Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Μια σοφίτα στο νησί των θησαυρών (β' μέρος)


Ο επόμενος Δεκέμβριος ήταν μήνας γεγονότων και εξελίξεων. Πρώτα μας έδωσε ελπίδες το
αδέξιο βασιλικό αντιπραξικόπημα που οι βρετανικές εφημερίδες ανήγγειλαν με πηχυαίους
τίτλους. Ύστερα, τα γραφεία μας μεταφέρθηκαν στους δίδυμους πύργους ενός
πολυτελέστατου κτιρίου, πλάι στον σταθμό του Νάιτσμπριτζ, δυο βήματα από το Χάιντ Παρκ
και τα πανάκριβα καταστήματα του Δυτικού Λονδίνου. Κι εμείς γνωρίσαμε τυχαία τον
Παύλο και τη Μόλυ που μας βρήκαν μια σχετικά φτηνή σοφίτα στο Ρέιβενσκορτ Παρκ, σε
ανάμικτα μικροαστική και λαϊκή γειτονιά και σπίτι ιρλανδέζικο οικογενειακό. Ήταν πιο
μακριά από την εταιρία αλλά πιο κοντά στους καινούριους φίλους μας και, επιπλέον, πιο
άνετη και καθαρή.

Τέλος, μετά ένα τρίμηνο κοινής ζωής στη Θεσσαλονίκη, ένα χρόνο στην Αθήνα κι άλλους δυο
μήνες στο Λονδίνο, η ανάγκη μας έπεισε να παντρευτούμε. Εγώ είχα άδεια εργασίας και
παραμονής που θα την ανανέωνε η εταιρία, ενώ η Σοφία μια απλή τουριστική βίζα που
είχαμε ήδη δυσκολευτεί να παρατείνουμε.

Ένα πρωί λοιπόν, μπροστά στον ψηλό, ξερακιανό και ξανθουλό έως ασπρομάλλη ληξίαρχο
του Κένζινγκτον, άψογα ενδεδυμένο και με το λευκό γαρύφαλλο στο πέτο, εκεί που
παντρεύονται αριστοκράτες και μεγιστάνες, διάσημοι ηθοποιοί και τραγουδιστές,
εμφανιστήκαμε με τα καθημερινά μας ρούχα κι εμείς οι ασήμαντοι κι εκπατρισμένοι με
μάρτυρες τον Μύρωνα και τη Ντίνα. Μετρήσαμε τα προβλεπόμενα δεκατέσσερα σελίνια και
τρεις πένες, στηθήκαμε σοβαροί απέναντι στο γεμάτο συγκαταβατική κατανόηση και
απειροελάχιστη τρυφερότητα βλέμμα του και, πρώτος εγώ, επανέλαβα τις φράσεις που έλεγε.


Ήταν τα πανηγυρικά ρήματα, απαραίτητο μέρος της όλης τελετής, που έπρεπε να απαγγείλει
ο καθένας για τον εαυτό του. Όταν ο ληξίαρχος στράφηκε στη Σοφία, εκείνη ήδη με τραβούσε
απ’ το μανίκι και μου ψιθύριζε απεγνωσμένα, τι θα κάνω, δεν καταλαβαίνω τίποτα. Λέγε
ό, τι ακούς, της είπα. Κι εκείνη συγκεντρώθηκε σε σημείο να την πονάει αργότερα το κεφάλι
της και προσπάθησε να μιμηθεί τους ήχους που έβγαζα ο μακρινός απόγονος των γερμανικών
φύλων απ’ το λαρύγγι του και ολίγον από το στόμα του.

Μετά το πέρας της τελετής και ενώ δεχόμασταν τα καθιερωμένα συγχαρητήρια, η Ντίνα
ρώτησε με απορία, γιατί έλεγες, καλέ, ότι δεν ξέρεις αγγλικά. Κι εκείνη μάταια επέμενε ότι
πράγματι δεν ήξερε. Δέχτηκε όμως πρόθυμα ότι ίσχυαν για την υπόλοιπη ζωή μας οι όρκοι
και οι υποσχέσεις που με επαγγελματική επάρκεια σε λίγο της μετέφρασα.

Ήταν όμως ώρα να αναχωρήσουμε για το προγραμματισμένο γαμήλιο ταξίδι μας. Αγοράσαμε
σάντουιτς και κατευθυνθήκαμε στο Χάιντ Παρκ και τον Σέρπεντάιν λίγο παρακάτω, όπου οι
πάπιες βεβαίως έλαβαν αμέσως το μερίδιό τους και έβγαλαν οξύτερες και ελαφρά πιο
ακατάληπτες κραυγές ευχαριστίας. Η Σοφία φόρεσε για αρκετά χρόνια το νυφικό της
φόρεμα, μπορντό με εκρού ρίγες, που είχε αγοράσει μιάμιση λίρα από τις εκπτώσεις της
Όξφορντ Στρητ.

Η σοφίτα μας, στο τρίτο όροφο του εργατόσπιτου με εσωτερική σκάλα, είχε δύο μικρούς
χώρους, την κουζίνα που αποτελούσε και καθιστικό ή αντιστρόφως, και το υπνοδωμάτιο. Το
πάτωμα ήταν στρωμένα με φθαρμένη λινάτσα, το κρεβάτι έτριζε επικίνδυνα, το στρώμα
ήταν χιλιομπαλωμένο, η ντουλάπα προκατακλυσμιαία σε χρώμα βαθύ καφέ. Βάλαμε
μαξιλαράκια στις πολυθρόνες, κολλήσαμε φωτογραφίες στους τοίχους, χώσαμε κουρελάκια
στις χαραμάδες. Στο ράφι πάνω από τζάκι του γκαζιού, τοποθετήσαμε διακοσμητικά, ένα
ξυπνητήρι, τα άπαντα του Σέικσπηρ και την ιστορία του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου.

Απ’ το παράθυρο, βλέπαμε τη μία γκρίζα στέγη πίσω απ’ την άλλη, ρούχα κρεμασμένα στο
σχοινί, καμιά φορά μια λυγερή αφρικάνα ή φτωχικά δωμάτια με σκυθρωπούς ανθρώπους. Το
ταβάνι της σοφίτας ήταν επικλινές και μου υπενθύμιζε άκομψα τα μειονεκτήματα του ύψους
μου, όταν ξεχνιόμουν και πλησίαζα όρθιος στις άκρες. Στο υπνοδωμάτιο, που είχε την πιο
κακόγουστη χάρτινη ταπετσαρία, μπαίναμε μόνο για ύπνο και αφού η Σοφία είχε ανάψει για
ένα τέταρτο το γκάζι, έτσι για να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι έφευγε κάπως η υγρασία. Το
κρύο και το βαθύ κρεβάτι που βαθούλωνε και μας τραβούσε προς το κέντρο ήταν δύο ακόμη
λόγοι για να κοιμόμαστε αγκαλιά.

Στον μεσαίο όροφο έμεναν οι γονείς της σπιτονοικοκυράς μας, η γριά φωνακλού και τσαούσα
κι ο γέρος φιλοσοφημένα αθόρυβος, και στο ισόγειο εκείνη με τον άντρα της, διακριτικό όπως
ο πεθερός του. Στο κεφαλόσκαλο ήταν το μπάνιο και το μοναχικό δωμάτιο, όπου θα
φιλοξενούσαμε τους επισκέπτες μας από την Ελλάδα. Το νοίκιαζε προσωρινά ένα από εκείνα
τα κορίτσια που επιμένουν να κατοχυρώσουν το δικαίωμά τους στη δυστυχία. Δηλαδή, μια
ανύπαντρη μητέρα που ζούσε με τα κοινωνικά επιδόματα.

Η φτώχεια και ίσως η αίσθηση της αδικίας την έκαναν να βουτήξει λεφτά της Πιου κι άλλοτε
δικούς μας φακέλους, που περιείχαν ταχυδρομικές επιταγές για μικροποσά από τις ιδιωτικές
εταιρίες του Προ-Πο. Εγώ έφταιγα, παραδέχτηκε η νοικοκυρά, που ξέχασα το πορτοφόλι
επάνω στο τραπέζι. Φρόντισε μάλιστα να μας αποζημιώσει, αγοράζοντας μας ένα πορτοκαλί
αρκουδάκι από κατάστημα της κεντρικής οδού.

Ο τελευταίος και ασύγκριτα πιο δημοφιλής κάτοικος του σπιτιού ήταν ο Ντίνγκι, ένα κουβάρι
με λαμπερά μάτια πίσω από τις τούφες των μαλλιών του. Η κυρά του τον είχε παραπαχύνει,
συχνά ταϊζοντάς τον φράουλες σαντιγί. Όταν άκουγε το κλειδί μου στην εξώπορτα, έτρεχε
ξεσπώντας σε άγρια και ύστερα σε χαρούμενα γαυγίσματα και, μόλις άνοιγα, έπεφτε
ανάσκελα, ακόμη κουνώντας την ουρά του και περιμένοντας το, γκουντ μπόι, και ιδίως τα
χάδια στην άσπρη του κοιλιά. Όταν όμως επιχειρούσε να με ακολουθήσει, το βάρος του τον
πρόδιδε και κατρακυλούσε κάτω από το πέμπτο ή έκτο σκαλοπάτι.

Ο νομοθέτης και απόλυτος άρχοντας του σπιτιού ήταν βεβαίως η κυρία Πιου, μια μεσήλικη
τροφαντή Ιρλανδέζα με ανόθευτη την τρέλα της καταγωγής της. Δεύτερη ένδειξη της
εντιμότητάς της ήταν ότι μας επέστρεφε κάθε τόσο μια μικρή στοίβα κέρματα, τη διαφορά
από τον λογαριασμό που πλήρωνε στον εισπράκτορα του γκαζιού. Όταν όμως ήρθε από την
Ελλάδα και μας επισκέφτηκα ένα απόγευμα η Σμάρω, δεν την άφησε να κοιμηθεί πρόχειρα
στη σοφίτα και αναγκαστήκαμε να βγούμε μέσα στη νύχτα και να ψάχνουμε τη φωτεινή
επιγραφή κάποιας πανσιόν.

Οι απαράβατοι κανονισμοί της προέβλεπαν επίσης να κρατάει αποκλειστικά για τους
επισκέπτες, ωραία επιπλωμένο και πεντακάθαρο, το μεγάλο μπροστινό δωμάτιο που έβλεπε
στο ισχνό προκήπιο, κι εκείνη να ξαπλώνει στη κουζίνα πίσω, να επιτίθεται σε μια σακούλα
σοκολατάκια απ’ το ψιλικατζίδικο της γωνίας και να αποχαυνώνεται στην τηλεόραση.

Η καθημερινή ρουτίνα ήταν να ξυπνάω κατά τις επτάμιση και, μετά ένα γενναίο πρωινό,
χωρίς όμως το σπυριάρικο μπέικον, τα αυγά και τα λουκάνικα που καταβρόχθιζαν οι
ιθαγενείς, να φεύγω για το γραφείο, στις οκτώ και τέταρτο, μέσα στη συννεφιά, την ψιχάλα
και το μισοσκόταδο. Σήκωνα την Γκάρντιαν από το χαλάκι της εισόδου και ακολουθούσα το
δεξί πεζοδρόμιο για να βγω στον κεντρικό δρόμο και στον υπέργειο σταθμό του υπογείου.
Ήταν η ώρα που έκανε την εμφάνισή του και ο ταχυδρόμος της γειτονιάς, ένας γέρο-Τομ με
τον φουσκωμένο σάκο της αλληλογραφίας στην πλάτη.

Ο γέρο-Τομ δεν μπορούσε να υστερήσει σε ιδιορρυθμία. Για να διαψεύσει την παράδοση που
επέμενε ότι οι σκύλοι των σπιτιών δαγκώνουν τους ταχυδρόμους, έσερνε μαζί του ένα
θεόρατο γκριζόμαυρο μούργο, που ίσως ήταν ο μοναδικός σκύλος ακαθόριστης καταγωγής
στην περιοχή. Μάλιστα, ένα πρωινό, ενώ βάδιζα ειρηνικά στο πεζοδρόμιο, είδα το θεριό να
γρυλλίζει ολοένα και πιο αγριεμένο καθώς, ακολουθώντας πειθήνια το αφεντικό του, είχε
εγκλωβιστεί σ’ ένα προαύλιο απ’ το κλειστό πορτάκι και μάταια προσπαθούσε να ανοίξει
σπρώχνοντάς το με το στήθος. Ζύγισα την κατάσταση με μια ματιά και κατάλαβα ότι
σύντομα το πορτάκι θα άνοιγε στην επαναφορά και ο σκύλος θα αμολιόταν στον δρόμο.
Τάχυνα λοιπόν το βήμα μου, μην ξέροντας τι άλλο θα μπορούσα να κάνω.

Η πρόβλεψή μου δεν άργησε να επαληθευτεί και είδα να έρχεται καταπόδι μου το τέρας με
μεγάλα άλματα και ιδιαίτερα απειλητικές διαθέσεις. Άρχισα κι εγώ να τρέχω ενώ με κυρίευε
ο πανικός και ο σκύλος με πρόλαβε στο μικρό ανοίχτωμα κοντά στην παμπ, όπου υπήρχε κι
ένας σιδερένιος στύλος, στον οποίο έδεναν παλιά οι αμαξάδες τ’ άλογα. Όρμησε να με
αρπάξει φανερώνοντας τα φοβερά του δόντια κι εγώ τον απέφυγα ενστικτωδώς. Ακολούθησε
μια κωμικοτραγική σκηνή με τον σκύλο να εξαπολύει αλλεπάλληλες επιθέσεις, μάταια
ανοιγοκλείνοντας τις αφρισμένες του μασέλες, κι εγώ να κάνω πιρουέτες γύρω από τον
στύλο και με την βοήθεια της τυλιγμένης εφημερίδας να τον αποκρούω σαν ταυρομάχος της
Ιβηρικής.

Ενώ είχα απαυδήσει και είχα αρχίσει να περνάω στην αντεπίθεση προτείνοντας το χάρτινο
μου ξίφος με εντελώς αβέβαια αποτελέσματα, εμφανίστηκε ξαφνικά ο ταχυδρόμος και μ’ ένα
σφύριγμα τον περιμάζεψε. Στη δικαιολογημένη μου απορία γιατί στα καλά καθούμενα μου
επιτέθηκε, απάντησε φλεγματικά ότι ήταν άτακτο παιδί. Ο σκύλος δέχτηκε να εγκαταλείψει
το θήραμά του, απρόθυμα και μ’ ένα τελευταίο γρύλισμα, το οποίο εξέλαβα ως προειδοποίηση
για προσεχείς και αιματηρές πλέον αναμετρήσεις μας.

Αυτό που δεν είχε καταφέρει τόσον καιρό η καθημερινή βροχή και οι παρακλήσεις της Σοφίας,
το κατάφερε με συνοπτικές διαδικασίες ο Λονδρέζος μούργος. Ήταν πλέον αδύνατον να
κυκλοφορώ άοπλος. Πήγα λοιπόν αμέσως και αγόρασα από τον κεντρικό σταθμό του
Χάμερσμιθ μια μεγάλη μαύρη ομπρέλα με αιχμηρή μύτη και την κουβαλούσα κλειστή ως
γνήσιος Βρετανός υπήκοος για να έχω κάποιο στοιχειώδες μέσο άμυνας στο μέλλον.

Φαίνεται ότι πάντοτε είχα κάτι πάνω μου που μαγνήτιζε, θετικά ή αρνητικά, κάθε εκκεντρικό
και ημιπαράφρονα, άντρα ή γυναίκα αλλά και σκύλο ακόμη, και προκαλούσε απίθανες
σχέσεις, επεισόδια και συμπτώσεις. Με άλλα λόγια, όσο κι αν το ήθελα, ήταν αδύνατον να
ζήσω αυτό που ονομάζεται φυσιολογική ζωή. Κι ακόμη δεν έχω καταλάβει αν πρόκειται για
προνόμιο ή κατάρα.

Στο ίδιο περίπου σημείο έξω από την παμπ της γειτονιάς, όπου μου είχε ορμήσει το αγριόσκυλο
του ταχυδρόμου, εμφανιζόταν μια γλυκύτατη πεντάχρονη κοκκινομάλλα και φακιδομύτα με
τον υπέροχο λαμπραντόρ της οικογένειας. Περνούσε το χεράκι της στην πλάτη του
προστατευτικά, τον χάιδευε, έπαιζε με τ’ αυτιά του και του τραβούσε την ουρά, καμιά φορά
τον καβαλούσε, και ο τριπλάσιος σε μέγεθος σκύλος την ακολουθούσε με απόλυτη αφοσίωση
που αποτελούσε εγγύηση για την ασφάλεια της μικρούλας από κάθε πιθανή απειλή.

Οι σκύλοι είχαν πάρει τα χούγια των αφεντικών τους αλλά διατηρούσαν αλώβητο το βασικό
τους ένστικτο. Ενώ ο προαιώνιος εχθρός τους είχε υποστεί τον έσχατο εξευτελισμό. Τα νύχια
και τα δόντια τα είχε πλέον ως διακόσμηση κι από αιλουροειδές αρπακτικό είχε καταντήσει
ένα τετράπαχο και νωθρό στολίδι του καναπέ με την κορδέλα στον λαιμό. Έβλεπες στις
αυλές και τις πλατείες να κάθονται τα περιστέρια και διάφορα άλλα πουλιά κυριολεκτικά
στη μύτη τους, και οι γάτες να παραμένουν αδιάφορες και αποχαυνωμένες στη νιρβάνα της
κονσέρβας με το έτοιμο φαγητό.

Σκυλιά χρησιμοποιούσε και η αστυνομία, σε ειδικό φορτηγάκι και με εκπαιδευμένο χειριστή,
όπως και αρκετές εταιρίες για τη φύλαξη των εργοστασίων τους. Ιδίως κάτι γκριζόασπρα
αλσατικά με χαμηλή ουρά, που είχαν αστάθμητες αντιδράσεις και ήταν ιδιαίτερα
επικίνδυνα. Αυτά που αρκούσε η παρουσία τους για να μεταβληθούν οι χούλιγκαν των
γηπέδων, με τις αλυσίδες και τα μεταλλικά ελάσματα στις μπότες, σε αποφοίτους της σχολής
καλογραιών. Θα πρέπει να ήταν παράτολμος ο διαρρήκτης που θα αγνοούσε τη
προειδοποιητική πινακίδα και θα έμπαινε σε φυλασσόμενες εγκαταστάσεις. Όπως οι δύο
εκείνοι που κλειδώθηκαν σ’ ένα δωμάτιο, και ενώ τα θηρία έπεφταν μανιασμένα πάνω στην
πόρτα και την γρατσουνούσαν, τηλεφώνησαν ημιθανείς στην αστυνομία να τρέξει γρήγορα
να τους συλλάβει.

7 σχόλια:

Poet είπε...

Απομένει το γ' μέρος για να συμπληρωθεί το πρώτο κεφάλαιο από τα συνολικά τρία, στα οποία περιγράφεται η ζωή μας στην Αγγλία.

50fm είπε...

Σκηνές απίθανες,πολλά τα συναισθήματα,αγάπη,τρυφερότητα,αγωνία,
γέλιο,συγκίνηση,χαρά,λύπη,δηλαδή ζωή με τα όλα της!
Και η Σοφία...τι όμορφα που νιώθω για τη Σοφία!
Ο γάμος...
Η σκηνή με το σκύλο...
Χάζεψα, Τόλη μου!
Καταπληκτικό κείμενο αληθινής ζωής!

Poet είπε...

Αληθινή ζωή, Ουρανία μου, και ας μου φαίνεται τώρα σαν παραμύθι. Πώς να ξεχάσω τον ταχυδρόμο που, ενώ το θεριό είχα κοντέψει να με φάει, είπε : "he is a naughty boy!!», δηλαδή, «κακό αγοράκι» χαϊδευτικά.

Ακόμη μεγαλύτερο ανέκδοτο ήταν ο θρησκευτικός μας γάμος και πάλι στο Λονδίνο τέσσερα χρόνια αργότερα. Θα το διαπιστώσεις.

Η Σοφία υπήρξε πάντα ο βράχος που στήριζε την ετοιμόρροπη ζωή μου.

Καλή σου μέρα.

IZA είπε...

Σ' ευχαριστώ, Τόλη, για τις στιγμές που μου χαρίζεις με το βιβλίο σου. Είναι ωραίο να προσπαθείς να ξεκλέψεις χρόνο απ' την "ανελέητη" καθημερινότητά σου και να βυθιστείς στη ζωή κάποιου άλλου. Είναι ωραίο να περιμένω το κενό μου στο σχολείο, να ελπίζω ότι δε θα είναι κανείς άλλος στο γραφείο, για ν' αποδράσω. Είναι ωραίο να νιώθεις και να κατανοείς τόσο πολύ έναν άνθρωπο που σου είναι τελείως άγνωστος. Ευχαριστώ γιατί κινδύνευα να γίνω η αναγνώστρια των καλοκαιρινών διακοπών.

Poet είπε...

Χαίρομαι που τα αισθάνεσαι όλα αυτά με το βιβλίο μου, ΙΖΑ. Και, ιδιαίτερα, «να νιώθεις και να κατανοείς έναν άνθρωπο που σου είναι τελείως άγνωστος».

Τολμώ να πω ότι δεν σου είμαι τελείως άγνωστος πλέον. Όπως κι εγώ σε γνωρίζω καλύτερα από την ίδια την ανταπόκρισή σου. Ενώ δυστυχώς δεν γνωρίζουμε ανθρώπους που υποτίθεται ότι είναι πολύ κοντά μας.

Να είσαι καλά, καλό βράδυ.

Selena είπε...

Με γοητεύει η γραφή σου...
Όσα αφηγήσαι τα ρουφάω και τα κάνω εικόνες στο μυαλό μου...

Αρκετές δυσκολίες όμως δεν παύει να υπάρχει πολύ ομορφιά...

Θα μου πεις έξω από το χορό πολλά τραγούδια λένε...Εντάξει μάλλον έτσι είναι.

Poet είπε...

Αντίστροφα με σένα λειτουργώ εγώ συγγραφικά, Selena μου. Μετατρέπω, δηλαδή, σε λέξεις τις εικόνες που ήδη έχω στο μυαλό μου. Οι πραγματικές αυτές εικόνες, ελαφρά εξωραϊσμένες από τη μνήμη, γίνονται μετά φανταστικές εικόνες στο δικό σου το μυαλό. Πεζογραφική και ποιητική λειτουργία ταυτόχρονα.

Ας μεταγγίσει λοιπόν «Η γοητεία των δευτερολέπτων» κάποιες από τις στιγμές της σε ένα νέο κορίτσι που ονειρεύεται. Κι ας γίνουν κάποτε τα όνειρά του πραγματικότητα.

Σε ευχαριστώ θερμά.