Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

10 - Τα ηχηρά μειονεκτήματα του αιφνιδιασμού


«Θαύμα!», αναφώνησε ο Φάνης με την πρώτη κάπως απρόσεχτη ματιά. «Μου αρέσουν αυτές οι μακρόστενες κόκκινες στέγες των κτιρίων εκεί μακριά στο λιμάνι και το στρόγγυλο κόκκινο κιόσκι του σε αντίθεση με το γαλάζιο της θάλασσας και το πιο αχνό γαλάζιο του ουρανού. Και με τις σκόρπιες άσπρες πινελιές των γλάρων. Αλλά, τι γίνεται εδώ κάτω;» απόρησε με τη δεύτερη κοντινότερη ματιά. «Κοίτα, κοίτα, εδώ απλώνεται μια άλλη θάλασσα, μια θάλασσα αυτοκινήτων. Έλα από πλάι».

Πήγαν και άνοιξαν τη μπαλκονόπορτα, βγήκαν έξω, έγειραν ελαφρά στα κάγκελα και κοίταξαν και οι δυο τους ερευνητικά. Είδαν ολόκληρη την έκταση της Πλατείας Ελευθερίας και όλους τους δρόμους που την περιβάλλουν, τη Μητροπόλεως, την Ίωνος Δραγούμη, τη Βενιζέλου και την Κουντουριώτου, ως και την παραλιακή Λεωφόρο Νίκης, πλημμυρισμένους ασφυκτικά από αυτοκίνητα. Και όχι μόνο τους κεντρικούς δρόμους, αλλά και τις στενές παρόδους, τους διαδρόμους στους χώρους στάθμευσης της πλατείας, ακόμη και τα πεζοδρόμια, τη νησίδα στη στάση των λεωφορείων, το χορταριασμένο χώμα δίπλα στα παρτέρια, κυριολεκτικά το κάθε τι.

Αμέτρητα οχήματα, ως εκεί που επέτρεπε ο όγκος των κτιρίων να φτάσει το βλέμμα, οριζόντια, κάθετα και διαγώνια, σχημάτιζαν ένα παράδοξο σταυρόλεξο που παρέμενε άλυτο με όλα τα κουτάκια του συμπληρωμένα. Αυτοκίνητα κάθε είδους, μεγέθους, τύπου και ιπποδύναμης, κυρίως ιδιωτικής χρήσης αλλά και φορτηγά, ημιφορτηγά, ταξί, λεωφορεία, πούλμαν, ένα σκουπιδιάρικο του δήμου κι ένα ασθενοφόρο, αυτοκίνητα μεγάλα και μικρά, μακριά και κοντά, ψηλά και χαμηλά, αυτοκίνητα άσπρα, μαύρα, κόκκινα, πράσινα, κίτρινα, μπλε και γκρίζα. Και μοτοσικλέτες που είχαν εισχωρήσει, για να σφραγίσουν λες τα ελάχιστα κενά διαστήματα. Από ψηλά ένα πολύχρωμο μωσαϊκό από μεταλλικές στέγες σαν καύκαλα μεταλλαγμένης χελώνας.

Τα μόνα που προεξείχαν και ξεχώριζαν, εκτός από τα δέντρα, ήταν δυο-τρία κλειστά περίπτερα, οι φανοστάτες, οι στύλοι με τα σήματα της τροχαίας και τα στέγαστρα για το κοινό στις στάσεις των λεωφορείων. «Δεν κινείται απολύτως τίποτα», διαπίστωσε ο Φάνης, ενώ έφτασε στ’ αυτιά τους μια εκκωφαντική συγχορδία από κορναρίσματα. «Και οι πεζοί τι έγιναν; Βλέπεις εσύ κανένα πεζό πουθενά;» « Όχι, δεν υπάρχει ούτε για δείγμα», απάντησε η Αλκμήνη μετά από λίγο. «Έτσι κι αλλιώς είναι από χρόνια υπό διωγμό. Τα αυτοκίνητα έσπασαν τα πασαλάκια και καβάλησαν τα πεζοδρόμια, πού να σταθεί πεζός και πού να βαδίσει; Αστεία εικόνα δεν είναι όμως, φοβερά αστεία, όπως σε κωμωδία του βουβού κινηματογράφου;»

«Ξεκαρδιστική. Φοβάμαι όμως μήπως καταλήξει σε κλάματα. Τι να σου κάνουν μετά και οι πάνθηρες; Οι γάιδαροι τελικά θριάμβευσαν. Όπως συμβαίνει παντού και πάντοτε». «Ποιοί πάνθηρες;»
 «Α, δεν έχεις διαβάσει; Οι πάνθηρες είναι κάποιου είδους ειρηνικό αντάρτικο της πόλης ενάντια στους ιμπεριαλιστές οδηγούς, όπως τους ονομάζουν. Μια παρέα εξοργισμένων κατοίκων που αποφάσισαν να αναλάβουν δράση ως ακτιβιστές του πεζοδρομίου. Σχεδίασαν και τύπωσαν
 φωσφορίζοντα αυτοκόλλητα με ένα γάιδαρο στο τιμόνι να παραδέχεται: “Είμαι γάιδαρος ! Παρκάρω όπου γουστάρω”. Τιμωρούν λοιπόν όσους παρκάρουν παράνομα, βάζοντας το αυτοκόλλητο στα τζάμια του αυτοκινήτου».

«Ωραίο, πρωτότυπο, αλλά μάλλον πρόκειται για ασπιρίνη. Σιγά να μην έλυνε το πρόβλημα. Πόσοι γάιδαροι έπαψαν να είναι γάιδαροι;» «Έχεις δίκιο. Ούτε κι εγώ που έκανα το κάτι παραπάνω το έλυσα. Ήταν περισσότερο για εκτόνωση και δεν περίμενα βέβαια ότι θα το λύσω».

«Μπα, τι έκανες; Δεν μου το είπες».

« Δεν έτυχε … να ομολογήσω τις αυτοδικίες μου. Ήταν ενέργειες της στιγμής, συμπτωματικές, αυθόρμητες. Είχα τη μηχανή, φορούσα και τη μαύρη φόρμα μου, ίδιος πάνθηρας. Λιγάκι σιτεμένος βέβαια. Τι έκανα; Ε, να, τίποτα σοβαρό, μερικά χαστουκάκια, ένα παρμπρίζ σπασμένο. Πάντα σε μεγάλα γαϊδούρια. Και μια προκήρυξη που σκαρώσαμε με κάτι φίλους και μοίρασα στο κέντρο της πόλης. Την έστειλα και στα μέσα δημοσιότητας».

«Αποκαλύπτεται μια άλλη πλευρά του εαυτού σου», είπε η Αλκμήνη χαμογελώντας αβέβαια.

«Βία στη βία του συστήματος», προσπάθησε να το διασκεδάσει εκείνος. «Αποκαλύπτονται τα όρια της ανοχής μου και τη αντοχής μου»

«Θέλω να μου τα περιγράψεις με κάθε λεπτομέρεια. Και να μου δείξεις την προκήρυξη».

«Καλά, άστο αυτό όμως για αργότερα. Αύριο, μεθαύριο. Το πρόβλημα είναι εδώ τώρα. Δεν βλέπω κίνηση στα γραφεία των άλλων κτιρίων, δεν βλέπω ούτε ένα μαγαζί ανοιχτό. Έχω την εντύπωση ότι τα πράγματα είναι σοβαρότερα από άλλες φορές. Λες να είχαν δίκαιο οι συγκοινωνιολόγοι στις
προβλέψεις τους; Πλήρης εγκλωβισμός και απόλυτη ακινησία. Φαντάζομαι το βρισίδι που θα πέφτει κάτω».

Ξαφνικά η Αλκμήνη τρόμαξε. «Μήπως είμαστε κι εμείς αποκλεισμένοι, φυλακισμένοι εδώ μέσα; Πώς θα φύγουμε;»

«Δεν νομίζω», την καθησύχασε ο Φάνης. «Κάποια στιγμή θα ξεφρακάρει τα κονσερβοκούτια η τροχαία και θα αρχίσουν πάλι να τσουλάνε».

«Ρε Φάνη, με αυτή την πλημμύρα δεν μπορούν ούτε πόρτα να ανοίξουν. Να, μερικοί νεώτεροι οδηγοί που προσπαθούν να βγουν από τα παράθυρα των αυτοκινήτων».

«Για να πάνε πού και πώς; Πάνω απ’ τις στέγες να παραπονεθούν στον δήμαρχο; Ή στον νομάρχη;»

«Τι ώρα είναι, οκτώ και είκοσι; Φάνη, αρχίζω να ανησυχώ σοβαρά. Δεν υπάρχει άλλη έξοδος από το κτίριο;»

«Άλλη έξοδος στον ίδιο δρόμο ή στον πλαϊνό; Κι από κει, να πάμε πού; Έλα, ηρέμησε. Χαλάρωσε και δώσε μου ένα φιλάκι. Έτσι. Εσύ πήγαινε μέσα και κάθισε, κάνε ένα καφέ ακόμα, κι εγώ θα κατεβώ στην είσοδο της οικοδομής, να ρίξω μια ματιά από κοντά και να μιλήσω με τους οδηγούς. Στο μεταξύ, τηλεφώνησε τη μητέρα σου και τον παιδικό σταθμό ότι θα αργήσεις καμιά ώρα. Πάρε και στη φίλη σου, να ξέρει ότι συνεχίζουμε να είμαστε στο σπίτι της. Σε ένα τέταρτο θα είμαι πίσω. Εντάξει;»

Κύλησε όμως πάνω από μισή ώρα πριν ακουστεί και πάλι ο χαρακτηριστικός ήχος του ασανσέρ. Όταν άνοιξε η εξώπορτα, εμφανίστηκε ένας Φάνης συνοφρυωμένος που δάγκωνε τα χείλη του. Βρήκε την Αλμήνη κουλουριασμένη στον καναπέ, με ένα σταχτοδοχείο γεμάτο μισοκαπνισμένα τσιγάρα, να μαλάζει τα μπλεγμένα δάχτυλά της με μια απερίγραπτη έκφραση στο πρόσωπο.

«Να τηλεφωνήσω είναι μια κουβέντα», του είπε. Δεν λειτουργούν ούτε τα κινητά, ούτε τα σταθερά του γραφείου. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια βλάβη στο δίκτυο. Το πιθανότερο είναι ότι όλοι προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τους δικούς τους και ότι οι γραμμές είναι υπερφορτωμένες. Τι θα κάνουμε;»

«Με συγχωρείς που άργησα αλλά τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Τα γραφεία του κτιρίου μας είναι όλα άδεια, το ίδιο και το κυλικείο. Δεν υπάρχει ψυχή στην οικοδομή. Υποθέτω ότι δικηγόροι, ασφαλιστές, προσωπικό, είναι όλοι αποκλεισμένοι κάπου στον δρόμο, μέσα σε αυτοκίνητα, λεωφορεία, ταξί, σε κάθε είδους τροχοφόρα. Φαίνεται ότι αυτό συμβαίνει σε όλο σχεδόν το πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης. Έτσι τουλάχιστον πιστεύουν οι οδηγοί που βρίσκονται ακριβώς έξω από την είσοδο του κτιρίου».

Κάθισε στον καναπέ και τέντωσε τα πόδια, ύστερα ήπιε την τελευταία μισή γουλιά από τον κρύο καφέ, ανάμικτη με ντελβέ, σκούπισε το κατακάθι από τα χείλη του και άναψε τσιγάρο. «Λοιπόν, δεν είναι μόνο αδύνατον να πάει κανείς πουθενά, είναι σχεδόν αδύνατον να βγει από το κτίριο. Η ασφυξία είναι πλήρης. Κατάφερα με τα χίλια ζόρια να προχωρήσω ανάμεσα και πάνω από τα αυτοκίνητα περίπου τριάντα μέτρα ως τη γωνία του τετραγώνου. Από κει και πέρα κόλαση. Εκνευρισμός, βρισιές», “τι κορνάρεις, ρε μαλάκα, που νομίζεις ότι μπορώ να πάω;”, «τέτοια. Αν υπήρχε χώρος θα είχαν σκοτωθεί. Και το πώς γύρισα, εγώ το ξέρω μόνο, σκέτος ακροβάτης έγινα».

«Μου φαίνεται τρελό, ένας εφιάλτης που βλέπω πρωί- πρωί και δεν μπορώ να το χωνέψω. Και πόσο λες ότι θα κρατήσει αυτή η ιστορία;»

«Αυτό είναι εντελώς άγνωστο και απρόβλεπτο. Αν υπάρχουν αρχές και υπεύθυνοι και αν κάτι συνεχίζει να λειτουργεί σ’ αυτή τη χώρα, η τροχαία θα πρέπει να τα ξεμπλοκάρει σχετικά γρήγορα. Για καλό και για κακό όμως, εμείς θα πρέπει να δεχτούμε ότι θα μείνουμε εδώ, ίσως ως το μεσημέρι». Γύρισε, την αγκάλιασε, τη χάιδεψε και της είπε με χαμηλή απαλή φωνή. «Τα παιδιά σου είναι απολύτως ασφαλή στο σπίτι με τη μητέρα σου και τα μικρά δεν θα πήγαν στον παιδικό σταθμό. Άρα, δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός λόγος ανησυχίας».

«Καλά, αυτό είναι μια παρηγοριά. Δεν θα πρέπει να μεταδίδουν έκτακτα δελτία ειδήσεων στην τηλεόραση; Στην ΕΤ3 τουλάχιστον;»

«Δυστυχώς, ο φίλος μου απεχθάνεται το κουτί και δεν το έχει βάλει στο γραφείο του».

«Ούτε ραδιόφωνο δεν έχει;».

« Δεν ξέρω, ας ψάξουμε. Καλύτερα όμως να αρχίσουμε να συνηθίζουμε στην ιδέα ότι, για ένα διάστημα, δεν ξέρω πόσο, θα είμαστε κλεισμένοι εδώ. Πες ότι δεν πρόκειται για δικηγορικό γραφείο στον όγδοο όροφο μιας οικοδομής στο κέντρο της πόλης αλλά για την κορυφή ενός βουνού, για ένα νησί, για ένα μέρος μακρινό όπου έχουμε πάει ταξίδι εσύ κι εγώ, κι είμαστε μόνοι μας, μόνοι με τον ουρανό.

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

9 - Κίνημα πολιτών για την ελευθερία



Αφίσα και προκήρυξη με εντυπωσιακή έγχρωμη φωτογραφία αυτοκινήτου μεγάλου κυβισμού και με
έντονα γράμματα, ευανάγνωστα και από τους οδηγούς και επιβάτες των διερχομένων οχημάτων που
 αναρτήθηκε, τοιχοκολλήθηκε, και διανεμήθηκε από μοτοσικλετιστή με μαύρη φόρμα σε πολλές
 κεντρικές πλατείες και δρόμους της πόλης. Η προκήρυξη ταχυδρομήθηκε στις εφημερίδες, τους
 τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, και δημοσιεύτηκε σε πολλά ιστολόγια του διαδικτύου.

«Αγαπητοί συμπολίτες, όπως μας διδάσκει η ιστορία και όπως όλοι γνωρίζουμε, το πολυτιμότερο
 αγαθό στη ζωή είναι η ελευθερία. Όχι όμως πλέον μόνον η ελευθερία του ανθρώπου αλλά και η
 ελευθερία του αυτοκινήτου, πολύτιμου και ισότιμου συντρόφου του σε κάθε καθημερινή του
 δραστηριότητα. Το Κίνημα Πολιτών για την Ελευθερία διακηρύσσει ότι ο άνθρωπος μπορεί
να είναι ελεύθερος μόνο στον βαθμό που η ελευθερία του δεν περιορίζει την ελευθερία του
αυτοκινήτου.

Το αυτοκίνητο έχει τη δική του προσωπικότητα, τον δικό του ευαίσθητο ψυχικό κόσμο και τη δική του
 αξιοπρέπεια και η συμπεριφορά μας απέναντι του θα πρέπει να είναι ανάλογη τουλάχιστον με τη
 συμπεριφορά μας προς τους άλλους οδηγούς. Όπως έχει αποδειχθεί από σειρά επιστημονικών
ερευνών και μελετών, ο πεζός αποτελεί ένα παράδοξο φαινόμενο προσωρινής αναστολής ή και
εκτροπής της εξελικτικής διαδικασίας. Ο άνθρωπος έχει εξελιχθεί ελάχιστα ανά τις χιλιετίες (ο πεζός
 καθόλου), ενώ το αυτοκίνητο έχει προοδεύσει με άλματα στον ένα αιώνα περίπου της ύπαρξής του.
 Είναι μεγαλύτερο, αναπαυτικότερο, ταχύτερο, ωραιότερο, ανθεκτικότερο, ακριβότερο και σύντομα
 ευφυέστερο από τον άνθρωπο. Αναμένεται, μάλιστα, να αποκτήσει μία πλήρη αυτονομία με τις νέες
 εφαρμογές των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Δεν θα ήταν υπερβολή να τονισθεί ότι το αυτοκίνητο
περιλαμβάνεται πλέον στην έννοια του πολίτη σε παγκόσμιο επίπεδο.

Δεν θα παραθέσουμε εδώ τα όσα αυτονόητα μας παρέχει γενναιόδωρα αυτό το μέγιστο ατομικό
 αγαθό που, συν τοις άλλοις, συμβολίζει την απελευθέρωση από την ένδεια και τον θρίαμβο της
 λυτρωτικής κατανάλωσης, αλλά και την προσωπική μας εκπλήρωση και κοινωνική καταξίωσή.
 Όπως ισχύει, σε μικρότερο βαθμό, με την εμφάνιση στην τηλεόραση, χωρίς το αυτοκίνητό μας
απλώς δεν υπάρχουμε.

Θα επισημάνουμε όμως με έναν δεκάλογο τους σοβαρούς κινδύνους που διατρέχει το αυτοκίνητο
 από την καταπίεση των καθυστερημένων και ανεύθυνων πεζών και από την απαράδεκτη αδράνεια
 της κυβέρνησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης και θα ζητήσουμε να ξεπεράσουμε όλοι τον
ανθρωπο-κεντρισμό μας, να αρθούμε πάνω από τον εγωισμό, τη φιλαυτία και τις προκαταλήψεις μας,
και να συμμετάσχουμε ενεργά στο Κίνημα Πολιτών για την Ελευθερία και την Ισότητα του
Αυτοκινήτου.

1. Δηλώνουμε ότι τα πεζοδρόμια, όπως παραδοσιακά και παραπλανητικά αποκαλούνται, είναι χώροι
 στάθμευσης, ενίοτε και κίνησης, των αυτοκινήτων και βεβαίως δεν ανήκουν στους συνήθως
 απείθαρχους και ασυνείδητους πεζούς. Το ίδιο ισχύει και για τις πλατείες, τα πάρκα, τις διαβάσεις,
 τις ράμπες, τις αυλές των σχολείων, τα προαύλια και τις εισόδους των πολυκατοικιών και για
κάθε επιφάνεια του εδάφους.

2. Απαιτούμε να καταργηθούν οι παιδικές χαρές, να κοπούν τα δέντρα που προκαλούν φθορές στα
 αυτοκίνητα με τα κλαδιά τους, να εξαφανιστεί το κακόγουστο πράσινο με ασφαλτόστρωση, να
 επικαλυφθούν τα άχρηστα αρχαία ευρήματα, να κατεδαφισθούν όσες πολυκατοικίες χρειάζεται, να
 επιχωματωθεί μεγάλο μέρος του Θερμαϊκού και να ανεγερθούν παντού πολυώροφα πάρκιν για τη
στοιχειώδη έστω προστασία και εξυπηρέτηση του αυτοκινήτου.

3. Για λόγους υγείας, οι ειδικοί ιατροί συνιστούν να μην παραμένει το αυτοκίνητο αδρανές και
 αγύμναστο. Όλα τα αυτοκίνητα στον δρόμο, ας είναι το σύνθημά μας. Να δοθεί απόλυτη
 προτεραιότητα στην απρόσκοπτη κυκλοφορία του ιδιωτικού αυτοκινήτου, να διαπλατυνθούν οι
δρόμοι, να διακοπεί η κατασκευή του υπογείου, να κατασκευαστούν υπερθαλάσσιες και
υποθαλάσσιες αρτηρίες, να καταργηθούν τα λεωφορεία, τα τραμ και κάθε μέσο μαζικής μεταφοράς.
 Και να μην επιβαίνει σε κάθε αυτοκίνητο κανείς άλλος πλην του οδηγού. Οι λοιποί επιβάτες να
επιτρέπονται μόνον για ταξίδια και εκδρομές ή για κάποιον άλλο σοβαρό λόγο με την έκδοση ειδικής
 άδειας από τα τμήματα τροχαίας κινήσεως.

4. Απαιτούμε η Βουλή να ψηφίσει νόμο με τον οποίο να περιοριστεί αυστηρά η ούτως ή άλλως
 επιβλαβής και ενοχλητική κυκλοφορία των πεζών. Κυρίως να επιτρέπεται αυτή στη διαδρομή από
 και προς το αυτοκίνητό τους και σε ειδικούς αδιαφανώς περιφραγμένους χώρους ούτως ώστε να μην
 εμποδίζουν την κίνηση του αυτοκινήτου και να μην αποτελούν ολέθριο παράδειγμα για τους
 νεότερους. Τα τμήματα ασφαλείας να παρακολουθούν τους πεζούς συνεχώς με κάμερες και με κάθε
άλλο μέσο, να τηρούν ατομικούς φακέλους, να τους κάνουν αυστηρές συστάσεις και να
παραπέμπουν τους συστηματικούς παραβάτες στη δικαιοσύνη (ειδικά δικαστήρια) για να επιβληθούν
 κυρώσεις και να εξασφαλιστεί η νομιμόφρων συμπεριφορά τους. Ως έσχατη λύση για τους
 αμετανόητους, συνιστάται η μεταγωγή τους σε βραχονησίδες του Αιγαίου όπου θα μπορούν
να δώσουν διέξοδο στη διαστροφική τους συνήθεια του βαδίσματος.

5. Απαιτούμε να ληφθεί ιδιαίτερη μέριμνα για τα προβλήματα που δημιουργούνται στο αυτοκίνητο και
τα ατυχήματα που προκαλούνται από τα παιχνίδια των παιδιών και την ασύδοτη ως σήμερα
κυκλοφορία των ηλικιωμένων και των ατόμων με ειδικές ανάγκες. Ας αντιληφθούμε όλοι ότι στους
 δρόμους, στις πλατείες, στα πάρκα, και σε κάθε ακάλυπτο χώρο, θα παίζουν τα αυτοκίνητα ενώ τα
 παιδιά μπορούν να παίζουν άνετα και ακίνδυνα μέσα στα σπίτια τους, στις ταράτσες, μπροστά στην
 τηλεόραση και τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Οι ηλικιωμένοι και τα άτομα με ειδικές ανάγκες
δεν έχουν καμία θέση στις περιοχές κυκλοφορίας και στάθμευσης του αυτοκινήτου. Να παραμένουν
 νόμιμα, υπάκουα και φιλειρηνικά μέσα στα δωμάτιά τους. Θα μπορούν επίσης κατά διαστήματα να
 βγαίνουν στα μπαλκόνια.

6. Δεν είναι δυνατόν οι κάτοχοι οχημάτων να παρέχουν δωρεάν τα καυσαέρια και τους λοιπούς
 ρύπους και να αναλαμβάνουν έτσι αυτοί αποκλειστικά το κόστος της θεσμοθετημένης ήπιας και
 μακροπρόθεσμης μεθόδου ελέγχου του υπερπληθυσμού των πόλεων. Και, τελικά, της χώρας μας
 και του πλανήτη συνολικά. Προτείνουμε την επιβολή ενός παγίου κατά κεφαλήν τέλους σε όλους
τους κατοίκους των αστικών περιοχών, πλην βεβαίως των οδηγών, το οποίο θα κλιμακώνεται
ανάλογα με τον βαθμό ρύπανσης της ατμόσφαιρας στην περιοχή όπου κατοικεί ο κάθε πολίτης
. Υψηλή ρύπανση, υψηλά τέλη. Ας πληρώσουν περισσότερα οι σκανδαλωδώς προνομιούχοι κάτοικο
ι του κέντρου και των βιομηχανικών περιοχών. Οι εισπράξεις να διατεθούν για το ταμείο αρωγής και
 συντάξεως αυτοκινήτων.

7. Συνιστούμε να θεσπιστούν ετήσια κρατικά βραβεία για τους δήμους μέσα στα όρια των οποίων
 εκκαθαρίζονται από κοινωνικά υπεύθυνους οδηγούς οι περισσότεροι πεζοί (με ειδικό μπόνους όταν
 αυτό συμβαίνει το πεζοδρόμιο), προς γνώση δε και συμμόρφωση να αναρτάται στην Πλατεία
 Αριστοτέλους κάθε εβδομάδα το πτώμα ανεύθυνου πεζού και να τοποθετείται επί εξέδρας το αθώο
 δύσμοιρο αυτοκίνητο στο οποίο έχει επιφέρει βλάβες ο πεζός με την παρεμβολή του στην πορεία του
 και την αναπόφευκτη πρόσκρουση. Εάν μάλιστα το αυτοκίνητο έχει καταστραφεί με υπαιτιότητα
βεβαίως του πεζού, επιβάλλεται ένα μητροπολιτικό τρισάγιο στη σεπτή μνήμη του τροχοφόρου.

8. Στις ψυχικές και συναισθηματικές ανάγκες του αυτοκινήτου περιλαμβάνεται η εκδήλωση από τον
άνθρωπο της αγάπης που του οφείλεται, ει δυνατόν της αληθινής λατρείας. Δεν αρκεί η καθημερινή
περιποίησή του, η τροφοδοσία του, το πλύσιμο και ο καθαρισμός, η τακτική συντήρησή του. Η
σωματική επαφή έχει ιδιαίτερη σημασία. Αγγίξτε τα αυτοκίνητά σας με δάχτυλα απαλά, τρυφερά,
 χαϊδέψτε τη γυαλιστερή τους επιφάνεια, πέστε τους λόγια γλυκά, πόσο περήφανο σας κάνουν, ότι δεν
 μπορείτε να ζήσετε χωρίς αυτά. Να είστε βέβαιοι ότι εκείνα θα σας νιώσουν και με τον τρόπο τους
 θα γουργουρίσουν από ευχαρίστηση.

9. Όσοι από τους αναγνώστες του κειμένου αυτού δεν έχουν ακόμη αποκτήσει το απολύτως
 απαραίτητο δεύτερο, τρίτο ή τέταρτο αυτοκίνητο, να συμμορφωθούν πάραυτα. Ένα αυτοκίνητο για
 κάθε χρήστη κι ένα αυτοκίνητο για κάθε χρήση είναι το έμβλημά μας. Άλλο για τον άνδρα, άλλο για
 τη γυναίκα, άλλο για τους γονείς τους, άλλο για καθένα από τα παιδιά. Άλλο για την κίνηση προς και
 από την εργασία, άλλο για τις οικογενειακές εξόδους, άλλο για την εξοχή και τα ορεινά. Για την
 αγορά του αναγκαίου αριθμού αυτοκινήτων, να συνάπτεται, κατά προτίμηση, καταναλωτικό δάνειο
από την πλησιέστερη τράπεζα. Στο σημείο αυτό, να υπενθυμίσουμε ότι, στις σοβαρές και
αναπτυγμένες χώρες, όλοι οι αξιοπρεπείς πολίτες είναι χρεωμένοι ως τον λαιμό, γεγονός που
 σημαίνει ότι το χρέος προσδίδει οντότητα. Πέρασε πια η εποχή της αποταμίευσης. Αν κερδίζουμε
 πέντε, τώρα πρέπει να ξοδεύουμε εφτά.

Όσοι δεν είναι ακόμη κάτοχοι αυτοκινήτου και αναπόφευκτα διατηρούν την επονείδιστη ιδιότητα του
πεζού, ως αρχικό μέτρο αυτογνωσίας και μετάνοιας για την ενοχή τους, να εγκλειστούν στο σπίτι
 τους (έως ότου αυτό κατεδαφιστεί για να γίνει χώρος στάθμευσης το οικόπεδο), να
αυτομαστιγωθούν και να ακολουθήσουν πρόγραμμα νηστείας και προσευχής.

10. Τέλος στους τεχνητούς διαχωρισμούς, τέλος στον ρατσισμό κατά των υλικών αγαθών. Το
αυτοκίνητο συμβολίζει την πορεία προς ένα νέο ανθρωπισμό του χρέους δια της κατανάλωσης και
της κατανάλωσης δια του χρέους. Προς μία ιδανική και όμως ρεαλιστική κοινωνία πολύπλευρης και
 απεριόριστης ατομικής ιδιοκτησίας. Η κατοχή αυτοκινήτων από τους ανθρώπους θα βρίσκεται σε
πλήρη αντιστοιχία με την κατοχή ανθρώπων από ανθρώπους και ανθρώπων από αυτοκίνητα. Και από
 τα αντικείμενα γενικότερα.

Οραματιζόμαστε μια κοινωνία πλήρους ελευθερίας, ισότητας και αδελφοσύνης, μια κοινωνία αγάπης
και δικαιοσύνης, αληθινά χριστιανική και σοσιαλιστική, στην οποία το αντικείμενο δεν θα διαφέρει
από τον άνθρωπο και ο άνθρωπος από το αντικείμενο. Ευπρόσδεκτες βεβαίως είναι και άλλες
δημιουργικές προτάσεις, κατά προτίμηση αυστηρότερες. Όλοι στον αγώνα για την απελευθέρωση του
αυτοκινήτου».

                                                                                                    Από τη συντονιστική επιτροπή

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

8 - Τα ηχηρά πλεονεκτήματα του αιφνιδιασμού


Όσο μεγαλώνει κανείς, τόσο λιγότερο ύπνο χρειάζεται. Και τόσο περισσότερο περπάτημα. Είναι η πιο
ασφαλής και αποτελεσματική αεροβική άσκηση. Για να σφίξει και να δυναμώσει όλο το σώμα, να
 γίνουν πιο ελαστικοί οι μυς, και κυρίως για να ξυπνήσουν τα αίματα, να βελτιωθεί το κυκλοφορικό,
 να λειτουργήσει καλύτερα η καρδιά. Αυτό ακριβώς είχε συστήσει ο γιατρός στην Άντα. Η κίνηση
 είναι άριστο φάρμακο, είχε πει. Μισή ώρα την ημέρα με βήμα ταχύ, καλύτερα μία, μπορεί να κάνει
 θαύματα. Μικρά έστω γιατί τα μεγάλα θαύματα εγκαταλείπουν πανικόβλητα το γερασμένο πλοίο
που μπάζει νερά από παντού, ακόμη και με τις αντλίες του σε πλήρη απόδοση.

Η αυτοσυντήρηση λοιπόν είχε βοηθήσει την Άντα να υπερνικήσει την τεμπελιά και τη συνήθη
 παρόρμηση, μετά το πρωινό ντους και τις μικροδουλειές να αράξει απολαυστικά στο ντιβάνι με ένα
 καφέ κι καλό βιβλίο στην αγκαλιά, μοιραίο υποκατάστατο του πάλαι ποτέ ερωτικού αγγίγματος. Την
 είχε κάνει να φορέσει για μια ακόμη φορά τα άνετα καινούρια αθλητικά παπούτσια και τη γυαλιστερή
 φόρμα της γυμναστικής και να κατεβεί στη νέα παραλία. Εκεί που κάποτε ήταν μαύρη ερημιά,
 μπλόκια και αγριόχορτα, κι εκεί που είχε λεκιάσει τις φούστες της από τις πρώτες δειλές κι αδέξιες,
χυμώδεις μα ανολοκλήρωτες επαφές με τον εφηβικό της έρωτα.

Ήταν ένα φωτεινό πρωινό με μπουκαδούρα, ο ήλιος είχε σκάσει μύτη στο διάσελο του Χορτιάτη, τα
θαλασσοπούλια, οι ήχοι και η μυρωδιά της θάλασσας θύμιζαν κάτι απ’ τα παλιά, ένα κόκκινο καράβι
 ανέμιζε σημαίες που υπόσχονταν όσα ήταν πλέον αδύνατον να εκπληρωθούν, στο βάθος το λιμάνι με
τ’ άσπρα συννεφάκια πάνω απ’ τους γερανούς ήταν σαν ξεφτισμένο όνειρο και η Άντα, με το κεφάλι
ψηλά, είχε περάσει τη σύνθεση με τις αιθέριες ομπρέλες του Ζογγολόπουλου, που λες ότι
προκαλούσαν τον ουρανό να ρίξει τη βροχή και είχε ήδη φτάσει στο ύψος του ξενοδοχείου
Μακεδονία Παλάς. Η λεωφόρος των ήδη ή μελλοντικών καρδιοπαθών, από το Μέγαρο Μουσικής ως
την Πλατεία Ελευθερίας, νέα και παλιά παραλία μαζί, είναι περίπου μια ώρα γρήγορο περπάτημα κι
 όταν θα έφτανε κουρασμένη εκεί, ένας φρέσκος χυμός και ένας γαλλικός καφές με βουτήματα και
απλωμένα τα πόδια κάτω απ’ το τραπεζάκι θα ήταν ότι πρέπει πριν αναζητήσει ταξί για την επιστροφή
 στο σπίτι.

Το βλέμμα της γλιστρούσε πάνω στο απόλυτα οικείο περιβάλλον, στους ταλαίπωρους ομοιοπαθείς,
 στους ερασιτέχνες ψαράδες που σκάλιζαν τις σακούλες τους για δόλωμα, πάνω στα δέντρα και τους
θάμνους, στα παρτέρια, τα πλακάκια, τα παγκάκια και τον σκυθρωπό όγκο των πολυκατοικιών, και το
 μυαλό της, ήδη ξεκούραστο από την ολονύκτια βουτιά στο τίποτα, αναζητούσε θέμα. Ένα μυαλό που
 ήξερε στο πίσω μέρος του πόσο καλό του κάνει το κενό αλλά, εθισμένο μια ζωή στη σκέψη, ήθελε
 με κάτι να απασχοληθεί, κάποια εναλλακτικά σενάρια να διερευνήσει, τουλάχιστον για να περάσει
 αυτή η ώρα που ήταν αφιερωμένη κυρίως στα κάτω άκρα της.

Η ονειροπόληση και η φαντασίωση είναι το παραδοσιακό καταφύγιο των αδύναμων, όπως η Άντα,
 όπως όλοι εμείς οι άλλοι. Έστω και έντεχνα μεταμφιεσμένα, τα σαρκοβόρα της πόλης, οι λίγοι
δυνατοί δεν χάνουν τον καιρό τους με φούμαρα, βγαίνουν κι αρπάζουν τη ζωή απ’ τα μαλλιά, τη
 σέρνουν στη σπηλιά τους για τα περαιτέρω. Μα ποιος μπορεί να είναι τόσο άκαρδος ώστε να θέλει
 να μας στερήσει αυτή την έσχατη διέξοδο και την παρηγοριά;

Λίγο πιο κάτω λοιπόν, εκεί που τελειώνει το ένα πάρκο για να αρχίσει μετά τα πλακάκια το άλλο, εκεί
 που φαρδαίνει η παραλία και παίρνει την αντίστροφη με τα αυτοκίνητα ανοιχτή στροφή για το έφιππο
 άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τις μακεδονικές ασπίδες και τις σάρισες, εκεί που ένα γλυκό
 κορίτσι είχε αφήσει στο πλάι το ποδήλατό του και ρέμβαζε γερμένο στα σκαλάκια, κι εκεί που ένας
 αδέσποτος σκύλος με μαύρη μούρη πετάχτηκε από πλάι ξαφνικά και συντονίστηκε για λίγο με το
 βάδισμά της σε αναζήτηση τροφής και προστασίας, για να την εγκαταλείψει παρακάτω
απογοητευμένος, ήταν φυσιολογικό και μάλλον αναπόφευκτο στο μυαλό της Άντας να ξεπηδήσει το
 περιστατικό της προηγούμενης βραδιάς. Ναι, ναι, εκείνο το άκρως δυσάρεστο με τον ορεσίβιο
 ταξιτζή, την πιθανή μετενσάρκωση ενός τσοπανόσκυλου.

Όχι ότι είναι όλοι οι ταξιτζήδες έτσι, όπως δικαιολογημένα θα υποστήριζε το σωματείο τους.
Υπάρχουν ασφαλώς και πολλά ευγενικά παιδιά, υπάρχουν σωστοί ώριμοι επαγγελματίες με θητεία
 στις χώρες της Δυτικής και της Βόρειας Ευρώπης και άψογη συμπεριφορά. Ακόμη χειρότερα,
 δηλαδή. Γιατί, με τις θετικές εμπειρίες, την καλή διάθεση και τις ευγενικές προθέσεις της, ο
αιφνιδιασμός της Άντας από το γαϊδούρι είχε χτυπήσει κόκκινο.

Έχει τεράστια σημασία ο αιφνιδιασμός, αναλογίστηκε η κριτικός και ανθολόγος, ενώ έριχνε
 λαίμαργες ματιές στους ξηρούς καρπούς και ιδίως στα γλυκά των πλανόδιων μικροπωλητών κάτω
 απ’ το παλιό μπουντρούμι του αίματος, που είχε εξαγνιστεί και εξωραϊστεί, είχε μετονομαστεί σε
 Λευκό Πύργο και είχε γίνει το σύμβολο της πόλης. Παντού και πάντοτε. Από τις περίφημες
συγκρούσεις της ιστορίας, όπως την εισβολή των Γερμανών στη Σοβιετική Ένωση κατά την
 επιχείρηση Μπαρμπαρόσα του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και την αεροπορική επίθεση της
 αυτοκρατορικής Ιαπωνίας στον αμερικανικό ναύσταθμο του Περλ Χάρμπορ, ως και την πιο
 ασήμαντη αψιμαχία. Ως την ανδρική ερωτική επίθεση κι ως το χαστούκι που δίνει ένα αβρό και
 λεπτεπίλεπτο γυναικείο χέρι στο μάγουλο του μεγαλόσωμου αρσενικού. Με άλλα λόγια, οι
 ασθενέστερες δυνάμεις, που κανονικά δεν θα είχαν καμία ελπίδα επικράτησης σε πιθανή
 αναμέτρηση με πλήρη εγρήγορση των αντιμαχομένων, μπορεί να καταβάλουν ή και να συντρίψουν
 τον αντίπαλο όταν έχουν εξασφαλίσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού.

Ο αιφνιδιασμός όμως είχε λειτουργήσει απόλυτα σε βάρος της. Δεν θα ήταν δίκαιο να υπήρχε κι ένας
δεύτερος αιφνιδιασμός για αντιστάθμισμα, σε βάρος αυτή τη φορά του ταξιτζή; Τι αιφνιδιασμός; Ένα
 χαστούκι, ας πούμε. Δεν του άξιζε ένα χαστούκι; Ή μάλλον περισσότερα. Περισσότερα οπωσδήποτε.
Τσατ, φρατς ή σλαπ; Ή πλαφ, ή μήπως φσσστ-μπανγκ; Δεν είναι εύκολο (ούτε τόσο ηδονικό) να
αποδώσει κανείς με σκέψεις ή με γράμματα τον ήχο που κάνει ένα χαστούκι. Γιατί εξαρτάται από ένα
σωρό μεταβλητούς παράγοντες. Εξαρτάται από το μάγουλο, απ’ την παλάμη ή την ανάστροφη του
 χεριού, από τη δύναμη που έχει βάλει ο επιτιθέμενος (χαστουκιστής;) και από τη γωνία πρόσκρουσης
 στο μάγουλο του αμυνόμενου (εάν προλάβει να αμυνθεί). Κι από τη φασαρία ή την ησυχία που
επικρατεί στο περιβάλλον. Τουλάχιστον.

Άλλος ήχος βγαίνει όταν το χέρι πέσει σ’ ολόκληρο στο μάγουλο κι άλλος όταν τα δάχτυλα
 καλύψουν μόνο το μισό, άλλος σε ένα παχουλό, τροφαντό μάγουλο κι άλλος σε ένα αδύνατο ή
 συρρικνωμένο, άλλος με γάντι και άλλος με γυμνό το χέρι, άλλος με μια φαρδιά, σκληρή παλάμη κι
 άλλος με μια μικρή και μαλακή, άλλος με δύναμη και άλλος ξεψυχισμένα, άλλος όταν το χαστούκι
δίνεται στο ίδιο επίπεδο, κι άλλος από χαμηλότερα ή από πιο ψηλά. Με την ανάστροφη (ή με
 δαχτυλίδι) το χαστούκι είναι βέβαια πιο οδυνηρό. Σε οποιαδήποτε όμως περίπτωση, ένα χαστούκι
 είναι ένα χαστούκι, σίγουρα εξευτελιστικό για τον αποδέκτη. Μπορεί να θεωρηθεί και ως θανάσιμη
προσβολή, ιδίως όταν τυχαίνει να υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες.

Καθώς ο ταξιτζής θα ετοιμαζόταν να αποχωρήσει και η Άντα θα απηύθυνε επίκληση στον
 παντοδύναμο, δεν θα μπορούσε, παρά την καθιερωμένη παγερή αδιαφορία του, να είχε τείνει
 ευήκοον ους το θείον; Αφού, μάλιστα, πολλοί υποστηρίζουν ότι βαίνουμε προς ένα νέο λαμπρό
μεσαίωνα, κατά τον οποίο θα κυβερνούν και πάλι οι προγάστορες και χρυσοποίκιλτοι εκπρόσωποί
 του.

Κυριολεκτικά από το τίποτα, να είχε εμφανιστεί ξαφνικά μια ιπποτική ανδρική σκιά μέσα στη νύχτα.
 Να είχε απλώσει το χέρι της και να είχε ανοίξει την αριστερή μπροστινή πόρτα του ταξί, να είχε
 βουτήξει τον οδηγό από τα πέτα, να τον είχε τραβήξει έξω εύκολα παρά τον επιβλητικό όγκο του,
να τον είχε κολλήσει στα πλαϊνά του οχήματος και τον είχε σρχίσει στα τσατ, τα πλαφ και τα σλαπ. Ή
 στα φσσστ-μπανγκ. Ήχους χορταστικούς καθώς η δύναμη της σκιάς θα ήταν μεγάλη και οι παρειές
 του οδηγού σε πλήρη ανάπτυξη από την ευδόκιμη θητεία του στα ταχυφαγεία.

Χαστούκια, αλλεπάλληλα, ταχύτατα, χωρίς να χάνεται ούτε ο ελάχιστος χρόνος, στο αριστερό του
 μάγουλο με την παλάμη, στο δεξί με την ανάστροφη του χεριού. Παλάμη, ανάστροφη, παλάμη,
 ανάστροφη, με κίνηση οριζόντιου εκκρεμούς ή μισή περιστροφή ανεμιστήρα, ο οδηγός δεν θα είχε
 προλάβει όχι να αντιδράσει, όχι να πάρει ανάσα, αλλά ούτε καν να καταλάβει τι του συνέβαινε. Μόνο
 κάτι ακαθόριστες πνιχτές φωνούλες, μάλλον ένας αυθόρμητος κλαυθμυρισμός θα είχε ακουστεί
τριγύρω.

Ύστερα η σκιά θα είχε εξαφανιστεί και πάλι στο σκοτάδι που την είχε γεννήσει τόσο απροσδόκητα με
 ένα βαρύ και δυσοίωνο, «πρόσεξε καλά, ρε καραγκιόζη, γιατί την επόμενη φορά δεν θα έχει χάδια»,
 εκείνη θα είχε βιαστεί να τρυπώσει στο σπίτι και να κλειδώσει πίσω της την πόρτα πριν ξεσπάσει σε
 γέλια βροντερά και ο ταξιτζής, τι ο ταξιτζής; Ο ταξιτζής θα είχε καταπιεί ακόμη και το κιχ που θα
 ετοιμαζόταν να ψελλίσει, θα είχε τρίψει ενστικτωδώς τα πλέον κατακόκκινα μάγουλά του, θα είχε
 χωθεί στη θέση του μόλις θα είχε κάπως συνέλθει και θα είχε βιαστεί να απομακρυνθεί. Ενώ
 πιθανότατα θα αναλογιζόταν τα χειρότερα που είχε γλιτώσει με υπόκρουση, ως ρέκβιεμ της μαγκιάς
 του, τα κλαψιάρικα τουρκογύφτικα άσματα από το κασετόφωνο.

Παρά το εύλογο των σκέψεων και των συναισθημάτων της μετά τη λεκτική βαναυσότητα του ταξιτζή,
δεν θα ήταν ωραίο επίσης να είχε πέσει έξω η Άντα στις εξίσου εύλογες προβλέψεις της; Ναι, ναι,
 πλήρως και απολύτως. Σε όλα τα άλλα εκτός από τα του αθώου τετραπόδου. Δεν θα ήταν ωραίο να
μην είχε δει το ταξί να απομακρύνεται στο βάθος, να μην είχε σύρει τα εξουθενωμένα βήματά της ως
 την εξώπορτα, να μην είχε ρίξει μια αφηρημένη ματιά στις γλάστρες της, να μην την είχε πνίξει η
αδύναμη οργή της για την αδικία;

Νεράκι, βέβαια, εντάξει, ας είχε πιει απ’ το πλαστικό μπουκάλι, ας είχε διεκπεραιώσει και όλα τα
διαδικαστικά για την κατάκλιση, αυτά όμως δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν και ως σπουδαίες
 προβλέψεις. Η οργή της θα είχε σβήσει ακαριαία, καμία κατάθλιψη δεν θα την είχε κυριέψει και ούτε
 καν θα χρειαζόταν να ταυτισθεί με τα θύματα και να είχε αφήσει τον συγγραφέα (τη συγγραφέα
 καλύτερα, μια από εκείνες τις σατανικές γριούλες του αγγλικού αστυνομικού μυθιστορήματος)
να πάρει εκδίκηση. Ε, καλά, το σέρτικο τσιγάρο θα το είχε καπνίσει, με μιαν αίσθηση όμως
 ανακούφισης, με μια αλλιώτικη ηδονή κι ένα χαμόγελο στα χείλη ενώ θα είχε κουνήσει καταφατικά
 το κεφάλι. Ναι. Θα ήταν ο αιφνιδιασμός που υπερισχύει και θριαμβεύει. Αυτή τη φορά, ο δίκαιος
δεύτερος επί του άδικου πρώτου.

Η Άντα βάδιζε αντίθετα προς το ρεύμα των αυτοκινήτων, κάτω από τους φανοστάτες της Λεωφόρου
Νίκης και είχε φτάσει πλέον ανάμεσα στην Αγίας Σοφίας και την Πλατεία Αριστοτέλους. Δεν ήξερε
 ακόμη τον κυρ-Θανάση και, φυσικά, δεν της είχε δοθεί η ευκαιρία να τον είχε συμπαθήσει.
 Αγνοούσε τις όλως έκτακτες συνθήκες που θα οδηγούσαν λίγο αργότερα στη γνωριμία της με τον
 παλιό υδραυλικό. Όμως, δεν είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς τι να είχε γίνει και με το άλλο
 περιστατικό; Με το 4 Χ 4. Τι να είχε γίνει άραγε με τον ευκατάστατο νεαρό κύριο που θεωρούσε το
 πεζοδρόμιο ως χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων και τον κάθε αδύναμο ως αντικείμενο χλευασμού;

Όταν ο πρώην υδραυλικός θα είχε γυρίσει στο σπίτι του ειρηνικά μετά τα παιχνίδια με την εγγονή του,
θα είχε εισπράξει επάξια απ’ τη μικρούλα ένα μουτς σε κάθε ρυτιδωμένο μάγουλο και θα είχε πάρει
εκείνη την ελαφρά κωμική μα απόλυτα ανθρώπινη έκφραση της ευτυχίας. Χωρίς να είχε ξαναπεράσει
 απ’ το μυαλό του το δυσάρεστο περιστατικό με το βαρύ όχημα που θα μπορούσε να λεχθεί ότι δεν
 αποτελούσε και σπάνια εξαίρεση στη καθημερινότητά του.

Δεν θα ήταν δικαιολογημένο να σκεφτεί κανείς μήπως υπήρξε και στην περίπτωση αυτή ένας
 δεύτερος αιφνιδιασμός; Χωρίς βέβαια κανείς να πειράξει τον νεαρό οδηγό. Όχι, όχι. Χωρίς την
 καταδικαστέα απ’ όλους έστω απολαυστική ελαφρά βιαιοπραγία, χωρίς αυτού του είδους την
πρωτόγονη μα και παράνομη αυτοδικία, ούτε καν άγγιγμα, ούτε ένα χαστουκάκι. Τίποτα απολύτως. Ο
 ιδιοκτήτης του 4 Χ 4 θα παρέμενε ακέραιος και ανέγγιχτος, με ατσαλάκωτη την ακριβή του
ενδυμασία, όπως ακριβώς ήταν όταν είχε πηδήξει στις πλάκες του πεζοδρομίου με τη χαριτωμένη
 κίνησή του μέσα στα μοκασίνια του.

Η έκπληξη που θα τον περίμενε όταν θα γύριζε απ’ τη δουλειά του θα ήταν διαφορετική. Θα είχε
προσεγγίσει το όχημα από πίσω, θα είχε σύρει το χέρι στην απαστράπτουσα επιφάνειά του με
 συγκρατημένη περηφάνια και, βυθισμένος ακόμη στις επαγγελματικές του υποθέσεις, θα είχε ανοίξει
την πόρτα και θα είχε καθίσει στη θέση του οδηγού. Μόλις όμως θα είχε σηκώσει το κεφάλι, θα είχε
 διαπιστώσει με τρόμο ότι το παρμπρίζ του αυτοκινήτου ήταν θρυμματισμένο. Θα είχε αφήσει να του
 ξεφύγει ένα μάλλον ανάρμοστο «όχι, ρε πούστη» και θα είχε μείνει σαν απολιθωμένος μην
μπορώντας να χωνέψει την εικόνα που έβλεπε.

Αν θα είχε πάει τριγύρω, όταν συνήλθε, να ρωτήσει μήπως είχαν δει τον δράστη; Και βέβαια θα είχε
ρωτήσει. Αφού πρώτα θα είχε χτυπήσει τον πίνακα των οργάνων με τα δυο χέρια, θα είχε πιάσει το
κεφάλι του με απόγνωση, θα είχε κατεβεί και θα είχε κλωτσήσει στον αέρα, θα είχε βρίσει μέσα στα
 δόντια του και μεγαλόφωνα και θα είχε απειλήσει θεούς και δαίμονες. Θα είχε ρωτήσει με
 οικειότητα κάποια ηλικιωμένη γειτόνισσα που έπλεκε στο χαμηλό μπαλκόνι, θα είχε ρωτήσει
ευγενικά τον μαγαζάτορα που κυνηγούσε μύγες στην είσοδο του καταστήματός του, θα είχε ρωτήσει
λαϊκά τους ταβλαδόρους και τους πρεφαδόρους στο απέναντι καφενείο, θα είχε ρωτήσει παρακλητικά
 ακόμη και τους τυχαίους περαστικούς.

Όλοι βέβαια δεν θα είχαν προσέξει τίποτα, όλοι θα είχαν κουνήσει αρνητικά το κεφάλι τους. Εκείνος
που θα τον είχε διαφωτίσει, όταν θα είχε πλέον απελπιστεί, θα ήταν ένας πιτσιρίκος του δημοτικού
 που θα έβγαινε χοροπηδώντας από την είσοδο της πολύκατοικίας. «Εγώ τον είδα, κύριε», θα είχε πει,
 «πριν ένα τέταρτο που γύριζα απ’ το σχολείο. Σταμάτησε με μια παλιά μηχανή, κατέβηκε και πήγε
 κατευθείαν στο αυτοκίνητο, έδωσε μια στο τζάμι με σφυρί, κλειδί ή κάτι τέτοιο, κι ύστερα την
 κοπάνησε. Ένας μεγάλος ήταν με μαύρη φόρμα».

Άλλο τίποτα δεν θα είχε δει ο μικρός, χαρακτηριστικά ασφαλώς δεν θα είχε συγκρατήσει και θα
βιαζόταν να φύγει γιατί θα τον περίμενε ο φίλος του να παίξουν στον υπολογιστή και να σερφάρουν
 στο διαδίκτυο. Ο ιδιοκτήτης του οχήματος θα είχε θεωρήσει μάταιο να επιμείνει και θα είχε μείνει
μόνος του να μουρμουρίζει «άκου, σφυρί ή κάτι τέτοιο, ζούγκλα γίναμε, κανείς δεν σέβεται την
 περιουσία του άλλου». Θα είχε κοιτάξει τον ουρανό, θα είχε ρίξει μια τελευταία θλιμμένη ματιά
στο σπασμένο παρμπρίζ, και θα είχε σχηματίσει τον γνωστό αριθμό στο κινητό για να καλέσει την
 οδική βοήθεια.

Αιφνιδιασμοί λοιπόν και εκπλήξεις. Η Άντα ήδη ετοιμαζόταν να πάρει τη στροφή για την καφετέρια
της Πλατείας Ελευθερίας και, κουρασμένη απ’ το περπάτημα, δεν είχε πλέον καμία όρεξη για το
 έκτακτο και το απρόβλεπτο. Που όμως σπάνια λαμβάνουν υπόψη τους τις διαθέσεις μας. Το
 απρόοπτο και δραματικό που δεν ήταν τόσο σπάνιο στην ιστορία της Πλατείας Ελευθερίας, όπως
και οι από εξέδρας προεκλογικές υποσχέσεις των πολιτικών αρχηγών στην ιστορία τη γειτονικής και
 αριστοκρατικότερης Πλατείας Αριστοτέλους.

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

7 - Και πάλι το αθώο τετράποδο



Οι παγίδες είναι πολυποίκιλες και αριστοτεχνικά στημένες. Έστω και χωρίς πρόθεση, χωρίς
 σχεδιασμό, εντελώς τυχαία και συμπτωματικά. Γεγονός που για μια φορά ακόμη αποδεικνύει ότι η
αμέλεια είναι πιο επινοητική από την προμελέτη. Όχι όπως συμβαίνει στα οργανωμένα ναρκοπέδια με
 τα αγκαθωτά συρματοπλέγματα, τις πινακίδες σε ευδιάκριτο σημείο με τις νεκροκεφαλές και τα
 κόκαλα χιαστί από κάτω, αυτά τα παγκόσμια σύμβολα που προειδοποιούν με θανάσιμη σαφήνεια για
 τον κίνδυνο τους παράνομους μετανάστες, τους ασιάτες, τους αφρικανούς, τους βαλκάνιους και
κάθε άλλον απόκληρο. Και όχι από τον στρατό, όχι στην παραμεθόριο και τις ερημιές, όχι στα βουνά
 και τα λαγκάδια, ασφαλώς όχι εκεί.

Αυτές οι παγίδες είναι τοποθετημένες από άλλες εξίσου επίσημες αρχές, από κρατικές εταιρίες και
δημοτικούς οργανισμούς, από εξ ορισμού κοινωφελείς επιχειρήσεις, είναι σκορπισμένες εδώ κι εκεί
από τους ίδιους τους κατοίκους στις αστικές, στις απόλυτα ειρηνικές περιοχές, όπως θα μπορούσε
κανείς να τις ονομάσει. Αυτοσχέδιες σε μια ποικιλία ανεξάντλητη, συνηθισμένες και πρωτότυπες,
συνδυασμένες και διαδοχικές και συνήθως παραπλανητικά ακίνδυνες σε πρώτη θέα για ένα θήραμα
 που επιμένει να αγνοεί την ιδιότητά του και που δεν φαίνεται να έχει διδαχθεί και πολλά από τα
παθήματά του.

Πλάκες που γλιστρούν στα χαμηλά κι άλλες πλάκες ανασηκωμένες, βαθουλωμένες, βγαλμένες ή
μισοσπασμένες που με το πάτημα εκτοξεύουν τα νερά της βροχής, χώμα χορταριασμένο γύρω απ’ τα
 δέντρα και τους στύλους της δημόσιας επιχείρησης ηλεκτρισμού, ένα πρόχειρο μακρόστενο
 τσιμεντένιο λούκι που εκτείνεται από την υδρορροή ως την άκρη του πεζοδρομίου. Μυτερά σαν
λόγχες, άκοπα, ξερά κλαδιά των δέντρων στα υψηλότερα, ακάλυπτα καθοδικά σκαλάκια παρακάτω
 προς το ημιυπόγειο κατάστημα ή ανοδικά προς την είσοδο της πολυκατοικίας.

Και. Ο αφημένος ανοιχτός μεταλλικός κάδος σκουπιδιών του δήμου που προεξέχει απ’ τον δρόμο, τα
 σκόρπια τραπεζάκια της καφετέριας ή του εστιατορίου, τα πλαστικά οικιακά σκεύη της αποθήκης ή
 άλλα εμπορεύματα, τα αυτοκίνητα και οι μηχανές στο πεζοδρόμιο. Στο πεζοδρόμιο είπατε; Μα, ναι.
 Φυσικά. Κλίσεις, επιστρώσεις, πρόχειρα μπαλώματα, λακκούβες και καπάκια παροχών. Τέλος, σε
 κείνο που δεν έχει τελειωμό, οι διάσπαρτες κουράδες από οικόσιτα και αδέσποτα, οι ίδιοι οι μακάρια
 και βαριεστημένα ξαπλωμένοι ψειριασμένοι σκύλοι.

Ό,τι χρειάζεται για να γλιστρήσεις, να σκοντάψεις, να παραπατήσεις, να τρυπηθείς, να χτυπήσεις, να
μωλωπιστείς, να, να και να. Το θήραμα είναι βέβαια ο πεζός. Υγιής ή ασθενής, αρτιμελής ή
ανάπηρος, παιδί, έφηβος ή γέροντας, εκούσια ή αναπόφευκτα πεζός. Ο ενοχλητικός και ο
 περιφρονημένος. Ακόμη και ο οδηγός που υποχρεώνεται κάποτε να καλύψει έστω και μια μικρή
 απόσταση με τα πόδια. Κι αν είναι μαμά ή παππούς και σπρώχνει καροτσάκι βρέφους, τότε ακόμη
 καλύτερα. Ίσως βέβαια τα μάτια του ή ένα σπασμένο πόδι να είναι κάπως φιλόδοξη τιμωρία, αλλά το
 πέσιμο, τα λερωμένα ρούχα, το χτύπημα στο χέρι και η εξάρθρωση ή το διάστρεμμα του αστραγάλου
είναι απόλυτα ρεαλιστικές προοπτικές, μια καθημερινή πραγματικότητα.

Γεννημένος σ’ ένα σπιτάκι του Κουλέ Καφέ κάτω απ’ την πορτάρα και τα κάστρα, με μεταγραφή
 λόγω γάμου από έρωτα στη Μαλακοπή πίσω απ’ το λύκειο, ο κυρ-Θανάσης, συνταξιούχος
 υδραυλικός που είχε αποφοιτήσει με λίαν καλώς από την τεχνική σχολή και με άριστα από τις
 ανώτατες σπουδές της ζωής, είχε γίνει με την ηλικία ένας πράος και φιλήσυχος άνθρωπος. Και
 φιλοσοφημένος. Όταν μάλιστα δεν κατέβαινε στην παραλία για τη βόλτα του, για να χαζέψει τα
 μεγάλα πλοία και τους γλάρους και να εισπνεύσει εκείνο το αψύ, το μεθυστικό άρωμα της νιότης
 του, τότε που λαχταρούσε να μπαρκάρει για τα πέρατα του κόσμου, όταν παρατούσε τον καναπέ και
 την τηλεόραση, το τάβλι και την πρέφα στο καφενείο, την εφημερίδα, ακόμη και κανένα καλό
βιβλίο («όλα χρειάζονται», έλεγε, «όλα μας διδάσκουν»), και έβγαζε τη δίχρονη εγγονή του βόλτα στη
 γειτονιά, γινόταν σκέτη ζάχαρη και κόντευε να λιώσει.

Της είχε μεγάλη αδυναμία της κατουρλούς, τον μάγευε με τις γκριμάτσες, με τα λογάκια της και τα
ναζάκια, με τα μάτια της που έλαμπαν κι ήταν βέβαια ίδια τα δικά του. Του θύμιζε και το μοναδικό
 χαμόγελο της Μαρίας, της γυναίκας του που είχε χάσει πρόσφατα, μετά σαράντα χρόνια κοινής ζωής
 χωρίς ούτε μια πικρή κουβέντα. Και, φυσικά, πάντοτε κάτι της αγόραζε, παρά τις αυστηρές οδηγίες
 της κόρης του, και πάντοτε ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός.

Ψηλός, ξερακιανός, νευρώδης και ευκίνητος ακόμη και τώρα, ο κυρ-Θανάσης ξηγιόταν ντόμπρα.
 Ποτέ του δεν είχε χωνέψει εκείνους τους φλώρους που θεωρούν μαγκιά την πουστιά και την κάθε
ατιμία. Από παλιότερα που αλώνιζε την περιοχή για να εγκαταστήσει θερμοσίφωνες, να επισκευάσει
 σωλήνες, να ξεβουλώσει νεροχύτες, πλυντήρια κι αποχετεύσεις, το χέρι του έπιανε και το μάτι του
 έκοβε. Μπορούσε να διακρίνει από μακριά τον κίνδυνο σαν ερυθρόδερμος ανιχνευτής και να τον
οσφρανθεί σαν κυνηγόσκυλο, να επισημάνει και να παρακάμψει τις λούμπες και τις κακοτοπιές σαν
ακροβάτης.

Αυτός ποτέ δεν θα κατέβαζε το παιδί στο κατάστρωμα του δρόμου, όπως έκαναν τόσοι και τόσοι
άλλοι, που βάδιζαν με το καροτσάκι παράλληλα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και μερικές φορές
μάλιστα ούτε καν αντίθετα προς το ρεύμα κυκλοφορίας. Δεν θα το κατέβαζε γιατί τότε το κεφαλάκι
του θα βρισκόταν στο ίδιο περίπου ύψος με τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων και θα εισέπνεε
 απευθείας τα δηλητήρια. Δεν θα το κατέβαζε και γιατί, με την καλοκάγαθη αφέλεια του δίκαιου,
 ακόμη πίστευε ότι το πεζοδρόμιο του ανήκει.

Αυτός δεν θα ήταν ποτέ αφηρημένος. Γιατί το κακό δεν θέλει πολύ για να γίνει. Θα την πήγαινε
 πάντοτε από μέρος ασφαλές, θα έβρισκε πάντοτε δίοδο και διέξοδο, και δεν θα τον απασχολούσαν οι
 χαιρετούρες και οι κουβέντες με τους γείτονες και παλιούς πελάτες του παρά μόνον με το χερούλι
 γραπωμένο και το καροτσάκι της μικρής κάτω από την άγρυπνη άμεση επίβλεψη και εποπτεία του.

Την ώρα εκείνη, περίπου έντεκα το πρωί, κι ενώ γερμένος πάνω απ’ τη μικρή προσπαθούσε να
 διαπιστώσει ποιο παραμυθάκι, ποια ιστορία θα προτιμούσε να της διηγηθεί, σαν να μπουμπούνισε,
 σαν να συννέφιασε ξαφνικά και να σκοτείνιασε η μέρα. Σήκωσε απορημένος το κεφάλι του και είδε
 να ορθώνεται μπροστά του ένα κατάμαυρο γυαλιστερό όχημα μεγάλων διαστάσεων με σκούρα
τζάμια και χοντρές ρόδες. Να έχει καβαλήσει το πεζοδρόμιο και τη μισή ράμπα και να μην του αφήνει
πλέον κανένα περιθώριο να περάσει. Σήκωσε τα ματάκια της και η μικρή κάτω απ’ το ροζ καπελάκι
της, είπε, «πω, πω, παππού», κι έμειναν και οι δύο να κοιτάζουν με μισάνοιχτο το στόμα.

Σύντομα αφίππευσε με μικρό άλμα και μπροστά το πηγούνι ο κομψοντυμένος νεαρός οδηγός,
βρόντηξε πίσω του την πόρτα, έφτιαξε τη γραβάτα του, μίλησε αρκετή ώρα μεγαλόφωνα στο κινητό
 του και άρχισε μετά να επισκοπεί τον περίγυρο.

«Τι ψάχνεις, ρε παλικάρι; », ρώτησε ο κυρ-Θανάσης. «Εδώ βρήκες να παρκάρεις; Δεν μπορούμε ούτε
να περάσουμε».
«Και που θέλεις να παρκάρω, ρε μάστορα;», αποκρίθηκε ο άλλος με μια λοξή ματιά, ενοχλημένος
 από την παρέμβαση. «Ο δρόμος έχει πήξει στο αυτοκίνητο, βλέπεις εσύ κανένα άλλο μέρος;»
« Δεν είναι δική μου δουλειά να βρίσκω μέρος για να παρκάρεις εσύ. Όμως δυο δρόμους παρακάτω
 στο στενό, νομίζω ότι έχει άνετο χώρο, ακόμη και για το θηρίο σου», πρότεινε δείχνοντας του με το
χέρι ο κυρ-Θανάσης.
«Τα δέκα λεπτά που θα μείνω εδώ σε πείραξαν;», δικαιολογήθηκε ο νεαρός. Ύστερα, σα να
 μετάνιωσε για την διαλλακτικότητά του, συνέχισε σε πιο αψύ τόνο. «Δεν πας εσύ δυο δρόμους
παρακάτω να περάσεις, εμένα η δουλειά μου είναι ακριβώς εδώ. Και ξέρεις τι λέω, ρε γέρο;
Καλύτερα να κοιτάζεις τη δική σου τη δουλειά».

Ο παλιός υδραυλικός έκανε ν’ αφήσει το χερούλι αλλά ύστερα το ξανάπιασε. «Βγάζεις και γλώσσα
 από πάνω, τσόγλανε», λίγο έλειψε να πει και να συνεχίσει με τα πιο χοντρά της συνοικίας αλλά τον
 σταμάτησε η σκέψη της μικρής στο καροτσάκι. «Ας μην είχα το μωρό μαζί μου και θα σου έδειχνα
 εγώ δυο-τρία πραγματάκια. Για γέρους και για νέους και για το ποιος θα πάει παρακάτω».

Προτίμησε να μην αρθρώσει κουβέντα, έριξε μια τελευταία δολοφονική ματιά στον οδηγό που
απομακρυνόταν, έκανε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών με το καροτσάκι και κατευθύνθηκε προς τον
 παρακάτω δρόμο για το πάρκο της γειτονιάς.

«Ας το αφήσουμε αυτό το γαϊδούρι, μωρό μου», έσκυψε και είπε στη μικρή.
«Το γαδούλι, το γαδούλι, επανέλαβε εκείνη τραγουδιστά, χτυπώντας τα χεράκια της.
«Τον γάιδαρο, τον γαϊδουρογάιδαρο», πλειοδότησε ο κυρ-Θανάσης.
«Ου, ου, γαδουλογάδαλο».

Ο κυρ- Θανάσης χαμογέλασε πλατιά. «Άσε τον αυτόν, αγάπη μου. Εμείς θα βρούμε πώς
να φτάσουμε στο πάρκο που σε περιμένουν ο Κωστάκης και ο Γιαννάκης. Πρώτα όμως λέω να
 πεταχτούμε ως εκείνο το περίπτερο που έχει τις ωραίες σοκολάτες. Μετά θα φτιάξεις πύργους με το
 κουβαδάκι σου στην άμμο, θα σε ανεβάσω στην τραμπάλα, θα πιούμε νερό απ’ τη βρυσούλα, θα
 πούμε παραμύθια. Θα περάσουμε μια χαρά οι δυο μας. Ας τον αυτόν. Νομίζει ότι θα τον
προστατεύσει ο όγκος του. Αυτός, έτσι που καβαλάει τα πεζοδρόμια, θα το φάει κάποια μέρα το
κεφάλι του. Κάπου θα τρακάρει και θα γκρεμοτσακιστεί, ε; Μπουμ».

«Μπουμ», έκανε η μικρή.

Σάββατο, 4 Αυγούστου 2012

6 - Το αθώο τετράποδο


Η Μιράντα Χαλκίδη, ή σκέτη Άντα, ακόμη και Αντούλα για τους οικείους και τους φίλους της, ήταν
μια ευαίσθητη, προικισμένη και πολύ καλλιεργημένη γυναίκα. Και ιδιαίτερα κοινωνική και ευγενική
 από τα παιδικά της χρόνια στη Θεσσαλονίκη, όταν δεν μπορούσε καν να διανοηθεί ότι θα σπούδαζε
στη Γερμανία, θα ερωτευόταν κάποιον Κουρτ και θα πρόσθετε ένα Στάιν με παύλα στο επώνυμό της,
 ότι θα αποκτούσε δυο παιδιά, θα ζούσε στη βόρεια αυτή χώρα για αρκετές δεκαετίες και κάποτε θα
χώριζε, ότι θα γινόταν γνωστή ποιήτρια σε δύο γλώσσες, διαπρεπής μεταφράστρια, κριτικός και
ανθολόγος και ότι θα γύριζε στην πατρίδα σε ώριμη πλέον ηλικία. Για να ξανασυναντήσει κάποιους
 από τους εφηβικούς της φίλους, σημαντικά πλέον πρόσωπα στην κοινωνία της πόλης και όχι μόνον,
όπως τον απόμαχο ποιητή του ανορθόδοξου έρωτα και γκουρού της λογοτεχνίας και τον αντίπαλό του
 σε πολλά φιλόλογο, μελετητή και ομότιμο καθηγητή του πανεπιστημίου, για να ενταχθεί στις
 λογοτεχνικές παρέες, να εγκατασταθεί και να ζήσει μόνη κι έρημη στο πληκτικό αυτό χωριουδάκι
στις παρυφές της φυσιολογικά ανεξέλεγκτης αστικής επέκτασης προς τα ανατολικά. Σε μια παλιά
ευρύχωρη και ψηλοτάβανη αποθήκη που, με το εκλεπτυσμένο γούστο της, με προσωπική εργασία και
 όχι ευκαταφρόνητα έξοδα, είχε μετατρέψει σε θελκτικό και φιλόξενο σπίτι και για τους άλλους
ποιητές και πεζογράφους.

Τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα, όταν ήταν ένα χαριτωμένο, ελκυστικό και ανίδεο κορίτσι
της αριστεράς και, όπως όλοι οι νεαροί διανοούμενοι και καλλιτέχνες της παρέας της, πίστευε
ολόψυχα στα μεγάλα κοινωνικά φετίχ, ελάχιστα προέβλεπε τα επερχόμενα και απολύτως τίποτα δεν
 φανταζόταν για τα πράματα και θάματα που θα προσκόμιζε ο νέος αιώνας. Ούτε κατά τη διάρκεια της
 επάρατης επταετίας όταν ανέμιζε τα κόκκινα μαλλιά, τα λάβαρα και τα πανό της σε πορείες και
 διαδηλώσεις διαμαρτυρίας στο Μόναχο, την Κολωνία ή το Βερολίνο και κατέληγε στο σπίτι
βραχνιασμένη και ψόφια από την κούραση αλλά με μιαν ηδονική αίσθηση εκπλήρωσης.

Την ενοχλούσε ακόμη βέβαια το σαρδόνιο γέλιο της ιστορίας που, όταν δεν εξοφλεί τους παλιούς
 λογαριασμούς της μέσα σε ένα λουτρό αίματος, όλα τα ανατρέπει και όλα τα εμπαίζει, με πρώτες
 στο ανελέητο στόχαστρό της τις αγαθές προθέσεις. Που συνήθως χρησιμοποιεί ως σύντριμμα για να
 επιστρώσει τον δρόμο προς το γνωστό αποτρόπαιο φόβητρο των θρησκόληπτων σε επίγεια εκδοχή.
 Αναπόφευκτα όμως είχε συμβιβαστεί με τη σκληρή πραγματικότητα της νέας εποχής. Είχε
συμβιβαστεί στον βαθμό που της επέτρεπε η ανάμνηση μιας χαμένης άνοιξης και ο αθεράπευτος
ρομαντισμός της, ο οποίος αποτελούσε μάλλον ισχνή εγγύηση για την ασφάλειά της.

Ακόμη και τώρα που έφερε ανεξίτηλες στο σώμα, το πρόσωπο και τα βαμμένα της μαλλιά τις
αυθαίρετες και φθονερές επεμβάσεις του χρόνου, η Μιράντα Χαλκίδη-Στάιν ασφαλώς διατηρούσε
 ίχνη απ’ την παλιά της τσαχπινιά και σχεδόν αυτούσια την ευγένεια και τη γλυκύτητά της («λέγε με
Άντα, καλέ»). Διατηρούσε αυτούσιο το μεσογειακό χαμόγελο και την εγκαρδιότητά της, καθώς το
 ταξί στο οποίο είχε επιβιβαστεί συνέχιζε τη μακρινή διαδρομή του από την πυρίκαυστη καρδιά της
πόλης προς τα περίχωρά της.

Νωρίτερα το ίδιο βράδυ, η διεισδυτική και γλαφυρή εισήγησή της πλάι στο πιάνο της Ποιητικής
Εστίας, θαυμάσια διακοσμημένης με αφίσες, φωτογραφίες, χειρόγραφα, αυτόγραφα και άλλα
αναμνηστικά από τη σταδιοδρομία του εξέχοντος οικοδεσπότη, είχε μεγάλη επιτυχία. Όπως και η
ανάγνωση των ποιημάτων του τιμώμενου γνωστού υπαρξιακού ποιητή. Όπως οι εξίσου
 ενδιαφέρουσες ερωτήσεις που υποβλήθηκαν και η συζήτηση που ακολούθησε με το πλήθος των
περίπου είκοσι πέντε παριστάμενων, κυρίως συγγενών του και ομότεχνων, για τον πηγαίο λυρισμό,
 το γνήσιο θρησκευτικό συναίσθημα, τις ανιχνεύσεις, τα φανερά και τα κρυμμένα, τα σαφή και τα
 υπονοούμενα στο σημαντικό έργο του ποιητή. Τα αυτονόητα θερμά συγχαρητήρια για την ομιλία της,
το μπρούσκο κόκκινο κρασί μετά, τα ανέκδοτα και τα φιλικά πειράγματα στην παρακείμενη καφετέρια
 με μερικούς από τους ευάριθμους αμετανόητους εραστές της αριστοκρατικότερης των τεχνών, είχαν
τονώσει ακόμη περισσότερο την ευχάριστη διάθεσή της παρά την καθιερωμένη
βασανιστική μουσική υπόκρουση.

Παρόλο που ήταν κουρασμένη και ελαφρά ζαλισμένη, ναι, πράγματι είχε κάνει φιλότιμες απόπειρες
να αρχίσει μια στοιχειώδη μεταμεσονύκτια κουβέντα για τούτο και για κείνο με τον ογκώδη και
σκυθρωπό οδηγό που ξεχείλιζε εμφανώς από το κάθισμα μπροστά αριστερά της. Με αποτέλεσμα,
 την τρίτη και τελευταία όπως αποδείχτηκε φορά, να του αποσπάσει κάτι ανάμεσα σε ρόγχο, γρύλισμα
 και σπηλαιώδες μουγκρητό, διανθισμένο με ακατάληπτες, ηχητικά ενοποιημένες λέξεις, που την
 έπεισε έστω και απρόθυμα να παραιτηθεί από την προσπάθειά της.

Άφησε λοιπόν το βλέμμα της να πλανηθεί αφηρημένα έξω απ’ το παράθυρο στις πολύχρωμες
φωτεινές επιγραφές και τις προθήκες των καταστημάτων και σε κάποιες πιο φωτεινές ακόμη παρέες
 αγοριών και κοριτσιών, που γελούσαν ξένοιαστα και πειράζονταν στο πεζοδρόμιο. Σχεδόν αυτόματα,
 αυτό προκάλεσε μιαν οδυνηρή αναδρομή πίσω απ’ την ομίχλη στα ερωτικά φαντάσματα των
 νεανικών της χρόνων, που προσπάθησε απεγνωσμένα και κατάφερε να εξορκίσει μόνον όταν το
αυτοκίνητο είχε αφήσει πίσω του το πολεοδομικό συγκρότημα και όταν στην αναγκαστική σιωπή της
 είχε προστεθεί η σκοτεινή γαλήνη του περιβάλλοντος.

Πέρασαν μπροστά από σκόρπια τετράγωνα χωριατόσπιτα, από διάφορους σύγχρονους οικισμούς
και κατάκλειστες μεμονωμένες τεράστιες επαύλεις με επαγγελματικά φιλοτεχνημένα προκήπια, κατά
διαστήματα από αστραφτερές εκθέσεις κάθε είδους εμπορευμάτων και από εγκαταλειμμένα
μελαγχολικά εργοστάσια, από κυκλοφοριακούς λαβύρινθους και στενωπούς με παραπειστικές
πινακίδες, από ανηφόρες, κατηφόρες και απότομες στροφές αλλά, χάρη στις ακριβείς και λεπτομερείς
 οδηγίες της, ο οδηγός δεν δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα να φθάσει στο δικό της σπίτι
στην κορυφή ενός καταπράσινου λόφου και να σταματήσει έξω απ’ το μικρό προαύλιο.

Η Άντα έκανε με κόπο τη λιγότερο μπροστινή και περισσότερο πλάγια κίνηση για να βγει απ’ το ταξί,
μια και οι ενοχλήσεις από τις φθορές και τις στενώσεις στους σπονδύλους της, κάτω από το
 εξαιρετικά κομψό ντύσιμο, είχαν επιδεινωθεί μετά την πολύωρη καθιστική της στάση και τη
 γενικότερη καταπόνηση της βραδιάς, πλήρωσε τον οδηγό, αφήνοντάς του κι ένα ικανοποιητικό
φιλοδώρημα, του έδωσε κατατοπιστικές οδηγίες για την επιστροφή και τον ευχαρίστησε. Και τότε
\διέπραξε το μοιραίο σφάλμα με τις εντελώς απρόβλεπτες συνέπειες.

Όχι ότι του είπε χαμηλόφωνα «καληνύχτα» μία φορά χωρίς να αξιωθεί απάντηση αλλά ότι
αποτόλμησε να του πει και δεύτερη, ελαφρά σκυμμένη απ’ έξω προς το μέρος του. Γεγονός το οποίο
 θα μπορούσε σαφώς να εκληφθεί ως άτοπη έκκληση για ανταπόδοση. Εκείνος τότε εδέησε να
 γυρίσει ελαφρά ένα γωνιώδες και μαλλιαρό κεφάλι με έκφραση βαρεμάρας ανάμικτης με ορεσίβια
 περιφρόνηση. «Με ρωτάς εμένα, βρε ρεμάλι», της πέταξε με περισσότερα φωνήεντα και σαφώς
 καλύτερη άρθρωση τώρα, ενώ έσβηνε την πλαφονιέρα του, «αν έχω όρεξη να σου πω καληνύχτα;
Άντε από δω!».

Ε, τις επόμενες και μεθεπόμενες κινήσεις, σκέψεις και αντιδράσεις της, μπόρεσε και μάλιστα
 αστραπιαία να τις προβλέψει το μουδιασμένο μυαλό της Άντας, καθώς έμεινε ως βιβλική στήλη
 άλατος στο πεζοδρόμιο. Με τα χέρια ανοιχτά, το μέτωπο στραμμένο προς τον έναστρο ουρανό και
την οδυνηρή απορία στα μάτια. Και μόνο μ’ ένα μισοφέγγαρο να της δηλώνει τη χλομή του
 συμπαράσταση.

Θα έβλεπε το ταξί να απομακρύνεται στο βάθος του εξοχικού δρόμου, θα σκεφτόταν ότι ούτε καν
είχε κάνει στον ταξιτζή παρατήρηση για το κάπνισμα, θα τον χαρακτήριζε αγανακτισμένη και μάλιστα
ηχηρά με το όνομα ενός αθώου τετράποδου, όχι εκείνου που κυλιέται ηδονικά στη λάσπη, μα του
στωικού γκρίζου υποζυγίου που μασουλάει αμέριμνα το χορταράκι, απαλλαγμένο πλέον απ’ το βαρύ
 φορτίο και το σάγμα του, και ήδη θα αισθανόταν τύψεις που, έστω κατά τα καθιερωμένα, το είχε
εμπλέξει άδικα στο ατυχές περιστατικό.

Καθώς λοιπόν θα πρόφερε το όνομά του, πρώτα στο ουδέτερο, μετά στο αρσενικό και τελικά σε
διπλή πολυσύλλαβη μονολεκτική εκδοχή, μπόρεσε ακόμη να προβλέψει ότι θα έσερνε μετά τα
 μπαϊλντισμένα βήματά της ως την εξώπορτα του σπιτιού, ότι θα έριχνε μια στιγμιαία ματιά στις
άσπρες και κόκκινες γλάστρες από τις δύο μεριές του πλακόστρωτου διαδρόμου, θα έψαχνε στο
 βάθος της τσάντας της το κλειδί, ανάμεσα σε ένα σωρό γυναικεία μικροαντικείμενα, θα άνοιγε με τη
 δεύτερη ή την τρίτη προσπάθεια και θα βροντούσε πίσω της την πόρτα, θα άναβε όλα τα φώτα, ενώ
θα την έπνιγε η αδύναμη οργή της για την κατάφωρη αδικία.

Μπόρεσε να προβλέψει ότι θα έπαιρνε μερικές βαθιές αναπνοές, θα παρέβαινε τον κανόνα της και θα
έπινε νερό για πρώτη φορά απευθείας απ’ το πλαστικό μπουκάλι του ψυγείου, ναι, θα παρέβαινε
όλους τους κανόνες. Θα πατούσε το σωληνάριο μπροστά και θα βούρτσιζε τα δόντια της με διπλή
 δόση οδοντόκρεμας, θα έβγαζε τα παπούτσια της χωρίς να σκύψει και θα τα πετούσε μακριά, θα
 μάλαζε τα πονεμένα πόδια της, θα φορούσε το κεντημένο βαμβακερό νυχτικό της και θα
 διεκπεραίωνε μηχανικά τα υπόλοιπα διαδικαστικά για την κατάκλιση. Ενώ θα περνούσε βαθμιαία από
την έξαψη της οργής στη σχετική χαλάρωση και στην πρόσκαιρη ελαφριάς μορφής κατάθλιψη, που
προκύπτει όταν έχει κανείς εξουθενωθεί και η εδραιωμένη από μιας ζωής σκέψη και μελέτη
 φιλοσοφική του διάθεση αδυνατεί πλέον να αντιμετωπίσει την κραυγαλέα βαρβαρότητα.

Τέλος, θα ακουμπούσε το κεφάλι της στο διπλό μαξιλάρι, θα έμενε εκεί για λίγο με κλειστά τα μάτια
και θα φανταζόταν τον ταξιτζή να αιωρείται κρεμασμένος από το γυμνό κεντρικό δοκάρι του σπιτιού.
Θα γύριζε μετά και θα διάλεγε ένα βιβλίο από τα αδιάβαστα της στοίβας στο ράφι πλάι στο κρεβάτι,
οπωσδήποτε αστυνομικό ή θρίλερ, θα ταυτιζόταν σχεδόν συνειδητά με τα θύματα και θα άφηνε τον
συγγραφέα να πάρει σκληρή, αδυσώπητη, έστω και μυθιστορηματική, εκδίκηση στο τέλος. Τότε και
μόνον τότε θα έβγαζε την καπνοσακούλα της απ’ το συρτάρι, θα έστριβε ένα τσιγάρο με εκλεκτό
 μυρωδάτο ανατολικό καπνό και θα το κάπνιζε αργά ως το τέλος με πέντε-έξι βαθιές, παρατεταμένες,
απολαυστικές ρουφηξιές. Τότε και μόνον τότε θα ήταν έτοιμη να παραδοθεί στη βουβή επίκληση και
στο όνειρο ενός άλλου κόσμου.

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

5 - Ιστορίες παλιές και αδιέξοδα



Η Αλκμήνη ξεπρόβαλε απ’ την κουζίνα του γραφείου ισορροπώντας προσεκτικά στον πολύχρωμο  ξύλινο δίσκο τα φλιτζάνια του καφέ, δύο ποτήρια με χυμό πορτοκάλι κι ένα πιατάκι με φρυγανιές και τυράκια. Ξυπόλυτη ακόμα, ήταν χτενισμένη προσεκτικά και ελαφρά μακιγιαρισμένη, είχε φορέσει τη γαλάζια φούστα και τη μπλούζα της και είχε ένα μεταξωτό κόκκινο φουλάρι περασμένο στον λαιμό.
«Αυτά διαθέτει το κατάστημα», είπε με κέφι και χαμόγελο. «Σκέτος καφές για σένα, μαύρος, φαρμάκι  όπως τον προτιμάς, και ο χυμός απ’ το κουτί. Φιλοξενία εκστρατείας από κάθε άποψη και παράπονο ουδέν». Άφησε τον δίσκο στο τραπεζάκι, έδωσε το ένα φλιτζάνι στον Φάνη, έσκυψε και ήπιε μερικές  γουλιές απ’ τον δικό της. «Αφού σου αρέσουν και τα ξινά και τα πικρά». Έκανε μετά ότι σκουπίζει τον καναπέ με το χέρι της, κάθισε αναπαυτικά στην αριστερή πλευρά του, πήρε τα πόδια του στην  αγκαλιά της και άρχισε να τα χαϊδεύει.
«Είσαι σχεδόν απίστευτα όμορφη», αντέδρασε εκείνος που την παρακολουθούσε με θαυμασμό. «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν, που λέει και ο Μάρκος. Η επιδερμίδα σου έχει γίνει διάφανη, ακτινοβολείς  κυριολεκτικά. Δικαιώνεις απόλυτα το όνομά σου. Είναι πολύ πρωί τώρα για να σκεφτώ κάτι πιο  πρωτότυπο αλλά, έστω και με αυτή την τετριμμένη παρομοίωση, είσαι σαν ανθισμένο δέντρο την άνοιξη».
«Δεν μου έχει ξανασυμβεί αυτό», παραδέχτηκε η Αλκμήνη με ειλικρινή μετριοφροσύνη, σκύβοντας  ελαφρά το κεφάλι. «Εσύ είναι φυσικό να με βλέπεις έτσι αλλά, από τότε που γνωριστήκαμε, μου κάνει φιλοφρονήσεις ακόμη και ο μπακάλης της γειτονιάς. Mε τη λιγδιασμένη ποδιά, πάνω απ’ τα φασόλια, το τυρί και το λάδι, για φαντάσου!. Και όχι μόνον. Η φαρμακομύτα στο περίπτερο, ένας ηλικιωμένος ταξιτζής, γνωστοί και φίλοι. Πώς άλλαξα και τι είναι αυτό που μου συμβαίνει. Αλήθεια,  τι είναι αυτό που μου συμβαίνει; Μήπως θα ήθελες εσύ να τους εξηγήσεις;»

«Αναλαμβάνω ευχαρίστως την ευθύνη», είπε ο Φάνης ψάχνοντας το βάθος των ματιών της. Ντυμένος κι εκείνος με πανταλόνι, πουκάμισο και πουλόβερ, είχε το αριστερό του χέρι κρεμασμένο πίσω από  την πλάτη του καναπέ και το δεξί αφημένο στο μπράτσο του, σε μια στάση απόλυτης χαλάρωσης.
«Πω, πω, αυτό το τρίψιμο στα πόδια είναι βάλσαμο. Ανάλογες ευθύνες όμως έχεις κι εσύ ως προς  εμένα. Μόνο που η δική μου μεταμόρφωση δεν είναι τόσο εμφανής». Ανασηκώθηκε και ρούφηξε  τον  καφέ του με τον χαρακτηριστικό ήχο των χειλιών.
«Εγώ τη βλέπω, ακόμη και στον ύπνο σου. Ξύπνησα πριν από σένα, όπως ξέρεις, και πήγα αυθόρμητα  στο μεγάλο παράθυρο μέσα, για να απολαύσω τη θέα, αυτή τη φορά με το χάραμα. Έχει μιαν άλλη  γοητεία». «Ναι. Φαντάζομαι όμως ότι το πιο συναρπαστικό θέαμα για τους τυχερούς θα ήσουν εσύ η ίδια.». «Ελάχιστοι κυκλοφορούσαν στην πλατεία και στην παραλία την ώρα εκείνη και πού να φτάσει το βλέμμα τους ως εδώ επάνω. Πάντως, σύντομα το αντιλήφθηκα και, για κάθε ενδεχόμενο,  βιάστηκα να αποσύρω τα κάλλη μου».
«Ξέρεις, αυτή η πλατεία γνώρισε δόξες και ντροπές. Θέλεις να ακούσεις μερικά από την πολύ  ενδιαφέρουσα ιστορία της;» Εκείνη άνοιξε διάπλατα τα μάτια και έβαλε το άλλο χέρι στο πηγούνι της  χωρίς να του απαντήσει.

«Λοιπόν, στην αρχή κι ως τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, ήταν απλώς ένας φαρδύς δρόμος στην παρατείχια περιοχή, το νότιο μέρος της οδού Βενιζέλου ως τη θάλασσα. Πλατεία Ελευθερίας  ονομάστηκε επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ακόμη, κατά το Κίνημα για την Ελευθερία και τη Δικαιοσύνη των Νεοτούρκων το 1908, λίγα χρόνια πριν την κατάληψη της πόλης από τον ελληνικό  στρατό. Ήταν δυο βήματα από τους οίκους ανοχής, βρώμικη και κακόφημη, με διάφορους ύποπτους τύπους να κυκλοφορούν στα σκοτεινά το βράδυ. Χρησιμοποιήθηκε μετά και ως χώρος πολιτικών συγκεντρώσεων. Όπως στην Πλατεία Δικαστηρίων σκόπευαν κάποτε να χτίσουν το δικαστικό μέγαρο, έτσι κι εδώ είχαν θεμελιώσει το ταχυδρομείο. Τα τείχη γκρεμίστηκαν και, για άγνωστους  λόγους, η ανέγερση του κτιρίου δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Έμειναν τα θεμέλιά του κάτω απ’ το χώμα, εκεί που φτάνουν τώρα οι ρίζες απ’ τα πλατάνια».
«Έμειναν τα θεμέλια», επανέλαβε η Αλκμήνη και συνέχισε να του χαϊδεύει τα πόδια. «Και μετά;»
«Μετά έγινε χώρος διασκέδασης, η πιο φημισμένη πλατεία, ελκυστικός προορισμός των αδειούχων στρατιωτικών. Συγκέντρωνε τα καλύτερα ξενοδοχεία, καφενεία και εστιατόρια της πόλης. Όπως το Φλόκα και το Κρυστάλ».
«Και μετά;», ξαναρώτησε εκείνη σαν παιδάκι που δεν θέλει να τελειώσει το παραμύθι της γιαγιάς.
« Αυτό δεν θα είναι και τόσο γραφικό. Μετά ήρθε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και η κατοχή. Εδώ κάτω συγκέντρωσαν οι γερμανοί χιλιάδες εβραίους κατοίκους της πόλης για τους καταγράψουν, να  του εξευτελίσουν και να τους ξαποστείλουν μετά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Έχει και μνημείο του ολοκαυτώματος στο κάτω μέρος της πλατείας».
«Φοβερό», είπε η Αλκμήνη που μάλλον είχε χάσει το κέφι της. «Και καθόλου κατάλληλο για πρωινό ξύπνημα. Ας αφήσουμε τις παλιές ιστορίες κι ας πιάσουμε μια σύγχρονη, τη δική μας».
«Είναι ήδη οχτώ παρά είκοσι», απέφυγε το θέμα ο Φάνης, «και έχουμε το πολύ μια ώρα ακόμη πριν αρχίσουν να καταφθάνουν υπάλληλοι και δικηγόροι. Η αιώνια μάχη με τον χρόνο συνεχίζεται. Ποτέ  δεν έχουμε αρκετό. Να συγυρίσουμε, να μην αφήσουμε προδοτικά ίχνη, να δούμε ακόμη μια φορά τη θάλασσα, τα ψηλά πλατάνια και ίσως τις στρόγγυλες φωλιές που χτίζουν οι κάργες στα  φυλλώματά τους, εγώ να φύγω για τα καταναγκαστικά έργα στην τράπεζα κι εσύ για το νηπιαγωγείο και τα αγγελούδια σου».
«Πρώτα όμως θα τελειώσουμε το πρωινό με την άνεσή μας», επέμεινε εκείνη. « Ο Παύλος γυρίζει απ’ την Αθήνα με την απογευματινή πτήση ενώ η μητέρα μου θα μείνει στο σπίτι με τα παιδιά ως το μεσημέρι που θα επιστρέψω εγώ. Θα πρέπει όμως να της τηλεφωνήσω σε λίγο».
«Υποτίθεται ότι κοιμήθηκες στης Ιωάννας;»
«Ναι, αυτή τη φορά η κάλυψή της είναι συγκριτικά πιο αθώα».
«Να και κάποιες άλλης φύσεως ευθύνες και των δυο μας», άλλαξε απότομα διάθεση ο Φάνης. «Τοπαιχνίδι του ψέματος και της απάτης και η καλή φίλη, ένα πολύ παλιό αλλά πάντα επίκαιρο θέμα για  κοινωνιολογική μελέτη. Καλή φίλη ή κακή, ανάλογα με τον ενδιαφερόμενο και την οπτική γωνία», πρόσθεσε με κάτι ανάμεσα σε διαπίστωση και αυτοσαρκασμό. «Αλλά ας τ’ αφήσουμε αυτά. Είναι  γνωστό ότι, αν το φέρουν οι περιστάσεις, μπορεί κανείς να καταπλήξει και τον ίδιο του τον εαυτό.
Θετικά ή αρνητικά. Κάτι που ήθελα να σου πω από καιρό είναι ότι την πρώτη φορά που σε είδα στην  έκθεση ζωγραφικής κυριολεκτικά τρομοκρατήθηκα. Φαίνεται ότι διαισθάνθηκα τα όσα έμελε να  ακολουθήσουν».
«Τον κεραυνοβόλο έρωτα;», του ανταπέδωσε με την ίδια απόχρωση φωνής εκείνη.
«Ακριβώς. Τον έρωτα που συγκλονίζει και ανατρέπει τα πάντα. Όταν περιμένεις κάτι μιαν ολόκληρη ζωή, δεν πιστεύεις πια ότι θα συμβεί, και ξαφνικά αυτό το κάτι εμφανίζεται μπροστά σου με σάρκα  και οστά, παθαίνεις κυριολεκτικά την πλάκα σου. Πρώτα λες ότι είναι ψευδαίσθηση, δεν τολμάς να  το αγγίξεις, όχι μόνο από τον φόβο της απόρριψης, κι ύστερα έχεις την παρόρμηση να το βάλεις στα  πόδια».
«Εσύ όμως έμεινες», έκανε εκείνη με κάτι σαν νάζι. «Και δεν μου φάνηκες καθόλου δειλός.
Κοίταξες τον μπαμπούλα κατάματα».
«Θα έλεγα ότι δεν είσαι καθόλου πειστικός μπαμπούλας. Κι έπρεπε να τιμήσω τον φίλο που με είχε προσκαλέσει στην έκθεση. Τελικά … ο μαγνητισμός σου με έκανε να υπερνικήσω τον φόβο μου».
«Δεν αντέχω όμως άλλο, ρε Φάνη, αυτό το κρυφτό που παίζουμε, την απάτη και το άγχος. Θέλω να σε έχω δίπλα μου κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή. Ελεύθερα και ανεπιφύλακτα. Να περπατήσουμε μια φορά αγκαλιασμένοι στην παραλία, να καθίσουμε σ’ ένα παγκάκι και να μου κρατάς το χέρι. Να φιληθούμε σαν έφηβοι. Πολύ είναι αυτό;»
«Όχι, βέβαια. Ωραία θα ήταν».
«Θα χωρίσω λοιπόν και θα ζήσουμε μαζί».
Ο Φάνης ανασηκώθηκε στον καναπέ αιφνιδιασμένος. «Νόμιζα ότι το θέμα αυτό το είχαμε συζητήσει. Θεωρείς ότι αυτή είναι κατάλληλη ώρα και αυτός ο κατάλληλος τόπος για να αρχίσουμε πάλι μια τέτοια κουβέντα;»
«Το πράγμα έχει φτάσει στο απροχώρητο. Οποιοσδήποτε τόπος είναι κατάλληλος και οποιαδήποτε ώρα», επέμεινε ελαφρά κατσουφιασμένη εκείνη.
«Εντάξει, κέρδισες. Ας τα επαναλάβω. Θα ήμουν περήφανος να λέω ότι είσαι η γυναίκα μου. Αν ήσουν ελεύθερη, θα σε παντρευόμουν αύριο κιόλας. Με κουμπάρο, ακόμη και με παπά, αν προτιμούσες. Κι αν δεν είχες παιδιά, αμέσως μόλις θα έβγαινε το διαζύγιο. Με τα παιδιά όμως, σου έχω πει ότι είναι αδύνατον να το κάνω». Άλλαξε κάπως θέση και κοίταξε προς το παράθυρο σαν να σκεφτόταν. Η Αλκμήνη συνέχιζε να έχει τα πόδια του στην αγκαλιά της, χωρίς να τα χαϊδεύει όμως τώρα.
«Ο άνδρας σου είναι καλός σύζυγος και καλός πατέρας, έτσι;» συνέχισε ο Φάνης με την αίσθηση ότι  έφταναν στα πιο δύσκολα. «Και δεν φταίει σε τίποτα για αυτό που συμβαίνει μεταξύ μας. Ε, λοιπόν, όχι μόνον δεν πρέπει να τον χωρίσεις αλλά δεν πρέπει και να του στερήσεις τίποτα, δεν πρέπει να  στερήσεις τίποτα σ’ εκείνον και στα παιδιά σας».
«Σου μίλησα εγώ για γάμο;» ξέσπασε εκείνη εκνευρισμένη. Το ξέρεις ότι δεν μου λένε τίποτα τα συμβόλαια και οι τελετές. Εσένα θέλω. Και στα παιδιά μου δεν στερώ τίποτα και ούτε πρόκειται ποτέ να τους στερήσω τίποτα».
Άφησε τα πόδια του στο πλάι, όχι απότομα, και σηκώθηκε. Πήγε ως το διπλανό παράθυρο, κοντοστάθηκε και κοίταξε έξω από το πίσω μέρος της οικοδομής. Στο βάθος, πέρα από τις κεραίες των  τηλεοράσεων, διακρινόταν η πάνω πόλη να ανηφορίζει ως τα κάστρα, με φόντο το πράσινο του Σέιχ-Σου. Ακριβώς μπροστά της και ως κάτω στον περιορισμένο ακάλυπτο χώρο, πρόβαλε μια λίγο χαμηλότερη παλιά και γκρίζα οικοδομή. Μια επίπεδη γυμνή ταράτσα με μαυρισμένες καπνοδόχους, κλειστά παντζούρια ή βρώμικα παράθυρα. Και σωλήνες αποχέτευσης, τοίχοι ξεφτισμένοι απ’ την  υγρασία και πεσμένοι σοβάδες, μερικά τούβλα γυμνωμένα, μακρόστενοι λεκέδες και σίδερα που προεξείχαν.
«Και πώς μου λες να μην στερήσω τίποτα σε κείνον, ρε Φάνη; Σ’ αυτόν τον κόσμο ζεις ή στην ονειροφαντασία σου;» γύρισε και διαμαρτυρήθηκε πάλι με αγανάκτηση. «Εσύ, εσύ μου συνιστάς να εκπληρώνω πρόθυμα τα συζυγικά μου καθήκοντα, να υφίσταμαι κάτι που είναι πλέον ένα αληθινό μαρτύριο για μένα;».
Ο Φάνης σούφρωσε τα χείλη του κι έσκυψε για λίγο το κεφάλι. «Καλά, έχεις δίκαιο. Ας υποθέσουμε,  λοιπόν, ότι χωρίζετε», παραδέχτηκε προς στιγμήν. «Και τι θα γίνουν τα παιδιά σας»;
«Δεν αφήνω τα παιδιά μου. Θα τα πάρω μαζί μου», απάντησε η Αλκμήνη συννεφιασμένη.
«Όπως ξέρεις πολύ καλά, τα παιδιά έχουν ανάγκη και τους δύο γονείς τους, τους πυλώνες της ζωής τους. Επιπλέον, είμαι βέβαιος ότι ο Παύλος θα τα διεκδικήσει στο δικαστήριο».
«Ας τα διεκδικήσει. Σου είπα ότι στο διαζύγιο τα παιδιά πάνε στη μητέρα. Εξ άλλου, οι μισοί γονείς των παιδιών στο σχολείο είναι χωρισμένοι και πολλά από τα υπόλοιπα ζευγάρια σκοτώνονται στο σπίτι».
«Έχω τις επιφυλάξεις μου αλλά ας πούμε ότι έτσι είναι. Κι εγώ, που έζησα το δράμα του χωρισμού  των γονέων μου όταν ήμουν μικρός κι ανυπεράσπιστος, εγώ θα κάνω το ίδιο σε κάποιον άλλο και σε  κάποια άλλα παιδιά;» πρόφερε ο Φάνης με μάτια που είχαν σκοτεινιάσει. «Πώς θα χωρίσω τα παιδιά σου από τον πατέρα τους και πώς θα ζήσω μετά με τον εαυτό μου, πώς θα ζήσω μαζί τους; Δεν θα  με μισήσουν, δεν θα με σιχαθούν; Δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτα τραύματα οι εντελώς αθώοι ως  συνήθως; Δεν αποκλείεται καθόλου σε μερικά χρόνια, στην εφηβεία τους να πέσουν στα ναρκωτικά. Το ξέρεις ότι τουλάχιστον οκτώ στους δέκα χρήστες ναρκωτικών είναι παιδιά χωρισμένων γονέων ή προβληματικών οικογενειών;»
«Είσαι απαισιόδοξος όπως πάντα. Ό,τι κι αν λες εσύ όμως, εγώ θα χωρίσω, το αποφάσισα».

Ο Φάνης έκανε μια κίνηση απελπισίας και μετά έπιασε το μέτωπό του με το δεξί του χέρι. Ύστερα από λίγο ανακάθισε στον καναπέ, ήπιε τον υπόλοιπο καφέ και άναψε τσιγάρο. «Πρόσεξε καλά», πρόφερε με σφιγμένα χείλη.« Με φέρνεις σε αδιέξοδο. Αν χωρίσεις τον άνδρα σου, θα χωρίσουμε κι εμείς οι δύο».
Η Αλκμήνη έμεινε άφωνη και ακίνητη για αρκετή ώρα σαν να είχε κεραυνοβοληθεί. Πήγε ύστερα και κάθισε κοντά του, έπιασε και γύρισε το πρόσωπό του στο δικό της, τον φίλησε απαλά στα μάτια και του χάιδεψε τα μαλλιά.
«Πώς μπορείς να λες κάτι τέτοιο;», ρώτησε ενώ τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα. «Δεν μπορούμε να χωρίσουμε. Εμείς δεν θα χωρίσουμε ποτέ, ούτε στην άλλη ζωή. Έτσι δεν είναι, αγάπη μου;» Και με αιφνίδια οργή και απόγνωση, «αυτή είναι, ρε γαμώ, η στήριξη που μου προσφέρεις;»
«Δεν θέλω να κλαις. Δεν θέλω ποτέ να κλάψεις. Λυπάμαι αλλά δεν μπορώ να σε στηρίξω σε μια τέτοια απόφαση όπως δεν μπορώ να στηρίξω τη ζωή μου και τη ζωή μας πάνω στη δυστυχία των άλλων, ιδίως μικρών παιδιών, δεν το καταλαβαίνεις;»
«Όχι, δεν το καταλαβαίνω. Και δεν σε πιστεύω. Το διαζύγιο δεν είναι πια μια τραγωδία όπως παλιά.
Μήπως είναι ο εθισμός σου στην εργένικη ζωή που δεν σ’ αφήνει να πάρεις αυτή την απόφαση; Και  για μένα είναι δύσκολο αλλά είσαι η αγάπη της ζωής μου και αξίζει κάθε θυσία για σένα».
«Κι εσύ είσαι η μοναδική μου αγάπη. Η προοπτική του χωρισμού μας είναι ένας αληθινός εφιάλτης. Δεν ξέρω τι θα απογίνω μετά, δεν ξέρω καν αν θα επιβιώσω. Αν όμως θυσιάσω τους αθώους για χάρη σου και για χάρη μου, όλα όσα πίστεψα και έπραξα στη ζωή μου θα αποδειχθούν ένα ψέμα. Και σίγουρα θα καταστραφώ. Μαζί με τους άλλους».
«Και τι θέλεις να κάνουμε, ρε Φάνη, να συνεχίσουμε έτσι; Πόσο θα αντέξουμε αυτή τη φθορά, δύο, τρία χρόνια; Όσες προφυλάξεις κι αν παίρνουμε, που δεν παίρνουμε, δεν θα μαθευτεί κάποια στιγμή;  Να ένα αδιέξοδο ακόμη».
«Μακάρι να ήξερα τι πρέπει να κάνει κανείς σ’ αυτή την πουτάνα τη ζωή. Μακάρι. Βλέπεις ότι διαλέξαμε εντελώς ακατάλληλη ώρα και μέρος για να λύσουμε αυτό το άλυτο πρόβλημα. Δεν πάμε να δούμε τη θάλασσα και να ηρεμήσουμε λιγάκι; Και να ετοιμαζόμαστε μετά».
«Εντάξει, πάμε».
Η Αλκμήνη σηκώθηκε, σηκώθηκε κι εκείνος, εξίσου εκνευρισμένος, κουρασμένος, απογοητευμένος. Με μιαν αίσθηση αναπόφευκτης καταστροφής. Την άγγιξε όμως απαλά κάτω απ’ το πηγούνι με όλα του τα δάχτυλα, τη φίλησε τρυφερά στη μύτη, πέρασε το χέρι του γύρω στους ώμους της, και προχώρησαν μαζί αργά προς το το ιδιαίτερο γραφείο με το μεγάλο παράθυρο. Για την πλατεία, το λιμάνι, τη θάλασσα, για τον ουρανό.

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

4 - Μια δασκάλα στον κόσμο των θαυμάτων


Όσο απίθανο έως απίστευτο κι αν το θεωρούσαν τα άλλα μέλη της οικογένειάς της και ο φιλικός
 περίγυρος, στα τριάντα πέντε της χρόνια η Αλκμήνη Ζαχαροπούλου έδειχνε να έχει πια συμβιβαστεί
με τα πράγματα αυτού του κόσμου. Όπως φυσικά και πολλοί άλλοι της αριστεράς νωρίτερα ή
αργότερα. Κόρη καπετάνιου του εμπορικού ναυτικού και καθηγήτριας του πιάνου, είχε γεννηθεί και
 μεγαλώσει στο «σπίτι κάτω απ’ τ’ άστρα», όπως είχε ονομάσει η ίδια το πατρικό της από τις πρώτες
 τάξεις του δημοτικού σχολείου. Μια διώροφη μονοκατοικία με κόκκινα κεραμίδια στη στέγη λίγο
 πριν το Ντεπό, που τότε απ’ το παραθυράκι της σοφίτας της έβλεπε θάλασσα, κι από κάθε μπαλκόνι
 και κάθε σημείο του κήπου της έβλεπε ουρανό. Με πυκνά αναρριχώμενα φυτά στο τοιχίο και στις
 περίτεχνες σιδεριές της υψηλής περίφραξης που απέκλειαν κάθε αδιάκριτο βλέμμα. Με οπωροφόρα
 και καλλωπιστικά δέντρα και θάμνους, περιποιημένα παρτέρια και χαλικοστρωμένους ελικοειδείς
 διαδρόμους, που σχημάτιζαν έναν μικρό λαβύρινθο.

Ίσως από τις ιδιομορφίες της κληρονομικότητας, που ονομάζεται και μοίρα ή πεπρωμένο, η Αλκμήνη
φαινόταν να τα είχε πάρει όλα από τον σχεδόν μονίμως απόντα πατέρα της και από τους δικούς του
 πλάνητες μικρασιάτες προγόνους, ενώ ελάχιστα κοινά είχε με τη θρακιώτισσα μητέρα της και τις δύο
 μεγαλύτερες αδελφές της. Στο σπίτι των συνολικά έξι γυναικών, μαζί με την ασπρομάλλα γιαγιά της
 και την οικιακή βοηθό απ’ το χωριό, όπου η μικρή πετούσε τα κλαριά και τα πράσινα φύλλα της,
 μόνη ανάμεσα στις άλλες, όπως σπόρος άγριου φυτού που αποθέτει ο άνεμος από τα ορεινά
 βραχώδη σε καλλιεργημένο χώμα, είχε δημιουργήσει από τα παιδικά της χρόνια δύο κρυψώνες και
 δύο προσωπικά καταφύγια. Το ένα για τον καλό καιρό σε μια γωνιά του κήπου κάτω από την πλαϊνή
 περίφραξη, το άλλο για το κρύο, το χιόνι ή τη βροχή στη σοφίτα, την αετοφωλιά του σπιτιού. Στο
 υπόγειο δεν πλησίαζε γιατί εκεί κατοικούσαν αλλότρια πλάσματα, σκοτεινά και επίβουλα.

Της είχαν δώσει το όνομα της συζύγου του Αμφιτρύωνα και μητέρας του Ηρακλή, με πραγματικό
 πατέρα του όμως τον Δία, ένα όνομα που σήμαινε «η ακτινοβολούσα» κι εκείνη ήθελε το Αλκμήνη
 ακέραιο και μοναδικό όπως το φως και δεν επέτρεπε σε κανένα να χρησιμοποιεί τα συνηθισμένα
 χαϊδευτικά και υποκοριστικά.

Με τη σειρά της τώρα, για κάθε δέντρο είχε επινοήσει από ένα αυτοσχέδιο ανθρώπινο όνομα ή μια
σύντομη φράση, όπως «σύννεφο που ψιθυρίζει στον άνεμο», συχνά σκαρφάλωνε επάνω τους, τα
 αγκάλιαζε, χάιδευε τον κορμό και τα κλαριά τους και σκούπιζε με θαλασσινό σφουγγάρι τα φύλλα
 τους ως εκεί που έφτανε, ενώ τους μιλούσε χαμηλόφωνα, τους έλεγε τα παιδικά της μυστικά,
 ρωτούσε τα δικά τους. Πώς από το τίποτα κατορθώνουν και γίνονται τόσο μεγάλα, σταθερά, τόσο
 όμορφα και ευεργετικά, πώς ξεδιψάνε και χορταίνουν την τροφή απ’ τα βαθιά, πώς επιβιώνουν μέσα
 στον χειμώνα και πώς ανθίζουν και καρποφορούν την άνοιξη και το καλοκαίρι. Πώς κάνουν το
 μεγάλο ταξίδι ακίνητα, γαλήνια και φωτεινά.

Ξάπλωνε στο γρασίδι κάτω από την αγαπημένη της πλησίστια φλαμουριά με τα ανθάκια και το
 μεθυστικό της άρωμα, έβαζε τα χέρια κάτω απ’ το κεφάλι, μισόκλεινε τα βλέφαρα και άφηνε τη
 φαντασία της ελεύθερη να ταξιδέψει σε χώρες μακρινές και μυστηριώδεις με το πλοίο του πατέρα
 της. Ενώ απ’ τα ανοιχτά παράθυρα ξεχύνονταν οι μελωδίες που έπαιζε στο πιάνο η μητέρα της.
 Μελωδίες συνήθως μελαγχολικές από μια νέα γυναίκα, ευαίσθητη και καλλιεργημένη, που λάτρευε
 τον άνδρα της αλλά ποτέ της δεν είχε αξιωθεί να τον χαρεί πραγματικά.

Τις νύχτες που είχε ξαστεριά κι όλες οι άλλες ήταν βυθισμένες σε μακάριο ύπνο, η Αλκμήνη
 σηκωνόταν από το κρεβάτι και, σαν αερικό με τη μακριά λευκή νυχτικιά της, κατέβαινε ακροποδητί
 στον κήπο. Για να απλώσει τα χέρια της στον ουρανό, κάτω από τις πικροδάφνες και τους
 πυράκανθους τώρα, και να αισθανθεί τον γαλαξία να χαμηλώνει, τα άστρα να κατεβαίνουν και να
 θαμπώνουν τα μάτια της, να μπλέκονται στα μαλλιά της. Έμενε εκεί σε μια κατάσταση έκστασης
 έως ότου το νυχτερινό αγιάζι τη συνεφέρει και αναγκαστεί να γυρίσει στο δωμάτιό της με σκυμμένο
 το κεφάλι, και πάλι μόνη.

Υπήρχε όμως στο σπίτι κάποια που ίσως την ήξερε, ίσως την καταλάβαινε καλά. Αυτή ήταν η
 μαυροφορεμένη της γιαγιά, χήρα στρατιώτη της μικρασιατικής εκστρατείας απ’ τα εικοσιοκτώ της
 χρόνια, καθισμένη μονίμως στην καρέκλα πλάι στην πήλινη σόμπα, που την παρακολουθούσε
 αμίλητη με μια παράξενη λάμψη στα μάτια κι ένα ανεπαίσθητο συνωμοτικό χαμόγελο στο
 ρυτιδωμένο πρόσωπό της. Έκφραση που συνόψιζε εύγλωττα όλα τα απαγορευμένα για τις μεγάλες
 γυναίκες της εποχής εκείνης. Η Αλκμήνη διάβαζε σωστά το μήνυμα κι έτρεχε να χώσει το κεφάλι
 στην ποδιά της με αγαλλίαση και βουβή ευγνωμοσύνη.

Εντελώς σπάνια, όταν ήταν πολύ τυχερή, ένιωθε μια μεγάλη σκιά να την σκεπάζει, μια μυστική
ακτινοβολία να τη θερμαίνει, μια ξαφνική αγαπημένη παρουσία να την κατακλύζει. Άνοιγε τα μάτια
 της στην κορύφωση της προσμονής και έβλεπε με μια κραυγή να στέκεται όρθιος μπροστά της με
 την επίσημη στολή του ο καπετάνιος, που είχε γυρίσει από κάποιο μακρινό ταξίδι και πρώτα έψαχνε
 εκείνη πριν ανεβεί τα σκαλιά για να αφήσει τη βαλίτσα του, να αγκαλιάσει τη γυναίκα του και να
 αλλάξει ρούχα. Ψηλός και επιβλητικός, γκριζομάλλης και ηλιοκαμένος, με πράσινα διαπεραστικά
 μάτια και αυστηρή έκφραση που ακαριαία γινόταν απίστευτα τρυφερή όταν την κοίταζε. «Είδες που
 ήρθα πάλι, σκιουράκι», της έλεγε και η βαριά ανδρική φωνή του ηχούσε σαν ουράνια μελωδία.

Εκείνη χαμογελούσε εκστατικά σαν να έβλεπε ένα υπέροχο όνειρο, ανασηκωνόταν και άπλωνε τα
 χέρια της, κι εκείνος έσκυβε και τα έσφιγγε στα τραχιά και ζεστά δικά του, τη σήκωνε στον αέρα και
 τη φιλούσε στο μέτωπο, της χάιδευε τα μαλλιά, έψαχνε τα αυτιά της δήθεν για να τα τραβήξει, κι
 ύστερα έβγαζε και της φορούσε το ναυτικό πηλίκιο του. Την καμάρωνε λιγάκι από πάνω ως κάτω και
 μετά καθόταν δίπλα της, αδιαφορώντας για το καθαρό καλοσιδερωμένο πανταλόνι του, ακουμπούσε
την πλάτη στη φλαμουριά, έπαιρνε το χέρι της κι έπαιζε με τα δάχτυλα της, και άρχιζε να τη ρωτάει
 για το σπίτι, τις αδελφές και τις φίλες της, για τα μαθήματα και τα εξωσχολικά βιβλία που είχε
 διαβάσει, για κάθε τι μικρό κι ασήμαντο που φαινόταν να προσλαμβάνει άλλες διαστάσεις.

Καθυστερούσε λίγο με ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο για να ενταθεί η αδημονία της, αλλά τέλος ο
 πολυταξιδεμένος καπετάνιος, που είχε το χάρισμα της αφήγησης, άρχιζε να ξετυλίγει μαγευτικές
 ιστορίες, για χώρες εξωτικές της Άπω Ανατολής και της Λατινικής Αμερικής, για τον Βόρειο και τον
 Νότιο Πόλο, για ωκεανούς, για νησιά και για μεγάλα πλωτά ποτάμια, για λιμάνια με παράξενους
 ανθρώπους και απίστευτα ήθη και έθιμα, και για φουρτούνες και περιπέτειες και κινδύνους.

Κάποτε έξυνε το κεφάλι του και πρόσθετε, «έχω κάτι μικροπράγματα για σένα στη βαλίτσα μου από
 τα μέρη εκείνα, ζαρκαδάκι». Η Αλκμήνη έψαχνε τα μάτια του και τον παρακαλούσε για ακόμη μια
 φορά, «πότε θα με πάρεις μαζί σου, καλέ μπαμπά;» κι εκείνος απαντούσε, όπως πάντα «θα πάμε ως
 το λιμάνι για να σου δείξω την καμπίνα μου και τη γέφυρα του πλοίου με τα όργανα αλλά το
 εμπορικό καράβι δεν είναι μέρος για μικρά κορίτσια, αλεπουδίτσα. Σου υπόσχομαι όμως ότι θα
 ταξιδέψουμε κάποτε μαζί με το πλοίο της γραμμής».

Για να κλείσει την κουβέντα εκείνη πεισμωμένη, «πρώτα-πρώτα, ξέχασες ότι το σκιουράκι σου έχει
 φουντωτή ουρά και ότι η αλεπουδίτσα είναι κόκκινη με σουβλερή μύρη, κι ύστερα εγώ δεν θέλω
 τουρισμό, θέλω το μεγάλο, το ατέλειωτο ταξίδι».

Η εικόνα άλλαζε ριζικά όταν εκείνος έφευγε και πάλι και η Αλκμήνη συννέφιαζε και βουβαινόταν για
μέρες και εβδομάδες. Σκαρφάλωνε τις σκάλες για να τρυπώσει στη σοφίτα και να εξαφανιστεί. Στην
 αρχή κρυφά, ύστερα δικαιωματικά και αγέρωχα. Άλλαζαν τότε οι μυρωδιές, η αφή, οι ήχοι, η θέα και
 η αίσθηση του κόσμου. Έτρεχε πρώτα και άνοιγε διάπλατα το μικρό παράθυρο για να διακρίνει, με τα
 γόνατα στην καρέκλα και τα μπράτσα στο περβάζι, σαν γαλήνια κι αστραφτερή λίμνη τον Θερμαϊκό
 Κόλπο με τις εκβολές του Αξιού και μακριά στο βάθος τις επιβλητικές κορυφές του Ολύμπου, και
 να φέρει στον νου της τον πατέρα της και τον απέραντο ωκεανό που τους χώριζε για μια φορά ακόμη.
 Χωνόταν ύστερα πίσω απ’ τα σκονισμένα έπιπλα, πίσω απ’ το αλογάκι, τη σπασμένη κούνια και τα
 άλλα χαλασμένα παιχνίδια, κι ανάμεσα στις στοίβες παλιών περιοδικών και εφημερίδων.

Μέσα στα πολύτιμα άχρηστα μιας περασμένης ευτυχίας, ξεμπέρδευε στα γρήγορα με τα μαθήματά
 της κι ύστερα διάβαζε κυρίως ποιήματα απ’ την ανθολογία του Αποστολίδη αλλά και κλασσικά
μυθιστορήματα, βυθιζόταν στη μουσική, ζωγράφιζε, έπαιζε μόνη της κι ονειρευόταν. Και πάλι τα
 ταξίδια αλλά και το ασύλληπτο μυστήριο του έρωτα, έναν δικό της αλλιώτικο, παραμυθένιο κόσμο.
 Ξέφευγε όμως μερικές φορές κι από τον ίδιο της τον εαυτό, έβγαινε και χανόταν στους γύρω
δρόμους, για να γυρίσει κάποτε ξεθεωμένη με ματωμένα γόνατα και αγκώνες απ’ τα παιχνίδια με τα
 αγόρια και τα κορίτσια της γειτονιάς.

Λίγο πριν τα δεκατέσσερα της χρόνια, δέχτηκε το πρώτο συντριπτικό χτύπημα στη ζωή της. Ο
 αγαπημένος της πατέρας που η Αλκμήνη μετρούσε τις μέρες ως τη γιορτή του γυρισμού του, δεν θα
 εκπλήρωνε ποτέ την υπόσχεσή του. Είχε χαθεί ένα βράδυ με φοβερή τρικυμία στον Ινδικό Ωκεανό,
 ενώ το φορτηγό πλοίο που κυβερνούσε είχε καταφέρει να φτάσει σε λιμάνι με σοβαρές αβαρίες Το
 σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ, το μόνο που της έμεινε ήταν η μυρωδιά του, το τελευταίο άγγιγμά του,
η εικόνα του στη φαντασία της κι όση αγάπη μπορεί να εκπέμψει μια φωτογραφία. Από τον σπαραγμό
 για την απώλεια του γιου της, σύντομα έσβησε στη γωνιά της και η γιαγιά, ήσυχα, γαλήνια, σαν
 σπουργιτάκι που δεν βρίσκει πια μέσα στον χειμώνα ούτε ένα ψίχουλο προσμονής για να ραμφίσει.

Μερικά χρόνια αργότερα, καθώς το κύμα της αντιπαροχής σάρωνε και τη Λεωφόρο Βασιλίσσης
Όλγας με ομοιόμορφες πολυώροφες πολυκατοικίες στη θέση των παλιών αρχοντικών, ακολούθησε
 το τρίτο χτύπημα. Καθώς το «σπίτι κάτω απ’ τ’ άστρα» είχε απομείνει ανάμεσα στα τελευταία,
 εγκλωβισμένο ανάμεσα σε δύο γίγαντες, κι έβρισκαν συνεχώς σκουπίδια πεταμένα από ψηλά στον
 κήπο τους, η μητέρα της αποφάσισε να το αναθέσει σε εργολάβο για να εξασφαλίσει επιπλέον το
 μέλλον τους, με ένα διαμέρισμα για κάθε κορίτσι της και ένα για τον εαυτό της στα επερχόμενα
γεράματα.

Μετά την έστω σπάνια εμφάνιση και τη θαλπωρή της πατρικής φιγούρας, μετά το βουβό χάδι από τα
πουπουλένια χέρια της γιαγιάς, χάθηκε έτσι και ο κήπος του παραδείσου, χάθηκε η σοφίτα των
 παιχνιδιών, των ανακαλύψεων και των ονείρων, χάθηκε το βουνό των θεών και τα απτά ίχνη της
 παιδικής της ηλικίας. Τα αστέρια έπεσαν από τα μαλλιά της στο χώμα και τα παρέσυρε στη θάλασσα
 ο βαρδάρης. Κι απόμεινε εκείνη μόνη με τη νύχτα.

Αυτές οι απώλειες την ωρίμασαν επώδυνα στην εφηβεία της και τη σφράγισαν για πάντα. Σφράγισαν
αυτό το προικισμένο πλάσμα, το ατίθασο και εντελώς απροσάρμοστο πίσω από τη ρομαντική του
 εμφάνισή με τα καστανόξανθα μαλλιά και τα γαλάζια μάτια της, πίσω από το ανάλαφρο ακαταμάχητο
 χαμόγελό της. Και πρόσθεσαν στην κάθε της έκφραση την ανταύγεια ενός βαθιά κρυμμένου πόνου.
 Μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα του διαμερίσματος, η Αλκμήνη συνέχισε να ζει στον δικό της
 κόσμο, έναν κόσμο σε πολλά ακατανόητο για τις άλλες γυναίκες, συνέχισε να τις κάνει να απορούν
 από που είχε ξεφυτρώσει και που ανήκε.

Στα τελευταία μαθητικά και στα πρώτα φοιτητικά της χρόνια αυτό έγινε απόλυτα σαφές. Μεταξύ των
άλλων, από τις στοίβες των ποιητικών βιβλίων κάθε χώρας και κάθε εποχής στα ράφια της, από τα αντάρτικα τραγούδια που ακούγονταν από το δωμάτιο της και τις αφίσες των αναρχικών του
 Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, του Τσε Γκεβάρα και του Άρη Βελουχιώτη, λίγο αργότερα από τη
 μαχητική συμμετοχή της στο γυναικείο κίνημα και από την παρουσία της στην πρώτη σειρά των
διαδηλώσεων και στους ώμους των συντρόφων της, σημαία της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.
 Από το γεγονός ότι, όταν μετά το λύκειο ένιωσε πια ότι δεν την σήκωνε άλλο το συμβατικό
 οικογενειακό περιβάλλον, ανακοίνωσε σε όλες την οριστική απόφασή της και, παρά τις παρακλήσεις
 της μητέρας της, μάζεψε τα ρούχα και πράγματά της κι έφυγε για να αναζητήσει την αληθινή ζωή.

Αληθινή ζωή σήμαινε να απολαύσει και να στερηθεί, να προσγειωθεί πριν καλά – καλά πετάξει.
 Σήμαινε να εργαστεί για να κερδίσει το ψωμί της, πρώτα περιστασιακά εδώ κι εκεί και, μετά την
 αποφοίτησή της από το Παιδαγωγικό Τμήμα του πανεπιστημίου, ως νηπιαγωγός σε δημοτικό παιδικό
 σταθμό. Σήμαινε να ερωτευτεί δυο-τρεις φορές τον άνδρα που διαγραφόταν αχνά στη φαντασία της
 για να διαψευστεί κάθε φορά οικτρά από τη σκληρή πραγματικότητα. Σήμαινε ακόμη να ξυπνήσει
 μέσα της ο πυρετός και να αναλωθεί σε πολύ περισσότερες βραχύβιες σχέσεις. Σήμαινε, τέλος,
να αγωνιστεί για την επανάσταση και την ουτοπία μέχρι να ανατείλει η νέα εποχή και να
 καταρρεύσουν τα πάντα.

Με όλες αυτές τις διαψεύσεις και με άλλες λιγότερο σοβαρές, κύλησαν μερικά χρόνια. Η Αλκμήνη
ένιωθε ότι είχε φτάσει κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού, όταν κάποια στιγμή σαν από το ένστικτο
της επιβίωσης, στράφηκε με όλο της το είναι στον παιδικό σταθμό κι εκεί προσπάθησε να πάρει
 κάποια ανάσα, να διασώσει στην ψυχή της όλα τα πολύτιμα και βαριά τραυματισμένα. Μέσα στις
 πολύχρωμες επιφάνειες και τις ζωγραφιές, στα τιτιβίσματα των παιδιών, στα γέλια και τα κλάματα,
 στις κούνιες, τις τραμπάλες, τα σκάμματα, στα χίλια δυο παιχνίδια και τα παραμύθια, στην αθωότητα
 και ομορφιά, τη μοναδική ίσως αλήθεια και το μοναδικό πια καταφύγιο για κείνη.

Ανακάλυψε έκθαμβη σε μιαν ανθολογία και ένα ποίημα που την εξέφραζε απόλυτα, το ανάρτησε στο
δωμάτιο της και το κουβαλούσε στην τσάντα της σαν φυλαχτό. Το «βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και
 φως», γραμμένο το 1928 από τον Ρώσο ποιητή και ζωγράφο Αποστόλι Ρουσνηόκοφ.

μέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα
 και ζεστούς σκούφους
φορώντας τις μαγικές τους μπότες
βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως
κάθε πρωί εισπλέουν στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς
οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
σαν μπίλιες απ’τις τσέπες τους στο χώμα απλώνουν
όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
μας δείχνουν τον θεό που δεν πιστέψαμε
σκορπίζουν στον αέρα θαύματα που δεν αξίζουμε
με μια ανάσα τους στηρίζουν
την ετοιμόρροπη ζωή μας

Έτσι αποφάσισε να συνεχίσει. Διοχετεύοντας την αγάπη και το πάθος της στα παιδιά αλλά και στη
 μουσική και τη ζωγραφική. Τη μεθούσαν κυριολεκτικά και την ενέπνεαν τα ζωντανά χρώματα, η
 αναπαράσταση του φωτός και η ειδυλλιακή ονειρική ατμόσφαιρα, οι ανθισμένοι κήποι του Κλωντ
 Μονέ, του Ωγκύστ Ρενουάρ και διάφορων άλλων ιμπρεσιονιστών ζωγράφων.

Τότε ήταν που εμφανίστηκε απρόσμενα ο μελλοντικός της σύζυγος. Ένας αρκετά μεγαλύτερός της
πετυχημένος και ευκατάστατος, σοβαρός και μετρημένος άνδρας που σε αρκετά της θύμιζε τον
 πατέρα της. Χωρίς όμως τη αχλή και τη μαγεία που συνόδευε την κάθε εμφάνιση εκείνου. Ένας
 άνδρας που την εκτίμησε, την αγάπησε, τη δέχτηκε ακριβώς όπως ήταν, ή όπως νόμιζε ότι ήταν (ή
 ακόμη κι όπως πίστευε ότι θα την έκανε), και της πρότεινε να ζήσουν μαζί την υπόλοιπη ζωή τους.
 Έτσι κι έγινε. Μετά τις αρχικές της επιφυλάξεις και τους δισταγμούς, παντρεύτηκαν και η Αλκμήνη
 άλλαξε ζωή. Τα επόμενα χρόνια κύλησαν σαν το νεράκι. Απέκτησαν δυο παιδιά, ζούσαν μάλλον
 αρμονικά και ευτυχισμένα, με τον επίπεδο, ασφαλή, τον λογικό και ισορροπημένο τρόπο που είναι
 ρεαλιστικά ο μόνος δυνατός. Παραμερίζοντας τα όνειρα και την ουτοπία, που όμως παρέμεναν
 παράδοξα και πεισματικά ακέραια κάπου μέσα της βαθιά και ίσως κάποτε να επιζητούσαν με κάθε
 τίμημα τη δική τους δικαίωση και τη δική τους δικαιοσύνη.