Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

Μια ηρωική πράξη

Όπως εδώ και είκοσι εννέα χρόνια, ο κύριος Μιθριδάτης άνοιξε τα μάτια
χωρίς ξυπνητήρι στις 7.30 ακριβώς. Αυτό το πρωινό ένιωθε μια παράξενη
δυσφορία στο στήθος. Όλη τη νύχτα τον τάραξε εφιάλτης αλλόκοτος.
Στεκόταν, λέει, κάτω από ένα τεράστιο δέντρο, σκοτεινό κι αφύσικο που
φυλλοροούσε. Ακούμπαγε με το στέρνο στον κορμό κι έσπρωχνε,
όλο έσπρωχνε. Από πάνω έπεφταν φύλλα λεπτά σαν τσιγαρόχαρτα,
αναρίθμητα φύλλα που σχημάτιζαν παχύ στρώμα πάνω στη γη. Εκείνος
έσκυβε και τα συγκέντρωνε βιαστικά, τα έβαζε κατά μέγεθος, τα πακετάριζε
κι εκεί που ήταν να τελειώσει, σύννεφο πάλι τα φύλλα από το δέντρο.
Και πάλι η ίδια εναγώνια εργασία και πάλι βροχή τα φύλλα από ψηλά.

Ξύπνησε μέσα στον ιδρώτα. Η έφεση για δουλειά που τον χαρακτήριζε
είχε χαθεί. Κατέβηκε βαρύθυμος από το κρεβάτι. Για πρώτη φορά
κλώτσησε από ένστιχτο την τρίτη σύντροφο της ζωής του που
μπερδεύτηκε στα πόδια του νιαουρίζοντας παραπονιάρικα.
Μετάνιωσε σχεδόν αμέσως. Γεράσαμε κι οι δυο, σκέφτηκε, τι φταις εσύ
φουκαριάρα για τον διάολο που μου ανέβηκε στο κεφάλι πρωινιάτικα.
Στο ξύρισμα κόπηκε κάτω απ’ τη μύτη και στη χοντρή ελιά στη ρίζα του
αριστερού αυτιού. Το τσουχτερό αεράκι της άνοιξης γλιστρούσε απ’ το
παράθυρο και τον χτυπούσε στην πλάτη. Έβαλε λίγο καπνό στα κοψίματα
και φόρεσε το πουκάμισο μουρμουρίζοντας. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
Είχε την περίεργη αίσθηση πως έγινε κάποια αντιμετάθεση στα
εξαρτήματα του εγκεφάλου και το τικ-τακ, τικ-τακ πενήντα τεσσάρων
τώρα χρόνων είχε μεταβληθεί σε τικ-τικ-τακ, τακ-τικ, τικ-τικ-τακ.
Μερικές φορές του ξέφευγε ολότελα και γυρνούσε σε σφυροκόπημα,
τακ, τακ, τακ. Ήταν Δευτέρα 30 του μηνός και στο γραφείο τον περίμεναν
τα γραμμάτια στοίβες ολόκληρες, ταξινομημένα κατά λήξη και ποσό.
Ουρά οι πελάτες για να πληρώσουν.

Κοίταξε άλλη μια φορά το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Μια βαθιά ρυτίδα
στο μέτωπο γαρνιρισμένη με άλλες μικρότερες. Οχτώ παρά πέντε.
Απρίλης και έτος …έτος εικοστό ένατο μετά το 1937 – σκέψου πριν τον
πόλεμο – που προσλήφθηκε με διαγωνισμό στην Πιστωτική Τράπεζα.
Έξι χρόνια στα εμβάσματα, οχτώ στις καταθέσεις, δεκαπέντε στα γραμμάτια.
Ήξερε κάθε έμπορο με το αρχικό του μικρού του ονόματος και ολόκληρο
το επώνυμο. Και τις φυσιογνωμίες όλων των υπαλλήλων τους. Δε βαριέσαι.
Σε έντεκα μήνες θα έγραφε μια σύντομη παραίτηση, θα εισέπραττε ένα
στρογγυλό εφ άπαξ κι ύστερα, λεύτερο πουλί, θα ξεκίναγε με το καράβι
της σύνταξης για κείνο το ταξίδι που ονειρευότανε χρόνια τώρα – είκοσι
εννιά χρόνια κι ένα μήνα για την ακρίβεια.

Δεν είναι και λίγο. Καθόλου λίγο άμα το σκεφτείς. Από τριακόσιες μέρες
τον χρόνο, οχτώ χιλιάδες εφτακόσιες συνολικά, από εφτά ώρες
(χώρια οι απλήρωτες υπερωρίες) ίσον εξήντα χιλιάδες εννιακόσιες.
Εξήντα χιλιάδες εννιακόσιες ώρες από είκοσι «ορίστε, κύριε»,
δέκα «στον κ. υποδιευθυντή και στο ταμείο» και πέντε «μάλιστα,
κύριε διευθυντά», να ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες «ορίστε κύριε»,
εξακόσιες χιλιάδες «στον κ. υποδιευθυντή και στο ταμείο» και τριακόσιες
χιλιάδες «μάλιστα, κ. διευθυντά». Μάλιστα. Μα τι έπαθε τώρα; Πρώτη φορά
τον βασάνιζαν τέτοιες σκέψεις. Φταίει ο ρυθμός στον εγκέφαλο που άλλαξε.

Έσιαξε τη γραβάτα και προχώρησε προς την έξοδο. Τη στιγμή εκείνη
του σφηνώθηκε η ιδέα. Ήταν αδύνατο να προσθέσει άλλα είκοσι
«ορίστε, κύριε» στον σωρό. Ούτε «μάλιστα, κ. διευθυντά» ούτε
« στον κ. υποδιευθυντή και στο ταμείο». Ό χ ι π ι α. Π ο τ έ π ι α. Αυτό ήταν.
Κάποιο υπόλειμμα λογικής μέσα του αντιστεκόταν απελπισμένα.
Υπομονή έντεκα μήνες.
Ο Χ Ι. Ούτε μέρα. Ούτε λεπτό. Ούτε «ορίστε».

Από συνήθεια τα βήματά του τον φέρανε στη γυάλινη πρόσοψη της
τράπεζας. Ήταν 8.17. Άρχιζε η δουλειά. Οι υπάλληλοι ξεσκέπαζαν
τις γραφομηχανές, τοποθετούσανε τις πρίζες, κουβαλούσανε τα
δισάκια με τα γραμμάτια. Οι περισσότεροι ήτανε νέοι, σχεδόν παιδιά.
Ο κύριος Μιθριδάτης ένιωσε πολύ δυσάρεστα. Αυτά τα παιδιά δεν
πρέπει να πάνε χαμένα. Κάποιος πρέπει να τα προειδοποιήσει.
Ποιος όμως; Ύστερα από τόσα χρόνια στην τράπεζα, σάμπως
δύσκολο να πάρει απόφαση έξω από το κανονικό. Τι να τους πει;
Αντίκρισε τον εαυτό του στο κρύσταλλο. Μέσα το τριμμένο
σοβαρό κοστούμι, το άσπρο πουκάμισο με τη ριγέ γραβάτα και βαθειά,
πέρα από την άκρη των ματιών του, ένα γερασμένο όνειρο.
Όχι, φώναξε και δαγκώθηκε. Έριξε ένα βλέμμα τριγύρω.
Οι άνθρωποι διάβαιναν αδιάφοροι. Θα πήγαινε μέσα για τελευταία
φορά και θα τους έλεγε. Θα τους έλεγε για τον μεγάλο κίνδυνο,
θα τους έλεγε να φύγουν όσο υπήρχε καιρός, όσο ήταν νέοι, όσο μπορούσαν, όσο …

Πέρασε με μεγάλα βήματα αποφασιστικά το κατώφλι. Το πρόσωπό του
ακτινοβολούσε σαν από εσωτερική συμφωνία. Η καρδιά του
βροντοχτυπούσε ασυγκράτητα. Αισθάνθηκε νέος πολύ, με τη
νιότη γραμμένη στο μέτωπό του. Μια πράξη γενναία, μια και
μοναδική στη ζωή του. Πήρε βαθειά ανάσα και προχώρησε.
Εκείνο το δευτερόλεπτο ένα πανίσχυρο μεγάφωνο στραμμένο
πάνω στ’ αυτί του άρχισε να ουρλιάζει : «μάλιστα κ. διευθυντά»,
«μάλιστα κ. υποδιευθυντά», «ορίστε κύριε», «ορίστε, κύριε» …

Το πλήθος άφησε χώρο να περάσει ο ηλικιωμένος κύριος με την
τσάντα που έσκυψε σοβαρός και ανορθώθηκε λίγο μετά με θλίψη
επαγγελματική.
- Θανατηφόρος καρδιακή προσβολή, είπε.

Ανάλαφρη θλίψη αιωρούνταν και πάνω από το πλούσιο χαλί του
κυρίου διευθυντού. Μπήκε ο υποδιευθυντής.
- Χάσαμε τον πιο αφοσιωμένο μας υπάλληλο, αγαπητέ μου,
παραπονέθηκε ο κ. διευθυντής. Τη στιγμή μάλιστα που σκόπευα
να του αναθέσω μιαν ομιλία με θέμα το αληθινό τραπεζικό πνεύμα.
Αυτοί οι νέοι δεν γνωρίζουν τι σημαίνει καθήκον. Κρίμα.

6 σχόλια:

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Καλημέρα Τόλη μου. Θα πω μόνο εδώ δημοσίως ότι Υποκλίνομαι στην απλότητα και συνάμα στην πληρότητα νοημάτων και συναισθημάτων που πηγάζουν από τούτο το καταπληκτικό πεζό σου.

Poet είπε...

Καλημέρα, Τάσο μου. Όταν στα 19 μου χρόνια εργαζόμουν στην Εμπορική Τράπεζα, είχαμε έναν ταλαίπωρο (γέρος μας φαινόταν τότε) προϊστάμενο στο Τμήμα των Γραμματίων που γύριζε στους διαδρόμους μουρμουρίζοντας αριθμούς γραμματίων για να ελέγξει στο αρχείο αν είχαν πληρωθεί.

Λίγο αργότερα συνάντησα στον δρόμο τον Μιχαλόπουλο, φιλόλογό μου στο γυμνάσιο. Μου λέει «στην τράπεζα είσαι ακόμη;» «Ναι», λέω εγώ, «πού να πάω;» «Να φύγεις», μου απαντάει, «η τράπεζα είναι τάφος κεκονιαμένος».

Γέλασα τότε, έφυγα όμως, παραιτήθηκα λίγο αργότερα. Και θα θυμάμαι πάντα τον άγιο Μιχαλόπουλο, που είχε την ειλικρίνεια, το σθένος να μου πει την αλήθεια, όταν όλοι οι άλλοι έλεγαν «μπράβο και καλή σταδιοδρομία».

50fm είπε...

Τόλη μου,
δέξου και τα δικά μου συγχαρητήρια!
Μάθημα ζωής!
Να σου εξομολογηθώ κάτι.
Δεν μ΄αρέσουν τα βιβλία τόμοι,αυτά με τις άπειρες σελίδες,κάτι με απωθεί.
Οι μικρές ιστορίες, οι καλές μικρές ιστορίες, είναι η αδυναμία μου,καθώς και τα κανονικά σε μέγεθος βιβλία.
Μ΄άρεσε ιδιαίτερα,αυτό που διάβασα!
'Οταν λέω, ότι πάσχουμε από "ιδρυματισμό" κάποιοι με λένε υπερβολική!
Τόλη, είσαι σπουδαίος!
Καλημέρα!

Poet είπε...

Ουρανία μου, ανήκουμε στο ίδιο κλαδί του δέντρου της ζωής. Κι εγώ είχα αδυναμία από τα μαθητικά μου χρόνια στις λεγόμενες "short stories" της αμερικανικής λογοτεχνίας. Δεν μου άρεσαν ποτέ τα παραγεμίσματα. Ό,τι έχει να πει κανείς, μπορεί να το πει λιτά και απλά.

Τα χρόνια που εργάστηκα στην τράπεζα, τα παντελόνια μου είχαν μια ανατριχιαστική γυαλάδα και οι αγκώνες στα πουλόβερ μου συχνά ήταν τρύπιοι. Τιμώ τους φίλους μου που κατάφεραν να τα βγάλουν πέρα με το θηρίο της ρουτίνας και της σύμβασης. Εγώ δεν άντεχα και τα βρόντηξα κάτω με πρώτη ευκαιρία.
Αντί να με φάνε οι κατσαρίδες, προτίμησα να με φάει η τίγρη.

kanella16 είπε...

Αναρωτιέμαι πόσες φορές μπορεί κανείς να τα βροντήξει σ αυτή τη ζωή μεχρι να βρει την περιπόθητη "ισορροπία..."Οπως και να το κάνεις είναι τίγρη. Αγριο πράγμα να πηγαίνεις κόντρα στο "ρεύμα". Άγριο πράγμα να πεις "δεν εμπνέομαι πιά"

Poet είπε...

Άγριο πράγμα, ναι, αλλά και λυτρωτικό, Ευγενία μου. Εγώ μια ζωή πήγαινα κόντρα στο ρεύμα. Και συνεχίζω. Κοστίζει βέβαια ακριβά. Πιο ακριβά όμως θα μου κόστιζε αν είχα σκύψει το κεφάλι.