Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Άνοιξη ή πώς ανάβουν οι πευκοβελόνες



Ο Κεκές ή Χαβαλές, για την ανάλαφρη και συχνά εύθυμη αντιμετώπιση των
καταστάσεων, ο Τούρκος, για το βαρύ του χέρι και τον ξαφνικό θυμό που σύντομα
εξατμιζόταν σε σκωπτικό χαμόγελο, και η Φοράδα, για τις όχι πάντα ανώδυνες κλωτσιές
του και όχι μόνο στο γήπεδο, τα τρία μπακ της πρωταθλήτριας ομάδας ποδοσφαίρου, κι οι
τρεις ψηλοί, απ’ τους ψηλότερους της έκτης γυμνασίου, κι οι τρεις από τα εκλεκτά μέλη
του κλασσικού και φανατικοί οπαδοί του Γεωργοπαπαδάκου, κατέβαιναν το μεσημέρι το
χαλικόστρωτο δρομάκι πλάι στα γήπεδα.

Με την απόλυτη σοβαρότητα που επέβαλε η ηλικία και η θέση τους στην κοινωνία του
σχολείου, με τις υπόλοιπες διακρίσεις συχνότερα ανεπίσημες, όπως η απαράμιλλη
δεξιοτεχνία του Τούρκου στην αντιγραφή κάτω απ’ τη μύτη του καθηγητή και ο
αμίμητος τρόπος που έλεγε ελαφρά τσεβδίζοντας και με παραστατικές χειρονομίες ο
Χαβαλές τα ανέκδοτα, σπάνια βάδιζαν με μεγαλύτερη από την ελάχιστη δυνατή
ταχύτητα, σπάνια κλωτσούσαν τα χαλίκια, σπάνια καρπάζωναν τους πιτσιρικάδες που
τολμούσαν να μην αλλάξουν δρόμο.

Ανησυχητικά φαινόμενα με μία και μοναδική εξήγηση. Βαριόνταν και οι τρεις αφόρητα.
Βαριόνταν γενικά και ειδικότερα. Βαριόνταν βέβαια να διαβάσουν τα απογευματινά
μαθήματα, βαριόνταν να παίξουν οποιοδήποτε παιχνίδι, βαριόνταν να παρακολουθήσουν
τους άλλους να παίζουν, βαριόνταν να λύσουν τα παγκόσμια προβλήματα, βαριόνταν
να μιλήσουν με περισσότερο από μονοσύλλαβα.

Ήταν μια άνοιξη πρόωρα ζεστή και, μέσα στην επιφανειακή ηρεμία της, παράφορη. Οι
χυμοί είχαν αρχίσει ορμητικά τις μυστικές διαδρομές τους και τρέλαιναν τα τζιτζίκια, τα
χορταράκια, τα δέντρα και ιδιαίτερα τις πασχαλιές με κείνο το απίστευτα μεθυστικό τους
άρωμα. Και πιο πολύ τρέλαιναν του εφήβους. Και τα κορίτσια; Φρουρούμενα σε κάθε
κίνησή τους απηνώς από τις μις Ίνγκλ και πάντοτε σε απόσταση ασφαλείας. Ήταν η
τελευταία άνοιξη πριν την αποφοίτηση, και ευτυχώς και επιτέλους η τελευταία, όπως
πίστευαν.

Όταν λοιπόν είσαι δεκαοχτώ χρονώ και είναι άνοιξη και βαριέσαι αφόρητα και σε λίγο θα
τελειώσει για πάντα το σχολείο, τι κάνεις; Συνήθως τίποτα. Συνήθως ονειροπολείς με
κείνο το χαμένο βλέμμα στο άπειρο. Και κάποτε, κάνεις όλα τα απαγορευμένα. Το
μεσημέρι αυτό λοιπόν χωρίς κανένα απολύτως άλλο λόγο, ίσως απλώς και μόνο γιατί δεν
συνάντησαν τα άλλα μέλη της παρέας, έκαναν όλα τα απαγορευμένα.

Πρώτα, πέρασαν από το καινούριο γήπεδο του μπάσκετ αριστερά, χωρίς να ρίξουν ούτε
μια ματιά, από το παλιό γήπεδο του μπάσκετ δεξιά, από τα μικρά γήπεδα του
ποδοσφαίρου και, τελικά, πέρασαν τη νοητή διαχωριστική γραμμή και αιφνιδίως
βρέθηκαν, χωρίς να το σκεφτούν καθόλου, στη νοτιοανατολική πλευρά του Κολλεγίου,
δυο βήματα από το Πευκόδασος, το καθαρά αμερικανικό σχολείο με τις μαθήτριες και
όνομα σημαδιακό όπως θα διαπίστωναν αργότερα. Μετά καπνίσανε από τα άφιλτρα του
Τούρκου, ο Χαβαλές περισσότερο φυσώντας παρά ρουφώντας. Τέλος, από τα βάθη της
ανίας τους, προέκυψε μέγα πρόβλημα, άλυτο θεωρητικά.

Αν την άνοιξη ανάβουν οι πευκοβελόνες και πόσο γρήγορα ανάβουν, αν ανάψουν. Και
αν ανάψουν, αργά ή γρήγορα, αν συνεχίζουν να καίνε και για πόσο. Κι αν συνεχίζουν,
αν υπάρχει κίνδυνος να πάρουν φωτιά τα πεύκα. Η ιστορία δεν διευκρινίζει ποια άποψη
υποστήριζε ο καθένας απ’ τους τρεις και είναι αμφίβολο αν και οι ίδιοι το θυμούνται.
Υπήρξε όμως σφοδρότατη διαμάχη με τις ανάλογες ευγενικές προσφωνήσεις και τα
επιφωνήματα της εποχής. Και όπως με όλα τα καθαρά επιστημονικά προβλήματα,
ανέκυψε αναπόφευκτα η ανάγκη του πειράματος για να αποδειχτεί, πέρα από κάθε
αμφισβήτηση, ποιος είχε δίκαιο και ποιος και πάλι ήταν τελείως χαβαλές.

Τώρα, ποιος μάζεψε στα γρήγορα και με ιδιαίτερη επιδεξιότητα τούφες από πευκοβελόνες
και τις στοίβαξε, ποιος τον βοήθησε, ποιος κοίταξε, αν κοίταξε, τριγύρω για ύποπτες
κινήσεις, ποιος έβγαλε τον αναπτήρα και τον άναψε και ποιος είπε, πρόσεχε ρε μαλάκα,
είναι διαδικαστικές λεπτομέρειες χωρίς ιδιαίτερη βαρύτητα. Το πείραμα συνετελέσθη. Και
οι πευκοβελόνες φούντωσαν ακαριαία πέρα από κάθε προσδοκία ή φόβο.

Στην αρχή, αυτός που είχε δίκαιο γέλασε θριαμβευτικά, ύστερα και οι τρεις
πανικοβλήθηκαν. Η κοντινότερη βρύση ήταν σε μεγάλη απόσταση και κανένας δεν
θυμόταν να έχει δει κουβά ή άλλο δοχείο. Προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά με τα
παπούτσια. Ο αδέξιος χορός τους ήταν μια εξέλιξη του πειράματος που δεν προβλέπανε
οι σημειώσεις. Οι πευκοβελόνες δεν έσβηναν με τίποτα και οι φλόγες είχαν αρχίσει ήδη
να γλείφουν απειλητικά το ξεραμένο ρετσίνι στον κορμό του πεύκου.

Η φιλία τους και η σοβαρότητα της ηλικίας τους δεν επέτρεψε να ρίξουν την ευθύνη ο
ένας στον άλλο και να χασομερήσουν άσκοπα. Η σοβαρότητα της ηλικίας τους γέννησε
μέσα από τον πανικό τη φαντασία. Κι η φαντασία, για την οποία διακρίνονταν οι
μαθητές του κλασσικού, τους επέτρεψε να βρουν στα γρήγορα την πρακτική λύση.
Κατούρησες, ρε Τούρκο; ρώτησε η Φοράδα. Ή μήπως ρώτησε τον Χαβαλέ ο Τούρκος; Η
απάντηση ήταν πάντως ένα απορημένο, όχι. Ε, τότε, κατούρα γρήγορα να σβήσουμε τη
φωτιά γιατί καήκαμε.

Κάπως έτσι τελείωσε το μικρό αυτό επεισόδιο πριν γίνει μεγάλο δράμα. Στην τάξη, οι
εικασίες έδιναν και έπαιρναν τις αμέσως επόμενες μέρες. Όλοι προέβλεπαν αναδρομικά
με πλήρη βεβαιότητα τι θα γινόταν αν. Αν είχαν και οι τρεις κατουρήσει πριν ξεκινήσουν
τη βόλτα κι ήταν, την κρίσιμη στιγμή, άδεια η φούσκα τους. Αν τον αιώνα που, με
εμφανώς προσποιητή αδιαφορία και με τα χέρια στο υπογάστριο, καταιόνιζαν τη φωτιά
στη αυστηρά απαγορευμένη περιοχή, τους έβλεπε κάποιος καθηγητής, κάποιος
διερχόμενος με αυτοκίνητο από τον δρόμο του Πανοράματος, κάποιος μικρός ή κάποιο
μέλος του βοηθητικού προσωπικού. Συμμαθητής τους βέβαια ποτέ του δεν θα
μαρτυρούσε. Τρεις από τους εκλεκτούς, και δυνατούς, της τάξης. Και τι συνειδησιακά
προβλήματα θα αντιμετώπιζαν αν φούντωνε η πυρκαγιά και μόνον αυτοί ήξεραν ποιος,
ακούσια ή εκούσια, την είχε βάλει.

Κανένα όμως από όλα αυτά τα εφιαλτικά σενάρια δεν πραγματοποιήθηκε. Κουμπώθηκαν,
τακτοποιήσανε τα ρούχα τους, σκόρπισαν έντεχνα τις μισοκαμμένες πευκοβελόνες και
τις σκεπάσανε με άθικτες, επιθεώρησαν τη λυτρωτική ερημιά τριγύρω και ξεκίνησαν και
πάλι οι τρεις, τώρα ολοταχώς για να προλάβουν άνετα να βαρεθούν στα απογευματινά
μαθήματα.

Ο Τούρκος, η Φοράδα και ο Χαβαλές. Απόλυτα σοβαροί κι απόλυτα εχέμυθοι συνένοχοι
όπως πάντα. Όπως άρμοζε στην ηλικία και στο ανάστημά τους. Όπως άρμοζε στους
άγραφους και απαραβίαστους ηθικούς κανόνες της τάξης. Σπάνια κλωτσώντας τα
χαλίκια, σπάνια μιλώντας με περισσότερο από μονοσύλλαβα. Μόνο κάποια στιγμή, σε
ασφαλή απόσταση, εκεί που βρήκανε μια βρύση κι έσκυψαν να πλύνουν τα χέρια απ’ τις
μουντζούρες και τα χώματα, γύρισαν και κοιτάχτηκαν με κείνο το απειροελάχιστο ίχνος
τρυφερότητας που κάποτε επιτρέπεται στους εφήβους και, συνειδητοποιώντας την τύχη
τους, ξέσπασαν σε γέλια.

6 σχόλια:

μωβ είπε...

θεωρώ πολύ "τολμηρό" συγγραφικά αυτό σου το διήγημα Τόλη, πράγμα που ομολογώ δεν μπόρεσα να αποδώσω με την εικόνα μου και αρκέστηκα σε μια απλή εικονογράφηση. Τολμηρό γιατί καταπιάνεται ανάλαφρα με θέματα όπως η συσσωρευμένη αντίδραση των εφήβων, το ανεξέλεγκτο και το τυχαίο που μπορεί να αποβούν μοιραία...από τη μια μεριά το θέμα ταμπού, ο εμπρησμός, κι από την άλλη οι τρεις νεαροί που κατουρούν πάνω στη φωτιά...
έτσι απλά, ανάλαφρα και τολμηρά όπως η ίδια η ζωή...

το πετάλι είπε...

εγώ δεν θα το έλεγα τολμηρό
ζωντανό θα το χαρακτήριζα,
άκρως ρεαλιστική περιγραφή
όπως πάντα "ξεχωριστή"

καταπληκτικοί χαρακτήρες
που συνοδεύονται
από ονόματα "ένα κι ένα"

εφηβικές "διαολιές"
όλοι έχουμε κάνει

μου θυμίζει μερικές από δαύτες...
αυτό σου το διήγημα Τόλη,
είναι απολαυστικό

Poet είπε...

Η εικόνα σου, Τζούλια, αποδίδει θαυμάσια το πνεύμα των εφήβων της εποχής εκείνης και κάθε εποχής θα έλεγα. Πραγματικά τολμηρό ήταν το διήγημα «Γόνατα στο σανίδι» κι αν εξαιρέσεις τη φωτιά που δεν πιστεύαμε με τίποτα ότι θα μας ξέφευγε, περιστατικά σαν κι αυτό ήταν συνηθισμένα για τα αγρίμια που ήμασταν τότε. Να σκεφτείς ότι εφτά χρόνια στο Ανατόλια δεν πήρα ούτε μια φορά διαγωγή κοσμιοτάτη.
Περασμένα μεγαλεία.

Ένα σημείο στο οποίο έχεις απόλυτο δίκαιο είναι η ανεμελιά μας. Θα μπορούσες να την ονομάσεις και αθωότητα. Είμασταν προνομιούχοι σε έναν μικρό παράδεισο και δεν το ξέραμε. Με αποτέλεσμα να φάμε τα μούτρα μας όταν προσγειωθήκαμε ανώμαλα αμέσως μετά στο στυγνό καθεστώς της τράπεζας. Και οι τρεις. Και φυσικά και οι τρεις παραιτηθήκαμε (λυτρωθήκαμε) μετά μερικά χρόνια.

Poet είπε...

Χαίρομαι που σου άρεσε, Νίκο. Ας αποκαλύψω τα πραγματικά ονόματα των «ηρώων» της μικρής αυτής ιστορίας. Χαβαλές ο Δημήτρης Παρίσης (ύψος 1,90), Τούρκος ο Στέφανος Αχτσηβασίλης (ύψος 1,83), Φοράδα (αρχικά Άλογο) ο Τόλης Νικηφόρου (ύψος 1,84).

Πού καταλήξανε; Ο Δημήτρης έγινε γνωστός διακοσμητής, ο Στέφανος διευθυντής τράπεζας στην Κύπρο και την Ελλάδα, εγώ σύμβουλος οργάνωσης επιχειρήσεων. Μέλη και οι τρεις της γνωστής παρέας των παλιών συμμαθητών και φίλων κάθε Κυριακή πρωί στα Αστέρια του Πανοράματος. Έχουμε να θυμόμαστε.

Όταν σκέφτομαι τα χρόνια εκείνα, νιώθω έναν πόνο σχεδόν αφόρητο. Πόσο ακριβά πληρώνει κανείς τα γέλια, τα πειράγματα, τις αταξίες, την ίδια την ευθύτητα και την αθωότητά του!

kanella16 είπε...

Εδώ έχω μιαν ένσταση Τόλη! Δε πίστευα (μέχρι το περιστατικό που θα αναφέρω) ότι η αθωότητα μπορεί και να πληγώνει...
"Επιταγμένο" το Ανατόλια το 1978λίγο μετά το σεισμό της Θεσσαλονίκης. Εμείς οι άστεγοι μαθητές λόγω ανεπανόρθωτων βλαβών του δικού μας σχολείου (γι αυτό και..μηχανικός η υποφαινόμενη) ακολουθούσαμε τη "βραδυνή" βάρδια 16.00-21.00, γιατί το πρωι στον ίδιο χώρο-όπως ήταν φυσικό άλλωστε- παρακολουθούσαν μαθήματα τα παιδιά του κολεγίου.
"Τούς κάνουμε ένα χουνέρι ρε μ...!" άκουσα πίσω από τους θάμνους, και δεν πολυκατάλαβα. Δεν άργησε η στιγμή που 2 δικές μου συμμαθήτριες βρήκαν σύριγγες κάτω από τα θρανία τους. Στη διπλάνή αίθουσα είχαν σκάσει αμπούλες υδρόθειου.Στο σχολείο ντελίριο..
Είμαστεν παρείσακτοι-δε λέω- σε ένα επιταγμένο, ακριβό σχολείο. Ωστόσο ηλάκα ,η αθωότητα κι η ανεμελιά έχουν και κόστος. Ιδίως όταν απευθύνονται σε εφήβους της ίδιας ηλικίας -δυστυχώς διαφορετικού κοινωνικού status. Θα μ`ενδιέφερε η άποψή σου. Ευχαριστώ

Poet είπε...

Η εφηβεία είναι μια άγρια ηλικία, Ευγενία μου. Και οι έφηβοι άκρως επιθετικοί προσπαθώντας να αποδείξουν τον ανδρισμό τους. Φυσικά μπορεί να πληγώσουν τους άλλους. Συχνά το κάνουν.

Την εποχή εκείνη και παρά τη φήμη του, το Ανατόλια ήταν κυρίως ένα σχολείο για τα παιδιά της μικροαστικής τάξης. Με γονείς που έκαναν θυσίες για να τα στείλουν εκεί. Δεν υπήρχε ουσιαστική ταξική διαφορά με τα παιδιά των δημόσιων γυμνασίων.

Ναι, η αθωότητα και η ανεμελιά έχουν κόστος. Βαρύ κόστος. Το κόστος αυτό όμως το πληρώσαμε πρώτοι εμείς. Γιατί σύντομα προσγειωθήκαμε ανώμαλα στην κοινωνική πραγματικότητα. Και ως τώρα νοσταλγούμε την εποχή εκείνη της αθωότητας.