Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Εντεκάμιση το βράδυ

(Persistence of time By Salvador Dali)
        Παράξενα πράγματα που συμβαίνουν καμιά φορά στα ξένα μέρη. Θα τα καταχωρήσω με ακρίβεια και λιτότητα, μήπως κάποια κρίση αμερόληπτη βρει άκρη στο αδιέξοδο. Σε πείσμα της γης που ακούραστη διαγράφει τροχιές γύρω από τον ήλιο και των ανθρώπων που προσθέτουν μονάδες στον χρόνο.

        Απόγευμα και στην κατάμεστη εγγλέζικη πλατεία λιάζονταν γενειοφόροι και γυμνοπόδαροι τουρίστες από κάθε γωνιά της γης. Με κόπο κατάφερα να βρω μια πολυθρόνα. Αντίπερα το ρολόι της εκκλησίας έδειχνε έντεκα και μισή.
         Ξεφύλλισα περιοδικά και εφημερίδες, χάζεψα τ' αμέριμνο πλήθος με υπόκρουση πάντα εξατμίσεις αυτοκινήτων. Όταν πια νύχτωσε, πλήρωσα τον καφέ και κίνησα για το σπίτι. Κοίταξα ένα άλλο ρολόι. Εντεκάμιση. Πιο κάτω τα ρολόγια μιας βιτρίνας, μικρά και μεγάλα, στρόγγυλα, τετράγωνα και πολυγωνικά, χεριού και τοίχου, ηλεκτρικά, ξυπνητήρια και εκκρεμή, ακόμα κι ένας κούκος, συμφωνούσαν. Έντεκα και μισή. Το φαινόμενο άρχισε να γίνεται ανησυχαστικό.
          Σταμάτησα κάποιον και ρώτησα την ώρα. Εννιά και δέκα, μου είπε. Πρόφτασα όμως να δω το ρολόι του που έλεγε ... έντεκα και μισή. Μια γάτα με γυαλιστερό τρίχωμα πέρασε μπροστά μου ξεφρενιασμένη.

         Αποφάσισα να αγνοήσω το όλο θέμα. Κυρίως από φόβο. Την άλλη μέρα το πρωί σηκώθηκα στις έντεκα και μισή, πλύθηκα, ξυρίστηκα και βγήκα στις έντεκα και μισή, έφτασα στο γραφείο στις έντεκα και μισή και ύστερα από οχτάωρη κουραστική εργασία επέστρεψα στις έντεκα και μισή. Φυσικά κοιμήθηκα στις έντεκα και μισή.
         Το ημερολόγιό μου έπασχε κι αυτό από χρονικό παροξυσμό. Επέμενε στο έτος 1369. Μπροστά στη γενική χρονική εξάρθρωση και την αδυναμία μου να δώσω κάποια λογική ερμηνεία, παραθέτω και τα ακόλουθα χαρακτηριστικά περιστατικά.

        Δυο ψηλοί γεροδεμένοι κύριοι με πλησίασαν στην κεντρική λεωφόρο.
        -  Ώρα για το μουρουνόλαδό σας, είπαν.
        -  Παρντόν;
        -  Είναι πολύ δυναμωτικό.
        -  Μα δεν θέλω. Αυτό είναι για τα παιδιά.
Συνοφρυώθηκαν.
         - Ελάτε τώρα. Αφήστε τις αντιρρήσεις να τελειώνουμε. Μια κουταλιά της σούπας μόνο.
Ζύγωσε ένας τρίτος με καραβάνα. Έκανα να τρέξω αλλά με συγκράτησαν χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.
         - Είναι για το καλό σας. Από το κρατικό χημείο.
Μια γκρίζα γάτα σάλταρε έξαλλη σ' ένα δέντρο.
Κατέβασα με δυσφορία το ανούσιο παρασκεύασμα χωρίς ακόμη να πιστεύω αυτό που μου συνέβαινε.
          - Θα το συνηθίσετε, είπαν και με αποχαιρέτησαν ευγενικά.
           Τρεις με πέντε φορές την ημέρα το γεύομαι από τότε. Άμα το αποφύγω στον κινηματογράφο, θα με πετύχει στον δρόμο κι αν τη γλυτώσω στο γραφείο θα μούρθει στο σπίτι. Η συνταγή παραμένει βασικά η ίδια αλλά κατά καιρούς γίνονται ελαφρές τροποποιήσεις. Τελευταία σημείωσα μια μικρή πρόοδο. Το καταπίνω χωρίς μορφασμούς.

         ΝΕΘΝΕΙΣ ΕΞΕΛΙΕΣ ΔΙΕΞΕΙΣ, έλεγε η εφημερίδα με μεγάλα γράμματα.
         - Τι γλώσσα είναι αυτή; ρώτησα τον περιπτερούχο.
         - Εγώ δεν ξέρω τίποτα, μουρμούρισε και βάλθηκε να διορθώνει τα ράφια του.
Κοίταξα και ξανακοίταξα τον τίτλο. Ξαφνικά φωτίστηκα. ΝΕΕΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ θα θέλει να πει. Τυπογραφικό λάθος;
          - Όχι, μούπε ο δάσκαλος στο καφενείο. Έτσι είναι η σωστή γλώσσα.
          -  Κι η γλώσσα που μιλάει ο κόσμος, εσύ, εγώ;
 Έβγαλε ένα κεχριμπαρένια κομπολόι.
           - Θα διορθωθεί σιγά-σιγά.

          Μια ασπρόμαυρη γάτα πήδηξε πάνω από τα καφάσια της μανάβισσας. Ο άνθρωπος με την πράσινη μπογιά και το πινέλο κόντεψε να με ανατρέψει.
          - Μα τι συμβαίνει τέλος πάντων;
          - Πρέπει να εξουδετερώσουμε τις πράσινες γάτες, δήλωσε.
          - Πράσινες γάτες, ποιες πράσινες γάτες; απόρησα.
Με περιεργάστηκε καχύποπτα.
           - Είναι θανάσιμος ο κίνδυνος, μην τον υποτιμάτε.
           - Και τι τη θέλετε την πράσινη μπογιά;
           - Αν δεν τις βάψουμε πράσινες, πώς θα ξέρουμε ότι σίγουρα είναι πράσινες; Εμφανίζονται με ένα σωρό χρώματα αλλά μόλις νιαουρίσουν, καταλαβαίνουμε ότι είναι πράσινες κατά βάθος.
Παρακάτων κάποιος τοιχοκολλούσε αφίσες. Διάβασα:

                                 ΚΑΤΩ ΟΙ ΠΡΆΣΙΝΕΣ ΓΑΤΕΣ
                                    ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ
                                         ΚΙ ΑΠΟΧΡΏΣΕΩΝ

           Έτρεξα κι έκρυψα τον γάτο μου στο δωμάτιο του βάθους.
           - Ούτε στο μπαλκόνι δεν θα βγεις, φουκαρά μου, τον προειδοποίησα.
Σήκωσα την ουρά του, τρίφτηκε στο πόδι μου και νιαούρισε παραπονιάρικα.
            - Και μην ακούσω τη φωνή σου, κιχ, είπα.   

3 σχόλια:

Poet είπε...

Το σύντομο αυτό διήγημα γράφτηκε μέσα στη επταετή δικτατορία και πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Παρουσίες». Έτσι γίνεται πιο εύκολα κατανοητό γιατί είχαν σταματήσει τα ρολόγια, γιατί είχε κακοποιηθεί η γλώσσα και γιατί οι πράσινες ή κόκκινες (ή δημοκρατικές γάτες) βρίσκονταν υπό διωγμόν. Το ρετσινόλαδο θα μπορούσε, μεταξύ των άλλων, να είναι και η εξωφρενική προπαγάνδα της χούντας.

Ανώνυμος είπε...

Διασαφηνιστικό το σχόλιό σου, Ποιητή.

Το δικό μου σχόλιο:
Δίκιο είχε ο Ρένος που του άρεσε το Αλμπατζάλ, αν κρίνω από το συγκεκριμένο διήγημα.

Καλημέρα!

Κική

Poet είπε...

Θεώρησα απαραίτητο αυτό το σχόλιο, Κική μου, για να καταλάβουν οι νέοι το διήγημα και έστω και στοιχειωδώς τι σημαίνει χούντα.

Διάβασε και τα δύο προηγούμενα διηγήματα από το Αλμπατζάλ που είχα αναρτήσει προ καιρού. Μένουν μερικά ακόμη για δημοσίευση. Σε ευχαριστώ. Καληνύχτα και καλό ξημέρωμα.