Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

Το άγγιγμα της Μέλανι



Το έργο που προβάλλεται στον θερινό κινηματογράφο αποτελεί πάντα μια θαυμάσια
πρόφαση για να απολαύσω το ανθισμένο περιβάλλον, την κάποια δροσιά, τις
αναπαυτικές πάνινες πολυθρόνες, τα αναψυκτικά, ναι, τα σπόρια. Θυμάμαι κείνο το
μεθυστικό αγιόκλημα στην Αίγλη των παιδικών μου χρόνων που κάλυπτε τους
ασπρισμένους τοίχους κι έπεφτε ως πάνω στο κεφάλι μου. Θυμάμαι τον τρούλο του
παλιού λουτρού, το δροσερό νυχτερινό αεράκι που ανέβαινε από τον κόλπο και, πολύ πιο
συγκεχυμένα, τους διάφορους ήρωες, Έρρολ Φλυν και χάλκινη μάσκα ή το κυνήγι του
Ζορρό, τα σφυρίγματα και τα θυελλώδη χειροκροτήματα όταν το παλικαράκι τελικά
θριάμβευε κατατροπώνοντας τους εχθρούς. Θυμάμαι το τζίνι από το παλιό λυχνάρι που
άστραφτε στην οθόνη, τον γίγαντα που εκπλήρωνε όλες τις επιθυμίες, ιδίως τις
ανέκφραστες.

Βράδυ αποπνιχτικό στην Ύδρα, τα εστιατόρια πολύχρωμα στην προκυμαία και τα
καταστήματα πολυτελείας μαζί με τα φτηνά αναμνηστικά, τις κάρτες, τα σφουγγάρια,
τα πήλινα και ξύλινα αγαλματάκια, μέσα σε μια απίστευτη καθαριότητα. Δυο βήματα
από τη θάλασσα, στον λιθόστρωτο ανηφορικό δρόμο με τις μπουγκαμβίλιες και την
κυριαρχία του ασβέστη, φιγουράριζε νέος, γοητευτικός και ακαταμάχητος ο σούπερμαν.


Η Μέλανι ήρθε εντελώς απροειδοποίητα μόλις έσβησαν τα φώτα, γλίστρησε ανάλαφρα
μπροστά από τα γόνατά μου και κάθισε στη διπλανή πολυθρόνα. Εξίσου απροειδοποίητα,
η Μέλανι με ρώτησε, δυο λεπτά αργότερα, αν μπορούσε να ακουμπήσει το κεφάλι της
στο μπράτσο μου. Πρέπει να ομολογήσω ότι η ομοιότητά μου με τον σούπερμαν
ανάγεται και εξωτερικά στη σφαίρα της πιο απίθανης φαντασίας. Και βέβαια, της είπα,
και βέβαια. Είχε κοντά ίσια μαλλιά, σχιστά μαύρα μάτια κι ένα χαμόγελο ίδιο
αγριολούλουδο. Μιλούσε αγγλικά με μεγάλη άνεση κι ανάμεσα σε διάφορες εύστοχες
παρατηρήσεις για τα εκπληκτικά κατορθώματα του ήρωα, μου είπε ότι γεννήθηκε στο
Χονγκ- Κονγκ, ότι είχε ταξιδέψει σ’ ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο κι ότι βρισκόταν στο
νησί μ’ ένα από τα γιοτ ακαθόριστης εθνικότητας που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι.
Δεν άργησε να προσθέσει ότι διψούσε και μήπως θα μπορούσα να της προσφέρω μια
πορτοκαλάδα.

Να λοιπόν εγώ με τα γκρίζα μαλλιά και το στομάχι μου, να προσπαθώ να βολέψω τσιγάρα
κι αναπτήρα με το αριστερό χέρι ενώ ο σούπερμαν απτόητος διασχίζει τους αιθέρες,
πετάει αντίθετα από την περιστροφή της γης και γυρίζει πίσω τον χρόνο, συντρίβει τους
κακούς, σώζει την ανθρωπότητα. Να λοιπόν εγώ, παράταιρος μέσα στο κοσμοπολίτικο
περιβάλλον, μέσα στα αναρριχώμενα φυτά, θρονιασμένος στην πάνινη πολυθρόνα με τη
Μέλανι ακουμπισμένη στο μπράτσο μου να πίνει την πορτοκαλάδα της με μικρές
ρουφηξιές και να τιτιβίζει χαρούμενα. Νιώθω τόσο παράξενα λες κι αγγίζω ένα
ανεκτίμητο βάζο κάποιας αρχαίας κινέζικης δυναστείας και δεν πρέπει να κάνω την
παραμικρή κίνηση. Αναπνέω διακριτικά, διαπιστώνω πως ευτυχώς κανείς δεν μας κοιτάζει
και απορώ ταυτόχρονα για τα μυστήρια που πάλι σε μένα συμβαίνουν.

Δεν άργησαν όμως ν’ ανάψουν αμείλικτα τα φώτα. Ήρθε και η μαμά της Μέλανι και
ρώτησε αν είναι καλά κι εκείνη χαμογέλασε γλυκά και κούνησε το κεφαλάκι της. Ο
εντεκάχρονος αδερφός της, που είχε πιάσει δίπλα σοβαρή κουβέντα με τη Σοφούλα,
επέμενε ότι λέει πολλά αλλά εγώ δεν συμφωνούσα.

Εγώ σκεφτόμουν πως μέσα στην άγρια μοναξιά της σύγχρονης πόλης, έρχεται κάποτε
κάποια Μέλανι από τη μακρινή ανατολή, κράμα ποιος ξέρει ποιων φυλών και γέννημα
ποιας τύχης, και για λίγα ανεπανάληπτα λεπτά της ώρας σού προσφέρει τα πέντε της
χρόνια, λες και σε διάλεξε, λες κι είσαι εσύ ο άνθρωπος που του ‘χει μια εμπιστοσύνη
απόλυτη. Εγώ σκεφτόμουν κείνο τον παραπλανημένο βασιλιά της Λυδίας που το
άγγιγμα του μετέτρεπε τα πάντα σε χρυσό. Όμως το άγγιγμα της Μέλανι, χιλιάδες
χρόνια μετά, όπως στο σινεμά των παιδικών μου χρόνων, τα πάντα μετατρέπει σε
αγιόκλημα κι απλώνεται παντού το άρωμά του για να μεθύσει μιαν αλλιώτικα άπληστη
ψυχή.

15 σχόλια:

pandora είπε...

Κι άλλο μαγικό παράθυρο άνοιξες στην ψυχούλα μας; Άπληστη κι αυτή σαν την δικιά σου ρουφάει την μυρωδιά απ΄το αγιόκλημα κάνοντας ακαταμάχητη τη γοητεία των δευτερολέπτων της τόσο σύντομης ζωής μας.

Τζούλια και Τόλη σας στέλνω την αγάπη μου!

Poet είπε...

Ένα πράγμα που με μαγεύει, Λίλιαν, είναι το πώς μου χαμογελάνε τα παιδιά, και βρέφη ακόμη σε καροτσάκια. Το πώς έρχονται κοντά μου και χαϊδεύονται σκυλάκια, γατάκια, όλα τα μικρά και ανυπεράσπιστα. Ευλογημένη αθωότητα, μοναδική ομορφιά, μοναδική παρηγοριά σε ένα θηριώδη κόσμο.

Χαίρομαι που ξαναφάνηκες στη γειτονιά μας.

μωβ είπε...

τι τρυφερό διήγημα κι αυτό...
μας μάγεψες Τόλη και πάλι...

καλησπέρα Λίλιαν...τα δευτερόλεπτά μας είναι ευτυχώς μακράς διάρκειας...
καθότι...μαγεμένα κι αυτά...

το πετάλι είπε...

πολύ τρυφερή ανάρτηση

ευλογημένος όποιος δέχεται επίσκεψη από την αθωότητα
και έχει την πόρτα ανοιχτή...

(στο συγκεκριμένο κινηματογράφο έχουμε δει ταινία
κάποιο καλοκαίρι
πριν από χρόνια)

Poet είπε...

Σε μερικές μέρες, Τζούλια, θα περάσουμε από την παιδική αθωότητα στον παθιασμένο έρωτα. Στα μάτια του πάνθηρα. Κατά τρόπο παράδοξο, μια άλλου είδους αθωότητα αυτή.

Margo είπε...

Πόσο όμορφο! Ήταν ότι καλύτερο, λίγο πριν κλείσω τα φώτα, να διαβάσω αυτό το γλυκό διήγημα.. Σ΄ ευχαριστώ Τόλη για το χαμόγελο που μου χάρισες:-)

Poet είπε...

Ήταν το καλοκαίρι του 1980, Νίκο. Χρονιά Ολυμπιακών Αγώνων. Και η εποχή ακόμη των μικρών και μεγάλων ταξιδιών για μας.

Εσύ κι η Τζούλια ήσασταν παιδιά τότε. Η Σοφία κι εγώ γυρίζαμε σε Αίγινα, Πόρο, Ύδρα, Σπέτσες. Με τα ελάχιστα αλλά με πολλά μαγεμένα δευτερόλεπτα σαν κι αυτά.

Σκέφτομαι πόσο ευλογημένοι είσαστε εσύ και η Τζούλια, κάθε μέρα με τα παιδιά. Και με μια ανοιχτή καρδιά.

Poet είπε...

Τι ευχάριστη έκπληξη, Margo μου. Ο Νίκος μας με την Υπαπαντή του ήταν στη Μύκονο για μερικές μέρες και έχουν τώρα γυρίσει στην Πάρο. Τους εντυπωσίασε το νησί σου, η ομορφιά του και το κοσμοπολίτικο περιβάλλον (και οι τιμές του). Ξέρω όμως ότι εσύ ζεις στον δικό σου μικρό παράδεισο, μακριά από τα πλήθη.

Χαίρομαι που σου άρεσε το διήγημα. Είναι πέρα για πέρα αληθινό.

Poet είπε...

Μα πού τις βρίσκεις όλες αυτές τις ωραίες εικόνες, καλέ Τζούλια;

μωβ είπε...

άκου Τόλη...την αυτοσχέδια συνταγή αυτής της εικόνας:
υλικά: μία φωτογραφία από θερινό σινεμά (εύκολο να βρεις στο διαδίκτυο) μία φωτογραφία του σούπερμαν, μία φωτογραφία μιας μικρής με σχιστά ματάκια κι άπειρη μαγεία από το διήγημά σου...

εκτέλεση: μείξη των εικόνων στο multimedia builder επεξεργασία στο picasa και κορνίζα στο snagit...

Poet είπε...

A, πανεύκολο. Πώς το είπες, multimedia builder, picasa και snagit? Παιχνιδάκι.

Εγώ πάντως θα κρατήσω τα σχιστά ματάκια.

το πετάλι είπε...

Τόλη, όταν βρεθούμε
θα σου μάθω μια συνταγή πολύ πιο εύκολη...
άστα αυτά τα πολύπλοκα...

Poet είπε...

Να φανταστείς, Νίκο, ότι όλο τέτοια πολύπλοκα μας έβαζε και στην «έκτη αταξία». Την καινούρια χρονιά θα πω στη Μέλανι να γραφτούμε στο δικό σου το σχολείο.

Field of Dreams είπε...

Διάβασα ξανά πρόσφατα το βιβλίο που το περιέχει, και σκεφτόμουν ότι θα ήθελα πολύ να το αναρτήσεις, Τόλη. Και να που το ανάρτησες! Είναι από τα πολύ αγαπημένα μου. Γεμάτο τρυφερότητα.

Poet είπε...

Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, Λίνα μου. Το τηλέφωνο και το ιμέιλ είναι αργοί και επισφαλείς τρόποι, καλύτερα να διαβάζω τη σκέψη σου.

Εντάξει, εντάξει. Μετά την τρυφερότητα, σειρά έχει το πάθος.