Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2010

Η εργασία απελευθερώνει (β' μέρος από δύο)

Αλλά τώρα έπρεπε να αφήσω την τράπεζα και να συμβάλω στην καλύτερη λειτουργία της βιομηχανίας, σχεδιάζοντας ένα ορθολογικό οργανόγραμμα για τη συγκεκριμένη εταιρία. Διεύθυνση πωλήσεων, διεύθυνση παραγωγής, οικονομική διεύθυνση, διεύθυνση προσωπικού, τμήμα προμηθειών. Τα παραλληλόγραμμα συνδέονται με οριζόντιες και κάθετες γραμμές και απεικονίζουν τις διάφορες θέσεις με τον τίτλο τους, την ιεραρχική τους ένταξη και τη συγκριτική τους σπουδαιότητα. Συνοδεύονται από περιγραφές εργασίας, που προδιαγράφουν τα κυριότερα καθήκοντα κάθε θέσης, κι από διαδικασίες ή κανονισμούς, που με τα έντυπά τους καθορίζουν τον ακριβή τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνεται κάθε σημαντική εργασία.

Να πώς παρασύρεται κανείς και χρησιμοποιεί την ξύλινη επαγγελματική διάλεκτο. Να πώς σταδιακά εντάσσεται και αφομοιώνεται και κάποτε αναπόφευκτα εκβράζεται στα τηλεοπτικά παράθυρα. Ήταν σαφές ότι τραβούσα σαν μαγνήτης το κακό και από το τίποτα της Σκύλλας είχα πέσει στις πομφόλυγες της Χάρυβδης. Και ήταν βέβαιο ότι κάποιο τρίτο αποτρόπαιο τέρας θα με περίμενε στην επόμενη γωνία.

Δεν έμενε παρά να ταιριάσουν οι άνθρωποι στις προδιαγραφές και να εφαρμόσουν τα στελέχη τις επιταγές. Έτσι, σαν καλολαδωμένη μηχανή, η εταιρία θα πήγαινε μπροστά, θα αύξανε τον κύκλο εργασιών της, θα εξασφάλιζε περισσότερα κέρδη, κι αργότερα ακόμη περισσότερα. Για το καλό και των εργαζομένων, εννοείται. Τα κέρδη είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας. Παρέχουν τη δυνατότητα να γίνουν επενδύσεις, να δημιουργηθούν καινούριες θέσεις εργασίας, να αυξηθούν οι αμοιβές. Κατά συνέπεια και όπως μας διδάσκουν τα γυαλιστερά περιοδικά, επιτρέπεται να γκρινιάζουμε λιγάκι αλλά πρέπει όλοι να θαυμάζουμε τον βιομήχανο. Να ζηλεύουμε το αρχοντικό του και να μιμούμαστε τη μεγαλοαστική του επίπλωση. Και να λατρεύουμε τον σκύλο του.

Όπως λέγαμε με τον Πολύβιο, όταν συναντηθήκαμε και πάλι στην Αθήνα, να σταματήσεις ξαφνικά έναν από τους γραβατο-κοστουμαρισμένους στην Πανεπιστημίου, και να τον ρωτήσεις, συγνώμη, κύριε, γιατί τρέχετε; Γιατί τα σφιγμένα χείλη, αυτή η ένταση και η αγωνία στο πρόσωπό σας; Μήπως συμβαίνει κάτι τραγικό στο σπίτι σας; (Πέντε δευτερόλεπτα σιγής καθώς θα απολαμβάναμε το βλέμμα του). Αν όμως είναι το δίφραγκο που οσφραίνεστε σαν κυνηγόσκυλο, έχετε δίκαιο, εκεί στο βάθος βρίσκεται, συνεχίστε ταχύτατα με κωλοτούμπες.

Δύσκολο το αυτονόητο κι εκείνος θα είχε βέβαια έτοιμες όλες τις δικαιολογίες του κόσμου. Άλλωστε οι απώλειες σπάνια επισημαίνονται στην αρχή. Οι αόρατες θανάσιμες ζημίες εμφανίζονται χρόνια μετά, με τη νομοτέλεια ενός φυσικού γεγονότος. Αυτόν τον ισολογισμό με συμπαθητική μελάνη, λίγοι είναι σε θέση να τον διαβάσουν, ακόμη λιγότεροι να τον ερμηνεύσουν, και ελάχιστοι να κάνουν κάτι για να τον αλλάξουν.

Σε μια εποχή μεγάλης ανεργίας λοιπόν, εγώ ήμουν ο προνομιούχος. Είχα δουλειά που ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, με τα μέτρα των άλλων, και πολύ καλά αμειβόμενη, με τα δικά μου. Όμως, εγώ τι ήθελα; Ωραία ερώτηση και χρήσιμη όσο το θρυλικό παντεσπάνι της Μαρίας Αντουανέτας. Χρειάζεται βαθύτατη ενδοσκόπηση για να ανακαλύψει κανείς τι θέλει πραγματικά. Χρειάζεται εξέταση που δεν προβλέπεται από καμιά ιατρική υπηρεσία. Ή δεν χρειάζεται απολύτως τίποτα παρά να πετάξει κανείς τις παρωπίδες, να πει κρατείστε τα παραισθησιογόνα και τα σκουπίδια σας, και να βγει από την αυταπάτη της ασφάλειας στον καθαρό αέρα. Είπα καθαρό; Έστω.

Τι ήθελα εγώ; Θα μπορούσα να ήθελα να ανοίγω χαντάκια. Μακρόστενα, λειτουργικά, ποιητικά χαντάκια, και να τοποθετώ ηλεκτρικά καλώδια ή σωλήνες υπονόμων. Να δουλεύω στον τόρνο, στη φρέζα ή την πρέσα. Να πουλάω σάμαλι στους πιτσιρικάδες, αράπικα φιστίκια ή λαϊκά λαχεία. Λέω, θα μπορούσα, όσο απίθανο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως.

Θα μπορούσα να ήθελα να γίνω θερμόμετρο που καταγράφει τη ζεστασιά του κόλπου των κοριτσιών. Την απαλότητα που έχουν τα βελούδινα μαξιλαράκια του. Την ηδύτητα και τη γονιμότητα των υγρών του. Θα μπορούσα να ήθελα να γίνω βυθόμετρο που εξακριβώνει το βάθος των ωκεανών. Ή της ανθρώπινης ψυχής.

Τι επαγγέλεσθε; θα με ρωτούσαν, ιατρός, δικηγόρος, μηχανικός ή οικονομολόγος; Έμπορος ή βιομήχανος; Μήπως φαρμακοποιός, δημόσιος υπάλληλος; Ξέρετε, θα τους απαντούσα με κάθε σοβαρότητα, είμαι ένα αστέρι που φωτίζει τον δρόμο σας. Τρέφομαι με τη λάμψη στο βλέμμα των παιδιών, φορτίζομαι όπως ο χαλαζίας από το φως που εκπέμπουν. Ξέρετε, είμαι ένας εφευρέτης, ανακαλύπτω κάθε στιγμή πώς θα ‘πρεπε να είναι η ζωή, είμαι ένας νοσοκόμος που μεταγγίζει την ουτοπία στις φλέβες σας και σηκώνεστε άλλος άνθρωπος απ’ το κρεβάτι απ’ το γραφείο, από την καθημερινή ηλεκτρική καρέκλα.

Καθόμουν και κοιτούσα λοιπόν απέναντι το αστραφτερό και επιβλητικό οικοδόμημα της τράπεζας, της ίδιας τράπεζας σε άλλο κτίριο, είκοσι χρόνια αργότερα. Την πρόσοψη του ιδρύματος που είχε την εκπληκτική ιδιότητα να σβήνει τα αστέρια του σχολείου και να γιγαντώνει τα αναρριχητικά φυτά. Κοιτούσα και μετρούσα όσα λεβεντόπαιδα θυμόμουν. Τον Θόδωρο που έγινε δικηγόρος, τον Μίμη, το βαρύ κι αμίλητο, που έχασα το ίχνη του, τον Δημήτρη τον ψηλό που αναδείχτηκε ως διακοσμητής, τον Στέφανο που, μετά δαιδαλώδη πορεία, κατέληξε διευθυντής σε άλλη τράπεζα, τον Τάκη που διέπρεψε ως δημοσιογράφος. Τα παιδιά των πιστώσεων εξωτερικού, τον Κώστα, τον Γιώργο, αρχηγό της πρωταθλήτριας ομάδας μπάσκετ του Π.Α.Ο.Κ., και τον Ντίνο που συνέχισαν, τον Τζανέτο με την εκπληκτική ικανότητα στη γραφομηχανή, τον Θωμάκο τον παλαιστή, την Έλλη των καταθέσεων, την Κάρμεν κι όλα τα συμπαθητικά κορίτσια, τόσους και τόσους άλλους. Όπως τα ξαδέρφια απ’ την Αμύντα, τον Γιώργο και τον Αλέκο που τα βρόντηξαν. Έλεγε ο Αλέκος, καλύτερα χαμάλης στο λιμάνι παρά στην τράπεζα με τη γραβάτα.

Όλοι αυτοί πουλούσαν τη ζωή τους. Κι όλους αυτούς η ανάγκη τους σφράγισε το στόμα. Γιατί τα οικονομικά της οικογένειας ήταν περιορισμένα και δεν υπήρχαν άλλες ευκαιρίες εργασίας. Προσπαθούσαν να μην δίνουν αφορμή έως ότου τελειώσουν τις σπουδές τους κι ακολουθήσουν ένα καλύτερο επάγγελμα. Ή είχαν συμβιβαστεί με τη μοίρα τους, με τον μικρό και σίγουρο μισθό και την καλή σύνταξη σε τριάντα χρόνια. Κι αλώνιζαν οι λίγοι αδίστακτοι. Υπό την σκέπη της γενικής διευθύνσεως και με την επίβλεψη του τοπικού δυνάστη.

Υπήρχαν όμως και υψηλά ιστάμενοι που ήταν έντιμοι και ειλικρινείς σαν έφηβοι. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα να ήταν ο πόντιος υποδιευθυντής με το γυάλινο μάτι. Που όταν κραύγαζε ο διευθυντής να παραιτηθώ γιατί είχα τολμήσει να τα πω στα ίσια στον προϊστάμενό μου, με κάλεσε στο γραφείο του και μου συνέστησε πατρικά να μην του κάνω το χατίρι.

Η ζωή είναι μυστήρια και κάποτε πληρώνει με το ίδιο νόμισμα. Και στο ίδιο μεγαλοπρεπές γραφείο του διευθυντή που είχε απέξω κόκκινο και πράσινο φωτάκι για να γνωρίζουν οι πεζοί αν επιτρέπεται η διάβαση. Ιδίως όταν δεχόταν μέσα κάποια γυναίκα. Μια μέρα μπήκε με νταηλίκι κάποιος άγνωστος από την απαγορευμένη είσοδο. Κι όταν εκείνος πετάχτηκε έξαλλος και φώναξε, ποιος είστε εσείς και πώς μπαίνετε έτσι μέσα, ο άλλος του απάντησε παγερά, εγώ είμαι εκείνος που θα καθίσει στη θέση σου, σήκω και φύγε, τώρα.

Με τον νέο διευθυντή και με τα χρόνια, αργά και κοπιαστικά, άλλαξαν βέβαια και οι συνθήκες. Οι μέθοδοι εκσυγχρονίστηκαν (λέξη κομψή), τα πράγματα φαίνονταν πολύ καλύτερα. Κι ας μου έμεινε η εντύπωση ότι, αν είχα σημαδέψει ένα φάκελο, θα τον έβρισκα ολόιδιο ανάμεσα στους υπολογιστές δεκαετίες αργότερα. Κι ας είχε φτάσει ο αρχιχαφιές της εποχής μας στην κορυφή σε μια άλλη τράπεζα. Εδώ γίνονται πρωθυπουργοί και πρόεδροι από τις μυστικές υπηρεσίες, τα καρφιά της τράπεζας θα αποτελούσαν εξαίρεση;

Όταν λοιπόν περίμενα με άπειρη υπομονή τη σειρά μου στο γκισέ, μελετούσα τα παιδιά των καταθέσεων με το έμπειρο και ψυχρό μάτι του βετεράνου. Και τη ζεστή καρδιά του που είναι κρυμμένη. Μελετούσα το νεανικό τους πρόσωπο, τα γένια τους, την άνεση με την οποία κάπνιζαν κι έπιναν τον καφέ τους, αστειεύονταν και γελούσαν, τη σιγουριά που τους έδινε ένα μέλλον εξασφαλισμένο. Μελετούσα την εικόνα που ζωγράφιζε η πλήρης άγνοια ενός θανάσιμου κινδύνου.

Όμως τι να τους πω και τι να καταλάβουν; Ένα μεσημέρι που ήμουν τελευταίος στην ουρά και είχαν ήδη κλείσει τις πόρτες για το κοινό, δεν τους είπα τίποτα από τα αμέτρητα για τον διευθυντή και τις επιδόσεις του. Δεν τους είπα για τις γεμάτες τσάντες που κουβαλούσαν οι
ευπειθέστατοι στο σπίτι τους για να δουλεύουν ως το βράδυ. Τους διηγήθηκα μόνον μια χαριτωμένη ιστορία για τις απλήρωτες υπερωρίες, το απόγευμα στον δεύτερο και τον τρίτο όροφο του κτιρίου. Το περιστατικό με το ανώνυμο τηλεφώνημα και την έφοδο που έκανε η αστυνομία μαζί με την επιθεώρηση εργασίας.

Κανείς δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει την τράπεζα ότι δεν ήταν καλά οργανωμένη. Οι κλητήρες, απ’ τη μοναδική ανοιχτή δίοδο του υπογείου, ειδοποίησαν εγκαίρως τους θύτες και τα θύματα επάνω. Άρπαξαν λοιπόν τα χαρτιά τους και στριμώχτηκαν όλοι πανικόβλητοι στα τούρκικα αποχωρητήρια. Κλείδωσαν και τις πόρτες και ισορρόπησαν πάνω από την τρύπα. Οι νεαροί υπάλληλοι μαζί με τους αυστηρούς μεσήλικες προϊσταμένους, που άντεχαν τη μυρωδιά αλλά δεν άντεχαν τα βλέμματα. Έτσι, περιεργάζονταν για αρκετή ώρα τη γραβάτα τους.

Τα παιδάκια με κοίταξαν σαν απολίθωμα από την εποχή των παγετώνων, γούρλωσαν τα μάτια και κούνησαν το κεφάλι με τα ευγενικά δύσπιστα επιφωνήματα του τουρίστα μπροστά στους λιμοκτονούντες ιθαγενείς. Για δες, τς-τς, πω-πω, και, όχι δα. Με πλήρη αδυναμία να αντιληφθούν όχι μόνον τη δική μας κατάσταση τότε αλλά και τη δική τους στον παρόντα χρόνο.

Βγαίνοντας διακριτικά από την πλαϊνή πόρτα, αναλογίστηκα γι’ ακόμη μια φορά πόσο άχρηστη ήταν η προσωπική μου γνώση και η μνήμη μου για κείνους που ακολουθούσαν. Ο περίφημος μέσος άνθρωπος απεχθάνεται κάθε τι που είναι έξω από το συμβατικό παιχνίδι. Ακόμη κι όταν αυτό στοιχίζει τη ζωή του.

Αποδέχεται (και δικαιολογεί) σαν κάτι φυσιολογικό την μισθωτή ή άλλη εργασία για καθαρά βιοποριστικούς σκοπούς. Αποδέχεται (και επιβάλλει) σαν κάτι φυσιολογικό τις υποκριτικές σχέσεις σε κάθε επίπεδο. Αποδέχεται (και φθονεί) σαν κάτι φυσιολογικό την κάθε είδους καταναλωτική συμπεριφορά. Αποδιώχνει τη σκέψη ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Πραγματικά. Και αυθόρμητα μισεί όποιον πάει να του χαλάσει την τούρτα. Αυτός του φαίνεται σαν τον τρελό που βγαίνει γυμνός στους δρόμους, που κατουράει μέσα στα ασημικά του.

Τι να τους πω και τι να καταλάβουν; Από πού ν’ αρχίσω και σε ποιούς να απευθυνθώ; Στους εικοσάρηδες στην τράπεζα ή στους εφήβους στα λύκεια και τα γυμνάσια; Ή μήπως στα μικρά του δημοτικού και στους αγέννητους; Προσέχετε παιδιά γιατί σας την έχουν στημένη. Με τις θηλυκές και τις αρσενικές πόρνες, με την τηλεόραση, τα αυτοκίνητα, τα γήπεδα, με χίλια δυο ναρκωτικά.

Τι να τους πω και τι να καταλάβουν; Προσέχετε, παιδιά, η ιστορία επαναλαμβάνεται σε χειρότερη εκδοχή. Άοπλος εγώ από μιαν άλλη εποχή, από μια ξένη χώρα, μπορεί να φαίνομαι και γραφικός. Και πόσο με βοήθησε εμένα τον ίδιο αυτή η γνώση; Ίσως να ήταν καλύτερα αν
δεν ήξερα, αν ποτέ μου δεν είχα μάθει. Πως στα συρτάρια της τράπεζας και τις αρχειοθήκες, σ’ ολόκληρο το κύκλωμα των ηλεκτρονικών υπολογιστών, στα ίδια τα θεμέλια της, φωλιάζει ένας θανάσιμος ιός. Ένας ιός που παρασκευάστηκε σε μυστικά εργαστήρια κοινωνικού ελέγχου, πιο επικίνδυνος από την πανούκλα του μεσαίωνα κι από το σύνδρομο της επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας, πιο επικίνδυνος από τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Ένας ιός που προορίζεται αποκλειστικά για τους νέους.

4 σχόλια:

50fm είπε...

Δηλώνω καταγοητευμένη!!!
Τόλη,υπέροχοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοοο!!!

Poet είπε...

Είναι η απλή αλήθεια, Ουρανία μου. Όπως την έζησα. Το σύστημα δεν αλλάζει και η ιστορία συνεχίζεται. Μαθαίνω ότι και τώρα καταπιέζονται, και τώρα δουλεύουν απλήρωτες υπερωρίες και, επιπλέον, ότι πρέπει όλοι να προωθούν τις πωλήσεις των τραπεζικών εργασίων. Για να δανειζόμαστε όλοι με διάφορους τρόπους και να μην σηκώσουμε ποτέ κεφάλι. Οι δούλοι παράγουν άλλους δούλους.

Και όλα αυτά πριν την κρίση. Το τι θα γίνει στο άμεσο μέλλον, ένας θεός το ξέρει.

Να είσαι καλά, γλυκιά μου.

kanella16 είπε...

Κουνάω συγκαταβατικά το κεφάλι μου Τόλη, δημοσιος υπάλληλος κι εγώ και δη τεχνοκράτισσα... Πόσα δίκηα έχεις...Ξέρεις όταν ήμουν φοιτήτρια έκανα πρακτική άσκηση στη ΔΕΗ..Κι ενώ πήγαινα με ενθουσιασμό στη δουλειά οι ...υποψιασμένοι υπάλληλοι έσερναν στη κυριολεξία τα βήματά τους κατά την είσοδό τους στην υπηρεσία. Τώρα είμαι εγώ που τα σέρνω...
αφιέρωμα το παρακάτω γραμμένο εκείνα τα χρόνια. (1986)


ΤΜΗΜΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΥΠΑΙΘΡΟΥ

Καλημέρα σας κύριοι!

-σύντροφοι στη γλάστρα που φύτρωσε
της εργασίας ο σπόρος.
Από τους κύκλους των ματιών σας
φανερώνονται οι ασύστολες
νυχτερινές σας διαθέσεις :
με τις βαριές κινήσεις των χεριών σας
προδίδετε τις αταξίες σας
-πως σπάσατε τα πλήκτρα του παλιού σας πιάνου,
που κολλημένο στη γωνία του σπιτιού σας
ξεϊδρώνει.

Ανασηκώστε το ακουστικό του τηλεφώνου
για τη παραγγελία του πρωινού καφέ
-οι σκέτοι για τους παλληκαράδες-
γι`αυτούς που αψηφώντας το κατεστημένο
σύρουν τα πόδια τους αενάως υστερημένοι,
αδιαφορώντας για τις επιπλήξεις
των άνωθεν ευρισκομένων.

Κατόπιν να κοιτάξετε την ώρα
-άργησε κι ο καφετζής μονολογήστε-
κι αρχίστε με τη κριτική του ποδοσφαίρου
ή της καλαθοσφαίρισης,
η ώρα το ίδιο καλά περνά.
Ύστερα να χαζέψετε τους σπόρους,
της πρακτικής εξάσκησης
-οποία συνάφεια σας έλκει!
Άρχισαν κιόλας το ίδιο καλά
στη δικής σας ζαρντινιέρα
να φυτρώνουν.

Ποτίστε έπειτα τα άνθη
-όμοια με σας σε γλάστρες κείμενα-
και βάλτε τις τουρμπίνες των ανεμιστήρων
στους φουλ-φαστ ρυθμούς τους να δουλέψουν
σα να χόρευαν σουιγκ.

Αναμετρήστε για λίγο το μισθουλάκο σας
που δε σας επαρκεί για τη γούνα της συμβίας
κι αναζητείστε το διευθυντή
για το «εκτός» της έδρας.

Μετά από την ώρα της περισυλλογής
όπου τα νέφη του καπνού σκεπάζουν
και το αυτοκόλλητο πλησίον της εισόδου,
κολλημένο από τους εκλιπαρούντες
για το τομάρι τους ακάπνους,
επιβιβαστείτε στο γηραιό σας Ι.Χ.

Εδώ κατά βάθος αρχίζει κι ο αγώνας
-κι ό,τι άλλο σας προκύψει-
γιατί και το λαχείο που χτες ψωνίσατε
σας βρήκε σήμερα και πάλι άπελπιν...

τη καλημέρα μου!

Poet είπε...

Δηλαδή, ενώ εμάς μας άλλαζαν τα φώτα, οι δημόσιοι υπάλληλοι κυνηγούσαν μύγες. Ακούγεται σαν την αιώνια ιστορία της Ελλάδας. Αν δεν εξυγιανθεί ο δημόσιος τομέας, δεν έχει μέλλον αυτή η χώρα.

Ωραίο το σατιρικό σου. Καλό ξημέρωμα.