Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Κόκκινο σύννεφο



Οι γηγενείς της Βόρειας Αμερικής, γνωστοί και σαν ερυθρόδερμοι, ράτσα περήφανη,
κυνηγοί του αγριοβούβαλου και γνήσιοι ποιητές, είχαν σκληρή μοίρα. Τα χλωμά
πρόσωπα άρπαξαν τη γη τους και υποτάξανε όσους απέμειναν σ’ ένα σύστημα
βασισμένο στις τέσσερις πράξεις της αριθμητικής που ονομάζεται και δυτικός πολιτισμός.
Σαν μνημόσυνο σ’ αυτά τα μακρινά και χαμένα αδέρφια, κάποιος στιγμές μοναδικές,
όταν οι προηγούμενες και οι επόμενες ζωές συμπυκνώνονται και φωτίζονται στο παρόν
του χρόνου, καλώ τα πνεύματά τους και δίνω σ’ ένα πλάσμα άγριο κι αγαπημένο το
όνομα που εκείνοι θα διάλεγαν για να το κρατήσουν για πάντα, έστω στα φλογισμένα
μάτια τους.

Χτύπησα δυο φορές με το συνθηματικό τρόπο, έσπρωξα και μπήκα. Όταν το ασανσέρ
σταμάτησε με τριγμούς και στεναγμούς, το κόκκινο σύννεφο φάνηκε στη μισάνοιχτη
πόρτα πίσω από καταρράχτες μαλλιών ριγμένους στο στήθος. Ήταν η ώρα έντεκα το
βράδυ κι ένιωσα το σώμα του γυμνό κάτω απ’ το νυχτικό, αδέξιος κι ορμητικός σαν παιδί,
αν αγκαλιάσεις ένα σύννεφο κινδυνεύει να διαλυθεί στα χέρια σου.

Περιπλανηθήκαμε για λίγο στο έρημο διαμέρισμα, είδα ρούχα, βιβλία και παιχνίδια
πεταμένα δω κι εκεί, ένα μοναδικό στρώμα στο μεγάλο σαλόνι, ίχνη στην ατμόσφαιρα
από την πρόσκαιρη παρουσία του. Καθώς το βλέμμα μου χάιδευε τα ξένα αντικείμενα,
τους αφαιρούσε βάρος. Καθώς η λαχτάρα μου άγγιζε τους τοίχους και τα έπιπλα, τους
πρόσθετε ένα θαμπό χρώμα αλλιώτικο.

Σκόρπισα τα ρούχα μου τριγύρω και ξάπλωσα στο τεράστιο, σχεδόν τετράγωνο κρεβάτι.
Σκεπάστηκα με το πολύχρωμο σεντόνι. Άκουσα δίπλα να τρέχει το νερό – λούζονται τα
σύννεφα; Κάποτε βγήκε, πρώτα τα δάχτυλα, μετά το γόνατο, τα χέρια σταυρωμένα
μπροστά κάτω από ένα χαμόγελο δειλό κι αστραφτερό. Έριξε ένα μαύρο ρούχο διάφανο
πάνω στο αμπαζούρ, χώθηκε πλάι μου, ακούμπησε το κεφάλι του στο στήθος μου. Ήτανε
λίγες μέρες που ανταμώσαμε σε κάποια κορυφή βουνού και ήδη ξέραμε τόσα πολλά ο
ένας για τον άλλο, γνωρίσαμε κι ένα διστακτικό, παιδικό σχεδόν έρωτα μικρής διάρκειας,
με λιγοστή ηδονή και πλήρη εγκατάλειψη, όντα ναυαγισμένα στον πέμπτο όροφο μιας
πολυκατοικίας του κεντρικού δρόμου κάτω από χίλιες απειλές.

Κάποια στιγμή χτύπησε δυνατά το θυροτηλέφωνο και το κόκκινο σύννεφο πετάχτηκε
πάνω πανικόβλητο ώσπου διαπίστωσε τελικά ότι ήταν για το διπλανό διαμέρισμα. Ξέπνοο
γύρισε και παραδόθηκε στην αγκαλιά μου, προσπαθώντας κάπου να χωθεί, κάπου να
χαθεί, κάπου ν’ απλώσει τη στιγμή ως το τέλος. Γιατί ήμασταν ξένοι κι οι δυο σ’ αυτή την
πολιτεία που μας γέννησε, σ’ αυτό το διαμέρισμα που μας δέχτηκε, σ’ αυτό το κρεβάτι
που προσωρινά μας φιλοξένησε. Ξένο το κόκκινο σύννεφο σ’ αυτούς που νόμιζαν πως το
κρατούσαν, ξένος ο ποιητής σ’ αυτούς που διάβαζαν και δεν είχαν ψυχή για να
καταλάβουν.

Μείναμε ακόμα ώρα ξύπνιοι και δεν θυμάμαι πια τι λέγαμε. Καπνίσαμε πολλά τσιγάρα και
τελικά αποκοιμήθηκα με το κόκκινο σύννεφο τυλιγμένο στο σώμα μου. Ξύπνησα μόνος
κι έτσι γυμνός σηκώθηκα με τον ήλιο να χαμογελάει στο παράθυρο και γύρισα
ψάχνοντας με μια μικρή υποψία αυταπάτης. Κι όμως βρήκα το κόκκινο σύννεφο
κοιμισμένο αμέριμνα στο στρώμα του σαλονιού κι έγειρα δίπλα του και του ψιθύρισα
λόγια τρελά, λέξεις καινούριες σε μια γλώσσα μυθική. Τη στιγμή εκείνη κρυστάλλωσε ο
χρόνος, σταμάτησαν όλα τα ρολόγια της πολιτείας αφού ήταν πια άσκοπη η λειτουργία
τους κι εκεί βρισκόμαστε, το σύννεφο κι εγώ, για μερικά χρόνια μαγεμένοι.

Ακούγεται όμως κοντινό ένα βαθύ, μακρόσυρτο τραγούδι σαν προσευχή. Είναι οι
πολεμιστές που κάθονται τριγύρω, αγέρωχοι σαν τα βουνά και προσιτοί όπως ένα
κουτάβι, και σκέφτονται και μελετάνε τη φωτιά. Οι άντρες της φυλής, ένα με το ποτάμι
και τα δέντρα, κάτω από τους ίσκιους των προγόνων τους, ένα με το ακόντιο και τα βέλη,
ένα με τον αγριοβούβαλο. Ο γκρίζος λύκος και ο αετός τον χειμώνα, το όρθιο φεγγάρι κι
ήλιος στα μαλλιά του, ο ήχος του κεραυνού κι οι άλλοι όλοι. Τα δυνατά τους μπράτσα
γυαλίζουν, ο κύκλος της φυλής είναι αδιάσπαστος κι ο θάνατος πλαγιάζει ανήμπορος
στα πόδια τους.

Σε ονόμασα κόκκινο σύννεφο γιατί τα μαλλιά σου παίρνουν το χρώμα της φωτιάς όταν
πέφτουν επάνω τους τα μάτια μου. Σε ονόμασα κόκκινο σύννεφο γιατί οι μηροί σου είναι
απαλοί σαν υδρατμοί κι όταν σ’ αγγίζω αναλύεσαι σε δάκρυα και φως και γλυκιά
ζεστασιά. Σε ονόμασα κόκκινο σύννεφο γιατί ταξιδεύω μαζί σου το σούρουπο και τα
χαράματα. Μα περισσότερο απ’ όλα, σε ονόμασα κόκκινο σύννεφο γιατί είσαι αυτό που
υπήρξε κάποτε κι αυτό που κάποτε θα ‘ρθει, αυτό που κατέχω κι όμως λαχταράω και το
βλέπω έκθαμβος διαρκώς να μεταμορφώνεται χωρίς ποτέ του να χάνει την πραγματική
του υπόσταση.

5 σχόλια:

Poet είπε...

Ωραία τα δευτερόλεπτα αλλά ο χρόνος παίρνει την εκδίκησή του, σφραγίζοντας τα πάντα με τη θλίψη του. Διερωτώμαι τώρα, περίπου τριάντα χρόνια αργότερα, τι να έχει απογίνει η Ξ. Έμεινε για πάντα στο Παρίσι, γύρισε στη Θεσσαλονίκη και παντρεύτηκε, είναι τώρα μαμά, ακόμη και γιαγιά, παλεύει με τη μοναξιά της όπως τόσοι και τόσοι άλλοι; Θυμάται καν αυτή την τόσο σύντομη ιστορία;

Ο χρόνος σφραγίζει τα πάντα με τη θλίψη του. Το κόκκινο σύννεφο διαλύθηκε στον ουρανό και ξανασχηματίστηκε χιλιάδες φορές από τότε. Το βλέπω έκθαμβος διαρκώς να μεταμορφώνεται χωρίς ποτέ του να χάνει την πραγματική του υπόσταση.

μωβ είπε...

με γοήτευσε η αλήθεια του αυτού του διηγήματος και οι παραλληλισμοί με την ινδιάνικη φυλή...
αλλά πιο πολύ με γοήτευσε η τελευταία παράγραφος...
γι΄ αυτό τα κλειστά μάτια στην εικόνα συμβολίζουν ακριβώς αυτή την αέναη μεταμόρφωση που περιγράφεις...

Poet είπε...

Ναι, Τζούλια, οι λεγόμενοι ινδιάνοι είχαν ένα βαθύ σεβασμό για κάθε μορφή ζωής και απεχθάνονταν το εμπόριο. Ήταν κυνηγοί και σκότωναν μόνο όσους βίσωνες ήταν αναγκαίο για να επιβιώσουν. Και με παληκαρίσιο τρόπο, όχι από μακριά με πυροβόλα όπλα. Τα χλωμά πρόσωπα (χλωμά από κάθε άποψη) μέσα σε μερικά χρόνια εξαφάνισαν δέκα εκατομμύρια βίσωνες από τη Βόρεια Αμερική.

Σε γοήτευσε η τελευταία παράγραφος αλλά ούτε καν θυμάσαι την εποχή που ήσουν κορίτσι των Κομάντσι με το όνομα «μωβ σούρουπο σε μακρινό ουρανό».

το πετάλι είπε...

Τόλη, όπου και να πας
η ποίηση θα σε ακολουθεί...

"ποιητικό" διήγημα, εξαιρετικό!
όπως και το προηγούμενο

η γραφή σου
ξεχωριστή!

Poet είπε...

Eυχαριστώ, Νίκο μου. Όπως είπα και ως σκορπιός που είμαι στη γνωστή ιστορία, «δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, αυτή είναι η φύση μου».