Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

η μεγάλη απόφαση

                                                                 
                                                                                               Βραχνές φωνές
                                                                                               αποχαμενες πριν την άρθρωση
                                                                                               στου μπετόν τους σπόνδυλους ...                 
                                                                                                                         Οι Άταφοι


        Αδύνατον να αντιδράσει στη δύναμη που αδυσώπητα τον τραβούσε προς τα κάτω. Ισορρόπησε. Το αεροπλάνο είχε πέσει σε κενό αέρος. Ξεκούμπωσε το κολλάρο. Έλυσε με σπασμωδικές κινήσεις τη γραβάτα. Το στόμα του ήταν στεγνό.
       - Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες να προσδέσουν τις ζώνες ασφαλείας, ακούστηκε η μεταλλική φωή.
        Του φάνηκε πως ο αριστερός κινητήρας ακριβώς έξω απ΄το παράθυρο δεν δούλευε κανονικά. Το αίσθημα της ανησυχίας, η ακαθόριστη απειλή που χωρίς αιτία τον βασάνιζε σπό μέρες, άρχισε να παίρνει συγκεκριμένη μορφή.
        - Κάτι δεν πάει καλά, ψιθύρισε ο διπλανός.
         Έπνιξε μιαν ακατάσχετη παρόρμηση να πεταχτεί επάνω, ν' ανοίξει δρόμο με τις γροθιές, να τρέξει να κρυφτεί κάπου. Σκούπισε τα ιδρωμένα χέρια του στο παντελόνι.
          - Τι συμβαίνει; ψέλλισε.
          Ο άλλος σήκωσε τους ώμους.
           - Γιατί δεν μας λένε τίποτα;
           Πάντα φοβόταν το αεροπλάνο. Ένιωθε έξω από το στοιχείο του. Να τώρα που είχε παγιδευτεί σαν ηλίθιος μεταξύ ουρανού και γης, μετέωρος και ανυπεράσπιστος. Μακριά από το φιλικό περιβάλλον. Μόνος με εκατόν είκοσι ξένους.
            «Σας ομιλεί ο κυβερνήτης. Λόγω της σφοδράς κακοκαιρίας, το αεροπλάνο θα επιστρέψει εις το αεροδρόμιον»
            Οι αεροσυνοδοί εμφανίστηκαν στον διάδρομο. Του φάνηκε ότι προσπάθούσαν να κρύψουν την ανησυχία κάτω από επαγγελματικό χαμόγελο και τυπικό ενδιαφέρον. Παλιολαμαρίνες βαρυφορτωμένες καύσιμα, αποσκευές και ανθρώπους, σκέφτηκε. Γιαυτό διαλύονται σαν φούσκες. Αν είχα πάρει το ωραίο μου το τραίνο, τώρα θα κάπνιζα καθισμένος αναπαυτικά στο παράθυρο, χαζεύοντας λιβάδια και αγελάδες.
          Μια εκκωφαντική έκρηξη συγκλόνισε το αεροσκάφος. Ετερόκλιτα αντικείμενα σκορπίστηκαν από τα ράφια. Πήγε να σηκωθεί αλλά τον συγκράτησε η ζώνη ασφαλείας. Με τρεμάμενα χέρια άναψε τσιγάρο και το έσβησε σχεδόν αμέσως, διαλύοντας την κάφτρα. Είχε πάρει χαπάκια αλλά ένιωθε ναυτία. Ξεδίπλωσε μηχανικά τη σακκούλα. Κακοκαιρία, λέει. Κάποιος τρελός με βόμβα. Θυμήθηκε τις ιστορίες που είχαν πρόσφατα απασχολήσει τον τύπο.
       - Χάθηκα, συλλογίστηκε. Είμαι πολύ νέος για να πεθάνω. Τριανταεφτά, τριανταέξι και μισό. Είδε το όνομά του στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας. Τη γυναίκα του στα μαύρα. Πώς πεθαίνει κανείς άραγε όταν πέφτει το αεροπλάνο; Χάνει τις αισθήσεις του με την πρόσκρουση, κομματιάζεται ή καίγεται ζωντανός μέσα σε φριχτή αγωνία; Δεν θυμάταν να 'χε διαβάσει πώς ακριβώς επέρχεται το μοιραίο. Οι ατέλειωτες δουλειές, τ' απραγματοποίητα σχέδια. Οι προσδοκίες. Και οι συμβιβασμοί. Αναπόφευκτοι. Η ζωή είναι σκληρή, χρειάζεται τετράγωνη λογική, αποφασιστικότητα, ρεαλισμό. Προ πάντων όχι συναισθηματισμούς. Είχα κάνει τις αβαρίες του, είχε φθαρεί απ' τον αγώνα. Είναι αρκετό αντάλλαγμα η επίτυχία.
         Σαν από κάποιον άλλο κόσμο άκουσε τις υστερικές φωνές μιας γυναίκας. Ένα παιδάκι έκλαιγε, κάποιος είχε λιποθυμήσει. ΉΘελε να πάει στο καμπινέ. Πάσχισε να συγκρατηθεί.
         Το χρήμα, η δύναμη είναι το παν. Χρειάζονται βέβαια θυσίες. Πέτυχε όμως τον στόχο του. Θυμήθηκε το είκοσί του χρόνια. Τότε πίστευε σ' έναν καλύτερο κόσμο. Τρέμω για το τομάρι μου και τα αγαθά μου, μονολόγησε πικρά. Και είμαι συνεπής. Έτσι που κατάντησα, είμαι συνεπής. Στο κάτοπτρο του φόβου, αντίκρισε τη ζωή του με απέχθεια. Πάντα όμως υπάρχει καιρός. Ή όχι;
           «... άνωθεν του αεροδρομίου. Παρακαλούνται οι κ.κ. επιβάται όπως ακολουθήσουν κατά γράμμα τας οδηγίας του ιπτάμενου προσωπικού».
           Φάνηκαν κάτω τ' ατέλειωτα οικοδομικά τετράγωνα της πρωτεύουσας. Δέντρα, νιόχτιστα σπίτια, δρόμοι, ένα υπαίθριο λούνα παρκ, κίνηση, σιγουριά. Τι δεν θα'δινε να βρίσκεται εκεί όπως τόσοι άλλοι. Να περπατάς σ' έναν εξοχικό δρόμο την άνοιξη, τι υπέρτατη ευτυχία.     
           Το αεροπλάνο έκανε μερικούς κύκλους για να εξαντλήσει τα καύσιμα κι άρχισε ύστερα να χάνει ύψος. Έκλεισε τα μάτια, τα άνοιξε, τα ξανάκλεισε. Έσκυψε και συσπειρώθηκε. Θα γίνω άλλος άνθρωπος, αποφάσισε.
             Ολόκληρο το σώμα του βρισκόταν σε υπερένταση. Και η τελευταία ίνα. Οι ρόδες άγγιξαν τον διάδρομο προσγειώσεως, το αεροπλάνο τινάχτηκε, τραντάχτηκε βίαια, χοροπήδησε κι ακινητοποιήθηκε περιτριγυρισμένο από πυροσβεστικές αντλίες, νοσοκομειακά αυτοκίνητα, το προσωποκό του αεροδρομίου.
             Για λίγο δεν σάλεψε. Μετά σηκώθηκε μουδιασμένος. Τεντώθηκε. Πέρασε το δεξί χέρι πάνω απ' τα μαλλιά του. Κούμπωσε το κολλάρο κι έσιαξε τη γραβάτα. Τίναξε το ένα πόδι κι ύστερα το άλλο. Γερός, ανέγγιχτος. Έγλειψε τα χείλη. Σκούπισε μ' ένα μαντίλι το μέτωπό του.
            - Δεν υπάρχει πλέον ουδείς κίνδυνος. Περάστε, παρακαλώ.
           Έτρεμε ακόμη καθώς κατέβαινε τις σκάλες. Η καταιγίδα είχε κοπάσει. Ο καθαρός, ψυχρός αέρας της θάλασσας του 'κανε καλό. Προχώρησε στην άσφαλτο και βαθμιαία το βήμα του έγινε σταθερό, σίγουρο. Το μυαλό ξεκαθάρισε, ένιωσε μιαν απέραντη ευδαιμονία. Τράβηξε βαθειά εισπνοή. Γύρω του άλλοι ταραγμένοι, χαρούμενοι επιβάτες. Στιγμές αδυναμίας, σκέφτηκε. Νεύρα είναι αυτά, ο βραχνάς πέρασε. Η προσγείωση ήταν τέλεια. Αν ήταν εκεί ο πιλότος, θα τον φιλούσε.

           Στην αίθουσα αναμονής πολύχρωμα φώτα, κίνηση, θόρυβος, ζεστασιά. Κατευθύνθηκε σ' ένα τηλεφωνικό θάλαμο. Σχημάτισε τον αριθμό με νηφαλιότητα και αδημονία.
            - Είχαμε μια μικρή περιπέτεια, τίποτα το σοβαρό. Έτσι για ν' ανάψουν τα αίματα. Άκου. Εκείνα τα γραμμάτια να διαμαρτυρηθούν αμέσως  ... Όχι, δεν μπορούμε να περιμένουμε. Ετοίμασε κα την αγωνή εξώσεως. Θα βρίσκομαι στο γραφείο τις οχτώ το πρωί δίχως άλλο.             
 

4 σχόλια:

Rosa Mund είπε...

Υποθέτω ότι πρόκειται για αληθινό γεγονός.
Αν όχι, περιγράφεις άψογα το (συναισθηματικό) ταξίδι του Στέλιου στον Καναδά,
τότε που είδε να μπαίνει ένα σμήνος πουλιά στον ένα κινητήρα του αεροπλάνου.
Η έκρηξη έγινε πάνω από τις Άλπεις.
Η αγωνία να πέσει-να μην πέσει το αεροσκάφος που τραμπαλιζόταν, κράτησε περίπου μισή ώρα,
μέχρι την τελική αναγκαστική προσγείωση στο Ορλί.

Έκτοτε, "δεν μπαίνει ο Κόλιας σε καΐκι".
Περιττό να σου πω ότι η επιστροφή του έγινε με καράβι
και ότι βασική προϋπόθεση για κάθε μας ταξίδι είναι να μην χρειάζεται αεροπλάνο.

Poet είπε...

Το γεγονός είναι φανταστικό αλλά τα συναισθήματα αληθινά, Κική μου. Φοβόμουν κι εγώ τα αεροπλάνα έως ότου έκανα οκτώ αλλεπάλληλες πτήσεις στο εξωτερικό για να ξεπεράσω τον φόβο μου. Τον ξεπέρασα αλλά ο φόβος δεν υποκύπτει τόσο εύκολα, μετά από ένα διάστημα επανήλθε. Καταλαβαίνω λοιπόν πώς αισθάνεται ο Στέλιος. Ο άνθρωπος δεν είναι πουλί.

Από την άλλη, νομίζω ότι έχουν ενδιαφέρον οι υποσχέσεις που δίνει κανείς στον εαυτό του σε ώρα κινδύνου. Και βιάζεται να τις ξεχάσει μόλις πατήσει σε στερεό έδαφος.

Πάντως τον μεσαίωνα αεροπλάνα δεν είχε και κυριαρχούσε ο περίφημος «φόβος της πλεξούδας». Δηλαδή, όποιος πήγαινε να σκαρφαλώσει στο μπαλκόνι της Ροζαμούνδης πιασμένος από την πλεξούδα των μαλλιών της, φοβόταν μην πέσει και γκρεμοτσακιστεί.

raregoldenribbons.wordpress.com είπε...

Πολύ ζωντανές οι εικόνες της στιγμής της "κρίσης" του αεροπλάνου! Θα συμφωνήσω με την Rosa Mund πως θα μπορούσε να είναι πράγματι πραγματικό γεγονός. Ωραίο και ζωντανό κείμενο, αλλά θα σταθώ και λίγο στο τέλος... Μακρυά από τον φόβο, η ζωή συνεχίζεται στυγνή και αδυσώπητη!

Poet είπε...

Ναι, η ζωή συνεχίζεται, Σοφία μου, στυγνή και αδυσώπητη αλλά και με τις ευχάριστες εκπλήξεις της. Όπως κάποιες σπάνιες χρυσές κορδέλες που πέφτουν ξαφνικά από τον ουρανό σε μια Λέσχη Ανάγνωσης.

Βλέπω ότι με «πιάνεις» από την αρχή, το μισό και πλέον Αλμπατζάλ γράφτηκε στη σοφίτα του Λονδίνου γύρω στα τριάντα μου. Ελπίζω να συνεχίσεις την εξερεύνηση και ελπίζω ακόμη να σου αρέσει και η ποίηση. Καλωσόρισες λοιπόν.