Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Ένας κόσμος μυστηριώδης και μαγευτικός



Ανέβηκε τις σκάλες και για πρώτη φορά στάθηκε έξω απ’ τη βαριά τζαμόπορτα, κάπως
παράμερα. Οι τάξεις των μεγάλων ήταν ερμητικά κλειστές, κανένας δεν κυκλοφορούσε
στους διαδρόμους. Κοίταξε μέσα διερευνητικά, σαν να μην το είχε πάρει ακόμα απόφαση.
Τελικά, έπιασε το μπρούντζινο πόμολο, έσπρωξε με το χέρι και λίγο με το σώμα του και
μπήκε στη μεγάλη αίθουσα. Καταϊδρωμένος μετά τη μπάλα, με κάλτσες πεσμένες στο
αστράγαλο, με κάλτσες που κολλούσαν στις πατούσες και τα δάχτυλα. Με μελανιές στα
καλάμια και τα γόνατα, με τα γδαρμένα χοντροπάπουτσα και το τσαλακωμένο
παντελόνι του.

Μπήκε στον απαστράπτοντα γαλήνιο χώρο με τα γυαλιστερά τραπέζια και τα ράφια σε
ανοιχτό χρώμα ξύλου και τις καρέκλες με το λάστιχο για να μην τρίζουν. Του έκανε
εντύπωση το φως του ήλιου, αλλού πιο έντονο έως εκτυφλωτικό, με δέσμες που
σχημάτιζαν περίεργα ακανόνιστα σχήματα στους τοίχους και το πάτωμα. Του έκανε
εντύπωση εκείνη η ιδιαίτερη μυρωδιά από τα έπιπλα και τα βιβλία μαζί με τα αρώματα
φυτών και δέντρων που έμπαιναν από τα μεγάλα μισάνοιχτα παράθυρα.

Είδε σ’ ένα γραφείο στο βάθος να κάθεται μια ώριμη χλωμή γυναίκα με ίσια μαλλιά, λεπτά
χαρακτηριστικά και αυστηρή έκφραση στο πρόσωπο, λες κι ήταν έτοιμη να του κάνει
παρατήρηση. Πρόσεξε πλάγια πίσω της στον τοίχο ακουμπισμένες δυο πατερίτσες και
παραξενεύτηκε. Τριγύρω σκόρπιοι αρκετοί μεγαλύτεροι μαθητές, κάποια κορίτσια,
ένας-δυο καθηγητές. Όλοι καλοντυμένοι, όλοι βυθισμένοι σε χοντρά βιβλία, μερικοί να
κρατάνε σημειώσεις σε τετράδια και μπλοκ. Κανείς δεν φάνηκε να έχει αντιληφθεί την
παρουσία του.

Εκείνος όμως βιάστηκε να σκουπίσει τον ιδρώτα του πρόχειρα με το κουβαριασμένο
βρώμικο μαντήλι, ρίχνοντας επιφυλακτικές ματιές τριγύρω. Έκανε μερικά βήματα
μπροστά και, σαν να είχε εξαντληθεί το θάρρος του, παραμέρισε για να μην εμποδίζει.
Ξεκίνησε και στάθηκε και περιεργαζόταν με απόλυτη προσήλωση τους πάντες και τα
πάντα. Ξεκίνησε και προχωρούσε αργά με ελαφρά σκυμμένο το κεφάλι. Μέσα στην
πλήρη αμηχανία του, ένιωσε να τον κατακλύζει κάτι πρωτόγνωρο, κάτι περισσότερο
επίφοβο, λιγότερο ηδονικό και απόλυτα ανεξήγητο.

Και βέβαια στη σύντομη διάρκεια της ζωής του το παιδί αυτό της κατοχής και της
Πλατείας Δικαστηρίων, το παιδί της γειτονιάς, της μπάλας και των άγριων παιχνιδιών,
αναπόφευκτα από τους πιο ζωηρούς της τάξης, είχε ήδη ξεκοκαλίσει χιλιάδες λαϊκά
περιοδικά, όπως τον Θησαυρό και το Ρομάντζο, το Μπουκέτο, παλιά τεύχη της Μάσκας
και της Μασκούλας, που δανειζόταν με δυο δραχμές απ’ το περίπτερο της Ολύμπου,
διαγωνίως απέναντι από τα ομώνυμα λουτρά. Και απείρως περισσότερες εφημερίδες, με
πρώτο, λόγω του εφέ του Αϊδινίου, τον Ελληνικό Βορρά, που άρπαζε από τα χέρια του
πατέρα του μόλις εκείνος πατούσε το κατώφλι του σπιτιού. Κυριολεκτικά όποιο χαρτί είχε
γράμματα και λέξεις και βέβαια, για δεύτερη φορά, τα έντυπα που κατέληγαν,
τετράγωνα κομμένα με το ψαλίδι, ως αυτοσχέδιο και ευρύτατα διαδεδομένο χαρτί υγείας
στο αποχωρητήριο.

Ήταν γιορτή γι’ αυτόν ν’ ανακαλύπτει, σε σπίτι συγγενικό ή φιλικό και στις ατέλειωτες
και εξοντωτικά ανιαρές επισκέψεις με το λικέρ και τα φοντάν, που όσο κι αν γκρίνιαζε
αδυνατούσε να αποφύγει, μια στοίβα παλιά και ξεχασμένα περιοδικά. Άφηνε τότε τη
συστολή του κατά μέρος, τα ζητούσε κι επέστρεφε στο άντρο του με ένα θησαυρό, που
καταβρόχθιζε μεθοδικά απ’ τα περιεχόμενα ως την τελευταία λέξη, κάτω δεξιά, στη
τελευταία σελίδα. Όταν δεν του έμενε τίποτα άλλο να διαβάσει, έπιανε να λύσει τα
σταυρόλεξα. Τον έμαθαν λοιπόν οι θείες και οι πολύ μεγαλύτερες ξαδέλφες του και
σύμπας ο περίγυρος και αρκετές φορές του έστελναν δεμένα και με φιόγκο όλα τα παλιά
τους έντυπα από την αποθήκη.

Είχε διαβάσει και κάποια, μάλλον λιγοστά, ιστορικά και λογοτεχνικά βιβλία, αυτά που
υπήρχαν τότε στο σπίτι, κυρίως από το σακίδιο του πατέρα του στη μικρασιατική
εκστρατεία. Δοκίμασε την ογκώδη Δίκη των Εξ αλλά τη βρήκε βαρετή και αρκετά
δυσνόητη στην καθαρεύουσα. Πολύ πιο γλαφυρές και από πρώτο χέρι ήταν οι διηγήσεις
του πατέρα του όταν, αντί για παραμύθια και μάταια προσπαθώντας να τον κοιμίσει, του
έλεγε για τη ζωή στη Σμύρνη και την Ευαγγελική Σχολή, και για τον πόλεμο από τη
Σμύρνη ως το Εσκί Σεχίρ, το Αφιόν Καραχισάρ και την Αλμυρά Έρημο. Για τις
συγκρούσεις με τους τσέτες και για το πώς χάθηκαν οι δικοί τους, περιουσίες και
πατρογονικά εδάφη. Και για την Ανεξάρτητη Μεραρχία που οπισθοχώρησε
συντεταγμένη και πολεμώντας μέχρι τα καράβια.

Το μυθιστόρημα που είχε μάθει σχεδόν απέξω, ήταν οι Άθλιοι του Βίκτωρος Ουγκώ σε
πέντε τόμους και στην ωραία μετάφραση του Μάρκου Αυγέρη. Τον είχε συγκλονίσει η
περιγραφή της μάχης του Βατερλώ, η επέλαση του ιππικού στο οροπέδιο του Αγίου
Ιωάννη και η απίστευτη κακοτυχία του γάλλου στρατηλάτη. Κι ακόμη, η συνάντηση
του Μυριήλ με τον επαναστάτη στο κεφάλαιο, ο Επίσκοπος Μπροστά σ’ ένα Άγνωστο
Φως. Τέλος, οι φοιτητές Φίλοι των Αναλφαβήτων, η θυσία στα οδοφράγματα, η
μεγαλοσύνη του Γιάννη Αγιάννη.

Πολύ πριν πάει στο γυμνάσιο, στις διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα και ιδίως
το καλοκαίρι, όταν έφευγαν οι φίλοι της γειτονιάς για παραθερισμό στα κοντινά χωριά,
τον άφηναν μόνο στο σπίτι και κλείδωναν με το μακρύ σιδερένιο κλειδί την εξώπορτα για
μεγαλύτερη ασφάλεια. Όταν το μεσημέρι γύριζαν από το μαγαζί ο πατέρας και ο
μεγάλος του αδερφός, τον έβρισκαν ακριβώς στην ίδια θέση, λες και δεν είχε σηκωθεί
ούτε για κατούρημα. Να διαβάζει μισοξαπλωμένος στο τεράστιο διπλό κρεβάτι με τα
παπούτσια του μόλις να μη λερώνουν την κουβέρτα. Με το αριστερό του χέρι να στηρίζει
το κεφάλι και δίπλα του μια στοίβα έντυπα. Διάβαζε και το βράδυ, στο φως της γυμνής
λάμπας απ’ το ταβάνι, κι ας του έλεγαν διαρκώς πως θα χαλάσει τα μάτια του, θα βάλει
γυαλιά και θα τον κοροϊδεύουν τ’ άλλα παιδιά.

Εδώ όμως βρέθηκε ξαφνικά στο ηλιόλουστο, από τρία διαδοχικά σημεία του ορίζοντα,
βασίλειο της Θεανώς Τυρίκη, σε έναν άλλο κόσμο απόλυτα σοβαρό έως σκυθρωπό, σε
έναν κόσμο μυστηριώδη και μαγευτικό, και σε άλλης τάξεως μεγέθη. Έλεγαν ότι η
βιβλιοθήκη του Ανατόλια ήταν από τις μεγαλύτερες στην Ελλάδα και σίγουρα αυτό ίσχυε
για τα αγγλικά βιβλία. Ράφια ατέλειωτα με τεράστια λεξικά, επιστημονικά βιβλία,
μελέτες, μυθιστορήματα και συλλογής διηγημάτων, αστυνομικά, ακόμη και γουέστερν,
ποίηση – μια ανεξάντλητη ποικιλία. Όλα δεμένα ομοιόμορφα, κωδικοποιημένα και
ταξινομημένα, με τίτλους πολλές φορές ερεθιστικά ακατανόητους.

Τα ονόματα των συγγραφέων στη ράχη των βιβλίων του φάνηκαν παγερά, περήφανα κι
απρόσιτα, ενώ εκείνα τ’ άλλα ονόματα, το ένα κάτω απ’ τ’ άλλο στα καρτελάκια μέσα, τον
μάγεψαν. Συνήθως ανδρικά, καμιά φορά και γυναικεία, μερικά από την εποχή που το
σχολείο ήταν στη Μικρά Ασία, όλα τους άγνωστα και μυστηριώδη, με μαύρο ή μπλε
μελάνι, σπάνια με μολύβι, με γράμματα όρθια ή πλάγια, καλλιγραφικά ή τσαπατσούλικα,
κάποια μισοσβησμένα, άλλα προκλητικά έντονα. Με τη δική του αυθαίρετη είσοδο στον
απόκρυφό τους χώρο, λες και αντίστροφα εισέβαλαν στη ζωή του και την κυρίεψαν ίχνη
από τον αόρατο χρόνο του παρελθόντος, έντονα φορτισμένα με άμεσα και ζωντανά
αισθήματα. Λες και τον καλωσόριζαν για το ταξίδι και την περιπέτεια όλοι αυτοί οι
αινιγματικοί συνεπιβάτες.

Αφού λοιπόν κανένας δεν τον πρόσεξε, προχώρησε στο βάθος, έστριψε αριστερά κι
έφτασε στη γωνία, εκεί που σε ειδικό πιο σκούρο έπιπλο ήταν τοποθετημένες δεκάδες
περιοδικές εκδόσεις, κυρίως ξενόγλωσσες. Κοίταξε έξω. Από τη μια μεριά, το βουνό των
εκδρομών, ο Χορτιάτης της ανατολής του ήλιου, σύμβολο του σχολείου, με απαλές
καμπύλες και γιγάντιες καστανιές. Από την άλλη, ο κόλπος σαν ταψί και οι εκβολές του
Αξιού, οι δυτικές συνοικίες της προσφυγιάς, εργατικές και καπνισμένες.

Πέρα απ’ το Μικρό Καραμπουρνάκι, οι υποσχέσεις του καλοκαιριού, στη σειρά η Περαία,
το Μπαξέ Τσιφλίκι και η Αγία Τριάδα, με τις ξύλινες σκάλες τους βαθιά μες στον νερό, για
να πιάνουν τα καϊκια και τα βαποράκια, τ’ αραιά σπιτάκια τους μισοκρυμμένα μέσα στα
δέντρα και την άλλη βλάστηση, η Μηχανιώνα αόρατη. Τα βαποράκια, η Λευκή, ο
Ποσειδώνας και ο Αλέκος, και το ταχύτερο όλων, η Ευδοκία. Οι ατέλειωτες ουρές στην
παραλία, ο ιδρώτας, οι κληρώσεις, μπισκότα, σοκολάτες και λαχεία, τα μπάνια, οι
μέδουσες πολύχρωμες, πολυέλαιοι αστραφτεροί της θάλασσας. Από τα γήπεδα πολύ
πλησιέστερα, μόλις έφταναν οι φωνές και κατά διαστήματα ιαχές θριάμβου.

Μέσα η ησυχία, η δροσερή γαλήνη με τους ψίθυρους σαν πλάσμα ζωντανό, τα βήματα
προσεκτικά και οι κινήσεις, κι ανάμεσα στους άλλους ήχους, ανάμεσα στις άλλες
μυρωδιές, η διακριτική αύρα και το θρόισμα της σπάνιας γυναικείας παρουσίας. Και τα
βιβλία. Χιλιάδες τα βιβλία. Καθένα κι ένας κόσμος διαφορετικός. Τα βιβλία με το δικό τους
τρόπο να χαμογελούν και να σου γνέφουν. Να σου υπόσχονται τα μυστικά τους.

Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε κι ύστερα τόλμησε να περάσει στους εσωτερικούς
διαδρόμους. Πρώτα επισκόπησε τα βιβλία συνολικά και από κάθε δυνατή οπτική γωνία.
Άπλωσε το χέρι και το τράβηξε. Ύστερα έπιασε μερικά και τα ακούμπησε στη φαρδιά
παλάμη του. Τα περιεργάστηκε, τα χάιδεψε, τα ξεφύλλισε αργά, διάβασε μερικές γραμμές
εδώ κι εκεί, τα επέστρεψε στο ράφι τους και πήγε παρακάτω. Καθένα του έδινε και μια
διαφορετική αίσθηση. Τέλος, διάλεξε ένα από τα πολλά που ήθελε, αυτό ας πάρω,
μονολόγησε, μετά πήρε άλλο ένα και δειλά-δειλά τα πήγε στη βιβλιοθηκάριο.

Περίμενε με αγωνία να τελειώσει τη δουλειά της και να σηκώσει το κεφάλι, να εκδώσει
την ετυμηγορία. Νομίζω ναι, απάντησε όταν εκείνη τον ρώτησε ευγενικά αν ήταν
επαρκή τα αγγλικά του. Θα προτιμούσα και τα δύο, επέμεινε όταν του συνέστησε ν’
αρχίσει με το ένα. Είπε το όνομά του και το έγραψε, κι έφυγε γρήγορα, στην αρχή
πισωπατώντας, μήπως και ξαφνικά το μετανιώσουν.

Από τη μέρα εκείνη, η βιβλιοθήκη τον μαγνήτιζε κι έγινε ο πιο τακτικός επισκέπτης της.
Σαν χρυσοθήρας που ξαφνικά αποκαλύφθηκαν μπροστά στα θαμπωμένα μάτια του
ολόκληρα βουνά από χρυσάφι, σαν πειρατής που αποβιβάστηκε ρακένδυτος στο εξωτικό
νησί των θησαυρών. Των θησαυρών που ήταν δικοί του αποκλειστικά κι όμως μπορούσαν
να τους νέμονται κι όλοι οι άλλοι χωρίς αυτό να τον πειράζει στο ελάχιστο, ίσα-ίσα. Των
θησαυρών που με κάθε άγγιγμα του αυξάνονταν και μεγεθύνονταν και συνεχώς
φανέρωναν καινούρια θαύματα.

Οι παιδικές του παρορμήσεις σταδιακά προσέλαβαν διαύγεια και σαφήνεια και
μετατράπηκαν σε σκέψεις. Σκέψεις που αργότερα ωρίμασαν κι έγιναν αποφάσεις.
Δύσκολες αποφάσεις που ελάχιστα απείχαν πια από την πρόκληση. Να διαθέτει τον
ελεύθερο χρόνο του γι’ αυτόν τον συναρπαστικό καινούριο κόσμο και να μελετάει τα
μαθήματά του μονάχα στα διαλείμματα και στις προηγούμενες απ’ το καθένα ώρες
διδασκαλίας. Με το βιβλίο ανοιχτό και όρθιο να ισορροπεί επικίνδυνα στην πλάτη του
μπροστινού. Και να διαβάσει όλα τα βιβλία που ήταν καλά κρυμμένα σε πλήρη θέα στη
βιβλιοθήκη. Όλη την πεζογραφία και όλη την ποίηση.

Αλλά για να διαβάσει όλα τα βιβλία, δεν αρκούσε να αυξήσει το λεξιλόγιό του, έπρεπε να
μην έχει πια καμία άγνωστη λέξη. Στα ελληνικά αυτό του φαινόταν μάλλον προσιτό, στα
αγγλικά σχεδόν αδύνατο. Η δεύτερη πρόκληση λοιπόν σήμαινε αναπόφευκτα ότι θα
έπρεπε να διαβάσει και να μάθει το ογκώδες λεξικό. Σελίδα-σελίδα και λέξη-λέξη, απ’ την
αρχή ως το τέλος, όσες φορές χρειαζόταν για να ξεμπερδέψει.

Γιατί όμως όλες αυτές οι προκλήσεις και μεγαλεπήβολα σχέδια που προσέγγιζαν το
παράλογο. Είχε ήδη δώσει την απάντηση με βεβαιότητα, ήταν απλούστατα θέμα αρχής.
Κανένας μα κανένας δεν μπορούσε να του επιβάλλει κάτι που αυτός δεν ήθελε, έλεγε,
ενώ τα μάτια του σκοτείνιαζαν. Κι αυτό που ήθελε, από τώρα και για πάντα, ήταν να
διαβάσει όλα τα βιβλία κι ύστερα να γράψει εκείνος άλλα τόσα.

Αυτά που ακολούθησαν, στη μαθητική του ζωή κι αργότερα, είχαν την πικρή και κάποτε
λυτρωτική γεύση του αναπόφευκτου. Όσα έπραξε ενώπιον του εχθρού κι όσα ποτέ δεν
κατόρθωσε να κάνει. Οι ανταρσίες του και η συνέπειά του, η περηφάνια και κάποιοι
συμβιβασμοί του. Ήξερε πια ποιος είναι, ήξερε την πατρίδα του. Ήξερε αυτό που δεν
αλλάζει. Δέχτηκε και το τίμημα που έπρεπε να καταβάλει. Κι έζησε μια ζωή με σφιγμένα
δόντια.

Όλα λοιπόν είχαν αρχίσει το πρωινό εκείνο που ανακάλυψε τον μυστηριώδη και
μαγευτικό κόσμο της βιβλιοθήκης. Και μπήκε μέσα του και ταυτίστηκε. Όλα είχαν αρχίσει
στη γειτονιά και το δημοτικό σχολείο. Στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς στο σπίτι. Όλα
είχαν αρχίσει τότε που γεννήθηκε, στη μακρινή Ιωνία του πατέρα του, στη Μαύρη
Θάλασσα της μάνας του. Και ίσως σε μιαν άλλη Ιωνία στη μνήμη των κυττάρων του,
ανεξιχνίαστη, χωρίς αρχή και τέλος, που κάποτε αναδύθηκε κι αμέσως αναγνώρισε την
καταγωγή και το πεπρωμένο της.

7 σχόλια:

Poet είπε...

Με συγκινεί η εικόνα σου, Τζούλια. Ναι, κάπως έτσι διάβαζε το παιδί που υπήρξε τότε. Και κάτω απ' την κουβέρτα. Κάπως έτσι ήταν θαμπωμένα τα μάτια του. Και παραμένουν. Ευχαριστώ.

μωβ είπε...

είναι γιατί αν και ζήσαμε σε διαφορετικές εποχές έχουμε κοινά...αναγνωστικά βιώματα Τόλη. Γιατί κι εγώ που μεγάλωνα σ΄ένα μικρό χωριό, με λαχτάρα διάβαζα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου. Χαρακτηριστικά θυμάμαι τους Άθλιους, ή το Κατηγορώ του Ζολά που τα διάβαζα χωρίς να τα πολυκαταλαβαίνω τότε, ωστόσο κυριολεκτικά μαγευόμουν από τις εικόνες που μου δημιουργούσαν.Όταν δε έφτανε κανένα περιοδικό στα χέρια μου (μάσκα, μικρός ήρωας κλπ)ήταν η απόλυτη ευτυχία. Και φυσικά δεν ξεχνώ κι εγώ τις αφηγήσεις του παππού μου, που ήταν μαζί με τον πατέρα σου στη μικρασιατική εκστρατεία...

Poet είπε...

Το συμπέρασμα είναι χιλιάδες μικρά κεφαλάκια με έκθαμβα μάτια πάνω από τα καλά βιβλία. Για να ανακαλύψουν πρώτα εκεί τον κόσμο και ύστερα να βγουν στον άγριο ωκεανό της ζωής. Αφού τους κερδίσει για πάντα το βιβλίο. Πιο καλοί και πιο έτοιμοι να κάνουν το δικό τους ελάχιστο μα πολύτιμο για να απαλύνουν την οδύνη των ανθρώπων και κάθε άλλου ζωντανού πλάσματος πάνω στη γη.

fotini είπε...

με θυμαμαι να σκαρφαλωνω στη βιβλιοθηκη του πατερα μου και να αγγιζω με δεος τα βιβλια με την αυστηρη σκουρα ραχη κ τα χρυσα γραμματα....

ειναι μια αγαπη που αν ξεκινησει στην τρυφερη παιδικη ηλικια σε ακολουθει ως τα βαθια γεραματα...

το θεμα ειναι πως.... η μνημη μου με προδιδει
δε θυμαμαι ΄τι με εκανε να ερωτευθω τα βιβλία...

Poet είπε...

Το είπες ήδη, Φωτεινή μου. Η μαγεία απ' το πρώτο άγγιγμα. Πιθανότατα και η μαγεία απ' το πρώτο διάβασμα. Τι σημασία έχει όμως; Έχεις δίκιο, πρόκειται για μια ισόβια αγάπη.

Εγώ τα θυμάμαι όλα αυτά και άλλα τόσα απλούστατα γιατί ήταν το πεπρωμένο μου. Και όπως λέει η σοφία της ανατολής, δεν υπάρχει τίποτα άλλο, μόνο κισμέτ.

kanella16 είπε...

Η ανακάλυψη της δανειστικής βοβλιοθήκης (για μένα της ΧΑΝΘ) είναι κάτι που δεν ξεχνώ ποτέ! ΚΑθημερινά στις διακοπές κατηφόριζα από το Τουρκ.Προξενείο την Εθν.Αμύνης και δανειζόμουν τουλάχιστον δύο βιβλία τη φορά.
"Για..τα εξώφυλλα τα παίρνεις;" με πειραξε η βοβλιοθηκονόμος. Και γω η δωδεκάχρονη ετυμόλογη της απάντησα. "Με τέτοια ομοιομορφία , μου αρκούσε κι ένα. Διαβάζω και το περιεχόμενο τους" "Και πότε προλαβαίνεις;" μου αντιγύρισε .¨"Μα είναι..διακοπές κυρία" της αποκρίθηκα.
Σ εύχαριστώ για τις στιγμές που μου θύμησες!
Στο λινκ, σου χω ένα
"ανάλογο" κείμενο (" Η μετάλλαξη μιας εγκυκλοπαίδειας"

http://eugvog.blogspot.com/search?updated-max=2006-03-21T10%3A04%3A00%2B02%3A00

Poet είπε...

Χαίρομαι που είχες εμπειρίες ανάλογες με τις δικές μου, Ευγενία. Και τόσων άλλων παιδιών. Κι εγώ δανειζόμουν στο δημοτικό βιβλία από τη ΧΑΝΘ. Παίζαμε και πινγκ πονγκ εκεί. Το Ανατόλια ήρθε αργότερα.