Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Ο πρώτος θάνατος



Η μητέρα μου είχε σταθεί μπροστά στην πόρτα του μπάνιου σε μια απελπισμένη
προσπάθεια να κρύψει το πολύτιμο δωμάτιο, αλλά ο Γερμανός αξιωματικός δεν
ξεγελάστηκε. Η καθαριότητα, πρωταρχική παράδοση και υποχρέωση για τους
εκπρόσωπους του Τρίτου Ράιχ, μοιραία οδήγησε στην επίταξη. Μας στείλανε σ’ ένα
ημιυπόγειο στη γωνία Παύλου Μελά και Ζεύξιδος απέναντι ακριβώς από την
κομαντατούρ.

Βέβαια μετά από πενήντα τόσα χρόνια, όσο κι αν αντιστέκεται η μνήμη, τα γεγονότα
ξεθωριάζουν. Εδώ τόσοι και τόσοι άνθρωποι, πάνω στην αστραφτερή τους νιότη, μπήκαν
στο χώμα και ξεχάστηκαν, τι ν’ απομείνει από το μικρόσωμο αλήτικο σκυλάκι, το πρώτο
σκυλάκι που είχα, το πρώτο και το τελευταίο. Είχαμε πάει για λίγο καιρό σε συγγενείς
μας στην Περαία για να αποφύγουμε τους βομβαρδισμούς των Εγγλέζων κι όταν
γυρίζαμε έτρεχε πίσω απ’ το κάρο κουνώντας την ουρά του και γαυγίζοντας. Το ζήτησα
επίμονα και δεν μου χάλασαν χατίρι.

Δεν έμοιαζε καθόλου με τα σημερινά σκυλιά της ράτσας και της μόδας, τόσο
καλοθρεμμένα με ειδικά φαγητά, με το γυαλιστερό τους τρίχωμα, τόσο όμορφα αν και
γεμίζουν τα πεζοδρόμια με ακαθαρσίες. Μα μήπως έμοιαζε η εποχή, μήπως μοιάζαμε
εμείς. Ήταν σπάνια τα αυτοκίνητα και δεν υπήρχαν καταστήματα πολυτελή στη
γειτονιά, τα παιδιά ήταν χλωμά και αδύνατα, όχι βέβαια από δίαιτα, οι λέξεις άγχος και
αλλοτρίωση μέσα στον πλούτο ήταν άγνωστες, όσο οικείες ήταν η πείνα και το χουνί, ο
φόβος και ο θάνατος.

Ένα σκυλάκι που κουνάει την ουρά του φιλικά κι έχει μια υγρή, τρυφερή μουσούδα
πολλά σημαίνει για ένα μικρό παιδί. Όλη τη μέρα παίζαμε μαζί στον δρόμο, τη νύχτα
κοιμόταν στο χαλάκι έξω από την πόρτα μας, ένας αστείος φύλακας μπροστά στις
απειλές της εποχής. Αν του ‘χα δώσει όνομα, θα ‘ταν κοινότατο όπως ο κάτοχός του.
Το μόνο που θυμάμαι ξεκάθαρα είναι τα μάτια του.

Ο Γερμανός έκανε μανούβρες με τη μοτοσικλέτα και, πάνω στη μεγάλη χαρά του
παιχνιδιού, πάτησε το σκυλί. Εκείνο σύρθηκε μέχρι τη μεγάλη εξώπορτα του μεγάρου,
έβγαλε κάτι μακρόσυρτες παραπονιάρικες φωνούλες κι εκεί, αργά κι επώδυνα, ξεψύχησε.
Οι γείτονες είχαν κάνει ένα κύκλο γύρω του κι εγώ έκλαιγα βουβά, τα δάκρυα κυλούσαν
στα μάγουλά μου, στο στόμα μου η γεύση τους αλμυρή και η συντέλεια του κόσμου.
Ήρθε σε λίγο κι ο Γερμανός κι στάθηκε λυπημένος πάνω από το σκυλί. Δεν το’ θελε, ήταν
ολοφάνερο. Είναι γνωστό εξάλλου ότι οι Γερμανοί αγαπούν τα ζώα, ποτέ τους δεν
διανοήθηκαν να τους κάνουν κακό. Κάτι ακατάληπτο μουρμούρισε στη γλώσσα του κι
ύστερα έφυγε.

Συνάντησα τον θάνατο πολλές φορές στη ζωή μου αλλά αυτός ο πρώτος θάνατος με
σφράγισε από τότε. Ακόμη κι όταν φύγανε οι Γερμανοί και γυρίσαμε στο πατρικό μας
σπίτι στην Πλατεία Δικαστηρίων, στεκόμουν με το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι, έβλεπα
την άγρια χειμωνιάτικη βροχή και τον σκεφτόμουνα. Είχε για μένα κάτι ψηλό και
δυνατό, κάτι ξανθό, κάτι περίλυπο. Ξένος κι αλλότριος αυτός, στιγμές στιγμές πιστεύω
ότι κι ο ίδιος θα λυπάται για τη φύση του. Γιατί, δεν μπορεί, κάποιον κάπου κι αυτός θα
αγαπάει, θα τρέμει η ψυχή του μην τον χάσει. Αυτή η λύπη του έφτανε σε μένα και μ’
άγγιζε βαθύτατα κι έσκυβα με τη φαντασία μου να κρατήσω το κεφαλάκι του σκυλιού
που ξεψυχούσε αλλά και το δικό του το κεφάλι το ξανθό, σαν κάποιος που καταλαβαίνει,
ίσως φίλος, ίσως ίσως αδερφός.

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

nice

Poet είπε...

Χαίρομαι που σου άρεσε, ανώνυμε φίλε/φίλη.

Poet είπε...

Ναι, Τζούλια μου, θα μπορούσα να είμαι εγώ αυτό το παιδί. Κι αυτός ο γερμανός στρατιώτης. Έχεις την ικανότητα να συλλαμβάνεις την τρικυμία της ψυχής μου και να τη μετατρέπεις, με τον δικό σου τρόπο, σε απτές, πραγματικές εικόνες.