Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

Η κόρη της ασφάλτου


(Μ. Σαγκάλ "Πάνω από την πόλη" έργο του 1917)

Ξέρω πως είναι δύσκολο να με πιστέψεις. Αφού κι εγώ αμφιβάλλω, φορές φορές
αναρωτιέμαι μήπως ήταν παραίσθηση, δημιούργημα της διψασμένης μου φαντασίας, μια
ανύπαρχτη βρύση δροσερό νερό μέσα στην κάψα του καλοκαιριού. Κι όμως έγινε. Έγινε
μια μέρα που το φως έφτανε πάλι ανελέητο από τον μεσογειακό ήλιο κι οι δρόμοι ήταν
σκονισμένοι όσο ποτέ. Την εμπειρία μου συνθέσανε τα μόρια του ονείρου. Τα μόρια που
αιωρούνται στην ατμόσφαιρα μέσα στα καυσαέρια και τις αναθυμιάσεις της ασφάλτου
και κάποτε συμπυκνώνονται και αποκτούν υπόσταση. Τα άλλα στοιχεία που
απαιτούνται είναι τα έκπληκτα μάτια του οδοιπόρου, η επιδερμίδα και τα υπόλοιπα
όργανα των αισθήσεών του κι ένας βαθμός πυράκτωσης του νου απροσδιόριστα μεγάλος.

Να πώς έχουν τα γεγονότα χωρίς διάθεση παράλειψης ή υπερβολής. Έχει περάσει
αρκετός καιρός κι όμως παραμένουν ολοζώντανα στη μνήμη μου μαζί με το δισταγμό να
σ’ τα εξιστορήσω, το δισταγμό αν είναι οι λέξεις ικανές να τα περιγράψουν. Γύριζα,
λοιπόν, από το γραφείο με το συνηθισμένο μου βήμα, σκυμμένος ελαφρά στην εφημερίδα
που κρατούσα μισάνοιχτη μπροστά μου. Οι τίτλοι αναφέρονταν και πάλι στις αμυντικές
προετοιμασίες και στον άμεσο πάντα κίνδυνο πολέμου. Είναι αλήθεια πως ήμουν
κουρασμένος, όχι τόσο από τη δουλειά όσο από την επανάληψη χωρίς προοπτικές
αλλαγής. Την επανάληψη της ίδιας μέρας, τις ίδιας διαδικασίας ζωής, των ίδιων απειλών.

Ξαφνικά, ένα χέρι με σταμάτησε κι ένιωσα την εφημερίδα να φεύγει, να σηκώνεται ψηλά
και να την παίρνει μια πνοή ανέμου κατά τα μπαλκόνια της απέναντι πολυκατοικίας.
Σήκωσα το κεφάλι απότομα και την είδα να στέκεται αντίκρυ μου μ’ ένα μικρό χαμόγελο
στα χείλη. Ήταν γυμνή, με την έννοια ότι δεν φορούσε κανένα ρούχο, κι ωστόσο τα
καστανόξανθα μαλλιά, που έπεφταν στον άσπρο λαιμό και πάνω στα στήθη της, την
κάλυπταν με χάρη ως τη μέση. Γύρισα και κοίταξα τριγύρω περιμένοντας διάφορες
αντιδράσεις από τον κόσμο που περνούσε. Ήταν αδιάφοροι λες και δεν την έβλεπαν. Θα
πρέπει να είχα πολύ αστεία έκφραση γιατί το χαμόγελό της πλάτυνε χωρίς καθόλου
ειρωνεία. Δεν μίλησε, λέξη δεν είπε. Μόνο τα μάτια της, τόσο μεγάλα, τόσο κοντινά, μου
λέγανε να μην στέκομαι έτσι αποχαμένος μέσα στην απορία μου.

Άπλωσε το δεξί της χέρι και με ακούμπησε σαν να ‘θελε ν’ αποκαταστήσει μια καλύτερου
είδους επικοινωνία. Και τότε σβήσανε για μένα τα μουγκρητά των αυτοκινήτων, οι
άνθρωποι βάδιζαν αθόρυβα, έπεσε μια σιγή μυστηριώδης. Τα δάχτυλα μου άγγιξαν την
ελιά στον στρογγυλό της ώμο, κατέβηκαν απαλά και χάιδεψαν τον αγκώνα, πέρασαν στο
πλευρό και σφίχτηκαν γύρω από το στήθος της. Το άλλο μου χέρι διέτρεχε την πλάτη
της μετρώντας τους σπονδύλους.

Τίναξε μπροστά το κεφάλι και με τύλιξε με τα μακριά της μαλλιά. Την ίδια στιγμή
σηκωθήκαμε, σηκωθήκαμε μαζί τρία περίπου μέτρα πάνω από το πεζοδρόμιο και μείναμε
αιωρούμενοι εκεί χωρίς να ξέρω τι μας υποβάσταζε. Το περιβάλλον είχε γίνει αχνό, τα
ρούχα γλιστρήσανε από πάνω μου σαν να έπρεπε να αλλάξω δέρμα. Μου κάλυψε τα
γόνατα με τα δυο της χέρια, ύστερα το πρόσωπο, με φίλησε στα χείλη. Τα σώματά μας
ενώθηκαν, πρώτα στο πιο υγρό και ευαίσθητο σημείο κι έπειτα ολόκληρα από τις άκρες
των ποδιών μέχρι τα μάγουλα, ακουμπισμένα πλάι πλάι. Οι ρυθμικές, συγχρονισμένες
μας κινήσεις, σαν νιώθαμε πως φτάναμε στον αποκορύφωμα, σταματούσαν για να δοθεί
παράταση στην ηδονή, μικρές κραυγές συνόδευαν την κάθε ανακάλυψη. Τέλος,
απομείναμε αρμονικά μπλεγμένοι σαν δυο τόξα που άφησαν το βέλος τους να φύγει με
χαρά και χαλαρώσανε.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε, μα κάποτε βρεθήκαμε στην ίδια θέση όπου
πρωτοσυναντηθήκαμε, αντίκρυ ο ένας στον άλλο. Κρατούσε σφιχτά, έξω από τον τόπο
και την εποχή του, ένα ανθισμένο κλαδί. Έσκυψε και κάτι μου ψιθύρισε στο αυτί. Ήταν
αδύνατο να ξεχωρίσω λέξεις, καμιά όμως αμφιβολία δεν υπήρχε για το νόημα. Την
κοίταξα και σαν μια τελευταία έκπληξη είδα να παίρνει τη δική σου τη μορφή, να φεύγει
και να χάνεται ανάμεσα στο πλήθος. Για λίγο έμεινα εκεί κι ύστερα βάδισα μηχανικά και
γύρισα στο σπίτι.

Αυτά έγιναν κείνο το μεσημέρι κι αν δεν με πιστέψεις θα το θεωρήσω πολύ φυσικό.
Μπορεί και να ‘τανε παραίσθηση, δημιούργημα της διψασμένης μου φαντασίας, μια
ανύπαρχτη βρύση δροσερό νερό μέσα στην κάψα του καλοκαιριού. Μπορεί αυτή η
άγνωστη να ήσουν εσύ, με κάποιο τρόπο ξαναγεννημένη, λουσμένη μέσα στη διαφάνεια
της παιδικής σου αθωότητας, αυτής που κρύβει η πικρή γνώση και τα χρόνια που
πέρασαν. Μπορεί ακόμη η ψυχή σου να διεκδικεί μια δράση ολότελα ξεχωριστή,
αποκαλύπτοντας την πραγματική διάσταση της καθημερινής μας ζωής. Να διαχέεται
στην ατμόσφαιρα και να ελλοχεύει προσμένοντας τη σπάνια στιγμή που θα της δοθεί το
χάρισμα να μιλήσει με μιαν άλλη ψυχή, όμοια φορτισμένη, όμοια ακόρεστη.

2 σχόλια:

μωβ είπε...

το διήγημα αυτό μου έφερε στο μυαλό τους ιπτάμενους ερωτευμένους του Μαρκ Σαγκάλ, που απελευθερωμένοι από το σωματικό τους βάρος πετούν πάνω από πόλεις, και δραπετεύουν από κάθε σύμβαση της καθημερινότητας...

η ενοποίηση των τεχνών που λέγαμε....

Poet είπε...

O αγαπημένος μου Μαρκ Σαγκάλ. Έχει ζωγραφίσει πολλές παραλλαγές πάνω σ' αυτό το θέμα.

Μικρός έβλεπα τρομερούς εφιάλτες και πάντοτε ξέφευγα πετώντας πάνω απ' την πόλη. Τώρα που το σκέφτομαι, πολλά ποιήματα και πεζά μου κείμενα έχουν ως θέμα τη φυγή, τη δραπέτευση, το ταξίδι. Και την τελική, την υπέρτατη φυγή προς το άπειρο και την ουτοπία.

Ναι, όλες οι τέχνες έχουν κοινές πηγές και, με τον δικό της τρόπο η κάθε μία, λένε τα ίδια πράγματα.
Και, κυρίως, μιλάνε για το μυστήριο της ύπαρξης, για την οδύνη και τα θαύματα του κόσμου και για το απελπισμένο όνειρο της ευτυχίας.