Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

Όταν έβγαινε η Κική ανάμεσα σε ρούχα και καυσόξυλα





όπως τα μάτια της γάτας
ανθίζουν με μικρές φωτιές τη νύχτα
έτσι και το χαμόγελό σου μπουμπουκιάζει
ανάμεσα στους τοίχους και την άσφαλτο









            Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη δεν υπήρχαν πολυκατοικίες. Υπήρχαν όμως μέγαρα. Ή έτσι τουλάχιστον τα ονόμαζαν. Τριώροφα έως πενταώροφα κτίσματα, συνήθως γκρίζα και γυμνά, με ψηλοτάβανα διαμερίσματα που όχι σπάνια μοιράζονταν δύο πολυμελείς την εποχή εκείνη οικογένειες. Με μαυροφορεμένη γιαγιά και ξαδέλφη απ’ το χωριό. Με σόμπα πήλινη ή σιδερένια και μπουριά στο σαλόνι, με φουφού, φανάρι και παγωνιέρα στην κουζίνα. Με την ταράτσα στην κορυφή της σκάλας για ν’ ανεβάζουν στρώματα τις καλοκαιρινές νύχτες μικροί και μεγάλοι. Και με στενόμακρα πίσω μπαλκόνια με τη μπουγάδα και στοίβες τα καυσόξυλα για τον χειμώνα.
            Κάτω από τον μισοκαμμένο και σε φάση ανακατασκευής Άι Δημήτρη, στην ανατολική πλευρά της ωκεάνιας Πλατείας Δικαστηρίων που ποτέ δεν δικαίωσε το όνομά της, ανάμεσα στα μέγαρα της Μητσαίων και τα μέγαρα της Φιλίππου, σχηματιζόταν μια αδιέξοδη πρασιά που, από τη μια μεριά κατέληγε στα μέγαρα της Αμύντα κι από την άλλη, σε κείνα της Αγνώστου Στρατιώτου. Τα νότια λοιπόν μπαλκόνια της Μητσαίων αντίκριζαν τα βόρεια πίσω μπαλκόνια της Φιλίππου και
το δικό μας πίσω μπαλκόνι από την Αγνώστου Στρατιώτου τα πλαγιοκοπούσε και τα δύο. Κάπως έτσι ήταν και κάπως έτσι παραμένει η γεωγραφία του χώρου.
          Το δικό μας πίσω μπαλκόνι ήταν για μένα γυμναστήριο, με κυρίαρχο βέβαια το στοιχείο της επίδειξης, ησυχαστήριο όπου κουβαλούσα και καταβρόχθιζα τα απαγορευμένα βιβλία και περιοδικά της εποχής για λίγο μακριά από το πατρικό βλέμμα, και παρατηρητήριο. Από το σημείο εκείνο δεν μπορούσα βέβαια να
δω τη μέσα αυλή όπου  η κυρία Μ. έκανε μπάνιο ολοτσίτσιδες τη Λούλα και την Πόπη αλλά μπορούσα να παρακολουθώ τις πεινασμένες γάτες με ακροβατικές ικανότητες, μπορούσα να περιεργάζομαι τα τροφαντά  κουνέλια της Αρμένισσας και τα ετερόκλητα μυστηριώδη αντικείμενα που είχαν συσσωρεύσει στις γωνιές οι άλλοι ένοικοι της αυλής. Μπορούσα ακόμη κατά διαστήματα να ερεθίζω αρκετά τους γείτονες. «Τα φάγατε τα σίδερα», έσκουζε με στιγμιαία παρουσία στο άσπρο μέγαρο της γωνίας η γριά γκιόσα, όπως τη χαρακτήριζε άσπλαχνα ο πατέρας μου, πολύ πριν πάψω εγώ να τη φοβάμαι, πολύ πριν μάθω η λέξη τι σημαίνει. Παρατηρητήριο και γιατί μπορούσα, κοιτάζοντας προς τα πάνω, να περιμένω και να περιμένω μήπως κάποτε εμφανιστεί στο δικό της μπαλκόνι η Κική.
          Η Κική ήταν συμμαθήτριά μου στο ταπεινό δημοτικό της γειτονιάς απέναντι από το φημισμένο Πειραματικό Σχολείο. Κάπου εξήντα παιδιά χρόνια ολόκληρα στην ίδια αίθουσα με τη φοβερή και τρομερή κυρία Μπέλλα στην έδρα, ογκώδη, κουτσή και γηραλέα, με σκαμμένο πρόσωπο πάνω από το μεγάλο της πηγούνι, και με τη βίτσα στο δεξί της χέρι. Τη δική μας κυρία Μπέλλα. Με την τσακαλοπαρέα αγγελική στα πίσω πάντοτε θρανία και την Κική να λάμπει μπροστά και πλάγια σε πλήρη θέα.
           Σαν παιδί μπορούσα να επισημάνω ακαριαία το ουσιώδες και το ουσιώδες ήταν ότι η Κική είχε ιδιοποιηθεί με απόλυτη φυσικότητατην ασάφεια του ονείρου. Ίσως να έφταιγε εκείνη η διάφανη ομίχλη που  την τύλιγε και που κανένας άλλος δεν διέκρινε. Ίσως και να θάμπωναν τα μάτια μου από το φως που εξέπεμπε μόνο για μένα, ίσως όλα αυτά να ήταν απλώς γέννημα της παιδικής μου φαντασίας.Το βέβαιο ήταν πως δεν έβλεπα ένα ψηλό λεπτό κορίτσι εντεκάχρονομε αρμονικά χαρακτηριστικά αλλά μια ουσία ρευστή και φλογισμένη που δεν τολμούσα να πλησιάσω, που το περίγραμμά της είχε ήδη γεμίσει τα μάτια μου. Έτσι, άλλο εννοούσε η δασκάλα όταν έλεγε Κική, άλλο η γιαγιά της, άλλο οι συμμαθητές και οι φίλες της και άλλο εγώ, σίγουρα άλλο εγώ.
             Οι έξι ώρες στο σχολείο δεν έφταναν με τα κορίτσια έτοιμα για το ψου-ψου και το πνιχτό γελάκι. Οι βουτιές που έκανα στο χώμα, παίζοντας μπάλα μπροστά στον Άγιο Νικόλαο και κάτω από το μπροστινό της μπαλκόνι, δεν έφταναν. Δεν έφταναν τα γκολ που κάποτε και με ηρωικές προσπάθειες πετύχαινα. Έπρεπε να τη βλέπω με την άνεσή μου στο πίσω το μπαλκόνι, το δικό της του τελευταίου ορόφου, το δικό μου μόνο του δεύτερου. Ίσως και γιατί εκεί είχα την αίσθηση ότι δεν τη μοιραζόμουν με ξένους και άσχετους, ότι τελείως αδιάφορος πίσω από τις αστυνομικές σελίδες της Μάσκας, μπορούσανα την απολαμβάνω ακίνδυνα. 
             Έβγαινε λοιπόν η μεγάλη αδελφή  της και η ξαδέλφη της, έβγαινε και έμπαινε η γιαγιά της, μια ασπρομάλλα αρχοντογυναίκα που ξεφυσούσε σε κάθε κίνηση, έβγαινε και ο ξάδελφος της και φίλος μου, ο Βασιλάκης. Ε, κάποτε έβγαινε και η Κική. Έβγαινε η Κική ανάμεσα σε κρεμασμένα ρούχα και καυσόξυλα και ακουμπούσε νωχελικά τα λευκά μπράτσα της στα κάγκελα χωρίς να βλέπει πουθενά. Ύστερα γύριζε λίγο το κεφάλι δεξιά, κοιτούσε ώρα πολύ ίσια
μπροστά και, σαν να είχε θυμηθεί κάτι απροσδιόριστο, έστρεφε κάποια αιώνια στιγμή και προς το μέρος μου. Στον ελάχιστο χρόνο που έκανε το βλέμμα της να ευθυγραμμιστεί με το δικό μου, εγώ είχα ταμπουρωθεί πίσω από τις σελίδες και συλλάβιζα τις λέξεις που με τρόπο μαγικό θα μ’ έκαναν ιπτάμενο ήρωα της εποχής γιανα εκτοξευτώ στον μίζερο ουρανό και  να τη συγκλονίσω με την ακαταμάχητη παρουσία μου. Όταν τολμούσα τελικά να ξεμυτίσω,η Κική είχε αποχωρήσει στα ενδότερα.
          Αυτή η ιεροτελεστία συνεχίστηκε επί δύο ή τρία χρόνια, από την τετάρτη ως την έκτη δημοτικού. Εκείνη σίγουρα όλα τα καταλάβαινε με το αλάνθαστο, έστω και πρώιμο, θηλυκό της ένστικτο, σαν τις αρπακτικές γάτες της γειτονιάς που οσμίζονταν το φαγητό απ’ τα πενήντα μέτρα,  άσχετα αν καμιά φορά όταν πλησίαζαν δεν το έβρισκαν της αρεσκείας τους. Και βέβαια θα πρέπει να την
κολάκευε η άνευ όρων παράδοσή μου παρά τις απελπισμένες προσπάθειές μου να επιδείξω ψυχραιμία. Την κολάκευε ως το σημείο που δεν την ενοχλούσε και ο απόηχος από τα μάλλον ειρωνικά της σχόλια είχε φτάσει σε μένα μετά περίπλοκη διαδρομή από τον Λαζαράκη , τον Φουστάνα με το παρατσούκλι, έναν από τους πιο στενούς μου φίλους.
           Εγώ τα αγνοούσα  όλα και συνέχιζα απτόητος. Συνέχιζα, τι; Αυτά τα ελάχιστα και μια-δυο φορές με φίλους από τη γειτονιά να τραγουδάω  παράφωνα το βράδυ ερωτικά σουξέ της εποχής, περνώντας τάχα τυχαία κάτω από το σπίτι της. Συνέχιζα να παραδέρνω ανάμεσα σε μια διαρκή υποψία γελοιοποίησης και μιαν αβάσιμη ελπίδα. Συνέχιζα ώσπου ήρθε μια μέρα η γιαγιά της στο σχολείο και κεραυνοβολήθηκα  όταν την είδα, έχοντας πλήρη επίγνωση της ενοχής μου. Ήρθε να διαμαρτυρηθεί με ορεσίβια προφορά του ονόματός μου, που μάλλον αδικούσε την επιβλητική εμφάνισή της. Γιατί ο μικρός τους ενοχλούσε με τις καντάδες, τις φιγούρες του  και τ’ άλλα.                                     
          Η κυρία Μπέλλα την άκουσε προσεκτικά, αποστρέφοντας χαρακτηριστικά τους οφθαλμούς, και τη διαβεβαίωσε ότι θα επιλαμβανόταν του θέματος. Όταν έφυγε, μου τράβηξε μια γερή κατσάδα μέσα στην τάξη αλλά δεν με έδειρε με τη χερούκλα της όπως είχε κάνει σε αναλόγου μεγέθους παραπτώματά μου στο
παρελθόν. Ακούστηκε μάλιστα να μονολογεί με μια γκριμάτσα αηδίας, «έφερε κι αυτή τη γιαγιά της στο σχολείο».
            Σύντομα ακολούθησε, ως πρωτοτυπία, και δεύτερη χαριστική βολή. Μου ψιθύρισαν ότι η Κική δεν έβγαινε στο πίσω μπαλκόνι για να δει εμένα, ούτε καν τυχαία, αλλά για να ανταλλάξει οπτικά σινιάλα με τον Ιάσονα απέναντι, που ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος, είχε το μοναδικό ποδήλατο της γειτονιάς και ήταν ομολογουμένως πιο ωραίος ή ωραίος σκέτα.

           Έχουν περάσει από τότε πάνω από σαράντα πέντε χρόνια. Με όλα όσα αυτά σημαίνουν. Την Κική δεν την ξαναείδα ποτέ. Ούτε καν σαν υποψία σε κάποιο δρόμο. Κι ας μέναμε στα ίδια σπίτια και στην ίδια πόλη το μεγαλύτερο διάστημα. Λες και είχε προσβληθεί θανάσιμα ο θεός των ανέλπιδα ερωτευμένων, ο θεός των μικρών και των ηττημένων, και απομάκρυνε τα βήματά μου από την παρουσία της, με τον ίδιο τρόπο που πριν εκεί τα οδηγούσε. Μια-δυο φορές μονάχα άκουσα να αναφέρεται το όνομά της χωρίς να ρωτήσω, χωρίς την παραμικρή αντίδραση. Όμως κάπου βαθιά μέσα μου η Κική υπάρχει. Ακέραια και εκθαμβωτική όπως τότε. Ίσως για να  μου θυμίζει με τρόπο τελειωτικό αυτά που στη ζωή μας δεν μας
δόθηκαν. Αυτά που ξέρουμε καλά πως είναι αδύνατο να μας δοθούν.

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Requiem για ένα σπάταλο άνθρωπο



 
 σε ξένη χώρα γύρισε ο πατέρας
 σε χώρα άγνωστη μα και παράξενα οικεία
κει που πηγάζει απρόσιτο το φως
 και μεταγγίζεται στα μάτια των παιδιών
και μέσα σε οδυνηρή διαφάνεια
μου γνέφει





         Ήταν οι πρώτες μέρες του καλοκαιριού και οι πρώτες διακοπές μου στη θάλασσα μετά αρκετά χρόνια, το σώμα μου είχε αρχίσει να χαλαρώνει  και το μυαλό μου να ανασαίνει με μιαν αίσθηση γαλήνης. όταν ξαφνικά με κάλεσαν στον τηλεφωνικό θάλαμο του ξενοδοχείου. Η μακρινή ανδρική φωνή θέλησε πρώτα να επιβεβαιώσει το όνομά μου και ύστερα με πληροφόρησε. με επαγγελματικά συλλυπητήρια, ότι ο πατέρας μου είχε αποβιώσει το περασμένο βράδυ και να μην ανησυχώ γιατί εκείνοι είχαν σπεύσει πρώτοι και θα διεκπεραίωναν όλες τις διατυπώσεις, αρκεί  βέβαια να έλεγα στη μητέρα μου να μην αναθέσει τη δουλειά σε κάποιον ανταγωνιστή που είχε μπλεχτεί χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα. Στη μητέρα μου, σχεδόν τριάντα χρόνια τώρα χωρισμένη απ’ τον πατέρα μου και με δική της νέα οικογένεια, που είχαν βρει το όνομά της στα χαρτιά του. Τον ευχαρίστησα, του είπα ότι η απόφαση ήταν της μητέρας μου και ότι θα γύριζα αμέσως στη Θεσσαλονίκη.
          
        Πάνε τώρα σαράντα τόσα χρόνια που σταμάτησε η καρδιά του κι έχω ακόμη πικρή στο στόμα τη γεύση του κεραυνού. Αφού δεν αξιώθηκα να βρίσκομαι κοντά του τις τελευταίες του στιγμές, μήπως και αλαφρώσω κάπως τη μοναξιά του, μήπως και του κλείσω εγώ τα μάτια, δεν θέλησα ποτέ να πάω στον τάφο του ή να τον μνημονεύσω με κάποιο τρόπο τυπικό.  Το δικό μου μνημόσυνο ήταν τα ποιήματα που του  έγραψα,  ποιήματα  που  αγαπήθηκαν. Του έγραψα και  διηγήματα, του αφιέρωσα βιβλία, έδωσα το όνομά του στον γιο μου  και του μίλησα για τον παππού του, όχι μόνο δεν τον ξέχασα ούτε στιγμή αλλά είναι πάντα ζωντανός μέσα μου, εγώ είμαι πια εκείνος. Ακόμη και τώρα, αν τύχει να δω ξαφνικά στον δρόμο από    πίσω κάποιον μεγάλο άνθρωπο με ρεπούμπλικα που μου φαίνεται ότι του μοιάζει, η καρδιά μου χοροπηδάει και πάω να προφέρω τη   λέξη «μπαμπά».  Τέτοια εντελώς μάταια πράγματα έχω κάνει και συνεχίζω να κάνω. Μερικές φορές δακρύζω αργά το βράδυ μόνος στον καναπέ δίπλα στη μεγάλη βιβλιοθήκη.  Όπως τώρα που γράφω αυτή την ιστορία.
             
       Αντιπαθώ τους μικρούς ανθρώπους που, σαν λογιστές με μαύρα μανίκια,  μετρούν και ζυγίζουν το κάθε τι και το καταχωρούν στα κέρδη ή τις ζημίες. Μετράνε  κι αποταμιεύουν χρήματα, μέρες και μήνες, την ίδια την ανούσια ζωή τους. Αυτό το σύντομο πέρασμα εγώ το βλέπω σαν μια φλόγα καυτή ή έναν πυρετό που είναι προορισμένος να κερδίσει τελικά τη μάχη, να μετουσιωθεί μέσα
στο χώμα και ύστερα να ξαναφουντώσει σε κάποιο άλλο κορμί. Είναι   μεγάλη περηφάνια να γνωρίσεις την αγάπη, να τη δεχτείς, μα πολύ περισσότερο να τη δώσεις, κι αυτή την περηφάνια πρέπει να την ένιωσε ο πατέρας μου. Γιατί πρόσφερε την ψυχή του μ’ ένα τρόπο ανεπιφύλακτο  μα και βασανιστικό, όπως η απεραντοσύνη που το σπέρμα της βρίσκεται μέσα μας. Την πρόσφερε στη μητέρα
 μου  κι ήμουν εγώ που φωτίστηκα από την πλούσια αντανάκλασή της.
        
       Ήταν στ’ αλήθεια ένας σπάταλος άνθρωπος. Κασόνια έρχονταν τα φρούτα στο σπίτι, τενεκέδες τα τυριά, οι ελιές τα λάδια, κι όταν έβρισκε κάτι καλύτερο, έλεγε «πέταξε το παλιό, πρέπει να χάλασε». Εκείνη την εποχή η δουλειά του πήγαινε καλά και το αύριο δεν υπήρχε. Με έπαιρνε και βγαίναμε μαζί  τα βράδια, τρώγαμε στο εστιατόριο, πηγαίναμε μετά στο σινεμά ή το θέατρο και συχνά καταλήγαμε στο ζαχαροπλαστείο του Λίγδα, γωνία Τσιμισκή και Αγίας Σοφίας.  Όταν πια έπρεπε να γυρίσουμε στο σπίτι, έλεγε «είσαι κουρασμένος και νυστάζεις, ας πάρουμε ένα ταξί».  Σπάταλος σε μια δύσκολη εποχή.  Μα πιο σπάταλος ήταν στην οργή, πιο
σπάταλος στην αγάπη του.
        
      Δύσκολος άνθρωπος να ζήσεις μαζί του. Μερικές φορές, αμέσως μετά την προσφορά, έρχονταν ο μεγάλος θυμός  και οι φωνές για κάτι ασήμαντο κι ύστερα πάλι όλα καταλάγιαζαν σε τρυφερό χάδι, σαν να καταλάβαινε και να ζητούσε κάποιου είδους συγγνώμη. Τρεις πόλεμοι κι ένας ξεριζωμός δεν είναι λίγο. Πειράζουν τα νεύρα, ίσως σε κάνουν να πιστέψεις πως τούτο δω το δευτερόλεπτο  είναι ολόκληρη η ζωή και πρέπει να τη ζήσεις με ακέραια την ένταση εβδομήντα ή ογδόντα χρόνων.
            
        Ο χωρισμός του με τη μητέρα μου τον τσάκισε. Κι εκείνο που τον κράτησε 
ως το τέλος ήταν ότι περίμενε, παράλογα κι απελπισμένα, με κάποιο τρόπο οποιονδήποτε εκείνη να γυρίσει. Κι ύστερα υπήρχαν τα παιδιά  κι ήμουν εγώ ο μικρότερος  που είχε μεγαλύτερη ανάγκη.
            
         Δεν είναι παράξενο ότι πιο ζωντανά από οτιδήποτε  άλλο θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια κοντά του. Θυμάμαι την Πλατεία Δικαστηρίων βουτηγμένη στη βροχή, τη θαμπή πινακίδα απέναντι του Τέταρτου αστυνομικού τμήματος.  Ακουμπούσα το μέτωπο στο τζάμι  κι ώρα πολλή με υπνώτιζε η ερημιά του τοπίου. Τα μελαγχολικά μέγαρα που λες και δεν κατοικούνταν από ανθρώπους με σάρκα και οστά αλλά στοιχειά με λούκια για φλέβες και καρδιά μιαν υδραντλία. Η βροχή κατέβαζε πέτρες και λάσπη από την Πάνω Πόλη και τα απίθωνε στα πόδια μας, 
να φτιάξουμε χαβούζες, να τσαλαβουτήσουμε με απόλαυση. 

           Θυμάμαι το παλιό ντιβάνι  κοντά στη σόμπα, όπου έκαιγα με σαράντα πυρετό κι εκείνος είχε στρώσει μια κουβέρτα στο πάτωμα κι όλη τη νύχτα μου έβαζε κρύες κομπρέσες στο μέτωπο, μου έδινε ροφήματα, μου χάιδευε το μέτωπο, μου κρατούσε το χέρι.  Θυμάμαι   όταν ξυπνούσα μέσα στη νύχτα με φρικτούς εφιάλτες  και έψαχνα το ροζιασμένο χέρι του να πάρω δύναμη και βεβαιότητα. Θυμάμαι όταν με έσφιξε με δύναμη στα γόνατα του στην καρέκλα μπροστά στο  μεγάλο τραπέζι καθώς ο γιατρός μου έκανε την παρακέντηση στο αυτί σε λίγα δευτερόλεπτα οξύτατου πόνου.  Θυμάμαι τη φωτογραφία στο σαλόνι με κείνο το γλυκό χαμόγελο, τα ματιά που σε κοίταζαν σ’ όποια γωνιά κι αν ήσουν. Θυμάμαι τους πέντε παλιούς τόμους των Αθλίων που διάβασα πολλές φορές κι ήταν τα μόνα βιβλία που διασώθηκαν απ’ όσα είχε στο σακίδιό του στον πόλεμο.  Θυμάμαι το βαρύ του πανωφόρι στο πορτμαντό που είχε πάντοτε κάτι στην τσέπη  του για μένα και το τάβλι που παίζαμε στο μπαλκόνι και κέρδιζα εγώ. Θυμάμαι την παλιά σεζλόνγκ όπου ξάπλωνε το μεσημέρι, θυμάμαι τις ιστορίες για τη μικρασιατική εκστρατεία που μου έλεγε για να κοιμηθώ και  έπαιρνε τελικά πρώτα εκείνον ο ύπνος.  Θυμάμαι ακόμη την καρδιά του που πονούσε ξαφνικά κι  έτρεχα εγώ μέσα στη νύχτα να ψάξω φαρμακείο ανοιχτό.  Και πόσα δεν θυμάμαι.
            
       Δυο πράγματα όμως θα τα πάρω μαζί μου όταν φύγω. Πώς φωτιζόταν το πρόσωπό του όταν μιλούσε για τη μητέρα μου, έστω και με επιφανειακό πείσμα ή πικρία, κι αργότερα  όταν πτώχευσε κι ένα διάστημα προφυλακίστηκε για χρέη, πώς μου έδωσε μιαμέρα που τον επισκέφτηκα, το τελευταίο του, όπως έμαθα αργότερα,  δεκάρικο για να πάω σινεμά.

        Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς λειτουργεί αυτό που ονομάζεται ανθρώπινη δικαιοσύνη. Κι ακόμη πιο πολύ  αδυνατώ να καταλάβω τους δρόμους που παίρνει η ζωή. Και πώς είναι δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος να πεθάνει έρημος και μόνος.
Όπου κι αν περιπλανιέται, σε αέρα ή θάλασσα, σε βουνοκορφή ή στην καυτή άσφαλτο, στην τούρκικη πόλη που τον γέννησε, ίσως στοιχειό αγαθό στην ίδια την Πλατεία Δικαστηρίων, ας αναπαύεται η τρυφερή ψυχή του. Γιατί όσο κι αν είναι αφόρητος ο πόνος και η αγάπη, κάποτε γίνονται ρίζες  δέντρου που περιμένει μια καινούρια άνοιξη.

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Ο μεγάλος

   Two brothers by Lavenna Martin, SpiderHouse




και ο Βαρδάρης άγριος παγερός και οικείος
ένας μεγάλος αδερφός,  μια βεβαιότητα







           Λένε ότι τ’ αδέρφια σπάνια μοιάζουν και πράγματι από τα  παιδικά μας χρόνια, όλα μας χώριζαν με τον αδερφό  μου. Εκείνος ήταν ένα  γεροδεμένο παλικάρι, χαμογελαστό και άγριο, που δεν δίσταζε να επιβάλει το δίκαιο ή το άδικό του στη γειτονιά με τις γροθιές του. Όχι ότι εγώ ήμουν κανένας φλώρος,  στο σχολείο δεν τολμούσε να μου μπει κανένας, αλλά … εκείνος ήταν μεγάλος,
πρώτα  απ’ όλα.  Σχεδόν τεσσεράμισι χρόνια μεγαλύτερος, μια αιωνιότητα. Ήταν και ωραίος από πάνω. Και  σχολικός πρωταθλητής στο τριπλούν λίγο αργότερα.
          Εκείνος ήταν ο αγαπημένος της  μαμάς και ο προστάτης της, εγώ η αδυναμία του μπαμπά και ο απολογητής του. Πριν χωρίσουν οι γονείς μας, όταν καθόμασταν στο τραπέζι, τον κοίταζα στα μάτια, περιμένοντα την έγκρισή του για να αποφασίσω αν μου αρέσει το φαγητό ή όχι. Τον κοίταζα στα μάτια. Ίσως σ’ αυτά τα μάτια να   μοιάζαμε μόνο, τα οικογενειακά ανοιχτόχρωμα,  μίγμα από πράσινο    
και γαλάζιο,  ένα χαρμάνι από τη Μαύρη Θάλασσα και τη Μικρά Ασία, τα μάτια της γιαγιάς και των γονιών μας  και ποιος ξέρει ποιων άλλων προγόνων κι από πού.    
          Όλα μας χώριζαν με τον μεγάλο μου αδερφό. Τον αγαπούσα με κείνη την παιδική αγάπη που είναι περισσότερο θαυμασμός, τυφλός, απέραντος θαυμασμός και απεριόριστη εμπιστοσύνη. Δύο-τρεις φορές που με είχε χτυπήσει, ασχέτως αν έφταιγα ή όχι, τα αισθήματά μου δεν άλλαξαν καθόλου. Με πλημμύριζε μόνο         ένα φοβερό παράπονο και κάποτε του είπα «εσύ δεν μ’ αγαπάς», κι εκείνος τα ‘χασε και επαναλάμβανε «εγώ δεν σ’ αγαπώ,  βρε κουτέ, εγώ δεν σ’ αγαπώ!».
          Όταν χώρισαν οι γονείς μας, εκείνος πήγε να μείνει με τη μητέρα μας, ενώ εμένα με κράτησε ο μπαμπάς. Μετά ήρθε πάλι στο σπίτι της Αγνώστου Στρατιώτου. Δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς αυτά τα πηγαινέλα, ήταν και περίπου απαγορευμένο θέμα στο σπίτι η μαμά, έτσι κι αλλιώς όμως τον έβλεπα σπάνια και φευγαλέα. Να μπαίνει και να βγαίνει. Διαφορετική ηλικία, διαφορετικές παρέες, δεν μου ‘δινε και πολλή σημασία. Είχα όμως την αίσθηση πως, όταν χρειαζόταν, είχε τον τρόπο να με προστατεύσει απότους κινδύνους της εποχής. Ήταν πάντα ο μεγάλος μου αδερφός.
           Έτσι πέρασαν τα χρόνια. Ακολουθήσαμε βέβαια εντελώς διαφορετικούς δρόμους με κοινό χαρακτηριστικό τη φτώχεια και  τις ευκαιρίες στη ζωή που έπρεπε να δημιουργήσουμε μόνοι μας. Καμιά φορά, σε κάποια δική μου επιτυχία, έβλεπα στα μάτια του  τρυφερότητα και κάτι σαν καμάρι κι  αναρωτιόμουνα μήπως τελικά μ’ αγαπούσε ο μεγάλος μου αδερφός.  Όταν κάποτε στο σχολείο ένας φιλόλογος, που ήταν παλιότερα και δικός του καθηγητής στο πέμπτο, είπε «εσύ είσαι καλύτερος από τον αδερφό σου, έτσι;»,  μου ήταν εντελώς αδύνατο να το παραδεχτώ.
            Εξακολουθούσα να αισθάνομαι ότι είμαι ο μικρός μπροστά του., ακόμη κι όταν πια η διαφορά ηλικίας μας δεν σήμαινε τίποτα. Όλα όμως μας χώριζαν. Πίστευε κι εκείνος σε ένα καλύτερο κόσμο, καταλάβαινε όσα του έλεγα αλλά δυσφορούσε και δεν ήθελε καθόλου  να τα  συζητήσει. Εξάλλου  αυτά είναι πράγματα που δεν γίνονται.  Είχαμε και την πικρή εμπειρία των συγγενών μας
σε φυλακές και εξορίες.
           Γι ‘ αυτό, όταν μιλούσε, υποστήριζε πάντοτε  τη συντηρητική άποψη. Για την τάξη, την ηρεμία, την ασφάλεια. Για να μπορέσει απερίσπαστος να εργαστεί και να δημιουργήσει όσα δεν μας είχαν δοθεί στα παιδικά, τα εφηβικά, τα νεανικά μας χρόνια. Και πράγματι εργάστηκε σκληρά. Πολύ σκληρά. Μια φορά που είχα πάει στο γραφείο του και τον περίμενα για κάποιο δικό μας θέμα, έμεινα κατάπληκτος  από τον κυριολεκτικά  φρενήρη ρυθμό της εργασίας του. Έγραφε, απαντούσε το τηλέφωνο και έδινε οδηγίες στους βοηθούς του σχεδόν ταυτόχρονα. Απνευστί. Και μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού  με το τασάκι γεμάτο γόπες μπροστά του. Μ’έπιασε  άγχος και μόνο που τον έβλεπα έτσι και βγήκα έξω για να πάρω ανάσα.
          Και πέτυχε, φυσικά πέτυχε. Με πρότυπο γνωστούς μεγαλοαστούς και εργοστασιάρχες, υπάλληλος αυτός, αγωνίστηκε να φτάσει κάπου εκεί. Την όλη του προσπάθεια ενέτεινε η λαχτάρα του να προσφέρει  στη γυναίκα του και τη μονάκριβή τους κόρη όσα εκείνος είχε στερηθεί. Απέκτησε λοιπόν ωραίο διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης, θαυμάσιο εξοχικό σε οικισμό πολυτελείας,
αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού . Και ακριβά έπιπλα, κάβα κρασιών, κάθε λογής ηλεκτρονικές συσκευές.  Όλα αυτά με την ικανότητά και την έντιμη εργασία του, με την απόλυτη αφοσίωσή του χωρίς να γνωρίζει Κυριακές και αργίες.
        Τα αποκτήματά του τον έκαναν να αισθάνεται ιδιαίτερη εκπλήρωση. Απολάμβανε τις ανέσεις του, καμάρωνε, χαιρόταν με τα παιχνιδάκια του σαν μικρό παιδί. Όταν κάποτε τον ρώτησα πού σκόπευε να σταματήσει, στην αρχή με κοίταξε με απορία, μετά ανέφερε διάφορους στόχους και στο τέλος ομολόγησε ότι
και πάλι θα συνέχιζε. Θα έλεγε κανείς ότι ήταν φανατικός οπαδός της καταναλωτικής κοινωνίας.
          Όταν, σπάνια βέβαια, μαλώναμε, κάναμε αρκετό καιρό να ιδωθούμε και στο τέλος πάντα υποχωρούσα εγώ, κάτι μέσα μου μαλάκωνε, σαν να έλιωνε και δεν μπορούσα άλλο να κρατήσω την απόσταση. Εκείνος ήταν έτοιμος να δεχτεί την προσέγγιση και τη συγγνώμη μου.
          Με τη δικτατορία έλειψα από τη Θεσσαλονίκη κοντά πέντε χρόνια  και κάποτε πήρα σ’ ένα σπίτι που μέναμε στο βορειανατολικό Λονδίνο ένα γράμμα του, το μοναδικό που μου είχε στείλει. Θυμάμαι ότι το διάβασα στην κουζίνα. Μετά τα συνηθισμένα νέα, που μου φάνηκαν σαν πρόφαση, τέλειωνε λέγοντας πως έρχονταν στιγμές που νόμιζε πως δεν θα με ξαναδεί ποτέ πια. Τέλειωνε με το υποκοριστικό του χαϊδευτικού μου ονόματος που μόνον αυτός χρησιμοποιούσε. Κι εγώ, σαν τότε που ήμουνα παιδί, λες και λύθηκε ένας κόμπος, ξέσπασα σε κλάματα, έκλαψα απαρηγόρητα, κι αντί για το δικό του τραχύ χέρι ήρθε η Σοφία να με αγκαλιάσει και να με παρηγορήσει.  Και συμφωνήσαμε ότι για τίποτα δεν άξιζε τόση μοναξιά στον ξένο τόπο.
        Με τον γυρισμό μας από την Αγγλία, μας βοήθησε όσο κι όπως μπορούσε και κάναμε παρέα μερικά χρόνια, εγκάρδια, φιλική παρέα, σχεδόν αποκλειστικά στα δικά του σπίτια, στη Θεσσαλονίκη και τη Χαλκιδική, πήγαμε εκδρομές, γνωρίσαμε αρκετούς φίλους του  κι εκείνος δικούς μας. Όμως και πάλι τα διαφορετικά ενδιαφέροντα, η διαφορετική πολιτική τοποθέτηση, η διαφορετική οπτική στη ζωή
ήταν αναπόφευκτο να μας χωρίσουν.
        Και στην ωριμότητά μας αργότερα δεν αλλάξαμε φυσικά και όλα μας χώριζαν με τον μεγάλο μου αδερφό. Για παράδειγμα εγώ, πάντα ο μικρός, δεν ήξερα τίποτα για αυτοκίνητα, ούτε καν να οδηγώ, εκείνος μου τα εξηγούσε όλα. Ούτε έμαθα ποτέ, παρά τις προσπάθειές του,  πώς πρέπει να συμπεριφέρεται κανείς για να
επιβιώσει σ’ αυτή την κοινωνία.
          Βλεπόμασταν πλέον σπάνια, σε κάποια γιορτή, σε κάποια οικογενειακή συγκέντρωση. Ήταν και τύπος περήφανος που , αν και γενναιόδωρος,  σπάνια εκδηλωνόταν και με έκανε πάντα να αναρωτιέμαι.  Η αγάπη όμως αγάπη. Μέσα βαθειά κρυμμένη που όταν ερχόταν η ώρα ανέβλυζε σαν πίδακας. 
         Όσο γενναιόδωρος ήταν εκείνος , τόσο γενναιόδωρη φάνηκε και η ζωή  επί μερικές δεκαετίες και στους δυο μας, με διαφορετικό  βέβαια τρόπο. Στο τέλος όμως ο μεγάλος μου αδερφός τήρησε, ακούσια βέβαια, την οικογενειακή παράδοση της ατυχίας.  Και, σαν επακόλουθο, της δυστυχίας. Την παράδοση των παππούδων μας, του  πατέρα μας, της μητέρας μας, που  ήταν παιδιά της
προσφυγιάς και τους άξιζε κάτι καλύτερο, υπήρξαν όμως  όλοι χαρακτηριστικά  άτυχοι.        
         Υπέφερε επί χρόνια ο μεγάλος μου αδερφός, βασανίστηκε πολύ κι όταν εκείνος χάθηκε, όλα σκορπίστηκαν στον άνεμο.  Όλα. Τόση αγάπη, τόσα όνειρα, τόσο πάθος για ζωή, τόσος αγώνας έγιναν καπνός. Αχ,  ρε Γιωργάκη !