Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Αίθουσα αναμονής


(όπως την είδε η Εύα Μπέη το 1976)


(όπως την είδε η Τζούλια Φορτούνη το 2009)



«Ότε από του Ιουλίου 1946 ήρχισαν να εμφανίζωνται και εν τη περιοχή του νομού Θεσσαλονίκης ένοπλοι
ομάδες συμμοριτών, ο κατηγορούμενος, ονειροπολών εγκλήματα κατά των εθνικοφρόνων και φιλησύχων
πολιτών και κατά τις πατρίδος του, εγκαταλείπει την ήσυχον ζωήν της πόλεως και εξέρχεται εις την ύπαιθρον
όπου μετ’ άλλων αναρχικών, πλέον των τριών, εσχημάτισεν ένοπλον ομάδα κατέχων προσέτι και πολεμικόν
υλικόν επί των σκοπώ όπως υπό την ιδιότητα του απλού συναιτίου προσβάλλη δια βίας τας αρχάς και
εκτελέση αδικήματα κατά της ζωής και σωματικής ακεραιότητος, ληστείας και εμπρησμούς. Υπό την ιδιότητά
του ταύτην, έδρασε μέχρι του Ιουλίου 1949 ότε, εξοντωθέντος του συμμοριτισμού εν Ελλάδι, δια να αποφύγη
την σύλληψιν και τον εγκλεισμόν του εν ταις φυλακαίς δια την ανωτέρω εγκληματικήν του δράσιν,
εγκαταλείπει το έδαφος της πατρίδος του μεταβάς εις τας χώρας του σιδηρού παραπετάσματος.»



Είναι αρκετή ώρα που περιμένει καθισμένος σε τούτο το τετράγωνο τραπεζάκι καθώς
το βραχνό μεγάφωνο διαρκώς αναγγέλλει αφίξεις και αναχωρήσεις. Μπροστά του το
ξεραμένο υπόλειμμα του καφέ, άδεια μπουκάλια από πορτοκαλάδα, δεκάδες λευκά
αποτσίγαρα. Είναι αλήθεια πως έφτασε κάπως νωρίς στον σταθμό, δεν είχε ακόμα
σουρουπώσει, τώρα το τεχνητό φως δίνει μια παράξενη απόχρωση στα πρόσωπα που
εναλλάσσονται τριγύρω του. Νοιώθει περίεργα με τούτη τη μεγάλη αγκαλιά λουλούδια
που κουβάλησε, δεν ξέρει πώς να τα βολέψει, τα κράτησε πρώτα σφιχτά στο στήθος του
με τα δυο χέρια, ύστερα τα τοποθέτησε αριστερά, τα μετατόπισε δεξιά, τα άφησε σε μια
καρέκλα. Κοιτάζει ψηλά το στρόγγυλο ρολόι με τους χρυσούς δείκτες, τα ξαναπιάνει
διστακτικά και τα αφήνει πάλι. Έχει και κάποια καθυστέρηση το τραίνο από την
κακοκαιρία κι ο χρόνος της αναμονής αυξάνει στην ευρύχωρη, ακατάστατη αίθουσα.
Όχι πως τον πειράζει να περιμένει, είναι γερά προπονημένος, όλη του η ζωή κάτι σαν
αναμονή του φαίνεται κι οι λίγες τελευταίες ώρες το φυσιολογικό αποκορύφωμά της.
Έξω άρχισε να βρέχει κι οι σταγόνες διαγράφουν άπειρα σχήματα στα τζάμια. Θυμήθηκε
ότι δεν έφαγε το μεσημέρι, αγόρασε ένα κουλούρι από τον μικρό που περνάει
σηκώνοντας επιδέξια το ταψί και το δαγκώνει μηχανικά.

Εσύ, βρε, θα σιάξεις τον κόσμο, εσύ θα διορθώσεις το ρωμέικο; Αυτός, αγύριστο κεφάλι.
Φορτώθηκε τις καταδίκες και χάθηκε πίσω απ’ τα σύνορα. Αισθάνεται υπεύθυνος γιατί
δεν μπόρεσε να τον αλλάξει. Ίσως δεν έκανε αρκετά για να το πείσει να φερθεί με
σύνεση, να μην εκτίθεται έτσι απροκάλυπτα. Και ήταν ο μικρός του αδερφός, μονάκριβος
και χαϊδεμένος. Ύστερα, η ζωή τράβηξε τον δρόμο της. Κατάπιε την πίκρα του και το
παράπονο και ρίχτηκε με πάθος στη δουλειά, σαν να ‘ θελε κάτι να αποδείξει ή να
ξεχάσει. Έφτασε κάπου. Όμως δεν ξέχασε, πώς θα μπορούσε; Όσο κι αν έκρυψε τη
φωτογραφία του στο συρτάρι κι έναν καιρό απαγόρευσε στο σπίτι να αναφέρεται το
όνομά του. Εκείνος τον βασάνιζε κρυφά, διεκδικούσε δικαιωματικά τη θέση του, τον
έκαιγε με τα μαύρα φλογισμένα μάτια του από μακριά. Η απουσία του πλανιόταν στην
ατμόσφαιρα, απέκτησε τη δική της οντότητα, και στις κουβέντες τους ήταν σαν να
ρωτούσανε τη γνώμη του. Το άγγιγμά του έμεινε στα βαριά τους έπιπλα, η μορφή του
παιχνίδιζε αβέβαια στη γυαλιστερή επιφάνεια της οξιάς. Καμιά φορά όταν χτυπούσε το
κουδούνι σε ώρα ακατάλληλη, ταραζότανε ανεξήγητα.

Άφησε τώρα ανόρεχτα το μισό κουλούρι στο πιατάκι κι άναψε τσιγάρο. Έβγαλε την
απογευματινή εφημερίδα, την άνοιξε με απότομες κινήσεις, τα μάτια του χοροπήδησαν
στους τεράστιους τίτλους, γύρισε μία- μία τις σελίδες μα δεν κατόρθωσε να
συγκεντρωθεί σε κάποιο άρθρο, κάποια είδηση σημαντική. Τη δίπλωσε και την έχωσε πάλι
στην τσέπη. Σκούπισε με το μαντίλι τα χέρια του που είχαν μαυρίσει από το
τυπογραφικό μελάνι. Είκοσι λεπτά ακόμη, δεκαοκτώ για την ακρίβεια. Πάντοτε του
‘φερνε μια θλίψη το πλήθος στους σταθμούς, λες και το ταύτιζε πιότερο με τον χωρισμό
παρά με την αντάμωση. Τον εκνεύριζαν και οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι με το
βαριεστημένο, επαγγελματικό τους ύφος. Γι’ αυτούς ήταν ρουτίνα, αδυνατούσαν να
καταλάβουν τι ένοιωθαν οι άνθρωποι με τις βαλίτσες, αυτοί που έγερναν από τη μια
μεριά κι οι άλλοι που περίμεναν ή αποχαιρετούσαν. Περιεργάστηκε τη φτηνή
διακόσμηση. Ένας χώρος που χρησιμοποιείται απ’ όλους και δεν ανήκει σε κανένα, μια
αίθουσα χωρίς ταυτότητα. Τα βλέμματα αποστρακίζονται στις γκρίζες επιφάνειες που δεν
αφήνουν το παραμικρό ίχνος στη μνήμη.

Κάποτε έμαθε ότι αρρώστησε βαριά, ήταν ανάμεσα ζωής και θανάτου. Αναστατώθηκε,
παράτησε τη δουλειά του χωρίς να κάνει και τίποτα ουσιαστικό, έβριζε εκείνους που δεν
του έδιναν διαβατήριο. Η μπόρα πέρασε, η δυνατή κράση του παλιού αντάρτη νίκησε
την αρρώστια. Μα έμεινε μακριά, πάντα μακριά. Τις μέρες εκείνες, ξέθαψε τη
φωτογραφία του, την έβαλε στο πιο φανερό μέρος της βιβλιοθήκης και δεν ντρεπότανε
πια να λέει, ο αδερφός μου, που είναι έξω, μα θα γυρίσει κάποτε να ζήσουμε μαζί.
Συμβιβαστήκανε, αυτός και η φωτογραφία, βρήκανε κάποιο τρόπο να κοιτάζουν προς την
ίδια κατεύθυνση. Αυτά που κάποτε τους χώρισαν, χάσανε εντελώς τη σημασία τους.
Όμως στα ελάχιστά του γράμματα ήταν λιγόλογος, σχεδόν λακωνικός, σαν να φοβόταν
κάτι, σαν ακόμα να τον εμπόδιζε το πείσμα κι η περηφάνια του.

Το ξανθό κοριτσάκι που τεντώνει τα πόδια του στον καναπέ, αφού έψαξε καλά- καλά να
βρει κάτι να παίξει, κράτησε τη ματιά του σε τούτο τον ηλικιωμένο άνθρωπο με το παλτό
που κάθεται απέναντι ανήσυχος, άλλοτε φαίνεται βυθισμένος σε βαθιά συλλογή κι
άλλοτε δαγκώνει νευρικά τα χείλη, κάνει κάτι γκριμάτσες όπως ακριβώς η αγαπημένη της
κούκλα, είναι τόσο αστείος με τα λουλούδια δίπλα του και τ’ αραιά γκρίζα μαλλιά του,
πολύ πιο μεγάλος από τον μπαμπά, σκέτος παππούς, χωρίς ωστόσο εκείνη τη βραδύτητα,
τη ραθυμία στις κινήσεις που έχουν οι μεγάλοι άνθρωποι. Τα μάτια του πίσω από τα
γυαλιά είναι κόκκινα, μα όχι όπως του λύκου στα παραμύθια, κάπως αλλιώτικα, σαν να
τον έχουν μαλώσει που δεν έφαγε το φαγητό του ή για κάποια άλλη αταξία. Τον κοίταξε
από πάνω ως κάτω, έξυσε τη μύτη της κι ύστερα τον βαρέθηκε και γύρισε σε κάτι άλλο.


Όταν άρχισαν να γυρίζουν λίγοι- λίγοι ξαφνιάστηκε, με δέος αντίκρισε την άμεση
προοπτική. Όμως δεν έχασε καιρό, έκανε τις σχετικές αιτήσεις, γνώρισε καλά τις
αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες με τα μυστηριώδη αρχικά, τον κόσμο που περίμενε στωικά
στους προθαλάμους με μιαν ακόμη ρυτίδα χαραγμένη στο μέτωπο. Πρώτα του δήλωσαν
πως «ερευνάται», μετά φαίνεται πως το θέμα σημείωσε κάποια πρόοδο γιατί του είπαν
ότι «μελετάται», κι ύστερα, «περάστε σε είκοσι μέρες», και μετά, «ελάτε σε δύο
εβδομάδες», κι αργότερα, «βρίσκεται στον κύριο υπουργό» και τέλος, «δυστυχώς
απερρίφθη». Κατάλαβε κι άλλαξε τακτική. Αυτός που ποτέ δεν είχε ζητήσει στη ζωή του,
χτύπησε πόρτες, υποχρεώθηκε σε γνωστούς και ξένους, ταπεινώθηκε, μα κάποτε τα
κατάφερε. Και τότε, όταν πια καθορίστηκε η μέρα, βγήκαν τα εισιτήρια, δεν έμενε καμιά
αμφιβολία, κάθισε σπίτι και το στόλισε. Έφτιασε το δωμάτιο του, ο ίδιος το περιποιήθηκε,
έβαλε μέσα όλα τα παλιά του έπιπλα, ξανά λουστραρισμένα, άνοιξε το μπαούλο κι
άπλωσε τα πολύχρωμα στρωσίδια, καμιά λεπτομέρεια δεν λησμόνησε, θα ήταν σαν να
μην είχε τίποτα αλλάξει, σαν να είχε εκείνος πεταχτεί για δυο λεπτά στο περίπτερο της
γωνίας, σαν να μην είχε απομακρυνθεί από τη γειτονιά τους.

Σηκώθηκε, πλήρωσε τον λογαριασμό, μάζεψε τα λουλούδια του, προσπέρασε την ουρά
μπροστά από τις θυρίδες και βγήκε στον μακρύ διάδρομο που οδηγούσε στην αποβάθρα.
Κάπως ζαλίστηκε και κοντοστάθηκε, ύστερα πήρε θάρρος, βρήκε τη σωστή πινακίδα κι
ανέβηκε ένα- ένα σταθερά τα σκαλοπάτια, στάθηκε μπροστά στις σιδηροδρομικές
γραμμές. Η βροχή είχε σταματήσει. Ο βραδινός αέρας, δριμύς και γιομάτος από τη
μυρωδιά της γης, τον χτύπησε στο πρόσωπο. Ίσως θα έπρεπε να συγκρατηθεί, οι
υπερβολικές εκδηλώσεις δεν ωφελούν, ίσως να φέρνουν μάλιστα το αντίθετο
αποτέλεσμα, βέβαια, έπρεπε να διατηρήσει κάπως την ψυχραιμία του. Σήκωσε το κεφάλι
και προχώρησε. Με διαπεραστικά, αλλεπάλληλα σφυρίγματα ο μακρύς συρμός μπήκε
αργά στον σταθμό φωτίζοντας το πλήθος με τον προβολέα του. Έψαξε τα παράθυρα μα
δεν τον είδε ή μήπως δεν μπορούσε πια καλά να δει, σκούπισε τα γυαλιά του, είναι και
λίγο δύσκολο να τον γνωρίσει, έχουνε βέβαια περάσει τόσα χρόνια, μα πού είναι, τι κάνει
και δεν έρχεται, τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών του.

Κι ύστερα, ο ξενιτεμένος βγήκε ξαφνικά μέσα από τους καπνούς και την ομίχλη,
απλώνοντας γελαστά τα χέρια. Τον έσφιξε, τον έσφιξε και δεν μπορούσε να μιλήσει,
αδύνατον να βγάλει λέξη, τα μάτια του τρέχανε, η μύτη του έτρεχε κι έκρυβε το
πρόσωπό του στον γιακά του άλλου, δεν ήθελε να τον αφήσει μην ξαναφύγει, γιατί
αυτός ξέρετε είναι ο μικρός του αδερφός, μην βλέπετε που γέρασε, γι’ αυτόν θα ‘ναι
μικρούλης πάντα, ναι, βέβαια, ο μικρός του αδερφός που τους χωρίσανε πριν τόσα
χρόνια. Μα τώρα πια όλα περάσανε, τίποτα μα τίποτα δεν χάθηκε, θα βγουν απ’ το
μεγάλο κτίριο πιασμένοι χέρι-χέρι, να πάρουν τον μεγάλο δρόμο, σαν τότε που ήτανε
παιδιά, σαν τότε πριν από καιρό που είχαν όλη τη ζωή μπροστά τους.

Από τη συλλογή διηγημάτων, Ονειροπολών εγκλήματα, 1976, 1977
(Το διήγημα αυτό δημοσιεύτηκε στο Βήμα της Κυριακής την 23.5.1976)

4 σχόλια:

το πετάλι είπε...

υπέροχο διήγημα!
κινηματογραφικές εικόνες
μιας "τραυματισμένης" εποχής

"Ονειροπολών εγκλήματα"
τί άλλο θα ακούσουμε;

Poet είπε...

Χαίρομαι που σου άρεσε, Νίκο.

Γνώρισα τους γονείς της Σοφίας και πολλούς άλλους πολιτικούς πρόσφυγες, όταν ταξίδεψα στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία, στην Ουγγαρία και στη Σοβιετική Ένωση τη δεκαετία του 1970, και έμαθα από κοντά τις ιστορίες τους. Αργότερα τους συνάντησα βέβαια στην Ελλάδα. Αποτέλεσμα της γνωριμίας και της συγκίνησής μου ήταν αυτή η συλλογή διηγημάτων.

Το κείμενο που έβαλα ως προμετωπίδα στο διήγημα ήταν το βούλευμα για τον πατέρα της Σοφίας, τον πεθερό μου (εξώφυλλο στο βιβλίο). Τον πιο αγνό, τον πιο ωραίο άνθρωπο που έχω γνωρίσει. Έναν κομμουνιστή όπως οι πρώτοι χριστιανοί, αν και ποτέ δεν θα το παραδεχόταν.

Κάπου στα αρχεία μου πρέπει να έχω το ίδιο το επίσημο έγγραφο με σφραγίδες, υπογραφές κτλ. Η θηριώδης καθαρεύουσα και η εξωφρενική ορολογία ήταν χαρακτηριστικές την εποχή του εμφύλιου σπαραγμού. Από το βούλευμα λοιπόν πήρα το «ονειροπολών εγκλήματα» και το έκανα τίτλο του βιβλίου.

Poet είπε...

Σ' ευχαριστώ για την ωραία μουσική, Τζούλια μου. Για μένα, εκφράζει το αιώνια ανεκπλήρωτο όνειρο της ζωής μας.

μωβ είπε...

Είναι "ο σταθμός" από την Πολίτικη Κουζίνα της Ευανθίας Ρεμπούτσικα.
ταιριάζει απόλυτα με τις σπαραχτικές σιωπές αυτού του συγκινητικού διηγήματος Τόλη...