Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

Άλυτα προβλήματα


Όπως μπορεί να πιστοποιήσει και ο Αγάπης, πρώην διαπρεπής ανεβαδόρος στο βόλει και τώρα μαθηματικός ανάλογης εμβέλειας, υπάρχουν εύκολα προβλήματα και δύσκολα προβλήματα. Υπάρχουν και προβληματα που είναι εύκολα για μερικούς και δύσκολα για άλλους. Για τους οποίους άλλους, μπορεί να είναι εύκολα τα προβλήματα που για τους πρώτους είναι δύσκολα. Υπάρχουν προβλήματα που διδάσκεται κανείς πώς να τα λύνει. Υπάρχουν όμως και άλυτα προβλήματα. Άλυτα από τη φύση τους και για τον ευφυέστερο ακόμη.

Όταν λοιπόν βρεθεί κανείς αντιμέτωπος μ' αυτή την τελευταία κατηγορία προβλημάτων, είναι πολύ φρόνιμο να αναγνωρίσει απ' την αρχή ότι τα προβληματα δεν λύνονται. Και ότι η μοναδική διέξοδος είναι να βρει μια λύση που δεν είναι λύση. Έτσι, παρόλο που η λύση δεν θα είναι λύση, θα έχει οδηγηθεί τουλάχιστον σε κάποια λύση.

Ο νεότερος καθηγητής των μαθημτικών, βεβαίως και του Αγάπη, ήταν άριστος επιστήμων, όπως θα έλεγε και η γιαγιά του. Και ήξερε να λύνει τα εύκολα προβλήματα, ήξερε να λύνει και τα δύσκολα. Ήξερε ασφαλώς και απείρως περισσότερα. Και έτρεφε ταυτόχρονα την ψευδαίσθηση ότι για κείνον δεν υπήρχε άλυτο πρόβλημα. Αυτό συμβαίνει όταν έχει κανείς μεγάλου βαθμού υπεροψία, συνήθως αδικαιολόγητη.Και όταν έχει χώσει υπερβολικά τη μούρη του μέσα στα βιβλία και τις ασκήσεις επί χάρτου και δεν έχει επαφή με το πεδίον της μάχης. Έτσι, δεν αντιλαμβάνεται τι σημαίνει υπέρτερες δυνάμεις και τι σημαίνει αστάθμητος παράγοντας.

Ο νεότερος καθηγητής των μαθηματικών πίστευε στην επιβολή, πίστευε και στην τιμωρία. Ιδίως για τους μικρούς και τους αδύναμους που δεν μπορούσαν να αντιδράσουν. Πιθανότατα γιατί την είχε και ο ίδιος υποστεί στα παιδικά του χρόνια και ένιωθε μεγάλη ανασφάλεια κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Οι αναλύσεις όμως είναι περιττές, όπως και οι λεπτομέρειες. Το γεγονός παρέμενε ότι, αν και ταπεινής καταγωγής, βασάνιζε την τάξη από την προκαταρκτική ως την τρίτη γυμνασίου τώρα, με την απόλαυση και την ψυχρή μεθοδικότητα τεύτονα ιππότη. Και η τάξη τον έτρεμε. Τον έτρεμε και τον έβριζε πατόκορφα. Από πίσω του βεβαίως ή από μέσα της. Τον έτρεμε και για να τον εκδικηθεί του έβγαζε διάφορα παρατσούκλια.

Ο νεότερος καθηγητής λοιπόν ήταν εμφανώς τσαγκός. Όπως υποδήλωνε και το μαύρο μουστάκι που κάλυπτε αφειδώς το πάνω χείλος του και είχε συχνά ως διακόσμηση μια κρούστα σάλιου. Τσαγκός ήταν και ο μαθητής αυτής της ιστορίας αλλά αφανώς ακόμη. Τσαγκός μα και πρωτότυπος αφού προτιμούσε να τα βάζει με τους ισχυρούς. Κάποτε συνεπώς ήταν αναπόφευκτο να συγκρουστεί ο εμφανώς τσαγκός και ισχυρός καθηγητής με τον αφανώς τσαγκό και ανίσχυρο μαθητή. Και βέβαια να νικήσει ο τσαγκός καθηγητής. Αρκεί να μην εμπλέκονταν στην όλη διαδικασία κάποιοι αστάθμητοι παράγοντες και κάποια άλυτα προβλήματα. Που ο τσαγκός καθηγητής δεν αναγνώριζε και ήθελε, σώνει και καλά, να λύσει, ενώ ο τσαγκός μαθητής ήξερε από ένστικτο τη φύση τους.

Ο μαθητής μπορούσε να διαβάζει το φθινόπωρο με τη δροσούλα, μπορούσε να διαβάζει τον χειμώνα με το κρύο, το έβρισκε αδύνατον όμως να ανοίξει βιβλίο την άνοιξη. Αυτό ήταν το πρώτο άλυτο πρόβλημα. Άλυτο το έκανε η φύση που οργίαζε γύρω απ' τα δεκαπέντε χρόνια. του. Μπροστά λοιπόν στις υπέρτερες δυνάμεις, η κάποια λύση, που δεν ήταν λύση, ήταν ο μαθητής να βγάζει πριν την άνοιξη, δηλαδή, το πρώτο εξάμηνο και το πρώτο δίμηνο του δευτέρου εξαμήνου, τόσο υψηλούς βαθμούς ώστε να περνάει την τάξη ακόμη και με άσσο στο δεύτερο δίμηνο του δευτέρου εξαμήνου και στις εξετάσεις του Ιουνίου.

Έχοντας πάρει,για παράδειγμα, δεκαέξι το πρώτο εξάμηνο και δεκαπέντε το πρώτο δίμηνο του δευτέρου εξαμήνου, του αρκούσε ο άσσος το δεύτερο δίμηνο για να βγάλει οκτώ στα προφορικά, και ο άσσος στις εξετάσεις για να βγάλει τέσσερα συνολικά το δεύτερο εξάμηνο, και έτσι να περάσει με ένα δέκα ως μέσο όρο της βαθμολογίας.

Τις περισσότερες φορές αυτή η έσχατη λύση, με τους περίπλοκους υπολογισμούς, παρέμενε στη θεωρία. Γιατί, παρόλο που δεν διάβαζε καθόλου την άνοιξη, κατάφερνε να αποσπάσει κάποιο λογικό βαθμό. Στην τρίτη γυμνασίου όμως, η προνοητικότητά του αποδείχτηκε σωτήρια. Πρώτο εξάμηνο είχαν άλγεβρα, μάθημα που του άρεσε και το διάβαζε. Αποτέλεσμα ένα δεκαεφτά στον έλεγχο. Δεύτερο εξάμηνο είχαν γεωμετρία, μάθημα που δεν χώνευε και ήταν αδύνατον να το διαβάσει. Με τη φήμη όμως του καλού μαθητή και κάποια πασαλείμματα, πήρε ένα δεκαπέντε στα προφορικά.

Έτσι στις εξετάσεις κατέβηκε σφυρίζοντας ανέμελα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο μαθητής γνώριζε καλά από παλιά με ποιον είχε να κάνει και σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να τον προκαλέσει. Έγραψε λοιπόν τα τρία ζητήματα, όπως τα είχαν εκφωνήσει, έκανε με τον χάρακα τα σχήματα ωραία, ωραία, και έπιασε να λύσει τις ασκήσεις. Μα τι να λύσει, αφού καλά καλά δεν καταλάβαινε τις ερωτήσεις. Και, επιπλέον, μαζί με τις φωνές των φίλων του απέξω, τον τρέλαιναν και τα τζιτζίκια. Του είχε κολλήσει και ένα τραγουδάκι της εποχής και το μυαλό του δήλωνε αποχή από κάθε επίπονη δραστηριότητα.

Διαπίστωσε λοιπόν τη ματαιότητα κάθε προσπάθειας αλλά δεν βιάστηκε να φύγει για να μην γίνει στόχος.Έκανε μια πλήρη ανασκόπηση του προγράμματος των διακοπών, περιεργάστηκε τους συμμαθητές του τριγύρω, που ήταν βυθισμένοι στους ρόμβους και τα τρίγωνα, έξυσε απολαυστικά τη μύτη του .Και ύστερα σηκώθηκε αθόρυβα και παρέδωσε την κόλλα με τα σχήματα. Και κατευθύνθηκε στην αίθουσα των τεχνικών, όπου για τελυταία χρονιά έδιναν εξετάσεις στον όσιο Παραλή.

Τα τεχνικά ήταν ένα ακόμη άλυτο πρόβλημα. Παρόλο που αγαπούσε τη ζωγραφική και κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες ήταν σαν να κρατούσε το μολύβι με αόρατα γάντια πυγμαχίας. Όταν άφηνε ελεύθερο να εκδηλωθεί το φυσικό ταλέντο του, έπαιρνε δώδεκα. Και όταν έβαζε τα δυνατά του για να πετύχει οπωσδήποτε κάτι καλύτερο, έπαιρνε δέκα.

Εκεί λοιπόν που κατά κάποιο τρόπο ζωγράφιζε ένα βάζο, που άλλοτε του έβγαινε περίπου σαν αυγό και άλλοτε σαν τον κεκλιμένο πύργο της Πίζας, να 'σου και αφικνείται ο μαθηματικός με μια στοίβα κόλλες και κάθεται αναψοκοκκινισμένος δίπλα στον Παραλή.Ο πράος και μειλίχιος καλλιτέχνης ήταν αδύνατον να συμπαθεί τον ταύρο που εισέβαλε στο ιδιωτικό υαλοπωλείο του, αλλά και τι να κάνει. Μετά το αρχικό ψου-ψου και μου-μου, ο μαθητής ακούει να προφέρεται μεγαλόφωνα το όνομά του ενώ ο Βύρων από πλάι του ψιθυρίζει, έχει επάνω επάνω τη δική σου κόλλα μ' ένα τεράσιο άσσο.

Η ενδόμυχη ελπίδα να διορθώσει ο καθηγητής τα γραπτά στο σπίτι είχε διαψευστεί. Σηκώνει λοιπόν το χέρι του κι ο μαθηματικός επιτιμητικά του λέει,  τι είναι αυτά, λευκή κόλλα μου έδωσες; Εκείνος δεν θέλει να οξύνει την κατάσταση και απαντάει απολογητικά ότι ναι μεν προσπάθησε, όπως δείχνουν και τα σχήματα, αλλά δυστυχώς δεν μπόρεσε να λύσει τις ασκήσεις. Ο μαθηματικός τον χαβά του. Μα είναι δυνατόν να μην μου γράψεις εσύ, εδώ μου έγραψαν ο τάδε και ο τάδε. Λες και οι δύο τάδε ήταν ηλίθιου με πιστοποιητικό.

Μάταιες κουβέντες και το καταλαβαίνει και ο ίδιος. Όσο μιλάει όμως, τόσο θυμώνει περισσότερο και πλέον κανένας γύρω τους δεν ζωγραφίζει. Σου έβαλα άσσο, λέει απειλητικά, ενώ το πηχτό σάλιο αρχίζει να εμφανίζεται στις άκρες των χειλιών του. Τώρα αισθάνεται και ο ένοχος τις φλέβες να χτυπάνε στους κροτάφους του. Του έρχεται η παρόρμηση να απαντήσει, καλά έκανες και μη μας τα ζαλίζεις, αλλα επαναλαμβάνει μοιρολατρικά, μάλιστα, άσσο. Βλέπει τον μαθηματικό να κάνει απεγνωσμένα πράξεις στο χαρτί και να ζητάει τη γνώμη του Παραλή, λες και δεν ήταν βέβαιος ούτε για τα στοιχειώδη. Και πάλι το άλυτο πρόβλημα, που λέγαμε. Πώς με άσσο να βγάλει μέσο όρο κάτω από δέκα. Με άσσο βγάζεις δεκατρία, ομολογεί και έχει το ύφος του ισπανού ναυάρχου όταν αντικρίζει την καταστροφή της μεγάλης αρμάδας. Το ξέρω, λέει ο μαθητής, κοιτάζοντάς τον ίσια στα μάτια.

Και τότε το γινάτι του τον κάνει να λάβει τη γενναία απόφαση. Θα σου βάλω μείον πέντε, δηλώνει στον μαθητή, για να μείνει μετεξεταστέος. Η τάξη παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα ενώ τα βάζα κινδυνεύουν και στο χαρτί να σπάσουν και ο Παραλής αισθάνεται πολύ δυσάρεστα. Ο μαθητής όμως έχει γίνει μπαρούτι. Περνάω και με μείον εννέα, πετάει το γάντι στον καθηγητή, βάλτε μου μείον δέκα για να μείνω. Α, και μόλις τώρα επινοήσατε ένα νέο σύστημα βαθμολόγησης.

Ο Βύρων δεν μπορεί να συγκρατήσει έναν καγχασμό και, επιτέλους, ο μαθηματικός αντιλαμβάνεται ότι έχει ήδη υπερβεί τα όρια της ξεφτίλας. Ρίχνει λοιπόν μια δηλητηριώδη ματιά στον Βύρωνα, παραβλέπει μέσα στην παραζάλη τον σαρκασμό του ενόχου, και καταλήγει. Εντάξει, μονάδα. Αλλά αυτό δεν πρόκειται να το πάθω και του χρόνου. Θα είμαστε μαζί του χρόνου; ρωτάει τραβώντας το σκοινί ο αυθάδης, ενόψει ενός ατέλειωτου καλοκαιριού, καθώς ο άλλος φεύγει σαν βρεγμένη γάτα.

Μόνοι τους πλέον με τον Παραλή, άλλοι γελάνε ανοιχτά και άλλοι κρύβονται πίσω απ' τις τσάντες, και ο ζωγράφος σηκώνεται και σκύβει πάνω απ' τον μαθητή. Αφού απολαμβάνει στιγμιαία το ανεικονικό αριστούργημα που κυοφορείται στην κόλλα των τεχνικών, του λέει με αναδρομική παράκληση. Μα, δεν του έγραφες κι εσύ κάτι, βρε παιδί μου. Δεν μπόρεσα, κύριε Παραλή, απαντάει εκείνος, τονίζοντας την κάθε συλλαβή και προσπαθώντας να  του μεταδώσει τη συμπάθειά του. Αν θέλει εκείνος να το εκλάβει ως πρόκληση, είναι δική του επιλογή.

Βεβαίως, ο μαθηματικός δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Αφού δεν μπόρεσε να αφήσει μετεξεταστέο τον παραβάτη, έπρεπε κάποιον άλλο να τιμωρήσει. Κατά προτίμηση τον άλλο αυθάδη, εκείνον που είχε το θράσος να καγχάσει. Αντί του τρία λοιπόν που χρειαζόταν ο Βύρων για να περάσει, του έγαλε ένα σαδιστικό δύο για να χάσει το καλοκαίρι του διαβάζοντας. Ταυτόχρονα, ενημέρωσε τους άλλους μαθηματικούς για να αποκλείσει κάθε οδό διαφυγής του ενόχου.

Πέρασαν οι τρεις μήνες των διακοπών και στην αρχή της επόμενης χρονιάς έμπαιναν πάλι ένας ένας οι καθηγητές στις τάξεις. Ο αυθάδης μαθητής, που είχε το βλέμμα του με αγωνία καρφωμένο στην πόρτα, διαπίστωσε ότι ο μαθηματικός ήταν ένας από τους δύο αρχαιότερους καθηγητές. Μετά την ανακούφιση, αποφάσισε να διαβάσει πολύ σοβαρά για να μη δώσει άλλη αφορμή. Το φθινόπωρο
βεβαίως και τον χειμώνα. Κι έβγαλε έναν από τους μεγαλύτερους βαθμούς στην τάξη. Εκείνο που θα μάθαινε αργότερα ήταν ότι ο νέος τους καθηγητής αντιπαθούσε έντονα τον προηγούμενο και είχε ιδιαίτερα διασκεδάσει με το πάθημά του. Ταυτόχρονα, είχε συμπαθήσει ακαριαία τον αυθάδη. Είπαμε, άλυτα προβλήματα και αστάθμητοι παράγοντες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: