Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Ο ευρύτερος του δημοσίου

Στην ευτυχή, ένδοξη και ιστορική μεσογειακή χώρα, της οποίας τέκνο ταπεινό είμαι κι εγώ, ήταν εθνική παράδοση να κυβερνάει πάντοτε η δεξιά. Γνήσια δεξιά και δεξιότερη, έως ακραία και δικτατορική, με κάποια βραχύχρονα διαλείμματα δεξιόστροφου κέντρου. Όταν, για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία της, κέρδισαν τις εκλογές και σχημάτισαν κυβέρνηση οι σοσιαλιστές, από το διευθυντικό γραφείο της εταιρίας μελετών όπου εργαζόμουν, ακούστηκαν κλαυθμοί και οδυρμοί. Πατριωτικής φύσεως όπως, θα πάει κατά διαόλου η οικονομία με τις παροχές, έως ιδιοτελούς, τώρα δεν πρόκειται να σταυρώσουμε δουλειά απ’ τον δημόσιο τομέα. Όταν, για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία της χώρας, ήρθαν στα πράγματα οι σοσιαλιστές, από το μελετητικό γραφείο της ίδιας εταιρίας ακούστηκαν πανηγυρισμοί. Πατριωτικής φύσεως όπως, έφυγε επιτέλους η πουτάνα η δεξιά, και, μπήκε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, έως ανιδιοτελούς, ε, ας μη σώσει να πάρουμε δουλειά απ’ τον δημόσιο τομέα.

Όπως συνήθως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, σύντομα διαψεύστηκε η διεύθυνση, διαψεύστηκαν και οι μελετητές. Σε όλες τις εκτιμήσεις τους. Λίγους μήνες αργότερα, μία ομάδα, συνολικά οκτώ συμβούλων, όδευε με δύο αυτοκίνητα προς την έδρα και το κεντρικό συγκρότημα εργοστασίων μιας μεγάλης βιομηχανίας πυρομαχικών. Είχαμε πάρει μια σημαντική ανάθεση για την αναδιοργάνωση της εταιρίας του ευρύτερου δημόσιου τομέα και η πρώτη μας εμφάνιση θα έπρεπε να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες. Κανένας, βέβαια, δεν παραπονιόταν. Ούτε εγώ κι οι άλλοι δύο αναλυτές συστημάτων και διαδικασιών, ούτε ο σύμβουλος μηχανοργάνωσης, ούτε ο ειδικός επί των οικονομικών και ο μηχανικός παραγωγής, ούτε ο νεαρός μαθητευόμενος με διδακτορικό από την Αμερική που θα κρατούσε τα αρχεία και θα έβγαζε φωτοτυπίες.

Όπως ήταν φυσικό, λιγότερο απ’ όλους παραπονιόταν ο διευθυντής της μελέτης. Ως κυρίως υπεύθυνος όμως για την επιτυχή διεξαγωγή της, ανησυχούσε για το αλλότριο, ίσως και εχθρικό, περιβάλλον προς το οποίο κατευθυνόμασταν ανυπεράσπιστοι. Τόσο έντονα που συνεχώς μας νουθετούσε για το πώς θα δείχναμε ότι διαθέτουμε άψογα λαϊκά διαπιστευτήρια. Λοιπόν, δεν θα φοράμε γραβάτα, είπε για δεύτερη φορά, λύνοντας με πόνο και βάζοντας προσεκτικά στον δερμάτινο χαρτοφύλακα την ακριβή δική του. Θα μιλάμε απλά και κατανοητά στον ενικό και θα χρησιμοποιούμε τα μικρά μας ονόματα. Εσένα θα σε λέμε, Γιάννη, πρόσθεσε απευθυνόμενος στον ειδικό της μηχανοργάνωσης που είχε ελληνοβρετανική υπηκοότητα. Μα, Τζων με βάφτισε ο νονός μου, διαμαρτυρήθηκε εκείνος,
για να μουρμουρίσει λίγο αργότερα κάτι για δουλοπρέπεια.

Ο Διευθύνων Σύμβουλος και ο Γενικός Διευθυντής της εταιρίας μας υποδέχτηκαν εγκάρδια με κοστούμι, γραβάτα και πληθυντικό. Κατά τα άλλα, δεν μου φάνηκαν καθόλου επίφοβοι. Υψηλόβαθμα και μορφωμένα κομματόσκυλα που είχαν πρόσφατα διορισθεί, φαίνονταν ικανοί και ανυπομονούσαν να αναφέρουν στον αρμόδιο υπουργό ότι αποδίδουν έργο. Για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, εννοείται. Έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις, προσφέρθηκαν αναψυκτικά, είπαν και είπαμε τα προκαταρκτικά και τα καθιερωμένα, τους ενημερώσαμε αναλυτικά για τη διαδικασία που θα ακολουθούσαμε, μας παρουσίασαν στα στελέχη της εταιρίας και μας ξενάγησαν στις εγκαταστάσεις. Κι από την άλλη μέρα, επί το έργον.

Σε πρώτη φάση, θα έπρεπε να ενημερωθούμε λεπτομερώς για τον τρόπο λειτουργίας της εταιρίας σε κάθε τομέα και για τα σοβαρά και σοβαρότερα οργανωτικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Συγκεντρώσαμε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και στοιχεία, τα στελέχη συμπλήρωσαν ειδικά έντυπα με τα καθήκοντα, τις απόψεις και τις προτάσεις τους και εμείς προγραμματίσαμε πάνω από διακόσιες συνεντεύξεις. Παρακολουθήσαμε την παραγωγική διαδικασία, καταγράψαμε και αναλύσαμε μεθόδους και συστήματα σε εργοστάσια και γραφεία, είδαμε από εργάτη, τεχνίτη και εργοδηγό της κάθε μονάδας και του κάθε τμήματος ως προϊστάμενο, διευθυντή και την ανωτάτη διοίκηση.

Σε κάθε τμήμα που έβαζα κάτω απ’ το μικροσκόπιο, μου έκανε εντύπωση ο αριθμός του προσωπικού, εξόφθαλμα υπερβολικός. Εκεί που περίμενα να βρω δέκα-δώδεκα, αντίκριζα τριάντα, κι εκεί που τους εκτιμούσα διακόσιους περίπου, με περίμεναν τριακόσιοι πενήντα. Πόσα άτομα είπατε ότι έχετε στο τμήμα σας; ρωτούσα, κατά τη συνέντευξη, στην αρχή με ειλικρινή έκπληξη κι ύστερα με αδιόρατη ειρωνεία, τον αρμόδιο προϊστάμενο ή διευθυντή. Εξήντα δύο, απαντούσε εκείνος με αδιόρατη θλίψη και αμηχανία. Εξήντα δύο, συλλάβιζα με θαυμασμό και άφηνα τον αριθμό να αιωρηθεί για λίγο στην ατμόσφαιρα. Και με τι ακριβώς ασχολείται αυτό το πλήθος; Σε γενικές γραμμές και πριν υπολογίσω αναλυτικά τον χρόνο εργασίας τους (τα είχε ήδη γράψει στο χαρτί αλλά εγώ ήθελα να τον ακούσω να τα προφέρει κιόλας). Οι μισοί πίνουν καφέδες, κοιτάνε έξω απ’ το παράθυρο ή περιφέρονται ασκόπως και εμποδίζουν τους άλλους στην εργασία τους, ξεσπούσε μερικές φορές εκείνος.

Υπήρξαν όμως και γενναίες στιγμές. Όχι από μένα ασφαλώς. Όπως όταν, πετώντας έντεχνα τη μπάλα στην κερκίδα, κατάφερα να αποφύγω το Γεμιστήριο και τα Εκρηκτικά, που ήταν μονάδες επικίνδυνες σε ειδικές και απομονωμένες εγκαταστάσεις, και τις ανέλαβε προσωπικά ο θαρραλέος διευθυντής της μελέτης. Με τη γραβάτα του να έχει αποκατασταθεί στη φυσιολογική της θέση κάτω από το πηγούνι κι ανάμεσα στα πέτα.

Η πιο ηρωική εμπειρία ήταν στο Οβιδουργείο με 700 άτομα προσωπικό. Τους συγκέντρωσε όλους, λοιπόν, μια μέρα ο ενθουσιώδης Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας και τους έβγαλε ένα θερμό και εμπνευσμένο λόγο (η αλλαγή-η πατρίδα- το καθήκον, η πατρίδα- το καθήκον-ή αλλαγή, όλοι μαζί, παιδιά). Το αποτέλεσμα ήταν άμεσο και άκρως εντυπωσιακό. Με μια αύξηση πέντε έως δέκα τοις εκατό να θεωρείται συνήθως μεγάλη επιτυχία, στο Οβιδουργείο, με το ίδιο προσωπικό και τα ίδια μέσα, η παραγωγή και, συνεπώς, η παραγωγικότητα τριπλασιάστηκαν. Για μία μόνον εβδομάδα. Μετά επανήλθαν σταδιακά στα προηγούμενα επίπεδα. Προφανώς, η αύξηση της παραγωγικότητας ελάχιστη σχέση είχε με την έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα.

Ωραίες, λοιπόν, οι σφαίρες και τα βλήματα κάθε διαμετρήματος, συναρπαστικοί οι άδειοι κάλυκες ως ανθοδοχεία και διακοσμητικά, καλά παιδιά και ντόμπρα οι τεχνίτες και οι μουντζούρηδες αλλά τα στοιχεία, στοιχεία. Τα διασταυρώσαμε, τα επιβεβαιώσαμε, κάναμε τις εσωτερικές συσκέψεις και τις διαβουλεύσεις μας, σκαλίσαμε και λίγο βαθύτερα, ζητήσαμε περαιτέρω ενημέρωση και απαντήσεις από τη διοίκηση. Και η αλήθεια αναδύθηκε ξεκάθαρη και αμείλικτη.

Από τους περίπου 3.500 εργαζόμενους που απασχολούσε η εταιρία, οι 1.500 (τα δικά μας παιδιά) είχαν προσληφθεί πριν τις εκλογές και πριν τη μεταβίβαση της εταιρίας στο δημόσιο, από τον πρώην ιδιοκτήτη της, διάσημο για το επιχειρηματικό του δαιμόνιο και πάτρωνα της δεξιάς. Όχι βέβαια γιατί είχε ξαφνικά προκύψει κάποια μυστηριώδης ανάγκη, αλλά απλούστατα για να βολευτούν και να εξασφαλιστεί η ψήφος τους (των ιδίων, των οικο-
γενειών τους, του περιβάλλοντος). Και το πιο μεγαλοφυές ήταν ότι, στη συμφωνία αγοράς της εταιρίας από το δημόσιο, είχε προβλεφθεί να εισπράττει ο πρώην ιδιοκτήτης της ως αμοιβή ένα ποσοστό επί της συνολικής μισθοδοσίας του προσωπικού.

Όταν, λοιπόν, αντικρίσαμε κατάματα τη σκληρή πραγματικότητα, πρώτα γελάσαμε στους διαδρόμους, μετά γελάσαμε στις σκάλες και το προαύλιο (γέλα, ρε, ελεύθερα, είπα στον μαθητευόμενο, που είχε ύφος ηθοποιού αρχαίας τραγωδίας, κι αυτό μέρος της μελέτης είναι και της εκπαίδευσής σου), ύστερα την ελεεινολογήσαμε κατ’ ιδίαν και ελαφρά μελαγχολήσαμε, κατόπιν θέσαμε ευθέως το πρόβλημα στη σύσκεψη με τη διοίκηση, που είπε, έχετε δίκαιο, είναι στα υπ’ όψιν για την επόμενη συνάντηση με τον υπουργό. Τέλος, αναπόφευκτα, συμβιβαστήκαμε.

Τα παρακάτω ήταν καθαρά θέμα ρουτίνας (εμφάνισης και προσχημάτων). Όπως όταν πέφτεις στον λάκκο με τα γνωστά και φροντίζεις να κρατήσεις καθαρό το μαντηλάκι σου. Πήγαμε και ήρθαμε, τραβήξαμε ευθείες γραμμές, οριζόντιες και κάθετες, σχεδιάσαμε ωραία οργανογράμματα και παραστατικά διαγράμματα ροής των πληροφοριών, γράψαμε λεπτομερείς περιγραφές των θέσεων εργασίας, συντάξαμε διαδικασίες λειτουργίας και ό,τι άλλο προέβλεπε η ανάθεση. Με προσωπικό διπλάσιο σχεδόν απ’ το κανονικό, τι νόημα μπορούσαν να έχουν όλα αυτά και πως θα λειτουργούσε αποτελεσματικά μια οποιαδήποτε επιχείρηση;

Nα λειτουργεί θα συνέχιζε ασφαλώς. Και αενάως. Τα έσοδα ήταν εξασφαλισμένα, όχι από τις λιγοστές εξαγωγές της εταιρίας στη Μέση Ανατολή και ανατολικότερα, αλλά από τον βασικό πελάτη της που ήταν οι ένοπλες δυνάμεις, δηλαδή το δημόσιο, δηλαδή ο κάθε Μήτσος που πλήρωνε εμμέσως τον λογαριασμό.

Ολοκληρώσαμε τη μελέτη, συντάξαμε και υποβάλαμε την έκθεση μας, δεχθήκαμε ευχαριστήρια και συγχαρητήρια στη σύντομη αποχαιρετιστήρια τελετή, λάβαμε υποσχέσεις ότι οι προτάσεις μας θα έμπαιναν σε εφαρμογή το συντομότερο, επιστρέψαμε στην έδρα μας, εκδώσαμε το τιμολόγιο, εισπράξαμε το υπόλοιπο της αμοιβής μας, ασχοληθήκαμε με τις άλλες αναθέσεις μας.

Και τελικά τι έγινε; Τι να γίνει, τίποτα δεν έγινε. ΄Η σχεδόν. Ούτε κι εμείς ή κανένας άλλος περίμενε να γίνει τίποτα. Η εταιρία του ευρύτερου δημόσιου τομέα παρέμεινε ευρύτερη ως δημόσια και δημόσια ως ευρύτερη. Ήταν δυνατόν μια σοσιαλιστική κυβέρνηση να απολύσει τόσους εργαζόμενους (μπορεί να μπει κι εδώ το ερωτηματικό), τους περισσότερους οικογενειάρχες (έστω εδώ), και να δημιουργήσει κοινωνικό πρόβλημα; Όταν, μάλιστα, ο δημόσιος τομέας ήταν η αδυναμία της και η αρχική της πρόθεση ήταν να προσλάβει εκείνη περισσότερους απ’ όσους υποθετικά θα απέλυε. Μήπως, λοιπόν, πρόσθεσε κι άλλους; Δεν θα το απέκλεια εντελώς. Σίγουρα, όμως, θα έδωσε γενναιόδωρες αυξήσεις, θα πρόσθεσε και μερικά επιδόματα.

Στην ευτυχή, ένδοξη και ιστορική μεσογειακή χώρα, της οποίας τέκνο ταπεινό είμαι κι εγώ, δεν έγινε δα και τίποτα τo πρωτότυπο. Οι μαζικές προσλήψεις στον στενότερο και τον ευρύτερο του δημοσίου είχαν αρχίσει τη δεκαετία του πενήντα. Και τότε από τη δεξιά. Όταν,
ναι μεν η επιστήμη του μάρκετινγκ και των πωλήσεων βρισκόταν στα σπάργανα, αλλά η ανάγκη να ξεχάσουμε τις διαφορές μας ήταν εθνική επιταγή. Τις ξέχασε λοιπόν πρώτη η δεξιά, εξαργύρωσε την επιταγή κι άρχισε να εφαρμόζει τις επαγγελίες της αριστεράς. Αργότερα, η αριστερά ανταπέδωσε γενναιόδωρα τη φιλοφρόνηση και εφάρμοσε το πρόγραμμα της δεξιάς.

Έτσι, τώρα πια στον νέο αιώνα, ζούμε σε μια χώρα κοινοκτημοσύνης και αλληλεγγύης. Τα της αριστεράς δεξιά και τα της δεξιάς αριστερά. Με μία μετατόπιση συνολική προς τα δεξιά. Το μόνο διαφορετικό που έχει απομείνει στα διάφορα εμπορικά είναι οι παλιές ταμπέλες, λίγο σκουριασμένες είναι η αλήθεια, λίγο ξεθωριασμένες κι ετοιμόρροπες. Μένουν οι διαφημιστικές εκστρατείες, μένουν τα συνθήματα. Διότι, επιπλέον, είμαστε λαός ρομαντικός και μας γοητεύει πάντοτε να περιδιαβάζουμε τα αρχαία ερείπια.