότια
λοιπόν μπαλκόνια της Μητσαίων αντίκριζαν τα βόρεια πίσω μπαλκόνια της Φιλίππου και το δικό τους
 πίσω μπαλκόνι από την Αγνώστου Στρατιώτου τα πλαγιοκοπούσε και τα δύο. Κάπως έτσι ήταν και
κάπως έτσι παραμένει η γεωγραφία του χώρου.

Το δικό τους πίσω μπαλκόνι ήταν για κείνον γυμναστήριο, με κυρίαρχο βέβαια το στοιχείο της
επίδειξης, ησυχαστήριο όπου κουβαλούσε και καταβρόχθιζε τα απαγορευμένα βιβλία και περιοδικά
 της εποχής για λίγο μακριά από το πατρικό βλέμμα, και παρατηρητήριο. Από το σημείο εκείνο δεν
 μπορούσε βέβαια να δει τη μέσα αυλή όπου η κυρία Μ. έκανε μπάνιο ολοτσίτσιδες τη Λούλα και την
 Πόπη αλλά μπορούσε να παρακολουθεί τις πεινασμένες γάτες με ακροβατικές ικανότητες, μπορούσε
 να περιεργάζεται τα τροφαντά κουνέλια της Αρμένισσας και τα ετερόκλητα μυστηριώδη αντικείμενα
που είχαν συσσωρεύσει στις γωνιές οι άλλοι ένοικοι της αυλής. Μπορούσε ακόμη κατά διαστήματα να
ερεθίζει αρκετά τους γείτονες. «Τα φάγατε τα σίδερα», έσκουζε με στιγμιαία παρουσία στο άσπρο
μέγαρο της γωνίας η γριά γκιόσα, όπως τη χαρακτήριζε άσπλαχνα ο πατέρας του πολύ πριν πάψει
αυτός να τη φοβάται, πολύ πριν μάθει η λέξη τι σημαίνει. Παρατηρητήριο και γιατί μπορούσε,
κοιτάζοντας προς τα πάνω, να περιμένει και να περιμένει μήπως κάποτε εμφανιστεί στο δικό της
μπαλκόνι η Κική.

Η Κική ήταν συμμαθήτριά του στο ταπεινό δημοτικό της γειτονιάς απέναντι από το φημισμένο
 Πειραματικό Σχολείο. Κάπου εξήντα παιδιά χρόνια ολόκληρα στην ίδια αίθουσα με τη φοβερή και
 τρομερή κυρία Μπέλλα στην έδρα, ογκώδη, κουτσή και γηραλέα, με σκαμμένο πρόσωπο πάνω από το
 μεγάλο της πηγούνι, και με τη βίτσα στο δεξί της χέρι. Τη δική τους κυρία Μπέλλα. Με την
τσακαλοπαρέα αγγελική στα πίσω πάντοτε θρανία και τη Κική να λάμπει μπροστά και πλάγια σε πλήρη
 θέα.

Σαν παιδί μπορούσε να επισημάνει ακαριαία το ουσιώδες και το ουσιώδες ήταν ότι η Κική είχε
ιδιοποιηθεί με απόλυτη φυσικότητα την ασάφεια του ονείρου. Ίσως να έφταιγε εκείνη η διάφανη
ομίχλη που την τύλιγε και που κανένας άλλος δεν διέκρινε. Ίσως και να θάμπωναν τα μάτια του από το
 φως που εξέπεμπε μόνο για κείνον, ίσως όλα αυτά να ήταν απλώς γέννημα της παιδικής του
φαντασίας. Το βέβαιο ήταν πως δεν έβλεπε ένα ψηλό λεπτό κορίτσι εντεκάχρονο με αρμονικά
χαρακτηριστικά αλλά μια ουσία ρευστή και φλογισμένη που δεν τολμούσε να πλησιάσει, που το
 περίγραμμά της είχε ήδη γεμίσει τα μάτια του. Έτσι, άλλο εννοούσε η δασκάλα όταν έλεγε Κική, άλλο
 η γιαγιά της, άλλο οι συμμαθητές και οι φίλες της και άλλο εκείνος, σίγουρα άλλο εκείνος.

Οι έξι ώρες στο σχολείο δεν έφταναν με τα κορίτσια έτοιμα για το ψου-ψου και το πνιχτό γελάκι. Οι
βουτιές που έκανε στο χώμα, παίζοντας μπάλα μπροστά στον Άγιο Νικόλαο και κάτω από το
 μπροστινό της μπαλκόνι, δεν έφταναν. Δεν έφταναν τα γκολ που κάποτε και με ηρωικές προσπάθειες
πετύχαινε. Έπρεπε να τη βλέπει με την άνεσή του στο πίσω το μπαλκόνι, το δικό της του τελευταίου
ορόφου, το δικό του μόνο του δεύτερου. Ίσως και γιατί εκεί είχε την αίσθηση ότι δεν τη μοιραζόταν με
 ξένους και άσχετους, ότι τελείως αδιάφορος πίσω από τις αστυνομικές σελίδες της Μάσκας, μπορούσε
να την απολαμβάνει ακίνδυνα.

Έβγαινε λοιπόν η μεγάλη αδελφή της και η ξαδέλφη της, έβγαινε και έμπαινε η γιαγιά της, μια
ασπρομάλλα αρχοντογυναίκα που ξεφυσούσε σε κάθε κίνηση, έβγαινε και ο ξάδελφος της και φίλος
του, ο Βασιλάκης. Ε, κάποτε έβγαινε και η Κική. Έβγαινε η Κική ανάμεσα σε κρεμασμένη ρούχα και
 καυσόξυλα και ακουμπούσε νωχελικά τα ολόλευκα μπράτσα της στα κάγκελα χωρίς να βλέπει
πουθενά. Ύστερα γύριζε λίγο το κεφάλι δεξιά, κοιτούσε ώρα πολύ ίσια μπροστά και, σαν να είχε
θυμηθεί κάτι απροσδιόριστο, έστρεφε κάποια αιώνια στιγμή και προς το μέρος του. Στον ελάχιστο
χρόνο που έκανε το βλέμμα της να ευθυγραμμιστεί με το δικό του, αυτός είχε ταμπουρωθεί πίσω από
τις σελίδες και συλλάβιζε τις λέξεις που με τρόπο μαγικό θα τον έκαναν ιπτάμενο ήρωα της εποχής για
 να εκτοξευτεί στον μίζερο ουρανό και να τη συγκλονίσει με την ακαταμάχητη παρουσία του. Όταν
τολμούσε τελικά να ξεμυτίσει, η Κική είχε αποχωρήσει στα ενδότερα.

Αυτή η ιεροτελεστία συνεχίστηκε επί δύο ή τρία χρόνια, από την τετάρτη ως την έκτη δημοτικού.
 Εκείνη σίγουρα όλα τα καταλάβαινε με το αλάνθαστο έστω και πρώιμο θηλυκό της ένστικτο σαν τις
αρπακτικές γάτες της γειτονιάς που οσμίζονταν το φαγητό απ’ τα πενήντα μέτρα, άσχετα αν καμιά
φορά όταν πλησίαζαν δεν το έβρισκαν της αρεσκείας τους. Και βέβαια θα πρέπει να την κολάκευε η
άνευ όρων παράδοσή του παρά τις απελπισμένες προσπάθειές του να επιδείξει ψυχραιμία. Την
κολάκευε ως το σημείο που δεν την ενοχλούσε και ο απόηχος από τα μάλλον ειρωνικά της σχόλια είχε
 φτάσει σ’ αυτόν μετά περίπλοκη διαδρομή από τον Λαζαράκη , τον Φουστάνα με το παρατσούκλι,
 έναν από τους πιο στενούς του φίλους.

Αυτός τα αγνοούσε όλα και συνέχιζε απτόητος. Συνέχιζε, τι; Αυτά τα ελάχιστα και μια-δυο φορές με
φίλους από τη γειτονιά να τραγουδάνε το βράδυ ερωτικά σουξέ της εποχής, περνώντας τάχα τυχαία
κάτω από το σπίτι της. Συνέχιζε να παραδέρνει ανάμεσα σε μια διαρκή υποψία γελοιοποίησης και μιαν
αβάσιμη ελπίδα. Συνέχιζε ώσπου ήρθε μια μέρα η γιαγιά της στο σχολείο και κεραυνοβολήθηκε αυτός
όταν την είδε, έχοντας πλήρη επίγνωση της ενοχής του. Ήρθε να διαμαρτυρηθεί με ορεσίβια προφορά
του ονόματός του, που μάλλον αδικούσε την επιβλητική εμφάνισή της. Γιατί ο μικρός τους ενοχλούσε
με τις καντάδες, τις φιγούρες του και τ’ άλλα.

Η κυρία Μπέλλα την άκουσε προσεκτικά, αποστρέφοντας χαρακτηριστικά τους οφθαλμούς, και τη
 διαβεβαίωσε ότι θα επιλαμβανόταν του θέματος. Όταν έφυγε, του τράβηξε μια γερή κατσάδα μέσα
στην τάξη αλλά δεν τον έδειρε με τη χερούκλα της όπως είχε κάνει σε αναλόγου μεγέθους
παραπτώματά του στο παρελθόν. Ακούστηκε μάλιστα να μονολογεί με μια γκριμάτσα αηδίας, «έφερε
κι αυτή τη γιαγιά της στο σχολείο».

Σύντομα ακολούθησε, ως πρωτοτυπία, και δεύτερη χαριστική βολή. Του ψιθύρισαν ότι η Κική δεν
 έβγαινε στο πίσω μπαλκόνι για να δει εκείνον, ούτε καν τυχαία, αλλά για να ανταλλάξει οπτικά
σινιάλα με τον Ιάσονα απέναντι, που ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος, είχε το μοναδικό ποδήλατο της
γειτονιάς και ήταν ομολογουμένως πιο ωραίος ή ωραίος σκέτα.

Έχουν περάσει από τότε πάνω από σαράντα πέντε χρόνια. Με όλα όσα αυτά σημαίνουν. Την Κική δεν
την ξαναείδε ποτέ. Ούτε καν σαν υποψία σε κάποιο δρόμο. Κι ας έμεναν στα ίδια σπίτια και στην ίδια
πόλη το μεγαλύτερο διάστημα. Λες και είχε προσβληθεί θανάσιμα ο θεός των ανέλπιδα ερωτευμένων,
ο θεός των μικρών και των ηττημένων, και απομάκρυνε τα βήματά του από την παρουσία της, με τον
 ίδιο τρόπο που πριν εκεί τα οδηγούσε. Μια-δυο φορές μονάχα άκουσε να αναφέρεται το όνομά της
 χωρίς να ρωτήσει, χωρίς την παραμικρή αντίδραση. Όμως κάπου βαθιά μέσσ του η Κική υπάρχει.
Ακέραια και εκθαμβωτική όπως τότε. Ίσως να του θυμίζει με τρόπο τελειωτικό αυτά που στη ζωή μας
 δεν θα μας δόθηκαν. Αυτά που ξέρουμε καλά πως είναι αδύνατο να μας δοθούν.

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Ιπτάμενος χωρίς φρένα στην Αμύντα


Το ποδηλατάδικο του Μακαρίκα στην Ολύμπου, απέναντι περίπου από τον φούρνο του Κόταλη και
 κοντά στη γωνία με την Αμύντα, ήταν γυμνό και φτωχικό όπως όλα τα μαγαζιά της γειτονιάς. Ο
 ποδηλατάς, ένα γκρίζος και σκυθρωπός μεσήλικας με τα ρούχα της δουλειάς, με χοντροπάπουτσα
 χωρίς κορδόνια, με μουντζουρωμένα χέρια, λαιμό και πρόσωπο. Τα ελάχιστα καλά ποδήλατα έλειπαν
 μονίμως και ιδιαίτερα όταν κατόρθωνε να συγκεντρώσει το μυθικό πενιχρό ποσό που χρειαζόταν για
βόλτα ένα τέταρτο με είκοσι λεπτά.

Έτσι τη μέρα εκείνη, όταν μισοσκυμμένος πήρε απότομη στροφή απ’ την Αγνώστου Στρατιώτου,
σφίγγοντας τα λεφτά στην τσέπη, και κατευθύνθηκε πλησίστιος προς τα ποδήλατα, δεν βρήκε στην
 ξύλινη σχάρα παρά τη θρυλική καμπουρίτσα. Ένα σκληρό δίτροχο με μυτερή τρυπητή σέλα, χωρίς
 ένδειξη μάρκας, χωρίς φτερά, κουδούνια και στολίδια, χωρίς ούτε καν φρένα στα χερούλια. «Φρένο
είναι η κόντρα», επιβεβαίωσε το αυτονόητο από το βάθος του καταστήματος ο ιδιοκτήτης.

Για λίγο δίστασε. Η καμπουρίτσα δεν ήταν ένα τυχαίο ποδήλατο για βόλτα και γκλιν-γκλαν στο ίσιωμα.
 Την αρσενική της εμφάνιση συνόδευε ανάλογη φήμη όπως και τα πιο σκληρά παιδιά της
γειτονιάς. Ανέβα πεζοδρόμιο, κατέβα σκάλες, πέσε απ’ το πεζούλι και στρίψε απότομα, κάνε χωρίς
χέρια ή με την πλάτη στο τιμόνι. Η καμπουρίτσα απαιτούσε ικανότητα ερυθρόδερμου ιππέα, όπως τους
 έβλεπαν στα καουμποϊστικα έργα της Αίγλης, και αποτελούσε όργανο κάποιας δοκιμασίας
ανδρισμού, ίσως υπερβολικής για κείνον που ούτε καν προσέγγιζε την εφηβεία.

Η φόρτιση όμως της προσμονής σε συνδυασμό με τον φόβο μήπως εμφανιστεί κάποιος άλλος ήταν το
πιο πειστικό επιχείρημα. Τσακάλι σκέτο της γειτονιάς με το κοντά του μάλλινο παντελόνι, τα σημάδια
 σαν παράσημα τουλάχιστον συνταγματάρχη στα καλάμια, τους αγκώνες και τα γόνατα, κι ένα πιο
βαθύ καλά κρυμμένο στο τριχωτό της κεφαλής, ήταν αδύνατον να κάνει πίσω. Ξεσκάλωσε λοιπόν την
 ατίθαση από την προσωρινή της θέση, με κάποιο δέος είναι η αλήθεια, την έσπρωξε μερικά μέτρα,
αποφασιστικά και επιδέξια βρέθηκε πάνω της και ξεκίνησε.

Δεν πάει κι άσχημα, παρηγορήθηκε, καθώς η μύτη της πέτσινης σέλας τον ζόριζε στο ευαίσθητο
 σημείο και τα δάχτυλα των ποδιών του μόλις έφταναν τα πεντάλ. Πήρε δυο ανοιχτές και μάλλον
 αδέξιες στροφές στην Ολύμπου για κάποιου είδους δοκιμή και, για να μη καθυστερήσει άλλο την
 αποθέωση, ξεχύθηκε στην ελαφρά διαγώνια κατηφόρα και στη φθαρμένη άσφαλτο της Αμύντα. Είχε
 σκοπό να στρίψει δεξιά στη Φιλίππου και, φέρνοντας ένα γύρο το τετράγωνο, να εισέλθει
 θριαμβευτικά στη Μητσαίων απ’ την Πλατεία Δικαστηρίων και το γκαράζ του Μπεμπελέκου.

Όταν είχε ήδη αυξηθεί η ταχύτητα με τις πρώτες δυνατές πενταλιές, δοκίμασε την κόντρα. Δεν έπιασε.
 Την ξαναδοκίμασε. Αέρας σκέτος. Μπροστά απλωνόταν η κατηφόρα, στη επίπεδη διασταύρωση με τη
 Φιλίππου κυκλοφορούσαν φορτηγά και, πιο κάτω, τον περίμενε απειλητικά η Πλάτωνος που έβγαζε
 στον Αμαζόνιο της Εγνατίας. Με την ταχύτητα που διαρκώς μεγάλωνε, ήταν αδύνατον να πηδήσει
 κάτω, ήταν αδύνατον και να στρίψει. Έπρεπε λοιπόν να σταματήσει οπωσδήποτε.

Όλες αυτές οι σκέψεις πέρασαν αστραπιαία απ’ το μυαλό του και, στον πανικό που τον είχε κυριέψει,
 έστριψε ελαφρά το ποδήλατο δεξιά και κατευθύνθηκε μοιρολατρικά προς το σπίτι του Γιαννούλη που
 κάπως προεξείχε από την άκρη της Μητσαίων προς την Αμύντα. Σε χρόνο που του φάνηκε
 ταυτόχρονα ατέλειωτος και απειροελάχιστος, αισθάνθηκε το απότομο τρακάρισμα της μπροστινής
ρόδας και το σώμα του να εκτοξεύεται πάνω από το τιμόνι. Διέσχισε τον αέρα, έδωσε μια γερή
κεφαλιά στον τοίχο και σωριάστηκε κάτω με την καμπουρίτσα να γέρνει πάνω του, με επιείκεια αυτή
 τη φορά και χωρίς να τον πληγώσει άλλο. Στο σημείο που χτύπησε δεν υπήρχαν γωνίες, μάρμαρα ή
 σίδερα, ή έστω και πέτρα γυμνή, κι έτσι το αγύριστο κεφάλι του έμεινε μόνον παραζαλισμένο χωρίς
αίματα και άλλα χειρότερα.

Μετά την πρώτη ταραχή, σηκώθηκε σιγά-σιγά μουδιασμένος, τινάχτηκε, ψηλάφησε τα μέλη του,
 χάιδεψε τον αγκώνα του πονούσε, είδε το παντελόνι του μέσα στα χώματα κι έπιασε να στήσει όρθιο
 το ποδήλατο. Όλη του η όρεξη και η προσμονή της δόξας είχαν χαθεί. Με μια κυκλική ματιά,
 διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν νοικοκυρές ή γιαγιάδες στα μπαλκόνια ούτε, ευτυχώς, κορίτσια. Από
μακριά, μέσα απ’ τα θαμπά του τζάμια, το ψιλικατζίδικο της κυρίας Πλιάκα τον κοιτούσε στωικά σαν
 να διαπίστωνε το αναπόφευκτο ενώ κάποια μισάνοιχτα παράθυρα χασκογελούσαν άκεφα. Η όλη
ελάσσων τραγωδία θα ήταν ένα μικρό κεφάλαιο στη μνήμη του αλλά ούτε καν μια υποσημείωση στην
 ιστορία της γειτονιάς.

Πήρε την ανηφόρα με την καμπουρίτσα αυτή τη φορά στο πλάι, κουτσαίνοντας και οι δύο. Δεν θυμάται
 τι ακριβώς έγινε με τη στραβή μπροστινή ρόδα. Πάντως, ο γκρίζος και σκυθρωπός ποδηλατάς
αποδείχτηκε ότι είχε περισσότερη κατανόηση απ’ όση μπορούσε λογικά να περιμένει. «Ας το», είπε,
 χωρίς να γυρίσει το κεφάλι, χωρίς να δώσει την ελάχιστη σημασία στις εξηγήσεις του. Κοντοστάθηκε,
 ίσως γιατί θεωρούσε δίκαιη κάποια τιμωρία, ίσως και γιατί αν τον είχε αντιμετωπίσει με αυστηρότητα
 θα ένιωθε πιο μεγάλος. Φαίνεται όμως ότι είχε ήδη τιμωρηθεί (ή εκπαιδευτεί) αρκετά και πως ο
 ποδηλατάς (ή η καμπουρίτσα) με κάποιο τρόπο ανεξήγητο το είχε καταλάβει. Ή μήπως ήξερε απ’ την
 αρχή πως μερικές φορές η κόντρα δεν έπιανε;

Έβαλε τη τραυματισμένη καμπουρίτσα πίσω στη σχάρα, της ευχήθηκε σιωπηλά καλή ανάρρωση και της
 έριξε μια τελευταία ματιά σαν υπόσχεση και βουβή πρόκληση για μελλοντική αναμέτρηση. Και ενώ με
ζυγισμένα βήματα έπαιρνε τον δρόμο για το σπίτι, άρχισε να αισθάνεται και κάπως περήφανος.
Περήφανος σαν να είχε ιππεύσει ταύρο της Ανδαλουσίας ή άγριο άλογο Μάστανγκ της Καλιφόρνιας.
Την ίδια στιγμή σκεφτόταν πώς θα γλιστρούσε στην κουζίνα για να πλυθεί χωρίς να τον δουν, ποια
 δικαιολογία θα επινοούσε για το λερωμένο παντελόνι και, κυρίως, τι ακριβώς θα έλεγε στην επόμενη
 ατέλειωτη συζήτηση της τσακαλοπαρέας για τα ποδηλατικά τους κατορθώματα.

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

η παλιά πήλινη σόμπα




















Κατέβαινε ασυγκράτητος και παγερός απ’ την κοιλάδα του Αξιού και εισχωρούσε στη μεγάλη πόλη.
Αψηφούσε τον ΄Αη Δημήτρη, το Εργατικό Κέντρο και το Τέταρτο Αστυνομικό, άφηνε τις προφυλακές
 του να ξεχυθούν στην Αριστοτέλους ως τη θάλασσα και τα ψαροχώρια απέναντι, με μια πνοή
καταλάμβανε γη κι ουρανό. Καταλάμβανε την καρδιά της πόλης στην Πλατεία Δικαστηρίων, σκόρπιζε
 τα σύννεφα και σάρωνε κάθε επιφάνεια, στροβιλίζοντας χαρτιά και σκόνη, κάνοντας τους διαβάτες να
σκύψουν το κεφάλι βαθιά μέσα στα πέτα και να τραπούν σε άτακτη φυγή. Αναμετρούσε τα σκυθρωπά
μέγαρα και έμπαινε ουρλιάζοντας στις πίσω αυλές, πετούσε κάτω γλάστρες κι αναποδογύριζε
καρέκλες, τεντζερέδες, ετερόκλητα αντικείμενα, πηγαινόφερνε σπασμωδικά επάνω στα πλακάκια μια
ξεφουσκωμένη μπάλα, ανέμιζε επικίνδυνα στα μανταλάκια τα γυναικεία εσώρουχα με τα ξεθωρια-
σμένα χρώματα και άλλοτε τα τύλιγε γύρω απ’ το σχοινί ή το σύρμα. Βροντοχτυπούσε τα ανασφάλιστα
 παντζούρια, τράνταζε τις πόρτες, γλιστρούσε μέσα από κάθε άνοιγμα και χαραμάδα, σφύριζε
 μακρόσυρτα και δυσοίωνα πάνω από τα βρεγμένα κεραμίδια της αποθήκης, εκεί όπου το καλοκαίρι
 ξάπλωναν νωχελικά δεκάδες αλητόγατες. Βαρδάρης ο άτεγκτος και απροσκύνητος, στοιχειό της
 πόλης, της κάθε εποχής και ιδίως του χειμώνα.

Το σκοτάδι πύκνωνε γρήγορα στον ουρανό και τούφες τούφες έπεφτε πάνω στις στέγες των σπιτιών,
στους τοίχους και τα τζάμια. Το σκοτάδι έμπαινε αθόρυβα σε όλους τους χώρους και θάμπωνε τα
χρώματα, τους ενοίκους, τα έπιπλα. Όμως η μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία μες στην κορνίζα της
 επάνω απ’ το ντιβάνι σαν να χαμογελούσε αδιόρατα με το δικό της φως. Στα μάτια περισσότερο του
 ώριμου άντρα που σαν να έβλεπαν μπροστά, δεξιά κι αριστερά, παντού μες στο σαλόνι. Σαν να
έβλεπαν το γυαλιστερό βαρύ τραπέζι με το άδειο ανθοδοχείο, τριγύρω τις καρέκλες από ξύλο οξιάς
 και από κάτω το παχύ χαλί, πιο εκεί την παλιά πήλινη σόμπα με τα ανάγλυφα πράσινα εφυαλωμένα
 λουλούδια, στον τοίχο απέναντι ένα πίνακα με καραβάκι στ’ αφρισμένα κύματα, τον σκούρο καφέ
μπουφέ με το ρολόι στο ψηλότερο σημείο, το πάτωμα με τα γυμνά σανίδια, τις ανοιχτές πόρτες που
οδηγούσαν στα δύο υπνοδωμάτια, και την κλειστή για την κουζίνα και τους βοηθητικούς χώρους. Σαν
 να έβλεπαν μια οδυνηρή απουσία, σαν να στοχάζονταν και να θυμόνταν, σαν να ήξεραν.

Ο άντρας της φωτογραφίας ξαφνικά εμφανίστηκε με αργά βήματα από το μπροστινό δωμάτιο της
 πλατείας, κάθισε στα γόνατά του και κοίταξε μέσα στη σόμπα, ύστερα έριξε στις πλάτες του ένα μπεζ
 παλτό και κατευθύνθηκε βιαστικά προς το μακρόστενο πίσω μπαλκόνι. Τα καυσόξυλα ήταν
 στοιβαγμένα δίπλα στα μαύρα σιδερένια κάγκελα, αλλεπάλληλες σειρές, χαμηλότερες και
μισοφαγωμένες όταν πλησίαζαν τη τζαμόπορτα. Ο άντρας βγήκε σκυφτός, έριξε μια ερευνητική ματιά
 προς τα πάνω, σούφρωσε τα χείλη και κατάφερε να μαζέψει μια μεγάλη αγκαλιά χοντρά ξύλα. Γύρισε
 ύστερα και μπήκε μέσα, ισορροπώντας αβέβαια, βρόντηξε με τον αγκώνα πίσω του την πόρτα, πέρασε
 την κουζίνα και τον διάδρομο και έφτασε στο σαλόνι. Απίθωσε τα ξύλα προσεκτικά μπροστά στη
σόμπα, που είχε ανάψει τα χαράματα με το δαδί, άνοιξε το προστατευτικό πορτάκι, ανακάτεψε με τη
μασιά τα κάρβουνα μέσα στις στάχτες, διάλεξε τα πιο ξερά ξύλα και την ξαναγέμισε σταυρωτά ως
επάνω. ΄Όταν είδε τις φλόγες να φουντώνουν, σκούπισε τα ροζιασμένα χέρια του στο παλιό παλτό, τα
 έτριψε και τα χουχούλισε.

Ο άντρας με τα γαλανά μάτια περίμενε μερικά λεπτά και ύστερα μπήκε στην κρεβατοκάμαρα,
νιώθοντας την απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας. Με κατακόκκινα μάγουλα και χείλη, σκεπασμένο
 ως τον λαιμό με χοντρές μάλλινες κουβέρτες, με το κεφάλι του να ακουμπάει βαθιά στο μαξιλάρι και
 την ανάσα του να βγαίνει σαν αγκομαχητό από στήθος που έβραζε, βουβό και μισοναρκωμένο στο
 φαρδύ διπλό κρεβάτι , το μικρό αγόρι έκαιγε από πυρετό τριάντα-εννιά ή και σαράντα.

Ο άντρας με τα γαλανά σκεφτικά μάτια ακούμπησε την παλάμη του στο μέτωπο του παιδιού, την
 έχωσε μέσα απ’ τις πιτζάμες στο στήθος και τους ώμους του, κι ύστερα με κίνηση αποφασιστική
 τύλιξε τον μικρό σε μια κουβέρτα και τον σήκωσε στην αγκαλιά του, ένιωσε το απαλό φλογισμένο
 πρόσωπο στο αξύριστο μάγουλο του. Κάτι του ψιθύρισε στ’ αυτί, αργά και προσεκτικά γύρισε στο
σαλόνι και τον απέθεσε στο μεγάλο ντιβάνι, κάτω απ’ τη φωτογραφία, δίπλα στην πήλινη σόμπα που
 μπουμπούνιζε τώρα. Κουβάλησε δυο μαξιλάρια κι άλλη μία κουβέρτα, έσιαξε τα σκεπάσματα,
 ακούμπησε και πάλι το χέρι του στο μέτωπο του παιδιού, έκανε μια γκριμάτσα και κούνησε το κεφάλι
 του.

Στο μέσα δωμάτιο, ο μεγάλος ήταν βυθισμένος στον αδιατάρακτο ύπνο της πρώτης εφηβείας. Ο
 άντρας με τα γαλανά ανήσυχα μάτια έβγαλε το παλτό και το κρέμασε πλάι στην είσοδο, ξαναπήγε
στην κουζίνα, έστυψε ένα ποτήρι λεμονάδα, έφερε νερό, οινόπνευμα και ξύδι. Γύρισε μια καρέκλα απ’
 το τραπέζι και κάθισε κοιτάζοντας τον μικρό με δείχτη και αντίχειρα γύρω απ’ το πηγούνι. Μάλλον
 ένα συνηθισμένο κρυολόγημα, θα ανεβάσει πυρετό, δεν έχει ακροαστικά, είχε πει ο παιδίατρος το
απόγευμα. Ο άντρας ανασήκωσε τον μικρό, παρά κάποιες πνιχτές λέξεις διαμαρτυρίας, και του έδωσε
 να πιει τη λεμονάδα, γουλιά γουλιά. Τον γύρισε ύστερα, του έτριψε καλά με οινόπνευμα την πλάτη και
 το στήθος, του έβαλε καθαρά εσώρουχα και πιτζάμες, του χάιδεψε τα μαλλιά και τον ξανατύλιξε με
 τις κουβέρτες. Τις επόμενες ώρες καθόταν, σηκωνόταν και βημάτιζε πάνω κάτω, πήγε μια δυο φορές
 και σκέπασε καλύτερα τον μεγάλο μέσα, ξανακάθισε με τα μάτια πάντα στο ντιβάνι. Κατά
διαστήματα, με δάκτυλα ελαφριά άγγιζε τον μικρό, του άλλαζε κομπρέσες στο μέτωπο με ξύδι και
 νερό, του έβαζε ένα χοντρό θερμόμετρο στην αμασχάλη. Κάποτε ο υδράργυρος κατέβηκε, η αναπνοή
 του παιδιού έγινε λίγο πιο κανονική, ο ύπνος του κάπως πιο ήρεμος.

Ο άντρας με τα γαλανά τρυφερά μάτια έμεινε εκεί να παρακολουθεί το κοιμισμένο αγόρι. Το βλέμμα
 του ύστερα πλανήθηκε στο σιωπηλό σαλόνι, είδε τον μικρό δείκτη του ρολογιού κάπου ανάμεσα στις
 πρώτες ώρες, αιωρήθηκε αργά στα έπιπλα σαν να το βάραινε η απουσία, ακούμπησε στις πόρτες που
 οδηγούσαν στους κρύους άλλους χώρους του σπιτιού. Το βλέμμα του στάθηκε στη φωτογραφία πάνω
 από το ντιβάνι. Μόνος ο άντρας, μόνη και η φωτογραφία μέσα στο σαλόνι. Τα δύο βλέμματα του ίδιου
 ανθρώπου σαν να άνοιξαν κουβέντα σιωπηλή, κουβέντα για τη φωτογραφία που έλειπε, για εκείνη που
 είχε φύγει, με τη μια ερώτηση να απαντάει στην άλλη.

Κάποτε το ένα βλέμμα χαμήλωσε, ο άντρας σηκώθηκε με κουρασμένα βήματα, μπήκε στο
υπνοδωμάτιο και γύρισε με δυο ακόμη κουβέρτες, πιο παλιές αυτές και πιο τραχιές από την τρίφυλλη
 ντουλάπα, μετακίνησε τις καρέκλες από τη μέσα μεριά του τραπεζιού, άπλωσε τη μια κουβέρτα στο
 σανιδένιο πάτωμα δίπλα στο ντιβάνι και σκεπάστηκε με την άλλη. Πήρε και κράτησε το χέρι του
 άρρωστου παιδιού έτσι όπως κρεμόταν από το ντιβάνι, έως ότου κατά το πρωί τον πήρε κι εκείνον ο
 ύπνος.

Η σιδερένια σόμπα ζεσταίνει και κρυώνει γρήγορα, η πήλινη ζεσταίνει αργά αλλά κρατάει τη ζέστη.
Όλη τη νύχτα ήταν εκεί. Μέσα ο άντρας, το άρρωστο παιδί, ο μεγάλος. Μέσα η παλιά σόμπα, το ρολόι
 που χτυπούσε μελωδικά τις ώρες, και η απουσία. Έξω ο βαρδάρης, έξω το σκοτάδι. Όλη τη νύχτα ο
βαρδάρης θέριζε και ξύριζε, λυσσομανούσε, ανέβαινε τις σκάλες και χτυπούσε την εξώπορτα
απειλητικά. Όλη τη νύχτα η μεγάλη πήλινη σόμπα ακτινοβολούσε ζεστασιά. Απ’ το μανταλωμένο
 σιδερένιο στόμιο, απ’ τις τετράγωνες επιφάνειες με τα πράσινα λουλούδια, απ’ τις χαραγματιές της
 που συγκρατούσε σύρμα, απ’ τα χοντρά μαύρα μπουριά που διέτρεχαν το σαλόνι. Ακόμη κι όταν
κάηκαν τα ξύλα, ακόμη κι όταν κόντευαν να σβήσουν τα κάρβουνα μέσα στη στάχτη. Όλη τη νύχτα,
ο άντρας με τα γαλανά, με τα σκεφτικά κι ανήσυχα, με τα τρυφερά μάτια, λαγοκοιμόταν στο σανίδι.
 Όλη τη νύχτα η μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία πάνω από το άρρωστο αγόρι έβλεπε μπροστά,
έβλεπε δεξιά κι αριστερά, έβλεπε παντού, μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο, μ’ ένα αδιόρατο ίχνος πίκρας.

δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 18ο, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2010

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Η ανεξάρτητη μεραρχία


Eίχαν τάξει τα βαριά κανόνια του πεδινού πυροβολικού στον δημόσιο δρόμο, ενώ είχαν μεταφέρει με μουλάρια τα ελαφρά ορειβατικά για να βάλλουν από ψηλότερα και εγγύτερα. Οι δύο μοίρες χτυπούσαν τις φυσικές και τις τεχνητές οχυρές θέσεις των Τούρκων στις πλαγιές, στις άκρες των οροπεδίων και στα υψώματα ως την κορυφογραμμή. Σφυροκοπούσαν τις εχθρικές πυροβολαρχίες, το πεζικό στα χαρακώματα και, κυρίως, τα πολυβολεία που είχαν οργανώσει γερμανοί αξιωματικοί με πολλές εναλλακτικές θέσεις πυρός. Όταν καταστρεφόταν ένα πολυβολείο από τα βλήματα, μετέφεραν αμέσως το πολυβόλο στο επόμενο. Οι Τούρκοι ήταν σκληροί μαχητές, αντιστέκονταν σθεναρά, έκαναν κατά διαστήματα και αντεπιθέσεις.

Μετά την προπαρασκευή του πυροβολικού, ήχησαν οι σάλπιγγες και πρώτο επιτέθηκε το νεαρό σύνταγμα των ευζώνων για να πάρει το βάπτισμα του πυρός. Έτσι γενναίοι και άπειροι όπως ήταν όμως, είχαν πολλές απώλειες. Ένας λοχαγός έφαγε μια σφαίρα στο γόνατο και πονούσε αφόρητα. Φώναζε, «τα παιδιά μου, τι θα γίνουν τα παιδιά μου;». Έως ότου τον κατεβάσουν οι τραυματιοφορείς στα νοσοκομειακά που περίμεναν στην πεδιάδα, ξεψύχησε. Ύστερα, ο μέραρχος έριξε στη μάχη ένα εμπειροπόλεμο σύνταγμα που κατέλαβε τα υψώματα σε σύγκρουση σώμα με σώμα με την ξιφολόγχη. Ήταν η μάχη του Σεϊντή-Γαζή.

Νίκησαν στο Εσκί Σεχίρ, το αρχαίο Δορύλαιο, νίκησαν στο Αφιόν Καραχισάρ, νίκησαν σε όλες τις μάχες και σε όλα τα μέτωπα. Στην προέλαση τους προς την Άγκυρα, διασχίσανε την Αλμυρή Έρημο κι έφτασαν στον ποταμό Σαγγάριο, έφτασαν σε απόσταση βολής τηλεβόλου απ’ την πρωτεύουσα. Με τα φορτηγά του ανεφοδιασμού να δέχονται επιθέσεις από τους άτακτους και να εμφανίζονται όλο και πιο σπάνια. Πεινασμένοι, διψασμένοι, κατάκοποι, με τα χείλη πρησμένα απ’ την ξερή γαλέτα.

Τρία χρόνια αργότερα, όταν έσπασε η γραμμική παράταξη του ελληνικού στρατού και το αχανές μέτωπο κατέρρευσε σε πέντε μέρες, βρέθηκαν ξαφνικά απομονωμένοι στα νώτα του εχθρού που προέλαυνε ακάθεκτος προς τη Σμύρνη. Στα βάθη της Φρυγίας, σε μια χώρα παραδομένη στις φλόγες του πιο άγριου πολέμου, χωρίς να περιμένουν βοήθεια από κανένα και από πουθενά. Ήταν η Ανεξάρτητη Μεραρχία, που αρχικά είχε ονομαστεί Μεραρχία Επίλεκτων, η χαμένη τώρα μεραρχία του Γ΄ Σώματος Στρατού.

Όλοι πίστευαν ότι είχε καταστραφεί, ότι είχε αιχμαλωτιστεί. Όλοι τους είχαν εγκαταλείψει, όλα είχαν διαψευστεί, όλα τριγύρω τους είχαν καταρρεύσει. Τα μεγάλα λόγια, η ανίκανη κυβέρνηση, οι συμμαχικές μεγάλες δυνάμεις, τα τρεις χιλιάδες χρόνια της ιστορίας, η Ελλάδα των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων, η στρατιωτική πειθαρχία. Ολόκληροι λόχοι πετούσαν πανικόβλητοι τα όπλα, τρέπονταν σε άτακτη φυγή, σήκωναν τα χέρια επάνω μπροστά σε πέντε τούρκους αντάρτες. Ενώ ο ελληνικός πληθυσμός σε πόλεις και χωριά άφηνε πίσω του τα πάντα για να γλιτώσει τη σφαγή και σχημάτιζε ατέλειωτα καραβάνια στον δρόμο προς τη θάλασσα.

Ο μέραρχος έδωσε λοιπόν εντολή να συγκεντρωθεί στον κάμπο η μεραρχία, δέκα χιλιάδες αξιωματικοί και οπλίτες, από την Ελλάδα και επιστρατευμένοι μικρασιάτες. Τα συντάγματα πεζικού, οι μοίρες του πυροβολικού με τα μουλάρια, η ίλη ιππικού, τα πολυβόλα, οι σκαπανείς, οι τηλεγραφητές, ο εφοδιασμός, τα μεταγωγικά, οι τραυματιοφορείς και τα ορεινά χειρουργεία. Ήταν ακόμη καλοκαίρι, ένα πρωινό γαλήνιο μέσα στο φως, χωρίς να ακούγεται ούτε ανάσα ανθρώπου.

Μέσω των διοικητών των μονάδων, ο μέραρχος μίλησε σε όλους και στον καθένα ξεχωριστά. Δεν είπε, «το έθνος και ο βασιλεύς», δεν είπε, «η ιστορία και τα τιμημένα ελληνικά όπλα». Είπε, «δεν θα σας κρύψω την αλήθεια», και είπε, «είμαστε μόνοι και μοναδική μας ελπίδα είναι να παραμείνουμε ενωμένοι. Με θάρρος, με πειθαρχία, με υπακοή στις διαταγές». Είπε, «θα πολεμήσουμε και θα υποχωρήσουμε συντεταγμένοι ως τα καράβια που μας περιμένουν». Και είπε, «δεν θα παραδοθούμε ποτέ».

Ακολούθησε η νέα κάθοδος των μυρίων. Η μεραρχία κινήθηκε σε μία φάλαγγα. Η εμπροσθοφυλακή που έβγαζε και πλαγιοφυλακές, το κύριο σώμα του στρατού στα χίλια μέτρα, σε άλλα δύο χιλιόμετρα οι βοηθητικές υπηρεσίες, και πεντακόσια μέτρα μετά η οπισθοφυλακή. Με βροχή και με λιακάδα, σε ομαλό έδαφος και σε απόκρημνο, σε πεδιάδες και βουνά, μέσα από κοιλάδες και χαράδρες, πλάι και μέσα από ποτάμια. Επί δεκαπέντε μέρες, από τις 18 Αυγούστου ως τις 3 Σεπτεμβρίου του 1922, και σε απόσταση εξακοσίων χιλιομέτρων ως τη μακρινή θάλασσα.

Ήταν περικυκλωμένοι ασφυκτικά και κάτω από τα συνεχή πυρά του τακτικού και του άτακτου κεμαλικού στρατού. Μοναδικό μέσο επικοινωνίας τους είχαν τον ασύρματο που μπορούσε να στείλει τηλεγραφήματα σε απόσταση 120 χιλιομέτρων και να λάβει από πολύ μακρύτερα. Κανένας όμως δεν απαντούσε, κανένας ελληνικός ασύρματος δεν ακουγόταν, το μόνο που λάμβανε ο δέκτης ήταν τα σήματα των τουρκικών ασυρμάτων που διασταυρώνονταν για να αναγγείλουν τους θριάμβους των στρατευμάτων τους.

Είχαν εξαντλήσει και το τελευταίο όριο της αντοχής τους. Στους λόφους ενέδρευαν οι τσέτες κι όποιον έμενε πίσω, όποιον δεν μπορούσε πια, όποιον τον έπαιρνε ο ύπνος, τον έπαιρνε και ο θάνατος. Σταματούσαν μόνο για να συλλέξουν τρόφιμα και ζωοτροφές από πόλεις και χωριά, για να αντιμετωπίσουν και να νικήσουν ένα πολυάριθμο φανατισμένο εχθρό. Και για να σώσουν τα καραβάνια των απελπισμένων.

Απέρριψαν περιφρονητικά τις επανειλημμένες προσκλήσεις των Τούρκων να παραδοθούν, εκτός από τις συνεχείς αψιμαχίες, αντιμετώπισαν και έτρεψαν σε φυγή μία μεραρχία ιππικού και μία πεζικού που είχε στείλει ειδικά ο Κεμάλ για να τους συλλάβουν. Έβγαλαν από καταφύγια, από σπηλιές, από τις κρύπτες των βουνών και έσωσαν τους φυγάδες άλλων στρατιωτικών τμημάτων που είχαν καταστραφεί ή διαλυθεί. Στην πορεία τους, συνάντησαν βαριά τραυματισμένους ανάμεσα σε πτώματα στρατιωτών και πολιτών, διάτρητα από σφαίρες και από λόγχες, εντελώς απογυμνωμένα και συλημένα, με ορθάνοιχτα τα μάτια να κοιτάζουν στον ουρανό. Πήραν μαζί τους και περιέθαλψαν τους τραυματίες, έθαψαν τους νεκρούς, τοποθετώντας ένα πρόχειρο ξύλινο σταυρό, για να μην γίνουν βορά στα αρπακτικά όρνεα, τα τσακάλια και τα άγρια σκυλιά. Και στάθηκαν βουβοί πάνω απ’ τους τάφους τους.

Όταν έφτασαν στα ορεινά, πάνω από το λιμάνι του Δικελί, αναφώνησαν αυθόρμητα, «θάλασσα, θάλασσα», όπως και οι μύριοι του Ξενοφώντα πριν από χιλιετηρίδες. Έταξαν τα πυροβόλα και τα πολυβόλα στα υψώματα για να αποκρούσουν τις εχθρικές επιθέσεις και επιβιβάστηκαν στα πλοία, ρακένδυτοι και ξυπόλυτοι, συντεταγμένοι με ψηλά το κεφάλι, κάτω από τα χειροκροτήματα των πληρωμάτων των πολεμικών, μαζί με οκτώ χιλιάδες πρόσφυγες, Έλληνες και Αρμένιους. Ενώ η Σμύρνη είχε καταληφθεί πριν πολλές μέρες. Τελευταίοι εγκατέλειψαν την ιωνική γη οι διοικητές των μονάδων της οπισθοφυλακής.

Πέρασαν στη Μυτιλήνη και αποκατέστησαν αμέσως, με αυστηρότητα, την τάξη στο νησί που είχε γίνει έρμαιο των φυγάδων και πλιατσικολόγων από τις διαλυμένες μονάδες του εκστρατευτικού σώματος. Το ίδιο έκαναν λίγες μέρες αργότερα και στη Θεσσαλονίκη, πριν φύγουν για το πιθανό νέο μέτωπο της Θράκης. Για να ακολουθήσει η αποστράτρευση, η προσφυγιά και ο χαρακτηρισμός του τουρκόσπορου για τους Μικρασιάτες και να ξεχαστούν όλοι σχεδόν αμέσως.

Έτσι μου τα εξιστορούσε σχεδόν κάθε βράδυ είκοσι πέντε χρόνια αργότερα ο πρακτικός μηχανικός με τα ροζιασμένα χέρια και παλιός λοχίας του ορειβατικού πυροβολικού, προσθέτοντας κάθε φορά τα χαρακτηριστικά περιστατικά και σχόλια του αυτόπτη μάρτυρα. Μια προφορική σύνοψη του αρχείου της μεραρχίας και των εγγράφων πληροφοριών.

Μ’ αυτή την αληθινή ιστορία, αντί για παραμύθια, κοιμόμουν και ξυπνούσα στο μεγάλο διπλό κρεβάτι του δωματίου της Αγνώστου Στρατιώτου, που έβλεπε στην Πλατεία Δικαστηρίων. Χωρίς ποτέ να σκέφτομαι τη συγκυρία και την ειρωνεία που αποτελούσαν οι δύο αυτές ονομασίες. Ο πατέρας μου την είχε αρχίσει για να μάθω την καταγωγή μου, την συνέχιζε για να κοιμηθώ. Ποτέ δεν πέτυχε το δεύτερο, αφού εκείνον, κουρασμένο απ’ τη δουλειά, έπαιρνε πάντα ο ύπνος και τον τραβούσα από το χέρι για να μου απαντήσει, να μου πει το πώς και το γιατί. Πέτυχε όμως το πρώτο.

Η Ανεξάρτητη Μεραρχία υπήρξε η μοναδική μεγάλη μονάδα του ελληνικού στρατού που, στην Καταστροφή, δεν διαλύθηκε και δεν παραδόθηκε. Που κέρδισε με το αίμα της κάθε χιλιόμετρο στην ατέλειωτη πορεία από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, και επιβιβάστηκε στα πλοία ακέραια με τις σημαίες της και τα διακριτικά των μονάδων, με τον οπλισμό της και την περηφάνια της. Και με όλους εκείνους που είχε σώσει.

Μ’ αυτή την ιστορία μεγάλωσα και με τη νοσταλγία για όσα δεν είχα ζήσει. Και μ’ άλλες ιστορίες μικρότερες. Για συγγενείς που χάθηκαν, για τόπους και προγόνους που δεν γνώρισα. Για το αρχοντικό στο Σαλιχλί, όπου ζούσε ολόκληρη η οικογένεια του παππού μου με τα δεκατρία παιδιά, μετανάστη από τα μέρη του Μετσόβου, κι ίσως παλιότερα από την Κέρκυρα στην Ήπειρο. Για την αυλή όπου συγκέντρωναν τα κοπάδια πίσω από τη βαριά ξύλινη εξώπορτα. Για τους βοσκούς που έφεραν τα μάνλιχερ περασμένα σε ειδική θήκη στη μέση, που περνούσαν στ’ άγρια τσοπανόσκυλα τους λαιμαριά με μυτερά καρφιά και τα έβαζαν να παλέψουν με τους λύκους.


Ιστορίες για τον παππού μου, που του είχαν βγάλει το παρατσούκλι μαγιατζής γιατί ήξερε να φτιάχνει καλές μαγιές, τον παππού που περιφρονούσε τα χαρτιά, που έδινε το χέρι και τιμούσε τον λόγο του. Που του εμπιστεύονταν οι κτηνοτρόφοι μπέηδες τα σακούλια με τις λίρες να τα βάλει στο συρτάρι με το όνομα του καθενός και να τα επιστρέψει στο επόμενο παζάρι έξι μήνες αργότερα. Που πέθανε στο Σαλιχλί και δεν είδε την καταστροφή και τον ξεριζωμό. Δεν είδε να μπαίνουν οι Τούρκοι στον σταθμό και τον Πλαστήρα, τον Μαύρο Καβαλάρη, που ξαφνικά εμφανίστηκε με το σύνταγμά του και έσωσε τους Έλληνες κατοίκους, ούτε τα βαγόνια του τραίνου που έμειναν φορτωμένα εκεί με τα υπάρχοντά τους. Δεν είδε την οικογένειά του να σκορπίζει στους πέντε ανέμους, άλλους να χάνονται, τη θεία μου να καταλήγει στην Κάτω Τούμπα και τα ξαδέρφια μου στις ξύλινες παράγκες της προσφυγιάς, στην Ξηροκρήνη.

Ιστορίες για τον πατέρα μου που είχε επιλέξει τα γράμματα, είχε τελειώσει την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, κι αργότερα είχε πολεμήσει στη μικρασιατική εκστρατεία για να καταλήξει να κοιμάται, ένα διάστημα άνεργος και άρρωστος, στα παγκάκια του Λευκού Πύργου. Έχοντας όμως διασώσει το σακίδιο με τα βιβλία που κουβαλούσε σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Τα βιβλία που αργότερα έφτασαν και στα δικά μου χέρια. Τον πατέρα μου που, μετά απ’ όλα αυτά κι αμέτρητα άλλα, μου έλεγε με έμφαση «οι απλοί Τούρκοι, παιδί μου, είναι οι πιο αγαθοί άνθρωποι του κόσμου».

Πρώτα ήταν η μακεδονική φάλαγγα στην ασιατική εκστρατεία, ύστερα το γαλλικό ιππικό και η τυφλή έφοδός του στο οροπέδιο του Αγίου Ιωάννου. Στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, ήταν η φάλαγγα του Ντουρρούτι, στον δεύτερο παγκόσμιο τα γερμανικά τεθωρακισμένα. Η μακεδονική φάλαγγα του Αλεξάνδρου, το ιππικό του Ναπολέοντα και τα πάντσερ του Γκουντέριαν είχαν την περηφάνια της δύναμης. Η φάλαγγα των αναρχικών είχε την περηφάνια του ονείρου. Όμως η Ανεξάρτητη Μεραρχία είχε μιαν άλλη περηφάνια. Την περηφάνια του καθημερινού ανθρώπου που, όσες φορές κι να πέσει, βρίσκει μέσα του δύναμη να σηκωθεί, την περηφάνια εκείνου που, μπροστά σε συντριπτικά υπέρτερες δυνάμεις, δεν παραδίδεται.

Ο καθένας μας γνωρίζει τι είναι εκείνο που του δόθηκε, ποια είναι η κληρονομιά του. Απ’ τους γονείς του και από μια μακριά γραμμή προγόνων που χάνεται στο παρελθόν. Προγόνων που πέθαναν νέοι, όπως ο άλλος παππούς μου στη Σωζόπολη, προγόνων που δεν γνώρισε ποτέ κι όμως κυλούν στις φλέβες του και δίνουν φως στα μάτια του, προγόνων που είναι η δική του Ουρανούπολη, μια χώρα μυστική και δίχως μονοπάτι.

Έτσι το ξέρω πια κι εγώ καλά ότι κληρονομιά δική μου και της γενιάς μου είναι το χέρι που έδινε ο παππούς μου, τα γράμματα που διάλεξε ο πατέρας μου, η πορεία προς τη θάλασσα και την πατρίδα που ακολούθησε η Ανεξάρτητη Μεραρχία. Ο βαθύς, ο απέραντος καυμός απ’ τα σμυρναίικα τραγούδια. Και τα σκληρά παγκάκια του Λευκού Πύργου.

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Πολιτιστική αναγέννηση

Γλυκό, φθινοπωριάτικο, σαλονικιώτικο απόγευμα προς σούρουπο, κι η είδηση έπεσε στην
πυρίκαυστο σαν κεραυνός. Κι αστραπιαία κυκλοφόρησε απ’ το Βαρδάρι ως τον Λευκό Πύργο,
σε αντίστροφη κατεύθυνση από την Παύλου Μελά ως τη Φράγκων ή τη Δωδεκανήσου, και
κάθετα απ’ το Διοικητήριο ως την Αριστοτέλους, την Τσιμισκή και τη θάλασσα. Σε δρόμους
και σε πλατείες, σε καφετέριες, καφενεία, ουζερί και εστιατόρια, σε γραφεία, σε εταιρίες και
μαγαζιά κάθε είδους, στα διάφορα αμφιθέατρα του πανεπιστημίου, ακόμη και στα παγκάκια
των πάρκων ή στους λιγοστούς την ώρα εκείνη περιπατητές της παλιάς και τη νέας
παραλίας.

Διέκοψε τους Ρηγάδες, τον Σπίνο, τον Χαρβάλα και τον Παπάρα, διέκοψε το Αρκουδάκι, τον
Σάκη και τον Τρύφωνα, διέκοψε την κουβέντα, την εργασία, τα μαθήματα και τη μελέτη, το
φαγητό, το ούζο με μεζέδες, το τάβλι, την πόκα, την πρέφα και το κουμκάν με φιρφιρίκι ή
χωρίς. Διέκοψε το παιχνίδι και τον χαβαλέ, τα πολιτικά και τα κοινωνικά, ακόμη και τα
ερωτικά, τα διέκοψε όλα. «Τρέξτε, οι δογματικοί κατέβηκαν για να πάρουν τη Λέσχη».

Προστρέξαμε λοιπόν ολοταχώς εμείς της ανανέωσης (ή της αναθεώρησης), αφήνοντάς τα
πάντα στη μέση, οι νεαροί και οι μεγαλύτεροι, οι μηχανικοί και οι αρχιτέκτονες, οι ιατροί και
οι οδοντίατροι, οι δικηγόροι και οι ασκούμενοι, οι φοιτητές, οι ζωγράφοι, οι μουσικοί, οι
ποιητές και οι πεζογράφοι. Χωρίς βεβαίως να σημαίνει αυτό ότι δεν είχαμε κι εμείς τον Φόρη
μας, τον βραχνό γεροδεμένο οικοδόμο και ποιητή και, σε ολομέλεια, έναν-δύο τουλάχιστον
ακόμη εργάτες που επιδεικνύαμε με περηφάνια. Όταν φτάσαμε στην προέκταση της Τσιμισκή
και στην είσοδο της πολυκατοικίας, διαπιστώσαμε ότι ήταν σχεδόν αδύνατον να ανεβούμε
επάνω καθώς η πρωτοπόρος εργατική τάξη είχε ήδη πλημμυρίζει το στενόχωρο εντευκτήριο
και τις σκάλες ως έξω στο πεζοδρόμιο.

Καθώς σκαρφαλώναμε με επιδέξιες διεισδύσεις, έντεχνες πλαγιοκοπήσεις και όχι και τόσο
ευγενικά σπρωξίματα μέσα στον συνωστισμό, και κάποτε εισχωρήσαμε με κόπο στον κυρίως
χώρο του πολιτιστικού φορέα, είδαμε πολλά άγνωστα συνοικιακά πρόσωπα κι ανάμεσά τους
διάφορες κοπέλες να κρατάνε στα χέρια ένα χαρτάκι με ονόματα και να επαναλαμβάνουν
παράτονα μια περίεργη ξενική λέξη που θύμιζε τη μητρόπολη του σοσιαλισμού. Και να
κάνουν νόημα καταφατικό με το κεφάλι. Την επανέλαβα κι εγώ με απορία και ξαφνικά
μου έφεξε ότι ήταν πολύ γνωστό επίθετο ανδρικό και η επίσημη γραμμή για την επικείμενη
ψηφοφορία, γραμμή που σύντομα κι εμείς θα παίρναμε με άλλα ονόματα ασφαλώς.

Ήταν η πρώτη περίοδος μετά την κατάρρευση της δικτατορίας και η αντιπαράθεση των
δογματικών με τους ανανεωτικούς στον χώρο της αριστεράς βρισκόταν στο απόγειό της σε
όλα τα μέτωπα. Το σωματείο που έφερε τον τίτλο, Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Βορείου
Ελλάδος, είχε διαλυθεί από τη δικτατορία και είχε συσταθεί ξανά μετά την κατάρρευσή της.
Και οι δημοκρατικές διαδικασίες είχαν αρχίσει να λειτουργούν και πάλι με τον καθιερωμένο
στη χώρα μας τρόπο. Το παλιό διοικητικό συμβούλιο, σίγουρα αριστεροί και μάλλον
ανένταχτοι, αγωνιζόταν να βάλει μια τάξη στο χάος για να διεξαχθούν οι αρχαιρεσίες με
βάση το καταστατικό του συλλόγου. Το οποίο όμως προέβλεπε ότι δύο ή τρία μέλη της Λέσχης
μπορούσαν να προτείνουν επιτόπου αναρίθμητα άλλα για να εγγραφούν και να ψηφίσουν με
την καταβολή μιας συμβολικής μάλλον συνδρομής.

Μπροστά στο θορυβώδες αδιέξοδο, ένας δικηγόρος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου,
συνεννοήθηκε με τους άλλους, ύψωσε το μικρό ανάστημά του, κατόρθωσε να επιβάλει την
τάξη και ανακοίνωσε στην ομήγυρη ότι οι αρχαιρεσίες θα αναβάλλονταν έως ότου
πρυτανεύσει η λογική και, ενδεχομένως, τροποποιηθεί το καταστατικό του συλλόγου. Έτσι, το
πλήθος διαλύθηκε ειρηνικά και όλοι επανήλθαμε ταχύτατα στις σίγουρα πιο συναρπαστικές
συνηθισμένες ασχολίες μας.

Και πράγματι πρυτάνευσε η λογική που επιβάλει η ανάγκη. Με κάποιου είδους συζητήσεις,
διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις, επιτεύχθηκε τελικά μια αναλογική εκπροσώπηση στο
νέο εννιαμελές διοικητικό συμβούλιο. Αφού, επιπλέον, υποτίθεται ότι όλοι μας παρόμοιους
σκοπούς επιδιώκαμε. Η ψηφοφορία που ακολούθησε, επικύρωσε με εκπληκτική αριθμητική
συνέπεια τη συμφωνία. Δύο εκπρόσωποι των ορθοδόξων, άλλοι δύο των αναθεωρητών, τρεις
ανένταχτοι αριστεροί και δύο προοδευτικοί κεντρώοι.

Ή κάπως έτσι. Για ξυρισμένο σβέρκο με γραβάτα, για δεξιό, συντηρητικό ή ουδέτερο, ούτε
σκέψη βέβαια, ούτε λόγος, ούτε καν ανέκδοτο. Με πρόεδρο κοινής αποδοχής τον Στέργιο (κι
αργότερα τον Ανέστη), άνθρωπο γλυκό, παλιό μπαρουτοκαπνισμένο αριστερό και
συγγραφέα με ιδιότυπο χιούμορ και αυτοσαρκασμό. «Οι φίλοι μου οι πεζογράφοι», έλεγε,
«υποστηρίζουν ότι είμαι ποιητής, ενώ οι ποιητές ότι είμαι πεζογράφος».

Όσο κι αν μου φαίνεται απίστευτο τριάντα τόσα χρόνια αργότερα, η απάντηση όλων μας
στην παλιά πατρική εμπειρία και πικρή ειρωνεία, «εσύ, βρε, θα αλλάξεις το ρωμέικο;», ήταν
ένα αδιαπραγμάτευτο και κατηγορηματικό «ναι, εγώ και μερικοί ακόμη». Ήταν μια τρέλα,
μια πράγματι ρομαντική εποχή. Τα πρώτα διοικητικά συμβούλια ξεχείλιζαν από νιάτα,
φλόγα και πάθος, επιθυμία για προσφορά, από ταλέντο και ικανότητες. Ταλέντο κυρίως
λογοτεχνικό και εικαστικό, ικανότητα οργανωτική και εκτελεστική, και, το πιο δύσκολο,
διάθεση συνεργασίας παρά τις, άλλοτε μεγάλες και άλλοτε ανυπέρβλητες, πολιτικές μας
διαφορές. Ο Ανέστης, ο Γιάννης, ο Ξενοφών, η Μαρία και η Μαρίνα, ο Λουκάς,
ο Τάκης, η Ντόρα, ο ένας Τόλης κι ο άλλος Τόλης. Κι άλλοι πολλοί στα πέριξ κι άλλοι πολλοί
αργότερα.

Και τι δεν κάναμε τα χρόνια εκείνα της μεθυστικής ελευθερίας μετά την επτάχρονη
καταπίεση, τι σχέδια και τι όνειρα δεν είχαμε. Με τις πενιχρές συνδρομές, με κάποιες κατά
περίπτωση επιχορηγήσεις του δήμου, με ρεφενέ. Αναρίθμητες εκδηλώσεις, λογοτεχνικές,
κοινωνικές, μουσικές, θεατρικές, εκθέσεις ζωγραφικής, διαλέξεις, ομιλίες, συζητήσεις. Στο
νοικιασμένο εντευκτήριο της Λέσχης, σε βιβλιοθήκες, σε αίθουσες του δήμου ή των συνοικιών,
σε υπαίθριους χώρους. Ακόμη κι ένα μικρό βιβλιοπωλείο είχαμε στήσει έξω απ' το γραφείο και
τόπο των συνεδριάσεών μας.

Και τι δεν κάναμε, και ποιους δεν παρουσιάσαμε, ήδη διάσημους ή απλώς γνωστούς, και
πολλούς νέους και φερέλπιδες δημιουργούς ή επιστήμονες που αργότερα καταξιώθηκαν με το
έργο τους στο πανελλήνιο. Είδαμε, ακούσαμε και διαβάσαμε, ρωτήσαμε, συζητήσαμε και
διαφωνήσαμε, μαλώσαμε και αγαπηθήκαμε. Ερωτευτήκαμε. Γιατί η περιρρέουσα ατμόσφαιρα
και η κινητήρια δύναμη ήταν βέβαια πολιτική αλλά και έντονα ερωτική.
Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να είχαν γίνει όλα αυτά;

Χαρακτηριστική περίπτωση ακτιβιστή ήταν ο Γιάννης, σημαντικός ποιητής ο ίδιος και
αργότερα κριτικός, που είχε αναλάβει τα κοινωνικοπολιτικά και, μετά την όλη προεργασία,
έκανε τηλεφωνικές επαφές και επισκέψεις και κατέφθανε πανέτοιμος στις συνεδριάσεις με
ένα μακρύ κατάλογο. Σεμνός και σοβαρός, με το φυσικότερο ύφος του κόσμου, άρχιζε να
αραδιάζει προς έγκριση δεκάδες θέματα και πιθανούς ομιλητές, κυρίως απ’ τα πανεπιστήμια,
τους οποίους παρουσίαζε μετά ο ίδιος στις εκδηλώσεις.

Η κυριότερη εκδήλωση σε ευρεία κλίμακα ήταν η ετήσια Πανελλήνια Ποιητική Συνάντηση,
ιδέα του Ανέστη, που οργανώθηκε τις περισσότερες φορές στο θέατρο του κήπου, με
επιχορήγηση του Δήμου και σε συνεργασία με το Παράρτημα Θεσσαλονίκης της Πανελλήνιας
Πολιτιστικής Κίνησης. Εκεί παρουσιάστηκαν διαδοχικά οι τρεις μεταπολεμικές ποιητικές
γενιές και οι ποιητές της Κύπρου σε ένα ακροατήριο πεντακοσίων περίπου ατόμων, αριθμό
εξωπραγματικό για εκδηλώσεις αυτού του είδους. Με συγκινητικές στιγμές, όπως τότε που
ένα δεκάχρονο κοριτσάκι έσκυψε και χάιδεψε τον Βασίλη μόλις κάθισε στη θέση του μετά την
ανάγνωση των ποιημάτων του. Με διαφωνίες και καυγάδες στη συζήτηση που ακολουθούσε,
συχνά για τη στρατευμένη ποίηση.

Η Λέσχη ήταν στον σημαδιακό αριθμό 114 της Τσιμισκή, που θύμιζε το ακροτελεύτιο άρθρο
του συντάγματος για τον πατριωτισμό των ελλήνων, η Κίνηση στο 115, στη συμβολή με τη
Γούναρη, διαγωνίως απέναντι λίγο παρακάτω. Με γραμματέα και συντονίστρια τη Στέλλα,
με ζωγράφους, ψηφιδογράφους, ποιητές, φιλόλογους και κριτικούς, με τον Φώνη, τον
Αριστείδη, τον Βασίλη, τον Γιώργο, τον Πάνο, τον Βαγγέλη, τη Μαρία, την Άννα και τη
Λιάνα, την Αφροδίτη, την Παυλίνα και πολλούς άλλους. Και με το ίδιο πάθος.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η Λέσχη ήταν πιο ανεξάρτητη και πολυσυλλεκτική ενώ η
Κίνηση πιο κεντρικά ελεγχόμενη, επαγγελματική και πρακτική. Πάντως, δεν βρισκόμασταν
εκεί για να λύσουμε τα προβλήματα του κόμματος (που ήταν ένα, δύο ή περισσότερα), της
εργατικής τάξης ή του παγκόσμιου κινήματος, και οι ιδεολογικές διαφορές απλώς υπέβοσκαν
και ενοχλούσαν μόνο τους φανατικούς. Εκείνο στο οποίο διέφερε ουσιαστικά η Κίνηση από τη
Λέσχη δεν ήταν η πολιτιστική πράξη αλλά τα ονόματα και όχι όλα μάλιστα καθώς,
παρά τις αναπόφευκτες αντιρρήσεις, οι δύο πολιτιστικοί φορείς λειτουργούσαν και ως
συγκοινωνούντα δοχεία.

Στο φόντο βέβαια πάντοτε υπήρχαν τα γραφεία των κομμάτων, το μάλλον αδιάφορο για τα
πολιτιστικά με τον πράσινο ήλιο, και τα δύο με το σφυροδρέπανο, των άλλων στην Εγνατία,
το δικό μας στη Μακένζι Κινγκ και αργότερα στη Μητροπόλεως. Με αυτοτελείς κομματικές
οργανώσεις καλλιτεχνών. Άλλες συνεδριάσεις εκεί, άλλοι προγραμματισμοί, άλλα
προβλήματα. Με τον Λουκά, τον Τάκη, τον Κώστα και τη Λιάνα, τον Πρόδρομο, τον Φούλη
και τη Δέσποινα, τον άλλο Γιάννη. Η δυσκαμψία του κόμματος είχε οδηγήσει τον Μανόλη
στην οργάνωση των υγειονομικών, παρά τις προφορικές και έγγραφες διαμαρτυρίες μας. Στις
ολομέλειες όμως ποτέ δεν παρέλειπε να μιλήσει για μιαν άλλη σίγουρα αλλά μάλλον ασαφή
αντίληψη και πρακτική στον τομέα του πολιτισμού, που σίγουρα δεν είχε σχέση με την
Κίνηση, αυτό επέμενε κάθε φορά να το τονίζει.

Εμείς τον ακούγαμε χωρίς αντίλογο, με σεβασμό (λέξη που καθόλου δεν του άρεσε) και με
αγάπη, δεν είχαμε όμως τη δική του πείρα ενώ και τα τραύματά μας ήταν διαφορετικά. Τα
παιδιά της άλλης πλευράς μάς φαίνονταν θαυμάσια και τις περισσότερες φορές, όταν μας
δινόταν η ευκαιρία, συνεργαζόμασταν αρμονικά. Όχι ασφαλώς σε κομματικό επίπεδο αλλά
μέσα στους πολιτιστικούς φορείς.

Στο φόντο υπήρχαν τα κόμματα. Που διοργάνωναν ετήσια πανηγυρικά φεστιβάλ νεολαίας, το
ένα στο πάρκο της Νέας Ελβετίας και το άλλο στο πάρκο της Νέας Παραλίας, και τα δύο και
με πολιτιστικό περιεχόμενο. Παράλληλα υπήρχαν οι άλλοι πολιτιστικοί και επαγγελματικοί
φορείς (συνήθως χωρίς επαγγελματίες), που κι εκείνοι είχαν αξιόλογη παρουσία, όπως η
Τέχνη στη Στρατηγού Καλάρη και η Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης στη Δημοσθένους,
δίπλα στην Πλατεία Αριστοτέλους. Και, επιπλέον, οι σύλλογοι των περιφερειακών δήμων και
των συνοικιών. Θα ήταν ένα αλλιώτικο πανόραμα να είχε σημειώσει κανείς με πολύχρωμες
πινέζες σε έναν χάρτη της πόλης όλους αυτούς τους φορείς και τους χώρους όπου γίνονταν οι
εκδηλώσεις.

Για δώδεκα έως δεκαπέντε χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας, παρουσιάστηκε στο
παραδοσιακά γκρίζο τοπίο της πόλης μια πρωτοφανής άνθιση, κάτι αλλιώτικο, αληθινά
ανθρώπινο και ωραίο. Μια ελπίδα. Παρ' όλες τις συγκρούσεις, όπως τότε του η Κίνηση
διοργάνωσε μια εξαιρετικά πετυχημένη εκδήλωση για τη Βαλκανική Ποίηση στην Εταιρεία
Μακεδονικών Σπουδών, με συμμετοχή του Βρεττάκου, της Καρέλλη και του Ρίτσου, και
ποιητών από πολλές γειτονικές χώρες, και ακολούθησε ένας φοβερός καυγάς στις εφημερίδες
για το αν έπρεπε ή δεν έπρεπε, αντί για τους πρεσβύτες, να είχαν συμμετάσχει νεότεροι
ποιητές.

Ύστερα, στην αρχή ανεπαίσθητα, αργότερα πιο φανερά, όλα άρχισαν να φθίνουν. Μόνο εκ
των υστέρων καταλάβαμε πόσο αναπόφευκτο ήταν αυτό. Πρώτα- πρώτα, οι άνθρωποι που
δούλευαν πραγματικά, που κινούσαν τα νήματα σε όλους τους φορείς δεν ήταν και πολλοί.
Πόσο μπορεί να αντέξει εκείνος που, για παράδειγμα, αφού χτυπήσει στη γραφομηχανή του
γραφείου του πρακτικά, απολογισμούς και εισηγήσεις, διακόπτοντας της επαγγελματικές του
ασχολίες, τρέχει στην Εταιρία Λογοτεχνών κι από κει στην κομματική συνεδρίαση, για να
ακολουθήσει ένα πέρασμα από τη Λέσχη ή η Κίνηση και μία τουλάχιστον εκδήλωση
μετά; Αυτοί οι άνθρωποι, λοιπόν, που τα έδιναν όλα, είχαν και ελαττώματα, έκαναν και λάθη.
Ταυτόχρονα, ωρίμασαν, κουράστηκαν, απογοητεύτηκαν. Όπως ήταν φυσικό.

Κάποια στιγμή, λοιπόν, έγινε αφόρητη η μεμψιμοιρία, οι επικρίσεις, και αργότερα οι επιθέσεις,
απ' τα παλιά κεφάλια, που πάντα έβρισκαν κάτι που δεν τους άρεσε καθόλου σε όσα οι άλλοι
έκαναν. Ύστερα, σαν ιστορική νομοτέλεια, ήρθε η ώρα των τρωκτικών, το πολλαπλά
βρώμικο “89 και η κατάρρευση του υπαρκτού ένα χρόνο αργότερα, τι να απομείνει;

Έτσι αποχώρησαν οι πρωτεργάτες και πέρασαν στη θέση τους οι διεκπεραιωτές. Κι όταν
εξαντλήθηκαν οι μηχανικές κινήσεις, οι φορείς έπαψαν και τυπικά να πάρχουν. Ανεγέρθηκαν
όμως στην πόλη μεγαλοπρεπή κτίρια πολιτισμού, κρατικά και δημοτικά, εκφωνήθηκαν λόγοι
από τους αρμοδίους, δόθηκαν δεξιώσεις, έγιναν και αγιασμοί κατά τα εγκαίνια τους από τον
μητροπολίτη. Α, ναι, βεβαίως, οπωσδήποτε.

Περίπου τότε διάβασα μια συνέντευξη του Μανόλη σε εφημερίδα της Αθήνας, στην οποία
εκείνο που έλεγε ουσιαστικά ήταν ότι δεν είχε πια τίποτα να πει. Κάποτε υπήρχε αντίπαλος
με ιδεολογία και δράση, που ενέπνεε τουλάχιστον κάποιο σεβασμό, κάποτε υπήρχε έρωτας
και πάθος και άρωμα, τώρα τι υπήρχε;

Η φλόγα που δεν σβήνει και κάποιοι γραφικοί που επέμεναν παράλογα να κάνουν το δικό
τους ενώ οι νέοι απουσίαζαν; Τα πάντα που έγιναν εμπόρευμα, οι πολυτέλειες ως βασικές
ανάγκες και η φρενίτιδα της κατανάλωσης; Ένας πολίτης καταχρεωμένος για να αποκτήσει
τα τρία αυτοκίνητα στο πεζοδρόμιο κι ένα σωρό άλλα ενώ ταυτόχρονα διαμαρτύρεται ότι
είναι φτωχός και αδικημένος; Κι ενώ οι πραγματικοί απόκληροι δεν έχουν φωνή κι ελπίδα. Το
καρότο και το μαστίγιο και ο κυρίαρχος φόβος για το καθετί που διαβρώνει και υποδουλώνει;

Α, ναι, το εντευκτήριο της Κίνησης έγινε γραφείο ταξιδίων και της Λέσχης κομμωτήριο. Ή κάτι
ανάλογο.