Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

Ταξίδια, αποχαιρετισμοί και καταιγίδες

Κάποια χαράματα, το τραίνο σταμάτησε πλάι στον Αξιό, λίγο πριν τα σύνορα. Ήταν άνοιξη
και όλα τα χρώματα τριγύρω, οι ήχοι και οι μυρωδιές, ένα αηδόνι με την ξύλινη φωνή του, μας
καλωσόριζαν, μιλώντας για αναγέννηση και για πατρίδα. Πατρίδα με τα ωραία της, πατρίδα
με τα στραβά της, έστω με τη μιζέρια της και τη δικτατορία, χώμα και ρίζες και καταγωγή.
Εκείνο που μπορείς να νιώσεις μόνο όταν φας το άψογα συσκευασμένο πλαστικό ψωμί του
ξένου τόπου.

Στάθηκα στο παράθυρο εκστατικός και άφησα ελεύθερα τα μάτια μου, ελεύθερη την ψυχή
μου. Αυτός ήταν ο τόπος μου, αυτή η θάλασσά μου, αυτή ήταν η γλώσσα μου και η γραμμή του
αίματος χιλιάδες χρόνια τώρα, απ’ τα παράλια της Ιωνίας και της Μαύρης Θάλασσας ως τη
μεγάλη πόλη των προσφύγων. Εδώ ήμουν προορισμένος να ζήσω, να γράψω τα βιβλία μου
και να πεθάνω.

Μας περίμεναν γονείς, αδέλφια και φίλοι, ζέστη, σκόνη και φασαρία, οικείες φωνές και
ομιλίες, το αγαπημένο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Μας περίμεναν χιλιάδες αλλαγές. Η μητέρα
μου είχε μετακομίσει στην Παύλου Μελά, ο αδελφός μου στην Άνω Πόλη, ο πατέρας μου είχε
ξαναπαντρευτεί στα γεράματα μια συνταξιούχο δασκάλα και τώρα έμενε στην Εγνατία. Η
αδελφή μου τελείωνε την ιατρική, ο αδελφός της Σοφίας εξακολουθούσε να βρίσκεται
παράνομα στη Ρουμανία με τους γονείς και τα μικρότερα αδέρφια τους, πολλοί από τους
φίλους μου είχαν ολοκληρώσει τις σπουδές τους, είχαν επιστρέψει από τη Γερμανία και τις
άλλες χώρες Ευρώπης και Αμερικής, είχαν υπηρετήσει τη θητεία τους και είχαν αρχίσει να
εργάζονται.

Αφού απολαύσαμε όλους και όλα που είχαμε για χρόνια στερηθεί αναγκαστικά, όλοι και όλα
μας προσκαλούσαν να γυρίσουμε για πάντα. Κι εμείς αποφασίσαμε οριστικά αυτό που ήδη
ξέραμε ότι θα αποφασίσουμε. Να πάμε πίσω, να τακτοποιήσουμε όλες τις εκκρεμότητες, και να
αρχίσουμε τη ζωή μας απ’ την αρχή στη γενέθλια πόλη. Να κλείσει ο κύκλος. Πρώτα όμως
έπρεπε να δει η Σοφία τους δικούς της, εικοσιπέντε χρόνια τώρα πολιτικούς πρόσφυγες στη
Ρουμανία. Ήθελα κι εγώ πολύ να τους γνωρίσω. Η περιπέτεια συνεχιζόταν.

Για βίζα από την Ελλάδα βέβαια ούτε λόγος. Γι’ αυτό και είχαμε σχεδιάσει να μην μπούμε
παράνομα στη Ρουμανία στον ερχομό αλλά στον γυρισμό. Είπαμε το προσωρινό αντίο και
ανεβήκαμε ξανά στο τραίνο. Τα εισιτήρια μας ήταν αλέ ρετούρ Λονδίνο – Θεσσαλονίκη και
ίσχυαν για ένα μήνα. Το επόμενο πρωί κατεβήκαμε στο Βελιγράδι και πληροφορηθήκαμε με
δυσαρέσκεια ότι το τραίνο για το Βουκουρέστι αναχωρούσε στις τέσσερις το απόγευμα.

Η Σοφία πρότεινε να δούμε την πρωτεύουσα της Γιουγκοσλαβίας αλλά εγώ δεν είχα καμία
απολύτως όρεξη για μνημεία και μουσεία. Πήραμε λοιπόν το λεωφορείο για την Τιμισοάρα,
ελπίζοντας να συνεχίσουμε από κει με κάποιο τοπικό τραίνο για το Πιτέστι, όπου ζούσαν οι
γονείς της Σοφίας. Στα σύνορα πέσαμε ευτυχώς σε ένα ξύπνιο Ρουμάνο λοχαγό που αμέσως
κατάλαβε την ειδική αγγλογαλλοϊταλική διάλεκτο, στην οποίο του ζητήσαμε να μην
σφραγίσει τα διαβατήριά μας. Σφράγισε λοιπόν λωρίδες λευκού χαρτιού με τα στοιχεία μας,
τις έβαλε μέσα στα διαβατήρια και μας είπε να τις παραδώσουμε όταν θα βγαίναμε από τη
χώρα.

Φτάσαμε στην Τιμισοάρα μεσημεράκι με λιακάδα, σέρνοντας μιαν ασήκωτη βαλίτσα κι έναν
σάκο, κι από το τέρμα του λεωφορείου, ανεβήκαμε στο τραμ για τον σταθμό του τραίνου.
Συγκινηθήκαμε όταν οι συνεπιβάτες μας επέβαλαν ομοφώνως στον εισπράκτορα να μην μας
πάρει χρήματα για τη σύντομη διαδρομή. Στο γκισέ των πληροφοριών διαπιστώσαμε ότι οι
τέσσερις γλώσσες στις οποίες μπορούσαμε να συνεννοηθούμε ήταν διαφορετικές από τις
τέσσερις γλώσσες που μιλούσε ο υπεύθυνος.

Τα νοήματα, οι χειρονομίες και τα μουγκρητά αποδείχτηκαν μέσα ατελέσφορα και ο Ρουμάνος
ήδη με κοιτούσε σαν ηλίθιο καθώς δεν εννοούσα να παραδεχτώ ότι το 10.30 μμ που έγραφε
στο χαρτί αναφερόταν στο μοναδικό τραίνο για το Πιτέστι, εκείνο που εμείς οι βιαστικοί, με
την εικόνα των πυκνών δρομολογίων στην πεδινή Βρετανία, δεν είχαμε πάρει από το
Βελιγράδι. Αντί λοιπόν για τις προηγούμενες οκτώ ώρες στο Βελιγράδι, αναγκαστήκαμε να
περιμένουμε τις επόμενες οκτώ ώρες στη Τιμισοάρα. Χωρίς ούτε ένα αδιάβαστο βιβλίο, μια
εφημερίδα ή καμιά δεκαριά σταυρόλεξα για να περάσει η ώρα και με μοναδική συντροφιά το
στρατιωτικό απόσπασμα με τα προτεταμένα αυτόματα που βημάτιζε ρυθμικά στους
διαδρόμους του σταθμού.

Αγουροξυπνημένοι στο Πιτέστι το χαράματα, αγκαλιαστήκαμε στην αποβάθρα με τον
Θοδωρή, τον Φίλια και τα λουλούδια τους. Στην είσοδο του σπιτιού, μας περίμενε ανυπόμονα
η υπόλοιπη οικογένεια. Ο Κόλιας που, κατά το τελεσίδικο βούλευμα, ονειροπολούσε
εγκλήματα από τα φοιτητικά του χρόνια, ήταν ο πιο γενναιόδωρος άνθρωπος που είχα
γνωρίσει στη ζωή μου. Μοίραζε την ψυχή του σαν αντίδωρο, κοίταζε πρώτα να τα έχεις εσύ
όλα και ύστερα τον εαυτό του. Ένας γνήσιος μαθητής των πρώτων επαναστατών, όπως
δήλωνε περήφανα ο ίδιος, και ένας γνήσιος μαθητής των πρώτων χριστιανών, όπως ποτέ δεν
θα παραδεχόταν ο ίδιος ή οποιαδήποτε εκκλησία. Ε, πώς να προοδεύσει στη ζωή του ένας
τέτοιος άνθρωπος;

Η Τάνια που ζητούσε πολύ περισσότερα για να σε αποδεχτεί, είπε, εγώ είμαι η μάνα, δάκρυσε,
και αποσύρθηκε στη προετοιμασία του φαγητού. Λίγο δύσκολο να το πιστέψεις ότι αυτή η
ασπρομάλλα με την ποδιά και το γλυκύτατο χαμόγελο ήταν υπεύθυνη ταξιαρχίας στο βουνό.
Σίγουρα όμως ήταν όπως επιθυμούσα να γίνει η Σοφία μετά είκοσι ή τριάντα χρόνια.

Ο Φίλιας, γεννημένος στη Ρουμανία όπως και η Νάντια που σπούδαζε φιλολογία στο
Βουκουρέστι, ήταν ένα έξυπνο και συμπαθητικό παλικαράκι, γοητευμένο από τις
καταναλωτικές σειρήνες της δύσης. Σπούδαζε μουσική και ήδη έπαιζε κιθάρα σε μια μοντέρνα
ορχήστρα. Και ο Θοδωρής ήταν πάντοτε ο ίδιος καλός και ευαίσθητος Θοδωρής, που είχε
μεγαλώσει δουλεύοντας στις σκαλωσιές, με μια αγράμματη γιαγιά και τη Σοφία για
οικογένεια, γνώρισε του γονείς του στα εικοσιτρία και λαχταρούσε να σπουδάσει και να
αναπληρώσει όλα όσα είχε στερηθεί στα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια.

Μείναμε μαζί τους περίπου μια εβδομάδα. Μια ωραία εβδομάδα οικογενειακής ζωής, με όλους
να έχουν χιλιάδες διαφορετικές εμπειρίες και περιπέτειες να διηγηθούν και να γελάσουν ή να
μελαγχολήσουν. Κι εγώ ένιωθα πολύ περίεργα, σαν αυτοί οι άγνωστοι που ακτινοβολούσαν
να είχαν γίνει ακαριαία οι δικοί μου άνθρωποι και το δικό μου αίμα. Ένα βράδυ, με τα
φαντάσματα μου και πάλι να με βασανίζουν, σηκώθηκα και βγήκα στο σαλόνι, όπου ο Κόλιας
διάβαζε όπως πάντα, ξαπλωμένος στο ντιβάνι. Με είδε σκοτεινό κι αμίλητο, μου είπε, τι έχεις
πουλάκι μου, έλα κάτσε εδώ κοντά μου, με αγκάλιασε και με φίλησε στο μέτωπο.

Περιτριγυρίσαμε την πόλη τους, ο Φίλιας μας ξενάγησε στο Βουκουρέστι, είδαμε και τη
Νάντια που έμενε στην πανεπιστημιακή εστία και είχε τα δικά της νεανικά προβλήματα.
Όπως θα ανέφεραν και τα δελτία ειδήσεων, στην αγορά υπήρχε πλήρης επάρκεια αγαθών,
μέτριας όμως έως κακής ποιότητας. Και σε όποιο μαγαζί άρχιζε να διατίθεται κάποιο σπάνιο ή
εκλεκτό είδος, σχηματιζόταν αμέσως μια ουρά πολύ μακρύτερη από τη συνηθισμένη.

Γνωρίσαμε και μερικούς ακόμη πολιτικούς πρόσφυγες που ήταν χωρισμένοι σε δύο ιδεολογικά
στρατόπεδα, φανατικά αλληλομισούμενα. Παίξαμε τάβλι, ήπιαμε ούζο, φάγαμε ψωμί,
ντομάτα και ελιές, μιλήσαμε για την πατρίδα. Και καταλάβαμε καλά ότι η νοσταλγία μας
ήταν πολύ χλωμή μπροστά στη δική τους τραγωδία. Μερικοί είχαν πεθάνει, περιμένοντας την
άδεια να γυρίσουν.

Ακολούθησαν νέοι αποχαιρετισμοί, νέα δάκρυα, νέες ευχές για καλή αντάμωση στην πατρίδα.
Κι ένα βαγόνι που για μια φορά ακόμη μας έκοβε στα δύο. Βελιγράδι και επιβίβαση στον
συρμό της νομιμότητας, Μόναχο και νέα αλλαγή, Οστάνδη και πλοίο, Ντόβερ και άλλο
τραίνο, Λονδίνο και υπόγειος, τραίνο και Λούτον, λεωφορείο και σπίτι. Με την παρήγορη έως
ηδονική σκέψη ότι γυρίζουμε για να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας με την ξένη χώρα.

Μέσα απ’ αυτή την οπτική, η επαρχιακή πόλη της Αγγλίας μας φάνηκε σχεδόν φιλική, το
διαμέρισμά μας μια γλύκα. Δηλώσαμε αμέσως στην εταιρία την παραίτησή μας με
προειδοποίηση δύο μηνών και αρχίσαμε τις προετοιμασίες. Τότε ανέκυψε το θέμα του γάμου.
Ο αυτονόητος στην Αγγλία πολιτικός γάμος ήταν ακόμη νομικά ανυπόστατος στην Ελλάδα.
Καθώς δεν αντέχαμε άλλες ταλαιπωρίες, αναγκαστήκαμε να συμφωνήσουμε αναδρομικά με
τον φίλο που, το προηγούμενο φθινόπωρο, μας είχε επισκεφτεί για λίγο από το Παρίσι και μας
είχε συστήσει, απ’ το μεγάλο αγγούρι που θα τρώγαμε στην Ελλάδα, να προτιμήσουμε το πολύ
μικρότερο της Αγγλίας.

Απευθυνθήκαμε λοιπόν στην Αγία Σοφία του Λονδίνου, εκεί που έκαναν τις θρησκευτικές
τελετές τους τα μέλη της ελληνικής βασιλικής οικογένειας, εφοπλιστές και άλλοι επιφανείς,
ζητήσαμε να μας στείλουν τα αναγκαία πιστοποιητικά από την Ελλάδα, και μια μέρα
συζητήσαμε τα του γάμου με τον συμπαθητικό ιερέα της εκκλησίας. Ενώ μάταια
διαπραγματευόμουν κάποια μείωση του χρόνου της τελετής, η Σοφία, που το θεώρησε αγένεια
, με κλωτσούσε κάτω απ’ το τραπέζι. Ο ιερέας είπε ότι το σημαντικό ήταν η βούλησή μας να
ενωθούμε. Οι βέρες οπωσδήποτε χρειάζονταν αλλά οι μπομπονιέρες δεν ήταν απαραίτητες.
Όσο για τα στέφανα, η εκκλησία είχε ένα ζευγάρι που δάνειζε σε περιπτώσεις όπως η δική μας.

Το προκαθορισμένο Σάββατο λοιπόν, που ήταν και ηλιόλουστο, κατεβήκαμε στο Λονδίνο με το
τραίνο και, αφού κάναμε μια γύρα στην αγορά, βρήκαμε την εκκλησία κλειστή και καθίσαμε
στα σκαλάκια της. Είχαμε αγοράσει ένα ασημένιο δαχτυλίδι για τη Σοφία από πάγκο της
Όξφορντ Στρητ αλλ.ά δυσκολευτήκαμε να βρούμε κρίκο που να χωράει το δικό μου δάχτυλο.
Υποχρεωθήκαμε να καταλήξουμε σε ένα περίεργο δαχτυλίδι που διαλυόταν και, για να μην
έχουμε κανένα ατύχημα κατά την τελετή, το δέσαμε με μια τρίχα απ’ το πορτοκαλί αρκουδάκι
που μας είχε χαρίσει πριν τρία χρόνια η κυρία Πιου. Αυτό θα το δώσεις εσύ στον παπά, είπε η
Σοφία.

Σε λίγο εμφανίστηκε ο νεωκόρος και μας ρώτησε τι περιμέναμε. Για τον γάμο, ψιθυρίσαμε.
Μπα, είπε, δεν ήξερα ότι έχουμε γάμο σήμερα. Και πού είναι το ζεύγος των μελλονύμφων;
Εμείς είμαστε το ζεύγος, τον καταπλήξαμε. Περάστε τότε μέσα να αλλάξετε. Δεν έχουμε
τίποτα να αλλάξουμε, συνεχίσαμε απτόητοι, με αυτά θα παντρευτούμε. Δώστε μου τότε τα
δαχτυλίδια και τα στέφανα. Του εγχείρισα τα δαχτυλίδια, και, πριν συνέλθει από το σοκ, του
έδωσα τη χαριστική βολή, τονίζοντας ότι θα χρησιμοποιούσαμε τα στέφανα της εκκλησίας.

Δεν άργησαν να καταφθάσουν και οι κουμπάροι που, αυτή τη φορά, ήταν ο Γιώργος με τη
Λίτσα, με προσκεκλημένες τη Βιολέτα και τη Ρόζμαρι. Δεν θα ‘λεγα ότι υπήρξε κάτι άλλο
αξιοσημείωτο, εκτός από τις φράσεις που θυμάμαι στο κείμενο της εκκλησίας. Ευλόγησον την
παιδίσκην ταύτην, και, ευλόγησον τα εισόδους και τα εξόδους των. Όταν τελείωσε η τελετή, ο
ιερέας είπε χαμογελαστός, πολύ τον χάρηκα αυτόν τον γάμο, δεν είχε τίποτα το περιττό, σαν
τους πρώτους αποστολικούς γάμους. Δεν χάρηκε μόνον εκείνος αλλά κι εγώ που δικαιώθηκε η
ενστικτώδης μου συμπάθεια προς το πρόσωπό του.

Καταβάλαμε το προβλεπόμενα, λάβαμε το πιστοποιητικό του γάμου μετά πέντε χρόνια κοινής
ζωής με την παιδίσκην, μαζέψαμε το λιγοστά συμπράγκαλα και οδηγήσαμε κουμπάρους και
προσκεκλημένους σε παρακείμενο κυπριακό εστιατόριο, όπου τους κεράσαμε σουτζουκάκια με
ρωσική σαλάτα και τζατζίκι, ήπιαμε ρετσίνα στην υγειά μας και φάγαμε ένα μερακλίδικο
κανταϊφι.

Ο πρώτος γάμος μας ήταν με εκπρόσωπο του κράτους και ο δεύτερος με εκπρόσωπο της
εκκλησίας. Κάτω από τη διακριτική παρακολούθηση στρατού και αστυνομίας. Όμως εμείς
είχαμε τελέσει το μυστήριο πολύ νωρίτερα, σε κάποια ελληνική ακροθαλασσιά κι εκεί είχαμε
ανταλλάξει τους όρκους και τις υποσχέσεις μας. Με τη φυσική ενδυμασία μας και μόνοι με τη
γη, τη θάλασσα και τον ουρανό, τους γνήσιους εκπροσώπους του μεγάλου πνεύματος.

Πίσω στο κοιμισμένο Ντάνστεμπολ, εντείναμε τις προετοιμασίες για την οριστική αναχώρηση.
Καταχωρίσαμε δύο αγγελίες στη τοπική εφημερίδα, την πρώτη για να βρούμε νέο ενοικιαστή
και να μεταβιβάσουμε το ετήσιο συμβόλαιο που δεν είχε εκπνεύσει, και τη δεύτερη για να
εκποιήσουμε έπιπλα και σκεύη. Ταυτόχρονα, ειδοποιήσαμε τους δημόσιους οργανισμούς για
ηλεκτρικό και τηλέφωνο. Πήγα μια μέρα και στο αστυνομικό τμήμα του Λούτον για να
δηλώσω ότι φεύγουμε, λίγο πριν κλείσουμε τέσσερα χρόνια στην Αγγλία και πάρουμε την
κάποτε πολυπόθητη άδεια μόνιμης εγκατάστασης.

Στην Ελλάδα γυρίζετε; ρώτησε τυπικά ο ανοιχτόχρωμος αστυνομικός με κάπως βαριά
προφορά, ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στην ταυτότητά μου. Ωραία χώρα, πρόσθεσε
ευγενικά, παρά τη δικτατορία. Κι ύστερα με αιφνιδίασε. Ξέρετε, κι εγώ αλλοδαπός είμαι.
Αλήθεια; έκανα, κοιτάζοντάς τον με εύλογη δυσπιστία. Ναι, είμαι από τη Σκωτία, επιβεβαίωσε
κατηγορηματικά κι εγώ κούνησα το κεφάλι μου με κατανόηση.

Αποχαιρετίσαμε τον Παύλο και τη Μόλυ, τον Μύρωνα κα τη Ντίνα και τους υπόλοιπους
φίλους μας. Οι συνάδελφοί μου στο γραφείο ήταν ιδιαίτερα ευγενικοί και πολλοί με μακάριζαν
που γύριζα σε μια από τις χώρες των ονείρων τους. Ο Χάρι, ο Μπάρι, ο Μάικ και οι υπόλοιποι,
αλλά και ο Πόλντι, που ανέβηκε από το Λονδίνο, με τα θλιμμένα μάτια του και την
αυστριακή αρχοντιά κάτω απ’ το παλιό αδιάβροχο, και τα είπαμε πίνοντας τον τελευταίο
καφέ κάπου στην εξοχή. Ώστε αυτό ήταν, Τόλη. Αυτό ήταν, φίλε μου, τελείωσε. Ευτυχώς που
υπήρχες κι εσύ.

Ο κύριος Ντονέλ μού έγραψε μια συστατική επιστολή που στην αρχή νόμισα ότι αναφερόταν
σε κάποιο άγνωστό μου άτομο, σχεδόν ιδανικό. Και προσφέρθηκε να με συστήσει στον
Αμερικανό πρόξενο, στον Τομ Πάπας και σε άλλα σημαίνονται πρόσωπα στη Θεσσαλονίκη.
Ντράπηκα γιατί αυτοί ήταν απ’ τους στυλοβάτες της δικτατορίας. Δεν το έδειξα όμως, απλώς
τον ευχαρίστησα για όλα, του έσφιξα το χέρι και του είπα ότι δεν χρειαζόταν, η επιστολή του
έφτανε και με το παραπάνω. Την κράτησα από τότε στο παλιό πράσινο μπαούλο, ως ένα από
τα ενθύμια της ζωής μου στην Αγγλία, και δεν τη χρησιμοποίησα ποτέ.

Οι αγγελίες μας καρποφόρησαν αμέσως. Το διαμερισματάκι μας ήταν νόστιμο και το ενοίκιό
του λογικό, τα έπιπλα μας σχεδόν καινούρια και εμείς απόλυτα διατεθειμένοι να τα δώσουμε
όσο-όσο και να ξεμπερδεύουμε. Έτσι, ο χώρος άρχισε σταδιακά να απογυμνώνεται, όπως είχε
γίνει παλιότερα στην Αθήνα. Την τελευταία βραδιά πριν το ταξίδι της επιστροφής, δεν είχαμε
ούτε καν κρεβάτι και το μακρόστενο παράθυρο ήταν γυμνό αφού είχαμε ήδη διπλώσει τις
κουρτίνες.

Στρώσαμε στο πάτωμα κουβέρτες για να κοιμηθούμε χωρίς να προσέξουμε ότι ο ουρανός ήταν
από νωρίς φορτωμένος μαύρα σύννεφα. Κατά τα μεσάνυχτα, άρχισε ξαφνικά το πανηγύρι. Οι
αστραπές έλαμπαν σαν να εκτοξεύονταν πυροτεχνήματα σ’ ολόκληρο το διάστημα κι
ακολουθούσαν εκκωφαντικές ομοβροντίες κεραυνών. Πάνω απ’ το γκρίζο της πόλης και το
πιο γκρίζο της βροχής, το κόκκινο βαθύ διέγραφε απειλητικά σχήματα με αλλεπάλληλες
εκρήξεις σε δεκάδες σημεία τ’ ουρανού.

Μπροστά στο φαντασμαγορικό αλλά και τρομακτικό αυτό θέαμα, δεν βρήκαμε λέξη να
αρθρώσουμε και κάποια στιγμή πηδήξαμε ενστικτωδώς στον προθάλαμο για να
προφυλαχτούμε. Ίσως ήταν το σπάνιο καιρικό φαινόμενο που ονομάζεται καταιγίδα
κεραυνών, ίσως ο ουρανός να είχε εξοργιστεί που έχανε το θήραμά του, ίσως η χώρα να μας
έδιωχνε για ακόμη μια φορά. Μπορεί όμως και να ήταν μια γιορτή. Μια γιορτή
αποχαιρετισμού με αναμμένους όλους τους πολυελαίους για κάποιους ξένους που η χώρα
θεωρούσε πια δικούς της.

Στο φέριμποουτ από το Φόλκστοουν για το Καλαί και με ήρεμα νερά, κοίταζα το μεγάλο νησί
με τους ανθρώπους του, που εγκαταλείπαμε για πάντα, κι ένιωθα ένα πόνο ανεξήγητο.
Είχαμε γνωρίσει και είχαμε μοιραστεί την καθημερινή ζωή τους, τη χαρά και τη θλίψη, την
περηφάνια και τη μικρότητα, τη μοναξιά τους και τον θάνατο. Και πίσω μας αφήναμε
κομμάτια από τη γούνα μας κι ένα μικρό κομμάτι απ’ την ψυχή μας.

Κοίταζα και σκεφτόμουν τη φορά εκείνη που, γυρίζοντας απ’ την Ισπανία με Βρετανούς
συνταξιδιώτες, διασχίζαμε αντιστρόφως την μεγαλύτερη απόσταση απ’ την Οστάνδη ως το
Ντόβερ. Στη μέση της διαδρομής είχε ξεσπάσει μεγάλη θαλασσοταραχή. Το πλοίο ήταν μικρό
και τα τεράστια κύματα το χτυπούσαν αλύπητα και το έκαναν να σηκώνεται και να
βυθίζεται και κάποτε να στρέφεται απότομα αφήνοντας ανατριχιαστικούς ήχους. Τα ποτήρια
και τα πιάτα του μπαρ έπεφταν και γίνονταν θρύψαλα στο πάτωμα κι εγώ, που δύσκολα με
πιάνει η θάλασσα, είχα αγκαλιάσει τη Σοφία με ανοιχτά τα πόδια και της έλεγα στο αυτί να
κρατηθεί γιατί ο εμετός από ναυτία δεν ωφελεί σε τίποτα.

Όταν κοιτάξαμε τριγύρω, είδαμε ότι δεν είχε μείνει σχεδόν κανένας στο σαλόνι. Είπαμε τότε
να βγούμε για λίγο στο κατάστρωμα και να πάρουμε μια βαθιά ανάσα. Εκεί αντικρίσαμε
καμιά πενηνταριά Εγγλέζους να κάθονται άνετα στις πάνινες πολυθρόνες, αμίλητοι και με
σφιγμένα χείλη, και με τα μάτια καρφωμένα στο χαλκοπράσινο του ουρανού, ακριβώς στο
σημείο όπου λυσσομανούσε η καταιγίδα. Εύθραυστους γέρους και γριές με μια δαντελένια
ισπανική μαντίλα στον λαιμό, μεσήλικες αλλά και νέους και παιδάκια του δημοτικού
σχολείου. Κι όταν μου ξέφυγαν δυο λέξεις για τον χαλασμό, μερικοί με έβρισαν μέσα από τα
δόντια.

Τότε στενοχωρήθηκα και απόρησα, αργότερα κατάλαβα. Κατάλαβα αυτή τη χώρα καλύτερα
απ’ ό, τι αν διάβαζα όλα τα βιβλία της ιστορίας. Πέρα από τη δική μας πίκρα ή αγάπη,
κατάλαβα γιατί οι άντρες έβαφαν κατακόκκινες της εξώπορτες και σφύριζαν χαρούμενα μέσα
στη σκοτεινιά, γιατί οι γυναίκες φορούσαν καπέλα με πολύχρωμα λουλούδια. Χωρίς φωνές
και θρήνους, χωρίς μάταιες επικλήσεις, γιατί κρατούσαν όρθιο το κεφάλι και κοίταζαν
κατάματα την καταιγίδα.

8 σχόλια:

fotini είπε...

με ενα μπουκετο λουλουδια που μοσχομυριζουν ολου του κοσμου τα ιδανικα να καλοδεχθεις κίνησες το νέο χρόνο που ρθε

ενα μπουκετο ευχες θα αφήσω στο κατωφλι για ότι αληθεια θα μπορει έμπνευση να σου δίνει και το αποσταγμα του θα ονομαζεται :γαληνη

Poet είπε...

Γαλήνη για μένα; Δεν μπορώ ούτε καν να το φανταστώ, Φωτεινή μου. Είμαι «ταγμένος μεσοπέλαγα, εκεί που σπέρνει άσπρα φίδια ο Αίολος από το σούρουπο ως το χάραμα ...»

Σε ευχαριστώ, καλή μου. Καλή χρονιά.

50fm είπε...

...Μοίραζε την ψυχή του σαν αντίδωρο...υπέροχο!
Τόλη μου,αυτό το ταξίδι ζωής με συγκινεί αφάνταστα!
Σε φιλώ

Poet είπε...

Δεν έχω συναντήσει στη ζωή μου άλλο άνθρωπο σαν τον πατέρα της Σοφίας, Ουρανία μου. Πέθανε λίγο πριν καταρρεύσουν όλα όσα πίστευε. Ευτυχώς, είπε μετά η Τάνια.

Έχει ακόμη πολλές περιπέτειες αυτό το ταξίδι. Χαίρομαι που το μοιραζόμαστε. Τα ξαναθυμάμαι, γελάω και δακρύζω.

Να είσαι καλά.

Selena είπε...

Από τον αποχαιρετισμό με πας ξαφνικά στην επιστράτευση και μου αφήνεις μεγάλα κενά...
Ως εδώ είμαι μαγεμένη από τη γραφή,την ιστορία,την περιπέτεια σας.Δεν υπάρχει καλύτερη λέξη για να περιγράψει το συναίσθημα!

Poet είπε...

Εγώ να δεις ένα άλμα στο κενό που έκανα, κοριτσάκι. Έγινε πραγματικότητα ο εφιάλτης μου και, από την Αγγλία, βρέθηκα ξαφνικά στη βαρβαρότητα της χούντας και ύστερα στα βουνά.

Χαίρομαι που γυρίζεις πίσω στις αναρτήσεις και χαίρομαι που μοιάζει με παραμύθι η περιπέτεια της ζωής μας. Κι εμένα έτσι μου φαίνεται. Λέω «σε μένα συνέβησαν όλα αυτά;» (και πολλά άλλα) και δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Παρακολούθησέ με. Η περιπέτεια συνεχίζεται με πολλά ακόμη επεισόδια.

Ανώνυμος είπε...

Ας μη κρατούσα στέφανα για τους απροετοίμαστους, και να δεις τι θα σου έβαζε ο παπάς στο κεφάλι αντί για στέφανα!!!

Καλός σου φάνηκε ο παπάς αλλά μόνο στα λόγια τον ήξερες και αυτά από τα προγραμματισμένα στα βιβλία.

Οι ρομαντικοί είναι πάντα αδύναμοι να κρίνουν καταστάσεις αφού ζούν με δίαιτα συναισθημάτων.

Η ζωή σου γίνεται απλή μόνο και μόνο γιατί άλλοι έχουν έτοιμα όσα ζητάς. Και αυτό όπως καταλαβαίνω δε θα μάθεις να το καταλαβαίνεις ή να το εκτιμάς.

Ένας άθρησκος νεωκόρος που τα είχε έτοιμα για σας!

Poet είπε...

Δυσκολεύομαι να καταλάβω αυτό το τελευταίο ανώνυμο αναδρομικό σχόλιο. Γράφει ο νεωκόρος του Λονδίνου μετά σαράντα τόσα χρόνια, γράφει κάποιος άγνωστος που του έθιξα το θρησκευτικό συναίσθημα, ποιος ξέρει; Το σίγουρο είναι ότι ο αναγνώστης αυτός κρύβεται πίσω από την ασφάλεια της ανωνυμίας, όπως έκαναν οι κουκουλοφόροι καταδότες στην κατοχή. Και όπως κάνουν πάντα όσοι δεν έχουν το σθένος να υποστηρίξουν τις απόψεις τους υπεύθυνα και με το όνομά τους.

Είναι σαφές ότι δεν είχαμε καμία διάθεση να στηθούμε απέναντι σε οποιονδήποτε παπά, συμπαθητικό ή όχι. Ούτε να εμπλακούμε στην όλη θρησκευτική διαδικασία. Οι συνθήκες μας υποχρέωσαν και η καθυστερημένη ελληνική νομοθεσία.

Από κει και πέρα, ναι, χαρήκαμε που
συναντήσαμε ευγενικούς και συμπαθητικούς ανθρώπους στην εκκλησία, έστω και αν τους κρίναμε από μια πρώτη εντύπωση μόνο. Δεν θα έπρεπε;

Κι εγώ έχω έτοιμα για άλλους όσα ζητάνε εκείνοι, τι πάει να πει αυτό; Με τον τρόπο αυτό λειτουργεί μια κοινωνία, με κατανομή εργασιών, αμοιβαία υποστήριξη και εξυπηρέτηση.

Κανονικά ανώνυμα σχόλια δεν δέχομαι και θα έπρεπε να διαγράψω και το σχόλιο του «άθρησκου νεωκόρου» όπως αυτοαποκαλείται. Μέσα στον πνεύμα όμως των ημερών του εύχομαι να πιστέψει περισσότερο σε αυτά που έχει κάνει επάγγελμα, αν όχι αποστολή. Και να μάθει να αναλαμβάνει τις ευθύνες του. Καλή χρονιά.