Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Τυφλές προσβάσεις της καρδιάς (α΄ μέρος)


Πάμε να φύγουμε απ’ αυτόν τον θάνατο, της είπα. Ξέρω κάποιον σταθμό του υπογείου
στο Λονδίνο που υπόσχεται έναν καινούριο κόσμο. Διάδρομοι πλημμυρισμένοι στις
πολύχρωμες αφίσες, στα προγράμματα και τις διαφημίσεις για όσα δεν βάζει ο νους σου.
Ξεναγήσεις, θεατρικές παραστάσεις και μουσικές εκδηλώσεις, νέες ανάγκες και προϊόντα
που επινοούν καταχθόνιες εταιρίες και επιβάλλουν καλλιτέχνες του σχεδίου, του
κειμένου, του μηνύματος.

Οι ράγες προχωρούν και χάνονται στο σκοτάδι της σήραγγας σαν τις φλέβες της γης ή
χέρια απλωμένα στο απρόσιτο. Οι κυλιόμενες σκάλες προσφέρουν διαρκώς την έκπληξη
συναρπαστικών προσώπων, οι αυτόματες πόρτες των τραίνων ανοίγουν και ξεχύνεται
ένα πλήθος αδιάφορο κι ανάμεσά τους ένα τρυφερό κι ευαίσθητο κορίτσι.

Δίπλα μας θα διαβαίνουν ανέκφραστοι και αινιγματικοί ασιάτες, ανατολίτισσες
τυλιγμένες στις διάφανες εσάρπες τους, φλεγματικοί μηχανοδηγοί, σμάρια οι οπαδοί των
ποδοσφαιρικών ομάδων με τις σημαίες, τα κασκόλ και τα εμβλήματά τους, με τις
ρυθμικές κραυγές και τα τραγούδια τους. Θα είμαστε κι εμείς οπαδοί, μυστικοί κι
ανεξακρίβωτοι, ίσως των κανονιέρηδων του Βόρειου Λονδίνου, ίσως των πετεινών, ίσως
της Λίβερπουλ, ομάδας του ομώνυμου λιμανιού της εργατιάς και της μιζέριας.

Θα ακούμε την αγγλική γλώσσα σε όλες τις παραλλαγές της, με κάθε χρήση, προφορά και
τονισμό, την ηδυλεξία των μορφωμένων του νότου, την ακατέργαστη άρθρωση των
βορείων, τον ένρινο μηρυκασμό των Σκωτσέζων, τις αποκεφαλισμένες λέξεις των κόκνις,
την κελαρυστή ομιλία των Δυτικών Ινδιών και τη μακρόσυρτη των Ινδών και των
Πακιστανών.

Με χαμόγελο απόλυτης σιγουριάς, θα δίνουμε λανθασμένες οδηγίες στους ξένους,
ντόπιοι εμείς και παντογνώστες. Και κάτω από τους ήχους και τα φώτα των τραίνων που
θα έρχονται και θα φεύγουν, θα γείρουμε στο ξύλινο παγκάκι να κάνουμε έρωτα,
ανάμεσα σε μια ηλικιωμένη νοικοκυρά με παρδαλό καπέλο κι έναν ευγενικό αγγλικανό
πάστορα που συνωμοτικά θα μας σκεπάζουν με τις πολύχρωμες ομπρέλες τους.


Πάμε να φύγουμε απ’ αυτόν τον θάνατο, της είπα. Ξέρω στην άκρη του Ελσίνκι, ένα
κτίριο με κόκκινα τούβλα μέσα στα έλατα. Οτανιέμι, μια λέξη μουσική, έχει δώσει το
όνομα στο προάστιο και στο ίδιο το ξενοδοχείο. Θα κατεβούμε στο τέρμα του λεωφορείου,
έχοντας ήδη κάνει χιλιάδες ανακαλύψεις στη διαδρομή. Θα περπατήσουμε αργά,
απολαμβάνοντας τη βαθμιαία προσέγγιση του ονείρου. Απολαμβάνοντας το γόνατο
καθώς λυγίζει και ισιώνει, τις χαλαρές κινήσεις ολόκληρου του σώματος.

Στην είσοδο θα μας υποδεχτεί ένα βορεινό χαμόγελο γεμάτο κατανόηση. Θα μείνουμε
στο δωμάτιο του τελευταίου ορόφου, ακριβώς δίπλα στις κορυφές των δέντρων. Τα
σεντόνια θα είναι χάρτινα και στον τοίχο θα κρέμεται ένα εκθαμβωτικό ελληνικό τοπίο.
Κάποιος θα έχει αφήσει ανοιχτή μια βρύση στους νιπτήρες, από μακριά θα μας
νανουρίζουν οι φωνές και οι ιαχές των παιδιών στο γήπεδο. Τα τζάμια θα καλύπτει ένα
τεράστιο σύννεφο από τεράστια κουνούπια που τσιμπούν και πάνω από το ύφασμα.

Θα ζούμε την αιώνια διάρκεια του στιγμιαίου, ο ένας μέσα στον άλλο. Δεν θα κουραστώ
να προφέρω τη λέξη Χελσίνκι, με ένα χι τόσο απαλό όσο το βάδισμα της γάτας. Δεν θα
κουραστώ να σου χαϊδεύω τα μαλλιά γιατί το χρώμα τους και η υφή τους διαρκώς θα
αλλάζουν. Θα κάνουμε μακρινούς περιπάτους πλάι στις λίμνες, θα διασχίζουμε τα νερά
με νωχελικά πλοία. Θα μελετήσουμε το νόημα της ζωής στις αλλαγές των εποχών, στις
φλέβες των φύλλων, στο σπάσιμο της κορυφής των κυμάτων. Στις κινήσεις των χειλιών
για δυο λόγια, ένα δειλό χαμόγελο, ένα φιλί.

Ύστερα θα σκαρφαλώσουμε στον ουρανό της μεγάλης χώρας και, πίσω απ’ τα φτερά μας,
θα μετράμε τις λίμνες και θα τις ανταλλάσσουμε με σύννεφα. Θα μαθαίνουμε κάθε μέρα
και μια λέξη απ’ τη μυστηριώδη γλώσσα, μια λέξη, μια νότα. Θ’ αρχίσουμε από τις
πολιτείες και τα χωριά και θα καταλήξουμε στους ανθρώπους. Θα προφέρουμε Γιβάσκιλα
και Λάχτι, Σιμπέλιους, Άααλβαρ Άλτο και Σουομαλάινεν. Δεν είναι σαν τον ήχο μιας
μεταξωτής κουρτίνας που σκίζεται κι αποκαλύπτει έναν καινούριο ορίζοντα; M’ αυτή τη
λέξη, κάθε βράδυ θα λούζομαι στον ανάλαφρο ύπνο σου και θα ξυπνώ χωρίς τη μνήμη
της περασμένης μέρας. Κατάπληκτος θα αντικρίζω εσένα και τον κόσμο, κι η φλόγα θα
ανάβει μέχρι το τέλος συναρπαστική.


Πάμε να φύγουμε απ’ αυτόν τον θάνατο, της είπα. Ξέρω μια μικρή πόλη στη λίμνη
Βαϊκάλη της Σιβηρίας, τη μεγαλύτερη και βαθύτερη λίμνη του κόσμου. Καινούρια κτίρια,
καινούριο χώμα, καινούριοι άνθρωποι. Ακόμη και τ’ αστέρια στον ουρανό της ανήκουν σ’
ένα καινούριο γαλαξία. Πανάρχαιο είναι μόνο το κρύο. Όμως εμείς θa ΄μαστε πάντα
τυλιγμένοι στη φυσική μας γούνα και στο χνώτο μας. Εκεί θα τα χτίσουμε όλα απ’ το
άλφα κι από το ωμέγα. Είναι ωραίο να αισθάνεσαι ότι έφτασες στο τέρμα και ότι
ταυτόχρονα κρατάς στα δάχτυλα σου το νήμα της αρχής.

Θα βγαίνουμε στο δάσος για κυνήγι με άσφαιρα φυσίγγια. Θα πλένουμε το πρόσωπό μας
με απάτητο χιόνι, θα γυρίζουμε στο σπίτι αγκαλιά με μιαν αρκούδα και θα ξαπλώνουμε
μπροστά στο τζάκι για να μας φλογίσει η αντίθεση της ζεστασιάς. Χιονίζει εκεί με κάτι
νιφάδες μεγάλες σαν μπουκιές ψωμιού. Βρέχει εκεί με κάτι στάλες μεγάλες σαν δάκρυα
χαράς. Θα γνωρίσουμε ανθρώπους με εξωτικά ονόματα, κορίτσια με λευκούς φιόγκους
στις κοτσίδες. Προβολείς μέσα στη νύχτα τα μάτια τους, θα μας αναζητούν σαν άγνωστο
ιπτάμενο αντικείμενο. Μέσα σ’ αυτά τα μάτια θα βράζουμε τον πρωινό καφέ και το
βραδινό μας τσάι.

Εκεί ενώνεσαι με τη φύση και δεν φθείρεσαι. Εκεί ενώνεσαι με τους ανθρώπους και
γίνεσαι αθάνατος. Κάποτε μετατρέπεσαι σε πάχνη, γίνεσαι καπνός που αναθρώσκει σε
μακρινή καμινάδα, ελάφι με τρεμουλιαστά ρουθούνια που μπαίνει απροσδόκητα στην
πολιτεία, γίνεσαι σπόρος που κρύβεται και περιμένει την άνοιξη. Κάποτε καταφεύγεις στ’
ανεξερεύνητα βάθη της λίμνης σαν ψάρι προϊστορικό που μ’ ανεξάντλητη υπομονή
περιμένει να σημάνει η ώρα που θα αναδυθεί για να δώσει μια καινούρια και πάλι
διάσταση στη ζωή των ανθρώπων. Κάποτε συμπυκνώνεσαι σε ενέργεια που ακτινοβολεί,
ζεσταίνει και φωτίζει με μια τελεσίδικη απλότητα.

6 σχόλια:

Poet είπε...

Αυτό είναι το α' μέρος από το 2ο κεφάλαιο του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος Η γοητεία των δευτερολέπτων, 2001.

Στο πρώτο κεφάλαιο περιγράφεται η εισβολή της Ασφάλειας στο διαμέρισμά μας, Μιχαλακοπούλου 39στην Αθήνα, χαράματα αρχές του Οκτώβρη 1967, λίγο πριν φύγουμε για το Λονδίνο.

IZA είπε...

Να αισθάνεσαι ότι έφτασες στο τέρμα και κρατάς το νήμα της αρχής. Αυτό είναι το μυστικό της ζωής. Καταπληκτικό το κείμενο. Πώς θα ' θελα κιεγώ αυτή τη στιγμή να φύγω για τοπους μακρινούς χωρίς σκοτούρες κι έγνοιες με τους ανθρώπους που αγαπώ! Χωρίς να σκεφτόμαστε το αύριο. Θα ήθελα να βρω το βιβλίο σου. Τι εκδόσεις είναι;

Poet είπε...

Χαίρομαι που σου άρεσε, ΙΖΑ μου. Νομίζω ότι θα σου αρέσει και η συνέχεια.

Αυτή ήταν μια έκρηξη μέσα στη δικτατορία της τάσης φυγής που είχα από τα παιδικά μου χρόνια.

Είναι παλιό πλέον αυτό το βιβλίο και πολύ δύσκολο να το βρεις στα βιβλιοπωλεία. Γράψε μου, αν θέλεις, τη διεύθυνσή σου σε ένα μήνυμα και θα είναι χαρά μου να σου το στείλω εγώ. Δώρο προσωπικής εκτίμησης και αγάπης.

50fm είπε...

Tόλη μου,υπέροχο κείμενο!
Αχ...τι σημαντικό να ζεις έτσι τη ζωή...
Φιλιά

Poet είπε...

Κανείς δεν μπορεί να ζήσει τη ζωή του με τόση ένταση, Ουρανία μου. Ή δραπετεύοντας στο όνειρο και την ουτοπία. Κυριαρχούν οι καθημερινές πρακτικές ανάγκες.

Ακριβώς γι' τον λόγο αυτό το βιβλίο ονομάζεται Η γοητεία των δευτερολέπτων. Η ζωή μου δώρισε και μου δωρίζει τα ανεκτίμητα αυτά δευτερόλεπτα, την ουσία της, το άρωμα και το απόσταγμά της.
Όπως, φαντάζομαι, και σε σένα.

Καλή σου μέρα.

Poet είπε...

Αχ, η λαχτάρα του ανθρώπου για το απόλυτο !!! Η μουσική, τα ταξίδια μας, η εικόνα σου, Τζούλια, τα όνειρα, το γλυκό πουλί της νιότης. Βυθίζεται κανείς σ' αυτόν τον πόνο και είναι αδύνατον να τον απαρνηθεί.