Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Μόνος με άλλους έντεκα και την κουβέρτα πάνω απ' το κεφάλι

Έχουν τελειώσει πια όλα τα διαδικαστικά. Ο συνωστισμός στους νιπτήρες, τα
σπρωξίματα και οι καρπαζιές, οι γλίστρες στα πλακάκια, η επιθεώρηση και οι νουθεσίες
του θαλαμάρχη, η βραδινή προσευχή πλάι στα κρεβάτια. Μένει αναμμένο το χλωμό φως
στο διάδρομο και βρίσκεται επιτέλους μόνος με άλλους έντεκα και την κουβέρτα πάνω
απ’ το κεφάλι. Φθινόπωρο προχωρημένο κι είναι πια νύχτα, πιο νύχτα απ’ όσο ποτέ
θυμάται. Έξω φυσάει ένας Βαρδάρης μανιασμένος, σαν της Πλατείας Δικαστηρίων αλλά
πιο ξένος, πιο απειλητικός, το ουρλιαχτό του εισχωρεί από τις χαραμάδες, τα τζάμια
τρίζουν. Όταν καμιά φορά ξεμυτίζει, βλέπει στα μεγάλα παράθυρα από αόρατη δύναμη
να γέρνουν τα κυπαρίσσια.

Τα σεντόνια είναι παγωμένα, η γκρίζα μάλλον στρατιωτική κουβέρτα μυρίζει σαπούνι και
βαρβατίλα, καμία σχέση με τις απαλές καμηλό που έχουν στο σπίτι. Φοράει ακόμη και
στον ύπνο ποδοσφαιρικές κάλτσες, μακριές ως τα γόνατα, κι αν κάποιος το προσέξει θα
δεχτεί παρατηρήσεις και ειρωνικά σχόλια. Τριγύρω περίεργοι συνομίληκοί του από άλλες
γειτονιές της πόλης ή με υποτροφία από τα μακρινά χωριά τους. Πλάι του κάποιος
Φιλινδρής, από πίσω κάποιος Βλιούρας και κάποιος Παπαγεωργίου, πιο κει ο Καραμπίνας,
ο Γλεούδης, ένας κοκκινομάλλης Μπλετζιάν. Τι ονόματα είναι αυτά; Τι φάτσες; Μερικοί
γνωρίζονται μεταξύ τους, ίσως να είχαν πάει στο ίδιο δημοτικό σχολείο. Αυτός δεν ξέρει
κανένα.

Μα τι γυρεύει εδώ, τέλος πάντων; Έχει μιαν ακατάσχετη παρόρμηση να φωνάξει, μαμά,
αλλά είναι μάταιο. Η μητέρα του είναι έξι χρόνια που τους άφησε. Έχει μιαν ακατάσχετη
παρόρμηση να φωνάξει, μπαμπά, αλλά είναι μάταιο. Και ο πατέρας του ετοιμάζεται να
ξαναπαντρευτεί γι’ αυτό τον έστειλε στο οικοτροφείο. Σκέφτεται τον μεγάλο του αδερφό
στο δεύτερο αρρένων, εκεί που ήθελε πάντοτε να πάει, σκέφτεται τους φίλους του στη
γειτονιά, τους παλιούς συμμαθητές του, αλλά αυτοί παραμένουν στη Μητσαίων,
χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά κι αιώνες πίσω.

Ας το χωνέψει λοιπόν καλά. Βρίσκεται τώρα σ’ έναν άγνωστο τόπο, όπου άλλοι μιλάνε
ελληνικά, άλλοι αγγλικά, κι άλλοι μια γλώσσα ανάμικτη, προσποιητή κι αυτάρεσκη.
Πρέπει κάθε πρωί να στρώνει το κρεβάτι του, με το σεντόνι διπλωμένο πάνω απ’ την
κουβέρτα σε τέλεια ευθεία γραμμή και με άψογες γωνίες, για να κερδίσει, λέει, ο θάλαμος
το σημαιάκι που έχουν μονίμως αναρτημένο οι απέναντι. Πρέπει να κάθεται στο τραπέζι
σαν γυμνασμένος σκύλος και να μετράει τις κινήσεις του και τις μπουκιές του. Να
ψελλίζει ξενόγλωσσες προσευχές, να ψάλλει μυστηριώδεις ύμνους, να ακούει ομιλίες που
δεν καταλαβαίνει, να τρώει κουάκερ, νιανιά με γάλα για πρωινό, και μελιτζάνες
παπουτσάκια το μεσημέρι. Ποτέ να μην έχει αρκετούς κεφτέδες με πατάτες τηγανητές
για να χορτάσει. Πρέπει να υπακούει. Και πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνος του.

Ε, βέβαια, και πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνος του. Τα πείσματα και τα ξεραμένα δάκρυα
της απόγνωσης δεν ωφελούν. Οι αναμνήσεις ελάχιστη παρηγοριά προσφέρουν, η
επιστροφή είναι αδύνατη, το μέλλον είναι σκοτεινό κι αυτός δεν έχει κλείσει ακόμη ούτε
τα δώδεκα. Την τελευταία φορά που αρνήθηκε πεισματικά και με σκυμμένο το κεφάλι να
φάει μελιτζάνες, ο διευθυντής του οικοτροφείου μονολόγησε, μα είναι κακομαθημένος.
Κακομαθημένος ή καλομαθημένος, οικοτροφείο ή ορφανοτροφείο, ποια η διαφορά; Κι
ύστερα δήλωσε, δεν μας αφήνεις άλλη διέξοδο, τώρα θα τηλεφωνήσουμε να έρθει ο
πατέρας σου να σε πάρει.

Νόμιζε ότι αυτό ήταν μεγαλύτερη απειλή από τις μελιτζάνες. Μόνος του ή με την
αρραβωνιαστικιά του, του ήρθε να ρωτήσει αλλά δεν ρώτησε. Είπε απλούστατα και με
ανακούφιση, ας έρθει. Είχαν γίνει θέαμα στο εστιατόριο και τελικά, με την αυθόρμητη
παρέμβαση της συμπαθητικής γυναίκας του, ο διευθυντής δέχτηκε να μην τον διώξει
αλλά να του κόψει μερικούς βαθμούς από τη διαγωγή. Δέκα, είπε επιθετικά, πέντε
πρότεινε η κυρία Παρασκευαϊδου παρακλητικά και επικράτησε εκείνη, όπως ήταν φυσικό.

Μόνο κάποια φορά που τον έβαλαν για τιμωρία στο τραπέζι της αυστηρής μεσήλικης
νοσοκόμας ήταν αδύνατον να αποφύγει την αγριάδα στη ματιά της και κυριολεκτικά
πειθαναγκάστηκε να καταπιεί μισή μελιτζάνα σε δόσεις. Ήταν τηγανητή, κάπως
καλύτερη από τα παπουτσάκια, και την πασάλειβε με σκορδαλιά, το μικρότερο κακό, για
να μειώνεται η αποφορά της. Την έριχνε πάνω από τη γλώσσα, σχεδόν αμάσητη,
κατευθείαν στο οισοφάγο. Και διαμαρτυρόταν το φλωράκι απέναντι, παρά τις οπτικές του
απειλές, κυρία, κυρία, αυτός εκεί κάνει γκριμάτσες και δεν μπορώ να φάω.

Την τάξη του τη λένε προκαταρκτική κι άλλοι με τη γελοία λέξη, προπαρασκευαστική.
Είναι, φαίνεται, τα βλαμμένα, αφού δεν ξέρουν γρυ αγγλικά και πρέπει να τους
προπαρασκευάσουν για να πάνε στην πρώτη τάξη με τους προχωρημένους που θα
έρθουν την επόμενη χρονιά. Πρέπει να τους προπαρασκευάσουν και σε πολλά άλλα, να
γίνουν ήρεμοι και υπάκουοι και καθώς πρέπει, όπως οι μελιτζάνες παπουτσάκια. Τα
πρεπάκια μας, λέει με δήθεν ανώτερο και προστατευτικό ύφος και ο Μηνάς, ένας
τετράπαχος βουτυρομπεμπές της πρώτης, και του ‘ρχεται να του ρίξει μπουνιά στη
μούρη.

Μόνο για κάποιον μυστηριώδη και εγκάρδιο Νταμπανιάν αισθάνεται δέος που
απαλύνεται από τη συμπάθεια. Αυτόν από τις μεγάλες τάξεις που έχει αναλάβει να
χτυπάει το κουδούνι και να πατάει με τον κύλινδρο το βρεγμένο χώμα στο γήπεδο του
μπάσκετ. Που καταδέχεται να απευθύνει τον λόγο στους μικρότερους και μάλιστα
χαμογελώντας. Είναι αθλητικός τύπος, ίσως και αρχηγός της ομάδας, γυρίζει, κρύο ή
ζέστη, με μια φανέλα και έχει δεμένο τον καρπό με κάτι σαν μαύρο επίδεσμο. Μπορεί και
για φιγούρα. Τελείως άγνωστο πού μένει και πώς μιλάει με τόση άνεση τα αγγλικά.

Εκείνος όμως πρέπει να παλεύει για να καταλάβει γιατί το κάπα δεν είναι κάπα και το ρο
προφέρεται όπως το πι. Να γεμίζει τετράδια καλλιγραφίας μ’ αυτά το αλαμπουρνέζικα,
χωρίς ποτέ να πετυχαίνει τις ουρίτσες, και να βγάζει στριγκούς ήχους από το λαιμό μέσα
σε μια τάξη που ευκαιρία ψάχνει για να χτυπηθεί από τα γέλια. Μια τάξη και με τους
εξωτερικούς, που έρχονται κάθε μέρα με το λεωφορείο κρατώντας τσάντα και
κατσαρολάκι, κι είναι πιο άγνωστοι από τους άγνωστους του οικοτροφείου. Από τα γέλια,
τα κωλόπαιδα, για κείνον το τσακάλι που γεννήθηκε με τη μπάλα στην πλατεία, για
κείνον από τους αρχηγούς της τάξης στο δημοτικό που είχε πλάκα τα παράσημα στα
γόνατα και τα καλάμια, που σκαρφάλωνε, με τους ζωστήρες δίπλα στους φαντάρους,
τους τοίχους με τα κοφτερά γυαλιά κι έβλεπε τον Βελλιάδη και τον Αμπραχαμιάν, που
έβλεπε τον Άρη, τον Π.Α.Ο.Κ. και την Καλαμαριά στα γήπεδα από πέντε χρονώ. Βάλε με
μέσα, ρε μπάρμπα. Ποιος μπάρμπας να τον σώσει τώρα;

Κοντά σε όλα τ’ άλλα, σου κολλάνε στα καλά καθούμενα και κάτι παρατσούκλια
αντιπαθητικά και άντε μετά να σηκώσεις κεφάλι. Αυτός όμως πρέπει να τα βγάλει πέρα
μόνος του. Όταν κάποτε δεν άντεξε και έβαλε κάποιον κάτω μέσα στον θάλαμο, ίσως να
κέρδισε ένα ίχνος αμήχανου σεβασμού αλλά τα πράγματα γενικά πηγαίνουν απ’ το κακό
στο χειρότερο. Και δεν φτάνει που έμαθε καλό πινγκ πονγκ και κάπως διακρίθηκε στο
πρωτάθλημα του οικοτροφείου ούτε που λύνει τα προβλήματα της αριθμητικής.

Όχι πως δεν έχει και κάποια ευχάριστα το οικοτροφείο. Έχει γήπεδα, έχει το σκάμμα και
την αίθουσα των παιχνιδιών. Έχει και κάποιες βραδιές που τους μαζεύει εκείνος ο
κοντοπίθαρος καθηγητής με τον τεράστιο κόμπο στη γραβάτα, εκείνος που μασάει τις
λέξεις, και βγαίνουν στο δασάκι για να ακούσουν δίσκους στο γραμμόφωνο. Έχει και
κάποια απογεύματα που μοιράζουν φρέσκο ψωμί με κασέρι στην κουζίνα και τρέχει
λιμασμένος από το γήπεδο να προλάβει. Ή τα βράδια που γυρίζει απ’ το μελετητήριο και
διαπιστώνει ότι πέρασε ο πατέρας του και του άφησε στη μεταλλική ντουλάπα κάποια
ανατολίτικα σιροπιαστά γλυκά. Κι όταν το πιάνει το παράπονο, έχει και κάτι απόμερες
γωνιές όπου μπορεί να κλάψει χορταστικά, μόνος και με την ησυχία του.

Στον από κάτω θάλαμο, είναι οι μαθητές της δευτέρας και της τρίτης γυμνασίου, κάτι
ψωμωμένα χωριατόπαιδα δεκάξι και δεκαεφτά χρονώ, κάπως καθυστερημένα στο σχολείο
από την κατοχή και τον ανταρτοπόλεμο. Βουνίσιες φωνητικές χορδές για αβροφροσύνες
και εκλεπτυσμένη προφορά της αγγλικής. Ένα Σάββατο που είχε έξοδο και άργησε το
βράδυ να γυρίσει, το έβαλαν να κάνει ντουζ μαζί τους. Θυμάται ότι οπισθοχώρησε
αυθόρμητα και έμεινε όλη την ώρα με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο. Ένας απ’
αυτούς, ο Γιακουμάκος, ή γέρος όπως τον φωνάζουν οι μεγάλοι και δεν τολμούν οι μικροί,
είναι και πρώτος ποδοσφαιριστής.

Ε, ναι, λοιπόν, φαίνεται ότι τη λύση θα τη δώσει και πάλι το ποδόσφαιρο. Τον επιλέξανε, ο
πρόεδρος και ο σύμβουλος της τάξης, για χαφ στην ομάδα της προκαταρκτικής και στο
εσωτερικό πρωτάθλημα αντιμετώπισαν πρώτα τους γέρους και τους βλάχους του κάτω
θαλάμου. Στο χορταριασμένο γήπεδο με κανονικές εστίες, όπου έπαιζε στην τρίτη
κατηγορία και ο Εθνικός Πυλαίας, έξω από την περίφραξη του Κολλεγίου.

Δεν έχει ξαναγίνει τέτοιο μονότερμα. Μόνο μια φορά ξέφυγε ο Πολύβιος με τη μπάλα κι
έφτασε ως τη μεγάλη τους περιοχή κι αυτό ήταν όλο. Έτρωγαν βροχή τα γκολ από
αντιπάλους που τους περνούσαν τουλάχιστον ένα κεφάλι. Λυπόταν και τον Παυλάκη,
που ήταν καλός τερματοφύλακας και ακόμη καλύτερο παιδί, να κυνηγάει μετά τα γκολ
τη μπάλα στη χαράδρα. Τότε περιορίστηκε στην άμυνα σαν σέντερ μπακ και, με τα παλιά
ποδοσφαιρικά του αδερφού του, τα έδωσε όλα. Κι ας του έσκιζε ένα καρφί την πατούσα.
Μέσα στη λάσπη δεν φοβήθηκε ούτε τον Γιακουμάκο.

Έχασαν βέβαια με αστρονομικό σκορ αλλά ο διευθυντής του οικοτροφείου τον φώναξε,
αγριεμένο, βρώμικο και μουσκίδι στον ιδρώτα, και τον επαίνεσε αφειδώς μπροστά σε
συμμαθητές, καθηγητές και άλλους. Κι όταν γυρίζανε στο οικοτροφείο, είδε ξαφνικά πλάι
του τον γέρο στην απότομη ανηφόρα. Εκείνος του έριξε ένα μονάχα βλέμμα και είπε με
την ασήκωτη φωνή του. Έπαιξες καλά, μπαγάσα, σήμερα. Αυτό το καλά έκανε για δέκα
επαίνους και βραβεία απ’ την επίσημη ιεραρχία.

Έτσι τώρα που έχουν τελειώσει πια όλα τα διαδικαστικά και βρίσκεται μόνος επιτέλους με
άλλους έντεκα και την κουβέρτα πάνω απ’ το κεφάλι, κι ο Βαρδάρης ουρλιάζει λυπημένα
έξω, ξέρει καλά πως είναι ανώφελο να ρωτάει πώς βρέθηκε εδώ κι αν θα μπορούσαν να
έχουν έρθει αλλιώς τα πράγματα. Να είχε λίγη τύχη. Και ξέρει πως θα τα βγάλει πέρα
μόνος του, έστω και στο άγνωστο, έστω και χωρίς φίλους. Και πάνω εκεί, ξεχνάει τους
γονείς του, ξεχνάει τα ξεραμένα δάκρυα και την πικρή γεύση στο στόμα, το σπίτι που
είχε κάποτε. Κι ενώ τον παίρνει ο ύπνος, αφήνεται στα δώδεκά του χρόνια κι ανοίγεται
σε μια θάλασσα μεγάλη σαν ωκεανό. Μεγάλη σαν τον πόνο, σαν τα μυστήρια και τα
θαύματα που ελλοχεύουν στη στροφή του δρόμου.