Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νόστος (2000). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νόστος (2000). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Κινέζικο μαρτύριο


        Στην παράδοση του σχολείου και στην ιστορία της τάξης δεν διασώζεται το όνομα του δεύτερου νονού του. Ίσως γιατί η βάπτιση έγινε σε χρόνο ανύποπτο, χωρίς καμία επισημότητα, με κολυμβήθρα το θρανίο του και εκλεκτούς προσκεκλημένους τους συμμαθητές του. Είναι επίσης άγνωστο αν το παρατσούκλι απεικόνιζε μια γενικότερη και αλάνθαστη εντύπωση ή, όπως είναι το πιθανότερο, αν προσδιόριζε αποκλειστικά τα σχιστά του μάτια και τα λεπτά χαρακτηριστικά σε συνδυασμό με κάποια ελαφριά χλωμάδα, που συνήθως αποδίδεται στους κατοίκους της Άπω Ανατολής.
       Πάντως, με τα μέτρα της διεύθυνσης, ο κάτοχος του ονόματος Κινέζος ήταν άψογος. Μετριο-παθής αλλά σπάνια ουδέτερος, ευγενικός αλλά ποτέ γλείφτης, ανεπαίσθητα ειρωνικός, πάντα καλοντυμένος, τακτικός και μελετηρός, μία προσωποποιημένη σύμβαση, ένα κόσμημα της τάξης. Προορισμένος κάποτε να  διαδεχθεί στα πάντα τους πρεσβύτερους και να αποτελέσει, όπως και οι υπόλοιποι υποτίθεται, ένα εκλεκτό μέλος της κοινωνίας.
       Μόνο όταν έσκαζε μύτη το γνωστό υπόγειο ημιχαμόγελό του, που πάντοτε συνόδευε αιρετικές προτάσεις, θα μπορούσε ενδεχομένως ο αδαής να υποπτευθεί ότι δεν ήταν έτσι ακριβώς τα πράγ-ματα. Τέτοιο πρόβλημα όμως ίσως να είχαν οι καθηγητές, ποτέ τα υπόλοιπα κουμάσια. Εκείνοι τον διάβαζαν και τον ερμήνευαν με άνεση σαν το στοιχειώδες regina rosas amat των λατινικών, στα οποία είχε ιδιαίτερη επίδοση εν όψει πανεπιστημίου και νομικής σχολής.
       Και βέβαια δεν πρόκειται για το κάπνισμα στο δασάκι ή για τα πάρτι στο κατασκότεινο μεγαλο-αστικό σαλόνι του σπιτιού του και τις επιδόσεις του με τα κορίτσια, που τότε δικαίως δεν τα αποκαλούσαν γκόμενες. Δεν πρόκειται ούτε για τις πενταφυλλίες και τον πόκα που, συνωμοτικά και συχνά με δική του υποκίνηση, στο άψε σβήσε έστηνε η παρέα σε απίθανα πλυσταριά,κουζίνες, φοιτητικά δωμάτια και άλλους κάπως πιο καταχθόνιους χώρους. Τέλος, δεν πρόκειται καν για λέξεις, μάλλον αδόκιμες, που κάποτε του ξέφευγαν στις σπάνιες στιγμές του εκνευρισμού του.
       Πρόκειται για το γνήσιο ταλέντο του στην αντιγραφή και την υπαγόρευση στις εξετάσεις που όψιμα ανακάλυψε στις μεγαλύτερες τάξεις και αμέσως αξιοποίησε με θαυμαστή συνέπεια. Αν ο Τούρκος ήταν προβεβλημένος ως προκλητικά ασύλληπτος και απολάμβανε αυτάρεσκα τον δέοντα σεβασμό της τάξης από τα μπροστινά θρανία, που ήταν κάτι σαν πτέρυγα υψίστης ασφαλείας, αν ο Χαβαλές προετοίμαζε με επιμέλεια και επιδείκνυε γελώντας αφοπλιστικά σκονάκια ατέλειωτα σε μήκος, ο Κινέζος αποδείχτηκε πρώτος στην υπαγόρευση. Πρώτος σε οτιδήποτε ήταν επίζηλη διάκριση σε ένα τμήμα με πολυτάλαντους, όχι ασφαλώς σε εντελώς ανάξια λόγου θέματα όπως τα μαθήματα.
       Οι άπειρες παραλλαγές της πόκας είχαν προφανώς συμβάλει στην καλλιέργεια των φυσικών του χαρισμάτων και ο ΄Κινέζος έφτασε στο σημείο, απόλυτα ανέκφραστος και με θρησκευτική ευλάβεια προσηλωμένος στην κόλλα  του, να υπαγορεύει με βελούδινη φωνή, επακριβέστατα ρυθμισμένη, ένα ολόκληρο κατεβατό απαντήσεων στον αμέσως μπροστινό του. Όταν η τάξη έκθαμβη διαπιστωσε την εκπληκτική αυτή ικανότητά του, την αναγνώρισε αμέσως, κατά την απαράβατη αξιοκρατική παρά-δοση, και οι μετοχές του ανέβηκαν κατακόρυφα.
       Αυτή τη μέρα όμως στη αίθουσα πλάι στον πίδακα και στο γραφείο των καθηγητών, δυο μέτρα από το έδαφος κι ενώ το μάθημα βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και τα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα, κανείς δεν είχε διάθεση να ασχοληθεί με τίποτα άλλο εκτός από το συναρπαστικό καλοκαίρι που πλησίαζε. Ο γηραλέος φιλόλογος είχε συνεπαρθεί με τον Βαλαωρίτη ή τον Παλαμά και τη δραματική απαγγελία του. Κάτω οι έφηβοι άκουγαν ένα ποτάμι ήχων απόλυτα αδιάφορων και αδιευκρίνιστων και έξυναν απολαυστικά τη μύτη τους, περνούσαν τα δάχτυλα μέσα από τα μαλλιά τους, έσπαναν διακριτικά κάποιο σπυράκι ή με το αριστερό χέρι συγκρατούσαν το βιβλίο όταν γλιστρούσε προς τα κάτω.
         Σε μια γωνιά ο Ανώμαλος και διαγωνίως απέναντι ο Αούτος φρόντιζαν να παραμένει η ατμόσφαιρα πάντοτε καθαρή από τις μύγες που αποτολμούσαν χαμηλή πτήση. Τις έπιαναν επιδέξια με το ένα χέρι, τους αφαιρούσαν αστραπιαία τα φτερά και τις πετούσαν στο πάτωμα. Στο διάλειμμα οι εμπειρογνώμονες θα εξέταζαν το πεδίο της μάχης και θα αναγνώριζαν ως νικητή εκείνον που το είχε μαυρίσει περισσότερο. Ούτε γι' αυτό το καλαμπούρι της ρουτίνας όμως είχε όρεξη κανείς, ούτε για κάτι άλλο. Όλοι σχεδόν κοιτούσαν έξω, παντού και πουθενά. Κατά διαστήματα, κάποιος μαντράχαλος ζητούσε να βγει για να πιει νερό και ο καθηγητής, καλοπροαίρετα, έδινε πάντοτε την άδειά του.
         Στην τελευταία σειρά, η Φοράδα είχε σκάσει να τανιέται και να χασμουριέται. Δυο-τρεις φορές είχε σχεδόν οριζοντιωθεί, με το κεφάλι να ακουμπάει στο ξύλο, και κόντεψε να πέσει κάτω από τη νύστα. Δεν είχε καταλήξει ακόμη σε ποιον κόσμο βρισκόταν η ψηλή φιγούρα μπροστά στην έδρα, αν τελικά ήταν εκνευριστική ή αξιολύπητη. Κάπου την έβρισκε και σεβάσμια, μα και παράξενα χαρι-τωμένη. Με αυτά τα αντιφατικά, πασπαλισμένα με μια μικρή δόση ενοχής, πέρασαν πέντε λεπτά, πέρασαν δέκα, πέρασε ένα τέταρτο ολόκληρο.
         Περιεργάστηκε τις καλοραμμένες πλάτες ακριβώς μπροστά του, λες και ανακάλυπτε κάποιο άγνωστο χρυσωρυχείο, και σε τεθλασμένη, πάνω από τον ώμο του Κινέζου, τον Χαβαλέ που είχε και παλι εμπλακεί σε κάτι ακαθόριστο. Ξαφνικά, το βλέμμα του σταμάτησε κάτω δεξιά, στη ωραία καφέ δερμάτινη τσάντα του Κινέζου. Δίστασε λίγο, ύστερα έσκυψε και τη σήκωσε προσεκτικά, την ακούμπησε στο περβάζι και την έσπρωξε σε επικίνδυνο σημείο. Ως βετεράνος ταραχοποιός, εκτίμησε ψυχρά μία-μία όλες τις παραμέτρους, όπως την ευθεία γραμμή και το δραστικό βεληνεκές της ματιάς από την έδρα και το μέγεθος της πιθανής τιμωρίας του και, με το αριστερό του χέρι, χτύπησε ελαφρά τον ώμο του Κινέζου. Η τσάντα, αυτή η τσάντα, δεν είναι βέβαια δική σου.
         Ο Κινέζος συνήλθε απότομα από την πλήρη αποχαύνωση, απόρησε, γύρισε πίσω, έστριψε λίγο και είδε τη Φοράδα να συγκρατεί την τσάντα του με το μακρύ δεξί του χέρι, λίγο πριν πέσει. Μη, άφησε την τσάντα μου, μουρμούρισε όπως ακριβώς περίμενε ο δράστης, φροντίζοντας να μην κάνει φασαρία. Α, δική σου είναι  λοιπόν η τσάντα, είπε η Φοράδα, σπρώχνοντάς της λίγο πιο κάτω. Τότε να την αφήσω. Ο Χαβαλές, ψόφιος για τέτοια, κάτι υποπτεύθηκε και μισογύρισε χαμογελώντας.
         Πέρασαν μερικά λεπτά με την τσάντα να παλιδρομεί δέκα με είκοσι εκατοστά από την άκρη των δακτύλων του Κινέζου. Όταν αυτός διαπίστωσε ότι οι χαμηλόφωνες επικλήσεις στον φίλο του αδυνατούσαν να υπερνικήσουν τα φάσμα της βαριεστημάρας, αν μάλιστα δεν χειροτέρευαν τα πράγματα, προσφέροντας ευπρόσδεκτη διασκέδαση αλλά και κάποια διέξοδο στα ήπια σαδιστικά του ένστικτα, έγυρε υπερβολικά, πάτησε στο πάνω μέρος του κρύου καλοριφέρ κι έβγαλε το μισό του σώμα έξω στην προσπάθεια να την πιάσει.
         Δημήτρη, κάνε σώμα, είπε τότε η Φοράδα με κείνη την ολέθρια αιφνίδια έμπνευση που κάποτε έρχεται κατά την εξέλιξη των αδικημάτων και μετατρέπει πταίσματα και πλημμελήματα σε κακουρ-γήματα. Ο Χαβαλές ακαριαία ορθώθηκε και φούσκωσε και, με τα σχεδόν δύο μέτρα του και περίπου εκατό κιλά του, κάλυψε με πλήρη επάρκεια τη σκηνή του δράματος. Η Φοράδα έσπρωξε ελαφρά τον Κινέζο, δήθεν βοηθώντας τον να πιάσει την τσάντα του και, τη κρίσιμη στιγμή, απλούστατα την άφησε. Όπως είχε υποσχεθεί  Την άφησε να πέσει κάτω.          
         Την ώρα εκείνη που όλα τα θηρία ήταν φυλακισμένα στα κλουβιά τους και η γαλήνη βασίλευε ακόμη στα γήπεδα, ο κηπουρός, ο αγαθός και δημοφιλής κυρ Μήτσος, κάτι τσάπιζε ή κάτι μάζευε με την τσουγκράνα, καμιά τριανταριά μέτρα πιο κάτω. Το βλέμμα του τυχαία έπεσε στο παράθυρο της τάξης, αριστερά από την κεντρική είσοδο, και είδε έναν μαθητή να κάνει ένα τεράστιο άλμα και να προσγειώνεται σχεδόν ακροβατικά στο χώμα. Το εργαλείο του ξέφυγε από τα χέρια κι έμεινε εκεί να χάσκει με μια απερίγραπτη έκφραση στο πρόσωπο.
        Το μάθημα στην τάξη συνεχιζόταν με τον αρχαιολάτρη καθηγητή στη στομφώδη κορύφωση της απαγγελίας. Οι πιο πολλοί από κάτω είχαν ανακαθίσει με το χέρι τους στο στόμα ενώ ταυτόχρονα το θερμόμετρο της έντασης και της προσμονής είχε ξεκολλήσει απότομα από το μηδέν και συνεχώς ανέβαινε. Ο καθηγητής πρόσεξε κάποτε την αλλαγή στις αντιδράσεις της τάξης και την απέδωσε, όπως ήταν φυσικό, στο συναρπαστικό του κείμενο.
        Και τότε χτύπησε η πόρτα και όλοι κράτησαν την ανάσα τους. Εμπρός, είπε ο φιλόλογος. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε με ελαφρά σκυμμένο το κεφάλι ο Κινέζος. Κρατώντας σφιχτά την τσάντα του και ματαια προσπαθώντας να καταπνίξει τους μορφασμούς και το γνωστό του αλλά πιο έντονο τώρα χαμόγελο. Ταχύτατα πέρασε πίσω από την έδρα και διολίσθησε από τον διάδρομο στη θέση του με έναν αναστεναγμό υπέρτατης ανακούφισης. Η Φοράδα και ο Χαβαλές είχαν εγκαίρως βέβαια φορέσει το απόλυτα αθώο χαρτοπαικτικό τους πρόσωπο.
        Ο καθηγητής συνέχισε για λίγο απτόητος το διάβασμα. Μετά και σαν να τον απασχολούσε κάτι, σταμάτησε και, με καθυστερημένη απορία, ρώτησε. Πού ήσουν εσύ, παιδί μου; Ο Κινέζος κοίταξε δεξιά και αριστερά και δεν τόλμησε να βγάλει άχνα. Όταν η ερώτηση επαναλήφθηκε, στη θέση του Κινέζου απάντησε θρασύτατα ο Χαβαλές. Μα, για νερό βεβαίως, κύριε καθηγητά. Και του έδωσα εγώ άδεια; Του δώσατε, του δώσατε, αναφώνησε τότε εν χορώ η τάξη.
        Στο σημείο αυτό έληξε και το όλο θέμα καθώς δεν υπήρχε άλλη εξήγηση, ήταν αδύνατον να υπάρχει άλλη εξήγηση. Ο καθηγητής συνέχισε το διάβασμα και η τάξη σταδιακά επανήλθε στον φυσιολογικό της λήθαργο με κάποιες ανεπαίσθητες ενδείξεις αδημονίας. Έως ότου λυτρωτικά χτύπησε επιτέλους το κουδούνι.
        Με την αποχώρηση του καθηγητή, σαν να πετάχτηκε φελλός σαμπάνιας, έπεσε το μγάλο γέλιο. Και ήταν ακόμη μεγαλύτερο καθώς οι τρείς ένοχοι δεν ήταν καθόλου βέβαιοι ότι ο κίνδυνος της αποκάλυψης είχε περάσει. Ο Κινέζος αποπειράθηκε λιγάκι να θυμώσει, να εκφράσει έστω τη δυσαρέσκειά του. Καθώς δεχόταν όμως βροχή τα επιφωνήματα, σπρωμίματα και καρπαζιές, τα πιο θερμά δηλαδή συγχαρητήρια της τάξης, άφησε ηδονικά το κύμα να τον παρασύρει.
        Τώρα τι άλλο είπαν ο Χαβαλές, ο Κινέζος και η Φοράδα, όταν σύντομα έμειναν μόνοι τους και πριν και πάλι εγκύψουν στις περίπου νόμιμες δραστηριότητές τους, δεν έγινε ποτέ γνωστό. Τους είδαν πάντως να βγαίνουν μισαγκαλιασμένοι από την κεντρική είσοδο του σχολείου για το εικοσά-λεπτο μεγάλο διάλειμμα,  με το αιώνιο άλλοθι υπό μορφή βιβλίου στο άλλο χέρι, και να ανακα-τεύονται παρακάτω με τα παιδιά από το πρακτικό που απαιτούσαν να μάθουν τι έγινε, ασφαλώς με κάθε λεπτομέρεια.  

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

Δωρεάν παιδεία


Τα φύλλα του κισσού, που κάλυπταν δω κι εκεί την πελεκημένη πέτρα, έπαιρναν το φθινόπωρο ένα κόκκινο χρώμα ψηλά ως τη στέγη. Κόκκινο βαθύ μεθυστικό όπως ο ήλιος όταν βασιλεύει στον Θερμαϊκό ή το εφηβικό αίμα. Κάτι σαν σήμα κινδύνου για τον επερχόμενο χειμώνα στεφάνωνε τα παράθυρα σε όλη την περίμετρο. Μ' αυτόν τον τρόπο, το κεντρικό κτίριο του σχολείου έκρυβε προσωρινά το απατηλό του γκρίζο, προστάτευε τους χυμούς του κι ετοιμαζόταν για την εποχή της παγωνιάς.

Ο μακρύς διάδρομος της ανατολικής πλευράς στο ισόγειο ήταν ένας χώρος οικείος και επίφοβος. Εκεί βρισκόταν το γραφείο του προέδρου, η διοίκηση και η γραμματεία κι εκεί, ακουμπισμένοι στον τοίχο σκυθρωποί ή εξωτερικά αδιάφοροι, περίμεναν με αγωνία οι παραβάτες να τους φωνάξουν για κάποια επίπληξη τουλάχιστον ή τιμωρία, ή, στη χειρότερη περίπτωση, αποβολή. Περίμεναν και προσπαθούσαν φυσικά να επινοήσουν πιθανές και συχνότερα απίθανες δικαιολογίες.

Ο κοντός μεσήλικας με το στρόγγυλο πρόσωπο και τ' αραιά μαλλιά πάνω σ' ένα γυαλιστερό κρανίο, χείλη λεπτά και στενά μάτια που ζύγιζαν αμείλικτα τα πάντα, ο διαχειριστής με τα κρεπ παπούτσια, το γκρι κοστούμι και το μάλλινο πουλοβεράκι,  καθόταν στο γραφείο του και  μελετούσε με εμβρίθεια αριθμούς και καταστάσεις. Κατά διαστήματα, έκανε προσθέσεις σε μια αριθμομηχανή με χαρτοταινία δεξιά του και τις καταχωρούσε στα κιτάπια του. Από αριστερά έμπαινε διστακτικά το φως και κάποια υποψία θορύβου.

Χτύπησε σιγανά η πόρτα. Εκείνος άκουσε αλλά δεν διέκοψε. Περίμενε τον καθυστερημένο δεύτερο χτύπο κια ύστερα απάντησε κοφτά και μονολεκτικά. Μπήκε με ολοφάνερη αμηχανία και στάθηκε κάπως μακριά του ένας από τους μικρότερους μαθητές. Ψηλός, μελαχρινός, μάλλον αδύνατος, αρκετά ασουλούπωτος μ' ένα παλιό σακάκι και παντελόνι. Τα πρώτα γένια και σπυράκια είχαν κάνει την εμφάνισή τους στα μάγουλα και το πηγούνι του.

Ο κοντόσωμος καραμανλής με την αγέλαστη γραβάτα συνέχισε να μελετάει με την ησυχία του τα χαρτιά του. Κανείς δεν ήξερε με βεβαιότητα, και δεν τολμούσε βέβαια να ρωτήσει, αν επισήμως είχε ή δεν είχε τα πειθαρχικά καθήκοντα που με μεγάλη απόλαυση ασκούσε. Όταν έκρινε ότι είχε φτάσει η ώρα, άφησε κάτω το στυλό και σήκωσε τα μάτια. Από το βλέμμα του σπάνια έλειπε μια σκιά αποδοκιμασίας προς κάθε κατεύθυνση. Περιεργάστηκε, μέσα από τους μυωπικούς φακούς, υπομονετικά τον μαθητή σαν να είχε κατορθώσει να τον βλέπει και πάλι για πρώτη φορά. Με λιγότερη περιφρόνηση και περισσότερη διάθεση αυστηρότητας και ίσως τιμωρίας, και σίγουρα εξαιρετικά αποδοτικός στην εργασία του, μπήκε χωρίς άλλη χρονοτριβή κατευθείαν στο θέμα.

Λοιπόν, τι γίνεται, το είπες στον πατέρα σου; Πότε επιτέλους θα πληρώσει; είπε με ένρινη φωνή ανοίγοντας ελάχιστα το στόμα. Τέλος Νοεμβρίου, πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, κι εσύ χρωστάς από το δεύτερο εξάμηνο πέρσι. Λέγε, τζάμπα θα σε σπουδάζουμε;

Ίσως η μεγαλύτερή του ικανότητα, που έμοιαζε με φυσικό ταλέντο, ήταν να επιλέγει εκείνες τις ερωτήσεις και να τις υποβάλει με τέτοιο τρόπο που ο άλλος, και ιδιαίτερα ένας μαθητής, να είναι αδύνατον να απαντήσει. Ο νεαρός είχε τώρα σκύψει κάπως το κεφάλι με πλήρη επίγνωση της ενοχής του. Τα χέρια του κρέμονταν αδέξια στο πλάι και στο μέτωπό του είχε χαραχτεί μια πρόωρη ρυτίδα. Με δυσκολία έκρυψε έναν μορφασμό και άνοιξε ελαφρά τα πόδια, λες και θα ισορροπούσε έτσι καλύτερα. Το πένθιμο ύφος του τονίστηκε από μια έκφραση απελπισίας.

Κύριε, είπε και σταμάτησε. Κύριε, επανέλαβε μετά, προσθέτοντας το όνομα του διαχειριστή με προσοχή για να μην το προφέρει λάθος. Μπορείτε να μου πείτε τι άλλο να κάνω; Την περασμένη εβδομάδα έδωσα στον πατέρα μου το μήνυμά σας και μου είπε ότι περιμένει σε δυο-τρεις μήνες να κλείσουν κάτι παλιές δουλειές και τότε να εξοφλήσει τα δίδακτρα.

Στην έκφραση του διαχειριστή, η αγανάκτηση και η περιφρόνηση είχαν ήδη κυριαρχήσει, εκτοπίζοντας την αυστηρότητα. Πώς είπες; έκανε σαν να να μην πίστευε στ' αυτιά του. Ο μαθητής έμεινε βουβός. Άκου, εδώ είναι ιδιωτικό σχολείο. Αν δεν είχατε παράδες, τότε να πήγαινες στο δημόσιο. Ξέρεις τι έξοδα πρέπει να καλύψουμε εμείς; Ένα σωρό μισθούς καθηγητών, προσωπικού, φως νερό, τηλέφωνο. Τι να στα λέω τώρα; Το σχολείο δεν βγαίνει. Πες μου, παιδί μου, αν δεν πληρώνεις εσύ, αν δεν πληρώνει ο ένας και ο άλλος, πώς θα λειτουργήσει το σχολείο;

 Τη στιγμή εκείνη χτύπησε το τηλέφωνο και ο διαχειριστής εγκατέλειψε πρσωρινά το θήραμά του. Το ύφος του προσέλαβε ακαριαία μια έκφραση κάπου στο μεταίχμιο της επιφανειακής εγκαρδιότητας και της αξιοπρεπούς υποταγής. Μίλησε αγγλικά με ευχέρεια και επάρκεια, και με το αναπόφευκτο κατάλοιπο στην προφορά από τα βάθη της ανατολής. Ο μαθητής πήρε μια βαθιά ανάσα. Παρόλο που με τρόμο είχε προβλέψει τι θα γινόταν όταν τον κάλεσαν στο μεγάλο διάλειμμα στο γραφείο, είχε φτάσει τώρα στα όρια της απόγνωσης. Γιατί ούτε και ο ίδιος πολυπίστευε ότι οι υποσχέσεις του πατέρα του θα είχαν κάποιο αντίκρισμα.

Η εμπορική εταιρία του είχε πριν ένα χρόνο περίπου πτωχεύσει κι δεν χρωστούσαν βέβαια μόνο στο σχολείο. Αντιμετώπιζαν μεγάλες οικονομικές δυσκολίες στο σπίτι, ακόμα και για το φαγητό, και το όνειρο του πατέρα του να μάθει ο γιος του αγγλικά για να τον βοηθήσει στις συναλλαγές του με το εξωτερικό, έμοιαζε τώρα με κακόγουστο ανέκδοτο. Πριν λίγες μέρες μάλιστα, καταπίνοντας τον εγωισμό του, τον είχε παροτρύνει να πάει να μείνει με τη μητέρα του που είχε ξαναπαντρευτεί. Από καιρό τώρα του δίνανε ακριβώς τα ναύλα του και μια φορά, που λιμπίστηκε ένα κουλούρι και δεν άντεξε στον πειρασμό, αναγκάστηκε τελικά να περπατήσει έξι χιλιόμετρα ως το σπίτι.

Εκείνο που δεν μπορούσε βέβαια να ξέρει ο μαθητής, το απίστευτο για τους τρίτους που αυθόρμητα ταύτιζαν το αμερικανικό κολλέγιο με τη χλιδή, ήταν ότι το σχολείο είχε έλλειμμα στον προϋπο-λογισμό του και, επιπλέον, είχε κληρονομήσει από την προηγούμενη διοίκηση ένα σοβαρό χρέος. Την παρακολούθηση των οικονομικών και την αποπληρωμή του χρέους είχε αναλάβει προσωπικά ο πρόεδρος και, βέβαια, ο διαχειριστής που ήταν και παλιός απόφοιτος.

Το τηλεφώνημα όμως είχε τελειώσει και ο διαχειριστής ακούμπησε το ακουστικό στη θέση του. Πού είχαμε μείνει; ρώτησε, μη περιμένοντας απάντηση. Λοιπόν, ακόμη κι εσύ καταλαβαίνεις ότι χωρίς λεφτά δεν μπορεί να συνεχίσει τη λειτουργία του ένα σχολείο. Ακολούθησαν στιγμές ταπεινωτικής αμηχανίας για τον μικρό και επαγγελματικής αδημονίας για τον μεγάλο .

Τότε να φύγω, ψέλλισε ο έφηβος. Πρόσωπο ανεπιθύμητο, αυτό είμαι, σκέφτηκε, όλοι φεύγουν από μένα ή θέλουν να με διώξουν. Να φύγω όμως από το σχολείο μου, να φύγω από τους φίλους μου, τώρα στον τρίτο χρόνο; Αισθάνθηκε να φουντώνει μέσα του απειλητικά μια πίκρα, μια απόγνωση, που έγινε αποφασιστικότητα μπροστά στο αναπότρεπτο. Θα πω στον πατέρα μου ότι θα φύγω, πρόσθεσε κατηγορηματικά και μεγαλόφωνα.

Ο διαχειριστής φάνηκε να μαλακώνει κάπως, χωρίς να υποχωρήσει. Θα πεις στον πατέρα σου να στείλει τα λεφτά, τόνισε, δεν σου είπα εγώ να φύγεις. Αν είναι εντάξει, δεν υπάρχει λόγος να φύγεις. Έπειτα, τι ιστορίες είναι αυτές, σε δυο-τρεις μήνες και οι δουλειές που θα τελειώσουν; Ξέρεις τι μου θυμίζει αυτό; Στα χείλη του έσκασε κάτι σαν χαμόγελο. Μου θυμίζει την ιστορία εκείνη με τον χότζα.

Ο υπόλογος έκανε μια βίαιη κίνηση οργής αλλά συγκρατήθηκε. Οργής για τους γονείς του, οργής για τον εαυτό του, και πολύ λιγότερο για τον διαχειριστή. Είχα χορτάσει με την τουρκική θυμοσοφία κι ελάχιστη διάθεση είχε για ανέκδοτα. Μ' αυτές τις ιστορίες απ' τον μικρασιάτη πατέρα σου είχε μεγαλώσει, αρκετές φορές τις είχε ακούσει αυτοπροσώπως από τον διαχειριστή και περισσότερες σε ελεύθερη απόδοση από τους μεγαλύτερους.

Αυτό που λες μου θυμίζει, συνέχισε ο διαχειριστής απτόητος, τον χότζα στην Τουρκία που χρω-στούσε πενήντα γρόσια και δεν πλήρωνε. Ο δανειστής τον πίεζε και μια μέρα τον στρίμωξε για τα καλά. Να σου πω τι θα κάνω για να σου επιστρέψω τα λεφτά σου, του είπε ο χότζας. Όπως ξέρεις, το χωράφι μου είναι στο πέρασμα από το λιβάδι προς τον κάμπο. Θα φυτέψω λοιπόν αγκάθια και όταν οι βοσκοί κατεβάσουν το φθινόπωρο τα πρόβατα για τα χειμαδιά, θα σκαλώσει το μαλλί του στ' αγκάθια. Ε, τότε εγώ θα το μαζέψω, θα το γνέσει η γυναίκα μου, θα το πουλήσω στο παζάρι και θα σε πληρώσω.

Πρός το τέλος της αφήγησης, το αρχικά λυμφατικό χαμόγελο απλώθηκε θριαμβευτικά στα χείλη του, όχι όμως και στα μάτια του. Αμέσως μετά φάνηκε να αγανακτεί με τα ίδια τα λόγια του. Τόσο κορόιδο τον περνούσε ο χότζας τον δανειστή. Ζήσε Μάη μου, να φας τριφύλλι. Αυτό μου λες κι εσύ τώρα.

Δεν σας λέω αυτό, είπε ο μαθητής με τόλμη μέσα στην απελπισία του. Κάπου έξω λυτρωτικά χτύπησε το πρώτο κουδούνι για το μάθημα. Ακούστηκαν φωνές και το ποδοβολητό των παιδιών στις σκάλες. Δεν τελειώσαμε ακόμη, τόνισε ο διαχειριστής. Να πεις στον καθηγητή σου ότι ήσουν σ' εμένα.

Αυτό που θέλω να σας πω είναι να περιμένετε λιγάκι, συνέχισε ο μαθητής, ρίχνοντας άθελά του λάδι στη φωτιά. Να περιμένω, τι να περιμένω δηλαδή, να μαζέψεις το μαλλί ή να το γνέσεις; Φούντωσε ακόμη περισσότερο. Ακόμη και το λεωφορείο από το Χαριλάου για το Κολλέγιο σου πληρώνουμε. Και το λεωφορείο, επανέλαβε, τονίζοντας μια μια τις συλλαβές της λέξης. Κι εσύ μου λες να περιμένω. Τέλος πάντων, έχουμε και δουλειά εδώ, το ξέρεις; Λοιπόν, είπε σαν ν' ανακεφαλαίωνε. Θα περιμένω απάντηση από τον πατέρα σου. Συγκεκριμένη απάντηση και γρήγορα. Όχι την άνοιξη, όχι μετά τ' αλώνια. Θα περιμένω να φέρεις τα λεφτά. Εντάξει;

Εντάξει, είπε ο μαθητής, σαν να κατέθετε τα όπλα που ποτέ δεν είχε. Να πάω στο μάθημά μου τώρα; Ο διαχειριστής έγνεψε καταφατικά, κάνοντας και μια κίνηση του χεριού προς τα έξω, κι εκείνος οπισθοχώρησε και χτύπησε τον ώμο του στην κάσα της πόρτας. Ο διαχειριστής κούνησε το κεφάλι του κι έμεινε για λίγο να κοιτάζει, μην ξέροντας πια τι άλλο να ελεεινολογήσει. Ύστερα βυθίστηκε πάλι στα χαρτιά του.

Ο έφηβος ανέβηκε τις σκάλες με σκυμμένο τώρα το κεφάλι του σαν να μετρούσε προσεκτικά τα βήματά του. Πριν φτάσει στην τάξη του, πέρασε από μια άδεια αίθουσα, κοντοστάθηκε και, υπακούοντας σε τυφλή παρόρμηση, μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα. Πήρε φόρα και σημάδεψε με το πόδι ένα θρανίο αλλά ύστερα σταμάτησε, στηρίχτηκε με ανοιχτά τα χέρια ψηλά στον πίνακα και άρχισε να κλωταει τον τοίχο. Κλωτσούσε μα ολοένα αυξανόμενη δύναμη χωρίς να βγάλει αναστε-ναγμό, ούτε λέξη, δαγκώνοντας τα χείλη του και με κλειστά τα μάτια. Κλωτσούσε έως ότου σχηματίστηκε μια ακανόνιστη μουτζούρα στην επιφάνεια.

Κάποτε συνήλθε εξουθενωμένος πια και κάπως ήρεμος, κοίταξε τριγύρω του, περιεργάστηκε τον εάυτό του .Στο βάθος, έξω από το παράθυρο, είδε κατάφυτες τις απαλές καμπύλες των λόφων ως τον ορεινό όγκο του Χορτιάτη. Σαν κάτι να αποφάσισε, σήκωσε το κεφάλι του, βγήκε και χτύπησε την πόρτα της τάξης του. Με φώναξαν στο γραφείο, κύριε, είπε στον καθηγητή, για να μου δώσουν ένα μήνυμα για τον πατέρα μου Όχι, δεν έχει τίποτα το πόδι μου. Ναι, είμαι βέβαιος. Κουτσαίνω γιατί το χτύπησα λιγάκι παίζοντας μπάλα, θα περάσει. 

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Άλυτα προβλήματα


Όπως μπορεί να πιστοποιήσει και ο Αγάπης, πρώην διαπρεπής ανεβαδόρος στο βόλει και τώρα μαθηματικός ανάλογης εμβέλειας, υπάρχουν εύκολα προβλήματα και δύσκολα προβλήματα. Υπάρχουν και προβληματα που είναι εύκολα για μερικούς και δύσκολα για άλλους. Για τους οποίους άλλους, μπορεί να είναι εύκολα τα προβλήματα που για τους πρώτους είναι δύσκολα. Υπάρχουν προβλήματα που διδάσκεται κανείς πώς να τα λύνει. Υπάρχουν όμως και άλυτα προβλήματα. Άλυτα από τη φύση τους και για τον ευφυέστερο ακόμη.

Όταν λοιπόν βρεθεί κανείς αντιμέτωπος μ' αυτή την τελευταία κατηγορία προβλημάτων, είναι πολύ φρόνιμο να αναγνωρίσει απ' την αρχή ότι τα προβληματα δεν λύνονται. Και ότι η μοναδική διέξοδος είναι να βρει μια λύση που δεν είναι λύση. Έτσι, παρόλο που η λύση δεν θα είναι λύση, θα έχει οδηγηθεί τουλάχιστον σε κάποια λύση.

Ο νεότερος καθηγητής των μαθημτικών, βεβαίως και του Αγάπη, ήταν άριστος επιστήμων, όπως θα έλεγε και η γιαγιά του. Και ήξερε να λύνει τα εύκολα προβλήματα, ήξερε να λύνει και τα δύσκολα. Ήξερε ασφαλώς και απείρως περισσότερα. Και έτρεφε ταυτόχρονα την ψευδαίσθηση ότι για κείνον δεν υπήρχε άλυτο πρόβλημα. Αυτό συμβαίνει όταν έχει κανείς μεγάλου βαθμού υπεροψία, συνήθως αδικαιολόγητη.Και όταν έχει χώσει υπερβολικά τη μούρη του μέσα στα βιβλία και τις ασκήσεις επί χάρτου και δεν έχει επαφή με το πεδίον της μάχης. Έτσι, δεν αντιλαμβάνεται τι σημαίνει υπέρτερες δυνάμεις και τι σημαίνει αστάθμητος παράγοντας.

Ο νεότερος καθηγητής των μαθηματικών πίστευε στην επιβολή, πίστευε και στην τιμωρία. Ιδίως για τους μικρούς και τους αδύναμους που δεν μπορούσαν να αντιδράσουν. Πιθανότατα γιατί την είχε και ο ίδιος υποστεί στα παιδικά του χρόνια και ένιωθε μεγάλη ανασφάλεια κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Οι αναλύσεις όμως είναι περιττές, όπως και οι λεπτομέρειες. Το γεγονός παρέμενε ότι, αν και ταπεινής καταγωγής, βασάνιζε την τάξη από την προκαταρκτική ως την τρίτη γυμνασίου τώρα, με την απόλαυση και την ψυχρή μεθοδικότητα τεύτονα ιππότη. Και η τάξη τον έτρεμε. Τον έτρεμε και τον έβριζε πατόκορφα. Από πίσω του βεβαίως ή από μέσα της. Τον έτρεμε και για να τον εκδικηθεί του έβγαζε διάφορα παρατσούκλια.

Ο νεότερος καθηγητής λοιπόν ήταν εμφανώς τσαγκός. Όπως υποδήλωνε και το μαύρο μουστάκι που κάλυπτε αφειδώς το πάνω χείλος του και είχε συχνά ως διακόσμηση μια κρούστα σάλιου. Τσαγκός ήταν και ο μαθητής αυτής της ιστορίας αλλά αφανώς ακόμη. Τσαγκός μα και πρωτότυπος αφού προτιμούσε να τα βάζει με τους ισχυρούς. Κάποτε συνεπώς ήταν αναπόφευκτο να συγκρουστεί ο εμφανώς τσαγκός και ισχυρός καθηγητής με τον αφανώς τσαγκό και ανίσχυρο μαθητή. Και βέβαια να νικήσει ο τσαγκός καθηγητής. Αρκεί να μην εμπλέκονταν στην όλη διαδικασία κάποιοι αστάθμητοι παράγοντες και κάποια άλυτα προβλήματα. Που ο τσαγκός καθηγητής δεν αναγνώριζε και ήθελε, σώνει και καλά, να λύσει, ενώ ο τσαγκός μαθητής ήξερε από ένστικτο τη φύση τους.

Ο μαθητής μπορούσε να διαβάζει το φθινόπωρο με τη δροσούλα, μπορούσε να διαβάζει τον χειμώνα με το κρύο, το έβρισκε αδύνατον όμως να ανοίξει βιβλίο την άνοιξη. Αυτό ήταν το πρώτο άλυτο πρόβλημα. Άλυτο το έκανε η φύση που οργίαζε γύρω απ' τα δεκαπέντε χρόνια. του. Μπροστά λοιπόν στις υπέρτερες δυνάμεις, η κάποια λύση, που δεν ήταν λύση, ήταν ο μαθητής να βγάζει πριν την άνοιξη, δηλαδή, το πρώτο εξάμηνο και το πρώτο δίμηνο του δευτέρου εξαμήνου, τόσο υψηλούς βαθμούς ώστε να περνάει την τάξη ακόμη και με άσσο στο δεύτερο δίμηνο του δευτέρου εξαμήνου και στις εξετάσεις του Ιουνίου.

Έχοντας πάρει,για παράδειγμα, δεκαέξι το πρώτο εξάμηνο και δεκαπέντε το πρώτο δίμηνο του δευτέρου εξαμήνου, του αρκούσε ο άσσος το δεύτερο δίμηνο για να βγάλει οκτώ στα προφορικά, και ο άσσος στις εξετάσεις για να βγάλει τέσσερα συνολικά το δεύτερο εξάμηνο, και έτσι να περάσει με ένα δέκα ως μέσο όρο της βαθμολογίας.

Τις περισσότερες φορές αυτή η έσχατη λύση, με τους περίπλοκους υπολογισμούς, παρέμενε στη θεωρία. Γιατί, παρόλο που δεν διάβαζε καθόλου την άνοιξη, κατάφερνε να αποσπάσει κάποιο λογικό βαθμό. Στην τρίτη γυμνασίου όμως, η προνοητικότητά του αποδείχτηκε σωτήρια. Πρώτο εξάμηνο είχαν άλγεβρα, μάθημα που του άρεσε και το διάβαζε. Αποτέλεσμα ένα δεκαεφτά στον έλεγχο. Δεύτερο εξάμηνο είχαν γεωμετρία, μάθημα που δεν χώνευε και ήταν αδύνατον να το διαβάσει. Με τη φήμη όμως του καλού μαθητή και κάποια πασαλείμματα, πήρε ένα δεκαπέντε στα προφορικά.

Έτσι στις εξετάσεις κατέβηκε σφυρίζοντας ανέμελα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο μαθητής γνώριζε καλά από παλιά με ποιον είχε να κάνει και σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να τον προκαλέσει. Έγραψε λοιπόν τα τρία ζητήματα, όπως τα είχαν εκφωνήσει, έκανε με τον χάρακα τα σχήματα ωραία, ωραία, και έπιασε να λύσει τις ασκήσεις. Μα τι να λύσει, αφού καλά καλά δεν καταλάβαινε τις ερωτήσεις. Και, επιπλέον, μαζί με τις φωνές των φίλων του απέξω, τον τρέλαιναν και τα τζιτζίκια. Του είχε κολλήσει και ένα τραγουδάκι της εποχής και το μυαλό του δήλωνε αποχή από κάθε επίπονη δραστηριότητα.

Διαπίστωσε λοιπόν τη ματαιότητα κάθε προσπάθειας αλλά δεν βιάστηκε να φύγει για να μην γίνει στόχος.Έκανε μια πλήρη ανασκόπηση του προγράμματος των διακοπών, περιεργάστηκε τους συμμαθητές του τριγύρω, που ήταν βυθισμένοι στους ρόμβους και τα τρίγωνα, έξυσε απολαυστικά τη μύτη του .Και ύστερα σηκώθηκε αθόρυβα και παρέδωσε την κόλλα με τα σχήματα. Και κατευθύνθηκε στην αίθουσα των τεχνικών, όπου για τελυταία χρονιά έδιναν εξετάσεις στον όσιο Παραλή.

Τα τεχνικά ήταν ένα ακόμη άλυτο πρόβλημα. Παρόλο που αγαπούσε τη ζωγραφική και κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες ήταν σαν να κρατούσε το μολύβι με αόρατα γάντια πυγμαχίας. Όταν άφηνε ελεύθερο να εκδηλωθεί το φυσικό ταλέντο του, έπαιρνε δώδεκα. Και όταν έβαζε τα δυνατά του για να πετύχει οπωσδήποτε κάτι καλύτερο, έπαιρνε δέκα.

Εκεί λοιπόν που κατά κάποιο τρόπο ζωγράφιζε ένα βάζο, που άλλοτε του έβγαινε περίπου σαν αυγό και άλλοτε σαν τον κεκλιμένο πύργο της Πίζας, να 'σου και αφικνείται ο μαθηματικός με μια στοίβα κόλλες και κάθεται αναψοκοκκινισμένος δίπλα στον Παραλή.Ο πράος και μειλίχιος καλλιτέχνης ήταν αδύνατον να συμπαθεί τον ταύρο που εισέβαλε στο ιδιωτικό υαλοπωλείο του, αλλά και τι να κάνει. Μετά το αρχικό ψου-ψου και μου-μου, ο μαθητής ακούει να προφέρεται μεγαλόφωνα το όνομά του ενώ ο Βύρων από πλάι του ψιθυρίζει, έχει επάνω επάνω τη δική σου κόλλα μ' ένα τεράσιο άσσο.

Η ενδόμυχη ελπίδα να διορθώσει ο καθηγητής τα γραπτά στο σπίτι είχε διαψευστεί. Σηκώνει λοιπόν το χέρι του κι ο μαθηματικός επιτιμητικά του λέει,  τι είναι αυτά, λευκή κόλλα μου έδωσες; Εκείνος δεν θέλει να οξύνει την κατάσταση και απαντάει απολογητικά ότι ναι μεν προσπάθησε, όπως δείχνουν και τα σχήματα, αλλά δυστυχώς δεν μπόρεσε να λύσει τις ασκήσεις. Ο μαθηματικός τον χαβά του. Μα είναι δυνατόν να μην μου γράψεις εσύ, εδώ μου έγραψαν ο τάδε και ο τάδε. Λες και οι δύο τάδε ήταν ηλίθιου με πιστοποιητικό.

Μάταιες κουβέντες και το καταλαβαίνει και ο ίδιος. Όσο μιλάει όμως, τόσο θυμώνει περισσότερο και πλέον κανένας γύρω τους δεν ζωγραφίζει. Σου έβαλα άσσο, λέει απειλητικά, ενώ το πηχτό σάλιο αρχίζει να εμφανίζεται στις άκρες των χειλιών του. Τώρα αισθάνεται και ο ένοχος τις φλέβες να χτυπάνε στους κροτάφους του. Του έρχεται η παρόρμηση να απαντήσει, καλά έκανες και μη μας τα ζαλίζεις, αλλα επαναλαμβάνει μοιρολατρικά, μάλιστα, άσσο. Βλέπει τον μαθηματικό να κάνει απεγνωσμένα πράξεις στο χαρτί και να ζητάει τη γνώμη του Παραλή, λες και δεν ήταν βέβαιος ούτε για τα στοιχειώδη. Και πάλι το άλυτο πρόβλημα, που λέγαμε. Πώς με άσσο να βγάλει μέσο όρο κάτω από δέκα. Με άσσο βγάζεις δεκατρία, ομολογεί και έχει το ύφος του ισπανού ναυάρχου όταν αντικρίζει την καταστροφή της μεγάλης αρμάδας. Το ξέρω, λέει ο μαθητής, κοιτάζοντάς τον ίσια στα μάτια.

Και τότε το γινάτι του τον κάνει να λάβει τη γενναία απόφαση. Θα σου βάλω μείον πέντε, δηλώνει στον μαθητή, για να μείνει μετεξεταστέος. Η τάξη παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα ενώ τα βάζα κινδυνεύουν και στο χαρτί να σπάσουν και ο Παραλής αισθάνεται πολύ δυσάρεστα. Ο μαθητής όμως έχει γίνει μπαρούτι. Περνάω και με μείον εννέα, πετάει το γάντι στον καθηγητή, βάλτε μου μείον δέκα για να μείνω. Α, και μόλις τώρα επινοήσατε ένα νέο σύστημα βαθμολόγησης.

Ο Βύρων δεν μπορεί να συγκρατήσει έναν καγχασμό και, επιτέλους, ο μαθηματικός αντιλαμβάνεται ότι έχει ήδη υπερβεί τα όρια της ξεφτίλας. Ρίχνει λοιπόν μια δηλητηριώδη ματιά στον Βύρωνα, παραβλέπει μέσα στην παραζάλη τον σαρκασμό του ενόχου, και καταλήγει. Εντάξει, μονάδα. Αλλά αυτό δεν πρόκειται να το πάθω και του χρόνου. Θα είμαστε μαζί του χρόνου; ρωτάει τραβώντας το σκοινί ο αυθάδης, ενόψει ενός ατέλειωτου καλοκαιριού, καθώς ο άλλος φεύγει σαν βρεγμένη γάτα.

Μόνοι τους πλέον με τον Παραλή, άλλοι γελάνε ανοιχτά και άλλοι κρύβονται πίσω απ' τις τσάντες, και ο ζωγράφος σηκώνεται και σκύβει πάνω απ' τον μαθητή. Αφού απολαμβάνει στιγμιαία το ανεικονικό αριστούργημα που κυοφορείται στην κόλλα των τεχνικών, του λέει με αναδρομική παράκληση. Μα, δεν του έγραφες κι εσύ κάτι, βρε παιδί μου. Δεν μπόρεσα, κύριε Παραλή, απαντάει εκείνος, τονίζοντας την κάθε συλλαβή και προσπαθώντας να  του μεταδώσει τη συμπάθειά του. Αν θέλει εκείνος να το εκλάβει ως πρόκληση, είναι δική του επιλογή.

Βεβαίως, ο μαθηματικός δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Αφού δεν μπόρεσε να αφήσει μετεξεταστέο τον παραβάτη, έπρεπε κάποιον άλλο να τιμωρήσει. Κατά προτίμηση τον άλλο αυθάδη, εκείνον που είχε το θράσος να καγχάσει. Αντί του τρία λοιπόν που χρειαζόταν ο Βύρων για να περάσει, του έγαλε ένα σαδιστικό δύο για να χάσει το καλοκαίρι του διαβάζοντας. Ταυτόχρονα, ενημέρωσε τους άλλους μαθηματικούς για να αποκλείσει κάθε οδό διαφυγής του ενόχου.

Πέρασαν οι τρεις μήνες των διακοπών και στην αρχή της επόμενης χρονιάς έμπαιναν πάλι ένας ένας οι καθηγητές στις τάξεις. Ο αυθάδης μαθητής, που είχε το βλέμμα του με αγωνία καρφωμένο στην πόρτα, διαπίστωσε ότι ο μαθηματικός ήταν ένας από τους δύο αρχαιότερους καθηγητές. Μετά την ανακούφιση, αποφάσισε να διαβάσει πολύ σοβαρά για να μη δώσει άλλη αφορμή. Το φθινόπωρο
βεβαίως και τον χειμώνα. Κι έβγαλε έναν από τους μεγαλύτερους βαθμούς στην τάξη. Εκείνο που θα μάθαινε αργότερα ήταν ότι ο νέος τους καθηγητής αντιπαθούσε έντονα τον προηγούμενο και είχε ιδιαίτερα διασκεδάσει με το πάθημά του. Ταυτόχρονα, είχε συμπαθήσει ακαριαία τον αυθάδη. Είπαμε, άλυτα προβλήματα και αστάθμητοι παράγοντες.

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Νόστος

Το ραντεβού είναι για μετά τις δέκα και μισή το πρωί της Κυριακής στο ίδιο μέρος πάντα.
Συνήθως πρώτος έρχεται ο Στέργιος, που μένει επάνω στη στροφή της Βίλλας Ρίτζ και
έχει συνηθίσει να ξυπνάει πολύ νωρίς. Λεπτός και σοβαρός και άψογα ντυμένος, διασχίζει
ευθυτενής την απαστράπτουσα καφετέρια ως το βάθος, χαιρετάει το προσωπικό και
παραγγέλλει ένα βραστό καφέ. Ύστερα κάθεται στην αριστερή άκρη του καναπέ, πίσω
από το μακρύ τραπέζι που είναι κρατημένο, αφήνει το τσαντάκι του στο πλάι, καθαρίζει
με μικροβηξίματα από επαγγελματική συνήθεια τον λαιμό του και ανοίγει το Βήμα.

Απέναντι, μακριά πίσω απ' τη θάλασσα, προβάλλει χιονισμένος ο Όλυμπος, κάποιες φορές
με εκπληκτική ευκρίνεια, σχεδόν αγγίζοντας τον ουρανό. Δυο διαδοχικά ημικύκλια απ'
το Μεγάλο στο Μικρό Καραμπουρνάκι, και δεξιά πολύ κοντά ο κόλπος, ακύμαντος σαν
λίμνη. Από κάτω ακριβώς και αριστερά, απλώνεται η ανατολική πλευρά της πόλης, με
κτίρια που σταδιακά αραιώνουν ως το αεροδρόμιο και τον δημόσιο δρόμο για τη
Χαλκιδική. Το μαγαζί διαθέτει κι ένα τεράστιο μπαλκόνι στις κορυφές των πεύκων που
είναι απολαυστικό μόλις ζεστάνει ο καιρός.

Στο μεταξύ, ο Βύρων, πάντα νεανικός και ζωηρός, έχει ξεκινήσει ψηλά πίσω απ' το
Επταπύργιο και, ακολουθώντας τον περιφερειακό, κατεβαίνει στη Μαλακοπή, παρκάρει
καβαλώντας το πεζοδρόμιο και μου χτυπάει το θυροτηλέφωνο. Αισθάνομαι μία μικρή
ενοχή διαρκείας, γιατί ποτέ μου δεν έμαθα να οδηγώ, και φροντίζω να είμαι έτοιμος από
ώρα, μετά το ξύρισμα και το ντουζ και την υπόλοιπη πρωινή ιεροτελεστία και αφού έχω
φέρει μια στοίβα εφημερίδες απ' το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς. Κατεβαίνω σχεδόν
αμέσως, χαζεύω λίγο στο προαύλιο τις ήμερες γάτες της γειτόνισσας, που
κουλουριάζονται ηδονικά στον ήλιο σαν πολύχρωμα κουβάρια από μαλλί, και
συνεχίζουμε μαζί για το Πανόραμα.

Στον δρόμο ακούμε μουσική της δεκαετίας του '50, σχολιάζουμε τον καιρό και τα
ανώμαλα φαινόμενα που ολοένα και πληθαίνουν, και κάνουμε μια σύντομη ανασκόπηση
του χρηματιστηρίου και της οικονομίας. Περνάμε ολοταχώς έξω απ' τον παράδεισο χωρίς
να ρίξουμε ματιά και μακαρίζουμε τον εαυτό μας που έχουμε φίλους αληθινούς από τα
παιδικά μας χρόνια. Αν βρούμε με την πρώτη να παρκάρουμε στ' Αστέρια, είμαστε ακόμη
πιο τυχεροί.

Δεν έχουμε προλάβει να χαιρετίσουμε τον Στέργιο, καμιά φορά με χτύπημα στην πλάτη
και με χειραψία, και να παραγγείλουμε τους δικούς μας καφέδες, και εμφανίζεται ο Τάσος,
φρέσκος, εγκάρδιος και γεροδεμένος. Λογικός έως τετράγωνος, όπως τονίζει και ο ίδιος.
Αυτός ξεκινάει απ' το Μελισσοχώρι ή από την περιοχή του Φοίνικα όταν έχει και την
Κυριακή κάποιο ραντεβού στο γραφείο. Ο άλλος Τάσος, ο πιο χαρούμενος και φωνακλάς
στην τάξη και ο μοναδικός που επέστρεψε στο σχολείο ως καθηγητής, έρχεται
σπανιότερα, όταν δεν αισθάνεται και τόσο αυστηρός με τους αμετανόητους όπως εγώ,
που δεν εννούν να κόψουν το κάπνισμα.

Έχουμε ήδη τη μικρή απαρτία των τακτικών. Λίγο αργότερα έρχεται ο Στέφανος και
κάποτε ο Φώτης, ο Κώστας και ο Γιώργος. Ο άλλος Γιώργος προτιμάει την ώρα που
ετοιμαζόμαστε να φύγουμε. Τις μέρες που ανεβαίνει ο Αρμένος από την Αθήνα, δεν
αποκλείεται καθόλου να μας αιφνιδιάσει μαζί με τον Κινέζο και ίσως τον Τάκη, που γύρισε
πρόσφατα ύστερα από μια ολόκληρη ζωή στη Γερμανία. Ο Μπόντζος έχει ήδη αποσυρθεί
σε κάποιο χωριό του Πηλίου και είναι εκεί πιο ευτυχισμένος, μόνος με τους σκύλους, τις
γάτες και τα πουλερικά του.

Μπορεί καμιά φορά να έρθουν και οι πολυάσχολοι, όπως ο Χοντρός και ο Δράκος και
βέβαια ο Χαβαλές, συνήθως αφού τους γίνει ειδική πρόσκληση. Η μέση προσέλευση είναι
τέσσερις έως επτά. Πάντως το Αρνί, που έφερνε μαζί του κάποιες παλιές συμμαθήτριες
και προκαλούσε αμηχανία, έχει από καιρό εξαφανιστεί και ο Ντίνος επιμένει, χωρίς να
πείθει του υπόλοιπους, πως είναι καλύτερα στην Πλατεία Αριστοτέλους. Εκείνος που δεν
έρχεται ποτέ είναι ο Πολύβιος.

Όταν μιλάμε σοβαρά, χρησιμοποιούμε τα μικρά ονόματα, αλλιώς τα αιώνια
παρατσούκλια. Φωνάζουμε και μαλώνουμε κάπως λιγότερο, αλλά αυτά που λέμε δεν
διαφέρουν και πολύ από τα τότε, για να μην πω ότι είναι και χειρότερα. Ο Ανώμαλος
σκύβει το κεφάλι και λέει χαμηλόφωνα, σκάστε ρε σεις, αυτοί εδώ πλάι γούρλωσαν τα
μάτια. Εσύ τραγούδησέ μας μια άρια, τον αποπαίρνει ο Τούρκος, κι οι άλλοι γελάνε, έτσι
είμαστε εμείς κι άν τους γουστάρει. Ο Τούρκος είναι διευθυντής στην τράπεζα. Αν δεν
μας έβλεπαν, μπορεί και να νόμιζαν ότι είμαστε μαθητές ή φοιτητές. Πού να ερχόταν και
ο Χαβαλές.

Όταν βρίσκεται σε ολομέλεια, αυτή η για την ηλικία της ανάρμοστα θορυβώδης και
αιρετική παρέα, έχει κάθε στυλοβάτη της κοινωνίας, όπως είχαν προβλέψει οι καθηγητές
μας, χωρίς να αντιλαμβάνονται την ειρωνεία. Έχει τους μηχανικούς και τον
αρχιτέκτονά της, τον οικονομολόγο της και τον χρηματιστή της, τον καθηγητή της και
τον δάσκαλο της αγγλικής, έχει τους υπαλλήλους της και τον αμίμητο διακοσμητή της.
Βεβαίως έχει και τον δικηγόρο της που , πράος και μειλίχιος και αδιόρατα σατανικός,
επισημαίνει τις ποινικές και αστικές συνέπειες. Ο οδοντίατρος είναι παρών κι έχει πολλή
δουλειά αλλά αυτοί που απείρως περισσότερο χρειάζονται, ο μεν γιατρός μένει στη
Μυτιλήνη, ο δε ψυχίατρος στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας. Α, βέβαια, η παρέα βρίθει και
από επιχειρηματίες και διευθύνοντες συμβούλους μεγάλων εταιριών. Άσε μας τώρα, ρε
Τζαχείλα, όπως θα έλεγε, και λέει και ο εξ αυτών Αρμένος.

Μπορεί να έχουμε τεράστιες διαφορές σε πολλά, από εμφάνιση ως χαρακτήρα και
νοοτροπία, κι από τα γενικότερα ενδιαφέροντα ως τα προσωπικά ελαττώματα. Μπορεί
ακόμη να είναι πολύ αργά για να στήσουμε ένα δίτερμα έξω στον δρόμο ή στον μακρύ
διάδρομο που οδηγεί στην καφετέρια. Κανένας μας όμως δεν διστάζει να γελάσει με
αξιώματα και τίτλους, να γελάσει πρώτα με μας τους ίδιους και μετά με διάφορους
καραγκιόζηδες τριγύρω. Δεν άλλαξες καθόλου, ίδιος και απαράλλακτος είσαι όπως στα
δεκάξι, επιμένει κατηγορηματικά στο αυτονόητο ο Τούρκος.

Σε μένα βέβαια έλαχε να γράψω αυτή την ιστορία. Που είναι πέρα για πέρα αληθινή και
ας μου φαίνεται σαν παραμύθι. Πού είναι μια ιστορία και χιλιάδες και ο καθένας θα την
είχε γράψει διαφορετικά. Πολλές φορές από παλιά, ήθελα να μιλήσω για τα χρόνια εκείνα
και πάντοτε με σταματούσε η σκέψη, έ, όχι και βιβλίο για το σχολείο. Έως ότου, με τη
δική της ανεξήγητη διαδικασία, αυτή η φράση ωριμάσει και γίνει ξαφνικά, και βέβαια ένα
βιβλίο για το σχολείο, πέρασαν 43 χρόνια και μεσολάβησαν 18 βιβλία. Κι ακόμη, αν το
είχα γράψει νωρίτερα, το τέλος ίσως να ήταν διαφορετικό και κάπως πιο χαρούμενο.

Να μην ξεχνάμε επίσης ότι έχω εκπληρώσει πια το χρέος μου στην κοινωνία και έλαβα το
αποφυλακιστήριο, με υπογραφή και με σφραγίδα, μαζί με κάποια οδοιπορικά. Μπορεί οι
φύλακες κι οι άλλοι τρόφιμοι στο ίδρυμα να με σημάδεψαν για τα καλά στα ορατά και
ιδίως στα αόρατα, μπορεί το τίμημα που αναγράφεται στο τιμολόγιο να είναι η ζωή μου
και να μου φαίνεται λιγάκι ακριβό αλλά δεν είναι. Δεν είναι καθόλου ακριβό αφού δεν
μπορώ να επικαλεστώ κανενός είδους μεταμέλεια.

Κάθομαι λοιπόν τώρα και κοιτάζω απέναντι τον Όλυμπο και βλέπω τους θεούς να
χαμογελάνε μελαγχολικά. Κάθομαι με την άνεσή μου και κοιτάζω στο ετήσιο περιοδικό
τα κείμενα της χρονιάς που είχα γράψει τότε, κάθομαι και σκαλίζω τα περασμένα. Καθότι
είμαι τύπος κουμαρτζή από τα παιδικά μου χρόνια και ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία
είναι ο Παίκτης, δε ριψοκινδυνεύω για το κέρδος αλλά για το ίδιο το παιχνίδι. Καθότι έχω
πια γίνει άσπονδος φίλος με τα παλιά μου τραύματα, μου αρέσει να εξετάζω τα
εναλλακτικά σενάρια και να αναλογίζομαι τι θα γινόταν σε κάθε μία περίπτωση.

Αν ήμουνα πειθαρχικός και έτρωγα το φαγητό μου. Αν είχα ακούσει τον Πολύβιο κι
είχαμε φύγει μαζί για την Αμερική ή για τη Γη του Πυρός και τις νήσους Γκαλαπάγκος. Κι
αν είχα συναντήσει τη Μπάρμπαρα, εκείνη την ξανθούλα με την οποία
αλληλογραφούσα χρόνια και με περίμενε μάταια στο Ρότσεστερ. Ή αν είχα τελειώσει εδώ
τη Νομική και είχα παντρευτεί την πρώτη μου αγάπη. Τέλος, αν έστω και για μια φορά
δεν υποστήριζα με τόσο πάθος χαμένες υποθέσεις. Όχι, τράπεζα δεν περιλαμβάνουν τα
σενάρια γιατί και οι ταινίες φρίκης έχουν τα όρια τους.

Αυτές είναι μόνον μερικές από τις αρχικές εκδοχές και μέσα απ' το καλειδοσκόπιο
προβάλλουν άλλες πολλές και απίστευτες. Ο καθένας όμως μπορεί να στήνει με τη
φαντασία του άπειρα σκηνικά μιας υποθετικής ζωής και μάλιστα αφαιρώντας επιλεκτικά
κάποια από τα υλικά κακής ποιότητας και μη παραχωρώντας τίποτα από τα τιμαλφή του.
Και ίσως σε κάποια άλλη διάσταση, σε κάποιον άλλο γαλαξία, οι εκδοχές αυτές να
εξελίσσονται απρόσκοπτα αυτή την ίδια τη στιγμή. Όλα είναι πιθανά και όλα γίνονται.
Αν όχι τώρα, σε μια από τις αναρίθμητες ζωές του μέλλοντος, όπως μας παρηγορεί και ο
Γκατουτάμα.

Με οποιαδήποτε όμως εκδοχή, το συμπέρασμα είναι μονότονα το ίδιο. Και πάλι ο ίδιος θα
ήμουνα, και πάλι τα ίδια λάθη θα έκανα. Με το ίδιο πάθος. Όπως τώρα που αισθάνομαι
σαν να έχω μόλις αποφοιτήσει και να μοσχοβολάει το καλοκαίρι. Και να με περιμένει
εκείνη ανθισμένη στον παλιό σύλλογο για μια βόλτα ως τα μπλόκια. Και να μας περιμένει
όλους στη στροφή ένας κόσμος μεθυστικός, και να μας περιμένουν επευφημίες και
χειροκροτήματα στο τέρμα. Και τα σαραντατόσα χρόνια να μην υπήρξαν παρά ένας
λήθαργος ή μια βουτιά στο τίποτα.

Την τελευταία φορά που περπάτησα στις παρυφές του παραδείσου, ο αέρας ήταν
φορτωμένος σκιές και μνήμες. Από το τότε, απ' τον καθένα και το κάθε τι που μας δίδαξε
και μας μεγάλωσε. Από μια alma mater. Όμως, σε ποιές σκιές να ελλοχεύουν ο Μπάκος
και ο Τακατάκας; Να φτιάχνει τα γυαλιά του ο Κώστας που ξεκίνησε στο Σέϊχ-Σου την
κυριακάτικη αυτή συνάντηση; Ίσως να κρύβονται μαζί με τον Μάκη, τον Χαρίτο και τον
Άκη. Και να έχουν αρχίσει μιαν ατέλειωτη συζήτηση με τον Μούτσο και τους άλλους.

Μετά την αποφοίτηση λοιπόν και λίγο αργότερα, αυτή η σφιχτοδεμένη τάξη
κυριολεκτικά σκορπίστηκε στους πέντε ανέμους. Καμιά εικοσαριά έφυγαν για σπουδές
στη Γερμανία, αρκετοί άλλοι στην Αμερική και στην Αθήνα, μερικοί αλλού, ακόμη και
στην Αφρική. Οι υπόλοιποι παρέμειναν στην πόλη μας. Και ακολούθησαν όσα φέρνει η
ζωή.

Ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση να είναι ο Αρμένος, που είναι Έλληνας και είχε
συριακό διαβατήριο. Σπούδασε και παντρεύτηκε στη Γερμανία και πήρε τη γερμανική
υπηκοότητα, έζησε στην Αγγλία και τώρα βρίσκεται ξενιτεμένος στην Αθήνα.
Ξενιτεμένος από πού; Μα από την παλιά Ανθέων φυσικά και από τους φίλους. Εγώ ο ίδιος
άλλαξα είκοσι μόνιμες κατοικίες στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, στο Λονδίνο. Πολλοί
επέστρεψαν άλλά υπάρχουν και αρκετοί που ακόμα ζουν στις χώρες των σπουδών τους.

Από το 1982, γιορτάζουμε κάθε πέντε χρόνια την επιστροφή στο σχολείο, μαζί αγόρια και
κορίτσια. Έρχονται οι περισσότεροι από κάθε γωνιά του κόσμου, έρχονται και δυο-τρεις
από τους τότε νεαρούς καθηγητές. Η αρχική συνάντηση γίνεται έξω από το κεντρικό
κτίριο με καφέδες και αναψυκτικά. Με χαρές, εκπλήξεις και επιφωνήματα. Μπορεί να δεις
ξαφνικά μπροστά σου τον Γρηγόρη, τον Ερρίκο ή τον Μανώλη. Ελεεινολογούμε
διακριτικά τις φθορές του χρόνου, κάνουμε βόλτες στα δρομάκια και βλέπουμε τα
γήπεδα, μπαίνουμε και καθόμαστε στην παλιά αίθουσα του κλασσικού.

Ο Χαβαλές επαναλαμβάνει κάποια από τ' αρχαία καλαμπούρια και ζωγραφίζει στον
πίνακα. Θυμόμαστε τον Τούρκο ν' αντιγράφει κάτω από την μύτη του καθηγητή, τον
Κινέζο να πηδάει απ' το παράθυρο την ώρα του μαθήματος, τον Παπαδημητρίου και τον
Μποτσάκη να παραδίδουν μαθηματικά, τον Παραρά να μας θωρεί ακίνητος και να
δακρύζει. Θυμόμαστε τον μαύρο φιλόλογο, Σμώλγουντ, να διαβάζει με εκπληκτική
άρθρωση και παραστατικές χειρονομίες τους λόγους του Βρούτου και του Αντώνιου
πάνω από το πτώμα του δολοφονημένου Ιούλιου Καίσαρα. Θυμάται ο καθένας ότι
θυμάται., Ο πρόεδρος μας ξεναγεί και όλοι θαυμάζουμε τις καινούριες εγκαταστάσεις.
Καθόμαστε να φάμε, εκφωνούνται λόγοι, κάνουμε προσκλητήριο απόντων. Ακολουθεί μια
εκδρομή, συνήθως στη Χαλκιδική.

Οι φιλίες όχι μόνον παραμένουν αλλά και ενισχύονται όπως ο ρυθμός του
μαραθωνοδρόμου όταν μπαίνει στο στάδιο εξουθενωμένος και βλέπει πια στο βάθος την
τελική γραμμή. Διαπιστώνει κανείς ότι χαίρεται ακόμη και με κείνους που κάποτε δεν
χώνευε. Πριν λίγες μέρες καταλήξαμε ότι θα πρέπει πλέον η συνάντηση να γίνεται κάθε
ένα ή το πολύ δύο χρόνια.

Και να που ο Στέργιος με σπρώχνει στον ώμο και συνέρχομαι. Πάλι αφαιρέθηκες, μου
λέει. Αυτή είναι μια πολύ παλιά συνήθεια, μέσα και έξω από την τάξη. Φεύγω από την
ρουτίνα, μετατοπίζομαι και καταδύομαι σε κείνο που με μαγνητίζει. Έτσι, μπορεί να
κοιτάζω και να μην βλέπω, να είμαι όλος προσοχή και να μην ακούω τίποτα. Να
απουσιάζω. Και ξαφνικά να επανέρχομαι και να πιάνω λέξεις από την τελευταία φράση.


Είναι ήδη περίπου μία και τέταρτο και έχουμε τελειώσει και τον δεύτερο καφέ. Η αίθουσα
έχει γεμίσει από ένα πλήθος πολύβουο και καλοντυμένο. Και ξένο εντελώς. Εκεί που
κάποτε του ξέραμε όλους. Σηκωνόμαστε, αφήνουμε με υστεροβουλία ένα γενναίο
φιλοδώρημα και βγαίνουμε στον δρόμο. Μαζευόμαστε σε κύκλο, καμιά φορά ο ένας με το
χέρι στους ώμους του άλλου. Την άλλη Κυριακή, λοιπόν. Εγώ θα λείπω σε ταξίδι, λέει ο
Τάσος. Γεια και χαρά και ο καθένας στο αυτοκίνητό του.

Κατεβαίνουμε τα υψώματα και ρίχνουμε τώρα μια κλεφτή ματιά καθώς περνάμε έξω απ'
τον παράδεισο. Μπορούμε να τον διακρίνουμε αμυδρά αλλά η είσοδος μάς είναι
απαγορευμένη. Γιατί ο παράδεισος υπάρχει βέβαια, ο ίδιος πάντα και στα ίδια μέρη αλλά
στον παρελθόντα χρόνο. Είναι μια χώρα μακρινή, προσωρινή μα και αιώνια, με πρόσωπα
που αναδύονται αστραφτερά μέσα από θαμπές φωτογραφίες. Μια χώρα ανεξιχνίαστη μα
και παράξενα οικεία.

Η είσοδος μάς είναι απαγορευμένη γιατί ο παράδεισος αγνοεί το όνομά του. Όταν τον
λες παράδεισο, χαμογελάει ειρωνικά. Όταν πας να τον αγγίξεις, αποτραβιέται σαν τα
σταφύλια του μυθικού Ταντάλου. Το μόνο που σου επιτρέπεται είναι να εισπνέεις το
άρωμά του κάπου κάπου. Η είσοδος μάς είναι απαγορευμένη γιατί ο παράδεισος φοράει
μαγικά γυαλιά σε χρώμα βαθύ γαλάζιο. Έτσι, δεν βλέπει μακριά, δεν νοιάζεται και για
πολλά, και δεν ρωτάει τον λόγο και αν στο διπλανό κουδούνι ανοίγει η πόρτα για την
κόλαση.

Όμως κι εμείς κάποτε υπήρξαμε παιδιά του παραδείσου. Μπορείτε να το διαπιστώσετε απ'
το ελάχιστο γαλάζιο που απομένει στο βάθος των ματιών μας. Μα παραβήκαμε τους
νόμους του με ενθουσιασμό και απερισκεψία. Έτσι, συνήλθε το πειθαρχικό συμβούλιο
και δικαίως μας απέβαλε για πάντα. Από τότε, έχουμε επανειλημμένα ζητήσει να
εξεταστεί και πάλι η υπόθεσή μας με μεγαλύτερη επιείκεια. Έχουμε αναθέσει και στον
νομικό μας σύμβουλο, που γνωρίζει άριστα το θέμα, να υποβάλει αρμοδίως τις σχετικές
αιτήσεις. Έχουμε, επιπλέον, προσφερθεί να παραδώσουμε όλα τα επίγεια αγαθά μας,
έχουμε υποσχεθεί να μην προφέρουμε ποτέ το όνομά του, και να φορέσουμε και πάλι τα
μαγικά γυαλιά σε χρώμα βαθύ γαλάζιο.

Δεν έχουμε λάβει ως τώρα καμία απάντηση. Και όσο κι αν εξακολουθούμε παράλογα να
ελπίζουμε, το ξέρουμε καλά πως δεν υπάρχει αντάλλαγμα, ότι ο νομοθέτης είναι
άτεγκτος και τα όργανα ανίσχυρα. ΄Ισως γιαυτό στον Όλυμπο απέναντι, τις μέρες που
είναι χιονισμένος και οι κορφές του, μέσα σ' εκπληκτική διαφάνεια, σχεδόν αγγίζουν τον
ουρανό, βλέπουμε τους θεούς να χαμογελάνε μελαγχολικά. Σαν να ζητάνε εκείνοι τη
δική μας επιείκεια.

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Το τραμ και το τραμάκι

Με την ανία και την ταλαιπωρία του λεωφορείου κι από το γεγονός ότι η διαδρομή του δεν
βόλευε τον Κουνουπίδα, η παρέα των τεσσάρων κάποτε ανακάλυψε τα πλεονεκτήματα του
τραμ. Ήταν η εποχή που η πόλη έδινε αντιπαροχή την ψυχή της για ένα λουτροκαμπινέ κι
ένα βαρέλι πετρελαίου στο στενό μπαλκόνι κάποιας θλιβερής πολυκατοικίας των
εργολάβων. Τα τελευταία χρόνια πριν ξηλώσουν τις σιδηροτροχιές για ν’ αλωνίζουν
ανενόχλητα τα λεωφορεία.

Στο τραμ υπήρχαν δυο βαγόνια, το πρώτο ή ρυμουλκό πιο κυριλέ, με τον τραμβαγέρη μέσα
στη στολή και το κασκέτο των τροχιοδρομικών, εκεί που κάθονταν με κλειστά τα γόνατα οι
μεγάλοι και οι καθωσπρέπει. Και το δεύτερο ή ρυμουλκούμενο, κάπως ταλαίπωρο και λαϊκό
και πιο φιλόξενο, όπως ακριβώς το προτιμούσαν. Ο εισπράκτορας με την τσάντα κι όλα τα
σύνεργα πηγαινοερχόταν από το ένα βαγόνι στο άλλο.

Το όχημα περνούσε από μπαχτσέδες και από σπίτια χαμηλά πνιγμένα στα λουλούδια.
Περνούσε από τα γύφτικα και άλλες γειτονιές σχεδόν ερημικές και άγνωστες. Εκεί δεν
σύχναζαν βεβαίως καθηγητές και άλλα πλάσματα από τη φύση τους ενοχλητικά και
επικίνδυνα. Κατά τη Δελφών, κάπου στη μέση της διαδρομής κοντά το ρέμα, υπήρχε κι ένα
συνοικιακό λούνα πάρκ με προσιτές τιμές, ακόμη και για το ισχνό τους χαρτζιλίκι κι έναν
ιδιοκτήτη που τους υποδεχόταν με χαμόγελα. Εκεί άραζαν συχνά με καφεδάκια και
επιτραπέζια παιχνίδια μέχρι να φτάσει η ώρα να πάρουν τον δρόμο για το σπίτι.

Κάπως έτσι, το τραμ και το τραμάκι του υιοθέτησαν. Λεωφορείο πια έπαιρναν μόνο το πρωί
ενώ στην επιστροφή το πάγιο ραντεβού τους ήταν έξω απ’ τον φυστικά για το τραμάκι. Που
όταν έφτανε στις μονές ράγες, ο εισπράκτορας γύριζε τον μακαρά απ΄ την άλλη μεριά για να
ακολουθήσει την αντίθετη κατεύθυνση. Ήταν πια στην τελευταία τάξη με τα σχέδια και των
τεσσάρων να συνεχίσουν τις σπουδές τους στην Αμερική. Έτσι, κάθε κουβέντα και κάθε
πλάκα ξεκινούσε απ’ αυτή τη συναρπαστική προοπτική.

Τα πρωινά εκείνα ιδίως που, φτάνοντας χωρίς καμία διάθεση για μάθημα πενήντα μέτρα από
το τελευταίο λεωφορείο για το σχολείο, διαπίστωναν ότι, με λίγη καθυστέρηση, θα
μπορούσαν ενδεχομένως να το χάσουν. Έκαναν μια μάλλον τεμπέλικη προσπάθεια να το
προλάβουν και, όταν εκείνο έφευγε χωρίς να τους περιμένει άλλο, ελεεινολογούσαν τον
οδηγό, έστρεφαν τα νώτα και κατευθύνονταν στο τραμάκι, γελώντας και κατοπτεύοντας τα
πέριξ. Όλοι όμως οι τυχόν αδιάκριτοι είχαν ήδη καταφτάσει στο σχολείο.

Εκεί άρχιζε το γλέντι με το τίποτα εκείνο που είναι τα πάντα. Πρώτα, με μια μεθυστική
αίσθηση παράνομης ελευθερίας. Λες κι ο αέρας πλημμύριζε αρώματα. Μετά, με την παρέα.
Τέσσερις συμμαθητές και στενοί φίλοι με μόνη υστεροβουλία ποιος θα κερδίσει τον άλλο στο
μπιλιάρδο και το ποδοσφαιράκι. Με μια ολόκληρη μέρα στη διάθεσή τους, με άδειες τσέπες και
μάτια που έλαμπαν. Αργότερα θα σκέφτονταν ποια δικαιολογία να επινοήσουν για την απουσία τους.

Ήταν και το ίδιο το τραμ, που πήγαν να το βάψουν πράσινο αλλά εκείνο παρέμενε κίτρινο.
Κίτρινο σαν τα καναρίνια του Άρη και ζωντανό σαν ξωτικό, με μια ζεστή καρδιά στο
καμπανάκι του και με το νευρικό του σύστημα στο χειριστήριο, με τον μοχλό και τη μανιβέλα
του οδηγού. Το τραμ με την απλοχωριά του, τους σκληρούς ξύλινους πάγκους, με τα
λικνίσματά και τους οξείς του ήχους, και με τον μακαρά που κάποτε έβγαινε και το
ακινητοποιούσε και έπρεπε να κατεβεί ο εισπράκτορας για να τον ξαναβάλει στα σύρματα
του ηλεκτρισμού. Και με τους τύπους που έκαναν σκαλωμαρία, κρεμασμένοι ριψοκίνδυνα
από πίσω με στήριγμα την άκρη της σόλας σε κάποια προεξοχή. Το τραμ με τα χοντρά του
τζάμια που σου αποκάλυπταν, αν ήθελες να δεις, καινούριες γειτονιές και σπίτια και
δρομάκια, καμιά φορά και κάποιο ωραίο κορίτσι που περίμενε στη στάση κι ανέβαινε και
περνούσε να καθίσει σεμνά στην άκρη ενώ εκείνοι δεν χόρταιναν να το κοιτάζουν.

Ήταν και οι συζητήσεις. Που, εκτός απ’ την Αμερική, κάλυπταν βεβαίως όλα τα θέματα απ’ το
σχολείο και τα μαθήματα ως το ποδόσφαιρο, απ’ τη λογοτεχνία ως τα χαρτιά και τα κορίτσια.
Όταν το βαγόνι γέμιζε και δεν μπορούσαν πια να είναι μισοξαπλωμένοι στους πάγκους,
έβγαιναν στον πίσω εξώστη και συνέχιζαν όρθιοι εκεί.

Πρώτος τους αποχαιρετούσε απρόθυμα ο Κουνουπίδας, μετά κατέβαινε, με ένα τελευταίο
γέλιο, ο Χοντρός στην Ευζώνων και έμεναν ο Πολύβιος με τον Φόρο για ν’ αποβιβαστούν
στην Εγνατία, να ανηφορίσουν τη Βενιζέλου και να χωρίσουν στην Πλατεία Διοικητηρίου.
Είχαν ήδη συλλέξει τις απαραίτητες πληροφορίες για τα κολλέγια και τα πανεπιστήμια κι
είχαν αρχίσει τις σχετικές διαδικασίες. Όλοι εκτός από τον Φόρο.

Ο Πολύβιος τον παρότρυνε κι επέμενε φορτικά να συμπληρώσει τα χαρτιά το ίδιο βράδυ κι
εκείνος έλεγε, μα αφού δεν έχω λεφτά. Ρε συ, τόνιζε ο Πολύβιος, άλλοτε εκνευρισμένος κι
άλλοτε παρακλητικός, γράψε εσύ και βρες μόνο όσα χρειάζονται για τα ναύλα. Εκεί που θα
πάμε, τον πρώτο καιρό και μέχρι να βρούμε κάποια δουλειά, θα μοιραζόμαστε τα δικά μου.
Αυτή η προσφορά, ιδίως από ένα τύπο τόσο σκληρό όπως ο Πολύβιος, τον συγκινούσε
ιδιαίτερα και αρκετές φορές είχε υποσχεθεί να γράψει.

Ναι, ο Πολύβιος ήταν φίλος πραγματικός, ο επιστήθιος φίλος του. Αυτοί οι τόσο διαφορετικοί
που προέρχονταν από διαλυμένες οικογένειες, μαζί τα είχαν κάνει όλα. Σμπόμπες κα μπάλα
και χαρτιά, συνωμοσίες στην τάξη, εκδρομές και πάρτι και ξενύχτια. Θυμούς, φωνές και
γέλια μέχρι δακρύων. Μαζί είχαν ανακαλύψει τον Καζαντζάκη και τον Σεφέρη (ο Φόρος είχε
αντιγράψει την Άρνηση σε μια σελίδα του μοναδικού βιβλίου που κουβαλούσε στο σχολείο),
με πρώτο και καλύτερο τον Τζακ Κέρουακ και το ευαγγέλιό τους, Στο δρόμο. Κι αργότερα μαζί
γνώρισαν τον οργισμένο Τζίμι Πόρτερ του Όσμπορν, τον Μύθο του Σισύφου και τον
Επαναστατημένο Άνθρωπο του Αλμπέρ Καμύ, και την αλήθεια που δεν έχει μονοπάτι στα
Ημερολόγια του Κρισναμούρτι.

Ο Πολύβιος ήταν πρόεδρος του ομίλου νεοελληνικής λογοτεχνίας με σύμβουλο τον Χρήστο
Φράγκο, ο Φόρος ήταν πρόεδρος του φιλοσοφικού ομίλου με σύμβουλο τον Γεωργοπαπαδάκο.
Ο Πολύβιος ήταν πάντοτε ενημερωμένος από ένα συγγενή του βιβλιοπώλη που του δάνειζε
όλες τις τελευταίες εκδόσεις. Αυτός ήταν που του σύστησε και το βιβλίο του Ξεφλούδα, Εσύ, ο
Κύριος Χ κι ένας Μικρός Πρίγκηπας. Μια μέρα ήρθε συγκινημένος γιατί ο Συρόπουλος του
είχε κάνει μεγάλη έκπτωση και μπόρεσε να αγοράσει την Οδύσσεια τουΚαζαντζάκη. Ένα
όνειρό τους ήταν μαζί να γίνουν καθηγητές σε αμερικανικό πανεπιστήμιο κι εκεί να ζήσουν,
να γράψουν το μεγάλο μυθιστόρημα, να ταξιδέψουν και να ερωτευτούν.

Όμως ο Πολύβιος ήταν ταυτόχρονα πολύ προσγειωμένος. Οι περισσότεροι συγγραφείς, έλεγε,
είναι γιοι γαιοκτημόνων και βιομηχάνων με λυμένο το οικονομικό τους πρόβλημα. Κι έχουν
την πολυτέλεια να κάνουν το κέφι τους, να ομφαλοσκοπούν και να κυνηγάνε ανεμόμυλους. Η
λογοτεχνία είναι ένας αντικατοπτρισμός για να ξεγελάσουν τους ικανούς και να τους
απομακρύνουν από τον πραγματικό κόσμο της παραγωγής και της εξουσίας. Ή γράφεις για
τη ζωή ή τη ζεις, τον προκαλούσε. Αποφάσισε. Μην μου πεις, και τα δύο, πρόσθετε και
γελούσε. Και μην αφήσεις να σε κατασπαράξουν σ’ αυτή την επαρχία των διεφθαρμένων. Για
ποιους θα γράψεις; Και πώς θα γράψεις αν δεν ταξιδέψεις; Πάμε να φύγουμε, πάμε ν’
ανακαλύψουμε έναν καινούριο κόσμο. Κι αν γράψουμε, να γράψουμε σε μια παγκόσμια
γλώσσα.

Έχεις δίκαιο, παραδεχόταν με σκυμμένο κεφάλι ο Φόρος. Κι έπεφτε σε μελαγχολία. Όπως όμως
του είχε γράψει κάποτε ο Πολύβιος, η λογική ήταν ένα καρυδότσουφλο στη φουρτουνιασμένη
θάλασσα των συναισθημάτων του. Κι αρνήθηκε την προσφορά του. Με τον ίδιο τρόπο που
είχε πει όχι πριν λίγους μήνες όταν, με μοναδικό όρο να μην απουσιάζει αδικαιολόγητα από
τα μαθήματα, του είχαν προσφέρει από το σχολείο την υποτροφία που ποτέ του δεν είχε
ζητήσει. Δεν μπορούσε να φανταστεί τότε πόσο ακριβά θα πλήρωνε τις δύο αυτές αρνήσεις.

Έτσι λοιπόν έφτασε ο καιρός να αποφοιτήσουν και πήρε ο Πολύβιος το πρώτο βραβείο στην
ποίηση και πήρε ο Φόρος το πρώτο βραβείο στην πεζογραφία. Έτσι ήρθε το μεθυστικό και
τελευταίο εκείνο καλοκαίρι των διακοπών στην Αγία Τριάδα. Μαζί του έφυγαν με τραίνο οι
άλλοι τρεις για το Παρίσι κι από τη Χάβρη μετά με πλοίο για τα πανεπιστήμια της Αμερικής.
Ο Φόρος πέρασε στην Νομική, προσλήφθηκε στην τράπεζα, ήταν κι ερωτευμένος. Και διάβαζε
τα γράμματα του Πολύβιου από τις ξένες χώρες, ακόμα αταξίδευτος.

Τώρα αρχίζει η ζωή σου, του είχα πει από το σπίτι, και άρχισε και ο ίδιος να το πιστεύει. Δεν
άργησε όμως να διαπιστώσει πόσο δίκαιο είχαν στις συζητήσεις τους στον πίσω εξώστη του
τραμ. Διαπίστωσε λοιπόν πως η ζωή του άρχιζε σε ένα τοπίο εντελώς αντεστραμμένο.
Όλα όσα είχαν διδαχτεί, όλα όσα είχα πιστέψει, δεν είχαν τώρα καμία αξία. Ο έπαινος ανήκε
πλέον στο καρφί και η ανταμοιβή στο γλείφτη. Μπροστά στην τράπεζα, το σχολείο ήταν ένας
παράδεισος, μπροστά στον διευθυντή της, ο πρόεδρος του σχολείου έμοιαζε όχι με
ιεραπόστολο αλλά με γνήσιο άγιο.

Κάποιος όμως τους είχε προειδοποιήσει. Ήταν εκείνος ο γενναίος Μιχαλόπουλος, ο φιλόλογος
του πέμπτου και δικός τους καθηγητής της λογικής, άνθρωπος που αγαπούσε και τιμούσε την
αλήθεια. Που, όταν αργότερα συναντήθηκαν τυχαία στον δρόμο, τον ρώτησε σαν να μην
μπορούσε να το πιστέψει, ακόμα στην τράπεζα είσαι; Τι κάθεσαι, να φύγεις αμέσως, αυτός
είναι τάφος κεκονιαμένος.

Ενώ λοιπόν οι άλλοι τρεις συνέχιζαν τις σπουδές τους, αυτός εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο,
διέκοψε την αναβολή του και έφυγε στον στρατό. Λίγο μετά το τέλος της θητείας του,
παραιτήθηκε από την τράπεζα. Μαζί με τις σπουδές εκείνες, χάθηκε και η πρώτη του αγάπη.
Τότε ήταν που τελείωσε οριστικά μια ηλικία και μια εποχή ολόκληρη. Όχι όμως πως άλλαξαν
ζωή, όπως έλεγε ο ποιητής. Έγιναν τελικά και οι τέσσερις αυτό που επέλεξαν, αυτό που
άξιζαν κι αυτό που ήταν προορισμένοι να γίνουν.

Κάθεται λοιπόν ο Κουνουπίδας, ασφαλιστικός σύμβουλος και σύμβουλος επενδύσεων στη Νέα
Υόρκη, κάθεται ο Χοντρός που δημιούργησε και διευθύνει δυο-τρεις εταιρίες στο κέντρο της
Θεσσαλονίκης, κάθεται ο Πολύβιος που διευθύνει άλλες τόσες επιχειρήσεις στον κέντρο της
Αθήνας. Κάθεται και ο Φόρος που διευθύνει τα λουλούδια του και τα χαρτιά του στις παρυφές
της πόλης. Ο καθένας προσπαθώντας να ξεγελάσει τη δική του μοναξιά. Και φέρνουν κάποιες
στιγμές και οι τέσσερις στο νου τους την εποχή που είχαν εκείνο το τίποτα που ήταν τα
πάντα. Σκέφτονται την παρέα και το τραμάκι στις γειτονιές που δεν υπάρχουν πια. Να
ξεπροβάλλει πάμφωτο με το καμπανάκι του μέσα στη νύχτα ή την ομίχλη, μια μουσική πάνω
στις ράγες, μια βεβαιότητα και μια ελπίδα, ένα ταξίδι ατέλειωτο. Το τελευταίο τραμ της
εφηβείας τους και της ζωής τους.

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

Άνοιξη ή πώς ανάβουν οι πευκοβελόνες



Ο Κεκές ή Χαβαλές, για την ανάλαφρη και συχνά εύθυμη αντιμετώπιση των
καταστάσεων, ο Τούρκος, για το βαρύ του χέρι και τον ξαφνικό θυμό που σύντομα
εξατμιζόταν σε σκωπτικό χαμόγελο, και η Φοράδα, για τις όχι πάντα ανώδυνες κλωτσιές
του και όχι μόνο στο γήπεδο, τα τρία μπακ της πρωταθλήτριας ομάδας ποδοσφαίρου, κι οι
τρεις ψηλοί, απ’ τους ψηλότερους της έκτης γυμνασίου, κι οι τρεις από τα εκλεκτά μέλη
του κλασσικού και φανατικοί οπαδοί του Γεωργοπαπαδάκου, κατέβαιναν το μεσημέρι το
χαλικόστρωτο δρομάκι πλάι στα γήπεδα.

Με την απόλυτη σοβαρότητα που επέβαλε η ηλικία και η θέση τους στην κοινωνία του
σχολείου, με τις υπόλοιπες διακρίσεις συχνότερα ανεπίσημες, όπως η απαράμιλλη
δεξιοτεχνία του Τούρκου στην αντιγραφή κάτω απ’ τη μύτη του καθηγητή και ο
αμίμητος τρόπος που έλεγε ελαφρά τσεβδίζοντας και με παραστατικές χειρονομίες ο
Χαβαλές τα ανέκδοτα, σπάνια βάδιζαν με μεγαλύτερη από την ελάχιστη δυνατή
ταχύτητα, σπάνια κλωτσούσαν τα χαλίκια, σπάνια καρπάζωναν τους πιτσιρικάδες που
τολμούσαν να μην αλλάξουν δρόμο.

Ανησυχητικά φαινόμενα με μία και μοναδική εξήγηση. Βαριόνταν και οι τρεις αφόρητα.
Βαριόνταν γενικά και ειδικότερα. Βαριόνταν βέβαια να διαβάσουν τα απογευματινά
μαθήματα, βαριόνταν να παίξουν οποιοδήποτε παιχνίδι, βαριόνταν να παρακολουθήσουν
τους άλλους να παίζουν, βαριόνταν να λύσουν τα παγκόσμια προβλήματα, βαριόνταν
να μιλήσουν με περισσότερο από μονοσύλλαβα.

Ήταν μια άνοιξη πρόωρα ζεστή και, μέσα στην επιφανειακή ηρεμία της, παράφορη. Οι
χυμοί είχαν αρχίσει ορμητικά τις μυστικές διαδρομές τους και τρέλαιναν τα τζιτζίκια, τα
χορταράκια, τα δέντρα και ιδιαίτερα τις πασχαλιές με κείνο το απίστευτα μεθυστικό τους
άρωμα. Και πιο πολύ τρέλαιναν του εφήβους. Και τα κορίτσια; Φρουρούμενα σε κάθε
κίνησή τους απηνώς από τις μις Ίνγκλ και πάντοτε σε απόσταση ασφαλείας. Ήταν η
τελευταία άνοιξη πριν την αποφοίτηση, και ευτυχώς και επιτέλους η τελευταία, όπως
πίστευαν.

Όταν λοιπόν είσαι δεκαοχτώ χρονώ και είναι άνοιξη και βαριέσαι αφόρητα και σε λίγο θα
τελειώσει για πάντα το σχολείο, τι κάνεις; Συνήθως τίποτα. Συνήθως ονειροπολείς με
κείνο το χαμένο βλέμμα στο άπειρο. Και κάποτε, κάνεις όλα τα απαγορευμένα. Το
μεσημέρι αυτό λοιπόν χωρίς κανένα απολύτως άλλο λόγο, ίσως απλώς και μόνο γιατί δεν
συνάντησαν τα άλλα μέλη της παρέας, έκαναν όλα τα απαγορευμένα.

Πρώτα, πέρασαν από το καινούριο γήπεδο του μπάσκετ αριστερά, χωρίς να ρίξουν ούτε
μια ματιά, από το παλιό γήπεδο του μπάσκετ δεξιά, από τα μικρά γήπεδα του
ποδοσφαίρου και, τελικά, πέρασαν τη νοητή διαχωριστική γραμμή και αιφνιδίως
βρέθηκαν, χωρίς να το σκεφτούν καθόλου, στη νοτιοανατολική πλευρά του Κολλεγίου,
δυο βήματα από το Πευκόδασος, το καθαρά αμερικανικό σχολείο με τις μαθήτριες και
όνομα σημαδιακό όπως θα διαπίστωναν αργότερα. Μετά καπνίσανε από τα άφιλτρα του
Τούρκου, ο Χαβαλές περισσότερο φυσώντας παρά ρουφώντας. Τέλος, από τα βάθη της
ανίας τους, προέκυψε μέγα πρόβλημα, άλυτο θεωρητικά.

Αν την άνοιξη ανάβουν οι πευκοβελόνες και πόσο γρήγορα ανάβουν, αν ανάψουν. Και
αν ανάψουν, αργά ή γρήγορα, αν συνεχίζουν να καίνε και για πόσο. Κι αν συνεχίζουν,
αν υπάρχει κίνδυνος να πάρουν φωτιά τα πεύκα. Η ιστορία δεν διευκρινίζει ποια άποψη
υποστήριζε ο καθένας απ’ τους τρεις και είναι αμφίβολο αν και οι ίδιοι το θυμούνται.
Υπήρξε όμως σφοδρότατη διαμάχη με τις ανάλογες ευγενικές προσφωνήσεις και τα
επιφωνήματα της εποχής. Και όπως με όλα τα καθαρά επιστημονικά προβλήματα,
ανέκυψε αναπόφευκτα η ανάγκη του πειράματος για να αποδειχτεί, πέρα από κάθε
αμφισβήτηση, ποιος είχε δίκαιο και ποιος και πάλι ήταν τελείως χαβαλές.

Τώρα, ποιος μάζεψε στα γρήγορα και με ιδιαίτερη επιδεξιότητα τούφες από πευκοβελόνες
και τις στοίβαξε, ποιος τον βοήθησε, ποιος κοίταξε, αν κοίταξε, τριγύρω για ύποπτες
κινήσεις, ποιος έβγαλε τον αναπτήρα και τον άναψε και ποιος είπε, πρόσεχε ρε μαλάκα,
είναι διαδικαστικές λεπτομέρειες χωρίς ιδιαίτερη βαρύτητα. Το πείραμα συνετελέσθη. Και
οι πευκοβελόνες φούντωσαν ακαριαία πέρα από κάθε προσδοκία ή φόβο.

Στην αρχή, αυτός που είχε δίκαιο γέλασε θριαμβευτικά, ύστερα και οι τρεις
πανικοβλήθηκαν. Η κοντινότερη βρύση ήταν σε μεγάλη απόσταση και κανένας δεν
θυμόταν να έχει δει κουβά ή άλλο δοχείο. Προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά με τα
παπούτσια. Ο αδέξιος χορός τους ήταν μια εξέλιξη του πειράματος που δεν προβλέπανε
οι σημειώσεις. Οι πευκοβελόνες δεν έσβηναν με τίποτα και οι φλόγες είχαν αρχίσει ήδη
να γλείφουν απειλητικά το ξεραμένο ρετσίνι στον κορμό του πεύκου.

Η φιλία τους και η σοβαρότητα της ηλικίας τους δεν επέτρεψε να ρίξουν την ευθύνη ο
ένας στον άλλο και να χασομερήσουν άσκοπα. Η σοβαρότητα της ηλικίας τους γέννησε
μέσα από τον πανικό τη φαντασία. Κι η φαντασία, για την οποία διακρίνονταν οι
μαθητές του κλασσικού, τους επέτρεψε να βρουν στα γρήγορα την πρακτική λύση.
Κατούρησες, ρε Τούρκο; ρώτησε η Φοράδα. Ή μήπως ρώτησε τον Χαβαλέ ο Τούρκος; Η
απάντηση ήταν πάντως ένα απορημένο, όχι. Ε, τότε, κατούρα γρήγορα να σβήσουμε τη
φωτιά γιατί καήκαμε.

Κάπως έτσι τελείωσε το μικρό αυτό επεισόδιο πριν γίνει μεγάλο δράμα. Στην τάξη, οι
εικασίες έδιναν και έπαιρναν τις αμέσως επόμενες μέρες. Όλοι προέβλεπαν αναδρομικά
με πλήρη βεβαιότητα τι θα γινόταν αν. Αν είχαν και οι τρεις κατουρήσει πριν ξεκινήσουν
τη βόλτα κι ήταν, την κρίσιμη στιγμή, άδεια η φούσκα τους. Αν τον αιώνα που, με
εμφανώς προσποιητή αδιαφορία και με τα χέρια στο υπογάστριο, καταιόνιζαν τη φωτιά
στη αυστηρά απαγορευμένη περιοχή, τους έβλεπε κάποιος καθηγητής, κάποιος
διερχόμενος με αυτοκίνητο από τον δρόμο του Πανοράματος, κάποιος μικρός ή κάποιο
μέλος του βοηθητικού προσωπικού. Συμμαθητής τους βέβαια ποτέ του δεν θα
μαρτυρούσε. Τρεις από τους εκλεκτούς, και δυνατούς, της τάξης. Και τι συνειδησιακά
προβλήματα θα αντιμετώπιζαν αν φούντωνε η πυρκαγιά και μόνον αυτοί ήξεραν ποιος,
ακούσια ή εκούσια, την είχε βάλει.

Κανένα όμως από όλα αυτά τα εφιαλτικά σενάρια δεν πραγματοποιήθηκε. Κουμπώθηκαν,
τακτοποιήσανε τα ρούχα τους, σκόρπισαν έντεχνα τις μισοκαμμένες πευκοβελόνες και
τις σκεπάσανε με άθικτες, επιθεώρησαν τη λυτρωτική ερημιά τριγύρω και ξεκίνησαν και
πάλι οι τρεις, τώρα ολοταχώς για να προλάβουν άνετα να βαρεθούν στα απογευματινά
μαθήματα.

Ο Τούρκος, η Φοράδα και ο Χαβαλές. Απόλυτα σοβαροί κι απόλυτα εχέμυθοι συνένοχοι
όπως πάντα. Όπως άρμοζε στην ηλικία και στο ανάστημά τους. Όπως άρμοζε στους
άγραφους και απαραβίαστους ηθικούς κανόνες της τάξης. Σπάνια κλωτσώντας τα
χαλίκια, σπάνια μιλώντας με περισσότερο από μονοσύλλαβα. Μόνο κάποια στιγμή, σε
ασφαλή απόσταση, εκεί που βρήκανε μια βρύση κι έσκυψαν να πλύνουν τα χέρια απ’ τις
μουντζούρες και τα χώματα, γύρισαν και κοιτάχτηκαν με κείνο το απειροελάχιστο ίχνος
τρυφερότητας που κάποτε επιτρέπεται στους εφήβους και, συνειδητοποιώντας την τύχη
τους, ξέσπασαν σε γέλια.

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009

Ένας κόσμος μυστηριώδης και μαγευτικός



Ανέβηκε τις σκάλες και για πρώτη φορά στάθηκε έξω απ’ τη βαριά τζαμόπορτα, κάπως
παράμερα. Οι τάξεις των μεγάλων ήταν ερμητικά κλειστές, κανένας δεν κυκλοφορούσε
στους διαδρόμους. Κοίταξε μέσα διερευνητικά, σαν να μην το είχε πάρει ακόμα απόφαση.
Τελικά, έπιασε το μπρούντζινο πόμολο, έσπρωξε με το χέρι και λίγο με το σώμα του και
μπήκε στη μεγάλη αίθουσα. Καταϊδρωμένος μετά τη μπάλα, με κάλτσες πεσμένες στο
αστράγαλο, με κάλτσες που κολλούσαν στις πατούσες και τα δάχτυλα. Με μελανιές στα
καλάμια και τα γόνατα, με τα γδαρμένα χοντροπάπουτσα και το τσαλακωμένο
παντελόνι του.

Μπήκε στον απαστράπτοντα γαλήνιο χώρο με τα γυαλιστερά τραπέζια και τα ράφια σε
ανοιχτό χρώμα ξύλου και τις καρέκλες με το λάστιχο για να μην τρίζουν. Του έκανε
εντύπωση το φως του ήλιου, αλλού πιο έντονο έως εκτυφλωτικό, με δέσμες που
σχημάτιζαν περίεργα ακανόνιστα σχήματα στους τοίχους και το πάτωμα. Του έκανε
εντύπωση εκείνη η ιδιαίτερη μυρωδιά από τα έπιπλα και τα βιβλία μαζί με τα αρώματα
φυτών και δέντρων που έμπαιναν από τα μεγάλα μισάνοιχτα παράθυρα.

Είδε σ’ ένα γραφείο στο βάθος να κάθεται μια ώριμη χλωμή γυναίκα με ίσια μαλλιά, λεπτά
χαρακτηριστικά και αυστηρή έκφραση στο πρόσωπο, λες κι ήταν έτοιμη να του κάνει
παρατήρηση. Πρόσεξε πλάγια πίσω της στον τοίχο ακουμπισμένες δυο πατερίτσες και
παραξενεύτηκε. Τριγύρω σκόρπιοι αρκετοί μεγαλύτεροι μαθητές, κάποια κορίτσια,
ένας-δυο καθηγητές. Όλοι καλοντυμένοι, όλοι βυθισμένοι σε χοντρά βιβλία, μερικοί να
κρατάνε σημειώσεις σε τετράδια και μπλοκ. Κανείς δεν φάνηκε να έχει αντιληφθεί την
παρουσία του.

Εκείνος όμως βιάστηκε να σκουπίσει τον ιδρώτα του πρόχειρα με το κουβαριασμένο
βρώμικο μαντήλι, ρίχνοντας επιφυλακτικές ματιές τριγύρω. Έκανε μερικά βήματα
μπροστά και, σαν να είχε εξαντληθεί το θάρρος του, παραμέρισε για να μην εμποδίζει.
Ξεκίνησε και στάθηκε και περιεργαζόταν με απόλυτη προσήλωση τους πάντες και τα
πάντα. Ξεκίνησε και προχωρούσε αργά με ελαφρά σκυμμένο το κεφάλι. Μέσα στην
πλήρη αμηχανία του, ένιωσε να τον κατακλύζει κάτι πρωτόγνωρο, κάτι περισσότερο
επίφοβο, λιγότερο ηδονικό και απόλυτα ανεξήγητο.

Και βέβαια στη σύντομη διάρκεια της ζωής του το παιδί αυτό της κατοχής και της
Πλατείας Δικαστηρίων, το παιδί της γειτονιάς, της μπάλας και των άγριων παιχνιδιών,
αναπόφευκτα από τους πιο ζωηρούς της τάξης, είχε ήδη ξεκοκαλίσει χιλιάδες λαϊκά
περιοδικά, όπως τον Θησαυρό και το Ρομάντζο, το Μπουκέτο, παλιά τεύχη της Μάσκας
και της Μασκούλας, που δανειζόταν με δυο δραχμές απ’ το περίπτερο της Ολύμπου,
διαγωνίως απέναντι από τα ομώνυμα λουτρά. Και απείρως περισσότερες εφημερίδες, με
πρώτο, λόγω του εφέ του Αϊδινίου, τον Ελληνικό Βορρά, που άρπαζε από τα χέρια του
πατέρα του μόλις εκείνος πατούσε το κατώφλι του σπιτιού. Κυριολεκτικά όποιο χαρτί είχε
γράμματα και λέξεις και βέβαια, για δεύτερη φορά, τα έντυπα που κατέληγαν,
τετράγωνα κομμένα με το ψαλίδι, ως αυτοσχέδιο και ευρύτατα διαδεδομένο χαρτί υγείας
στο αποχωρητήριο.

Ήταν γιορτή γι’ αυτόν ν’ ανακαλύπτει, σε σπίτι συγγενικό ή φιλικό και στις ατέλειωτες
και εξοντωτικά ανιαρές επισκέψεις με το λικέρ και τα φοντάν, που όσο κι αν γκρίνιαζε
αδυνατούσε να αποφύγει, μια στοίβα παλιά και ξεχασμένα περιοδικά. Άφηνε τότε τη
συστολή του κατά μέρος, τα ζητούσε κι επέστρεφε στο άντρο του με ένα θησαυρό, που
καταβρόχθιζε μεθοδικά απ’ τα περιεχόμενα ως την τελευταία λέξη, κάτω δεξιά, στη
τελευταία σελίδα. Όταν δεν του έμενε τίποτα άλλο να διαβάσει, έπιανε να λύσει τα
σταυρόλεξα. Τον έμαθαν λοιπόν οι θείες και οι πολύ μεγαλύτερες ξαδέλφες του και
σύμπας ο περίγυρος και αρκετές φορές του έστελναν δεμένα και με φιόγκο όλα τα παλιά
τους έντυπα από την αποθήκη.

Είχε διαβάσει και κάποια, μάλλον λιγοστά, ιστορικά και λογοτεχνικά βιβλία, αυτά που
υπήρχαν τότε στο σπίτι, κυρίως από το σακίδιο του πατέρα του στη μικρασιατική
εκστρατεία. Δοκίμασε την ογκώδη Δίκη των Εξ αλλά τη βρήκε βαρετή και αρκετά
δυσνόητη στην καθαρεύουσα. Πολύ πιο γλαφυρές και από πρώτο χέρι ήταν οι διηγήσεις
του πατέρα του όταν, αντί για παραμύθια και μάταια προσπαθώντας να τον κοιμίσει, του
έλεγε για τη ζωή στη Σμύρνη και την Ευαγγελική Σχολή, και για τον πόλεμο από τη
Σμύρνη ως το Εσκί Σεχίρ, το Αφιόν Καραχισάρ και την Αλμυρά Έρημο. Για τις
συγκρούσεις με τους τσέτες και για το πώς χάθηκαν οι δικοί τους, περιουσίες και
πατρογονικά εδάφη. Και για την Ανεξάρτητη Μεραρχία που οπισθοχώρησε
συντεταγμένη και πολεμώντας μέχρι τα καράβια.

Το μυθιστόρημα που είχε μάθει σχεδόν απέξω, ήταν οι Άθλιοι του Βίκτωρος Ουγκώ σε
πέντε τόμους και στην ωραία μετάφραση του Μάρκου Αυγέρη. Τον είχε συγκλονίσει η
περιγραφή της μάχης του Βατερλώ, η επέλαση του ιππικού στο οροπέδιο του Αγίου
Ιωάννη και η απίστευτη κακοτυχία του γάλλου στρατηλάτη. Κι ακόμη, η συνάντηση
του Μυριήλ με τον επαναστάτη στο κεφάλαιο, ο Επίσκοπος Μπροστά σ’ ένα Άγνωστο
Φως. Τέλος, οι φοιτητές Φίλοι των Αναλφαβήτων, η θυσία στα οδοφράγματα, η
μεγαλοσύνη του Γιάννη Αγιάννη.

Πολύ πριν πάει στο γυμνάσιο, στις διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα και ιδίως
το καλοκαίρι, όταν έφευγαν οι φίλοι της γειτονιάς για παραθερισμό στα κοντινά χωριά,
τον άφηναν μόνο στο σπίτι και κλείδωναν με το μακρύ σιδερένιο κλειδί την εξώπορτα για
μεγαλύτερη ασφάλεια. Όταν το μεσημέρι γύριζαν από το μαγαζί ο πατέρας και ο
μεγάλος του αδερφός, τον έβρισκαν ακριβώς στην ίδια θέση, λες και δεν είχε σηκωθεί
ούτε για κατούρημα. Να διαβάζει μισοξαπλωμένος στο τεράστιο διπλό κρεβάτι με τα
παπούτσια του μόλις να μη λερώνουν την κουβέρτα. Με το αριστερό του χέρι να στηρίζει
το κεφάλι και δίπλα του μια στοίβα έντυπα. Διάβαζε και το βράδυ, στο φως της γυμνής
λάμπας απ’ το ταβάνι, κι ας του έλεγαν διαρκώς πως θα χαλάσει τα μάτια του, θα βάλει
γυαλιά και θα τον κοροϊδεύουν τ’ άλλα παιδιά.

Εδώ όμως βρέθηκε ξαφνικά στο ηλιόλουστο, από τρία διαδοχικά σημεία του ορίζοντα,
βασίλειο της Θεανώς Τυρίκη, σε έναν άλλο κόσμο απόλυτα σοβαρό έως σκυθρωπό, σε
έναν κόσμο μυστηριώδη και μαγευτικό, και σε άλλης τάξεως μεγέθη. Έλεγαν ότι η
βιβλιοθήκη του Ανατόλια ήταν από τις μεγαλύτερες στην Ελλάδα και σίγουρα αυτό ίσχυε
για τα αγγλικά βιβλία. Ράφια ατέλειωτα με τεράστια λεξικά, επιστημονικά βιβλία,
μελέτες, μυθιστορήματα και συλλογής διηγημάτων, αστυνομικά, ακόμη και γουέστερν,
ποίηση – μια ανεξάντλητη ποικιλία. Όλα δεμένα ομοιόμορφα, κωδικοποιημένα και
ταξινομημένα, με τίτλους πολλές φορές ερεθιστικά ακατανόητους.

Τα ονόματα των συγγραφέων στη ράχη των βιβλίων του φάνηκαν παγερά, περήφανα κι
απρόσιτα, ενώ εκείνα τ’ άλλα ονόματα, το ένα κάτω απ’ τ’ άλλο στα καρτελάκια μέσα, τον
μάγεψαν. Συνήθως ανδρικά, καμιά φορά και γυναικεία, μερικά από την εποχή που το
σχολείο ήταν στη Μικρά Ασία, όλα τους άγνωστα και μυστηριώδη, με μαύρο ή μπλε
μελάνι, σπάνια με μολύβι, με γράμματα όρθια ή πλάγια, καλλιγραφικά ή τσαπατσούλικα,
κάποια μισοσβησμένα, άλλα προκλητικά έντονα. Με τη δική του αυθαίρετη είσοδο στον
απόκρυφό τους χώρο, λες και αντίστροφα εισέβαλαν στη ζωή του και την κυρίεψαν ίχνη
από τον αόρατο χρόνο του παρελθόντος, έντονα φορτισμένα με άμεσα και ζωντανά
αισθήματα. Λες και τον καλωσόριζαν για το ταξίδι και την περιπέτεια όλοι αυτοί οι
αινιγματικοί συνεπιβάτες.

Αφού λοιπόν κανένας δεν τον πρόσεξε, προχώρησε στο βάθος, έστριψε αριστερά κι
έφτασε στη γωνία, εκεί που σε ειδικό πιο σκούρο έπιπλο ήταν τοποθετημένες δεκάδες
περιοδικές εκδόσεις, κυρίως ξενόγλωσσες. Κοίταξε έξω. Από τη μια μεριά, το βουνό των
εκδρομών, ο Χορτιάτης της ανατολής του ήλιου, σύμβολο του σχολείου, με απαλές
καμπύλες και γιγάντιες καστανιές. Από την άλλη, ο κόλπος σαν ταψί και οι εκβολές του
Αξιού, οι δυτικές συνοικίες της προσφυγιάς, εργατικές και καπνισμένες.

Πέρα απ’ το Μικρό Καραμπουρνάκι, οι υποσχέσεις του καλοκαιριού, στη σειρά η Περαία,
το Μπαξέ Τσιφλίκι και η Αγία Τριάδα, με τις ξύλινες σκάλες τους βαθιά μες στον νερό, για
να πιάνουν τα καϊκια και τα βαποράκια, τ’ αραιά σπιτάκια τους μισοκρυμμένα μέσα στα
δέντρα και την άλλη βλάστηση, η Μηχανιώνα αόρατη. Τα βαποράκια, η Λευκή, ο
Ποσειδώνας και ο Αλέκος, και το ταχύτερο όλων, η Ευδοκία. Οι ατέλειωτες ουρές στην
παραλία, ο ιδρώτας, οι κληρώσεις, μπισκότα, σοκολάτες και λαχεία, τα μπάνια, οι
μέδουσες πολύχρωμες, πολυέλαιοι αστραφτεροί της θάλασσας. Από τα γήπεδα πολύ
πλησιέστερα, μόλις έφταναν οι φωνές και κατά διαστήματα ιαχές θριάμβου.

Μέσα η ησυχία, η δροσερή γαλήνη με τους ψίθυρους σαν πλάσμα ζωντανό, τα βήματα
προσεκτικά και οι κινήσεις, κι ανάμεσα στους άλλους ήχους, ανάμεσα στις άλλες
μυρωδιές, η διακριτική αύρα και το θρόισμα της σπάνιας γυναικείας παρουσίας. Και τα
βιβλία. Χιλιάδες τα βιβλία. Καθένα κι ένας κόσμος διαφορετικός. Τα βιβλία με το δικό τους
τρόπο να χαμογελούν και να σου γνέφουν. Να σου υπόσχονται τα μυστικά τους.

Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε κι ύστερα τόλμησε να περάσει στους εσωτερικούς
διαδρόμους. Πρώτα επισκόπησε τα βιβλία συνολικά και από κάθε δυνατή οπτική γωνία.
Άπλωσε το χέρι και το τράβηξε. Ύστερα έπιασε μερικά και τα ακούμπησε στη φαρδιά
παλάμη του. Τα περιεργάστηκε, τα χάιδεψε, τα ξεφύλλισε αργά, διάβασε μερικές γραμμές
εδώ κι εκεί, τα επέστρεψε στο ράφι τους και πήγε παρακάτω. Καθένα του έδινε και μια
διαφορετική αίσθηση. Τέλος, διάλεξε ένα από τα πολλά που ήθελε, αυτό ας πάρω,
μονολόγησε, μετά πήρε άλλο ένα και δειλά-δειλά τα πήγε στη βιβλιοθηκάριο.

Περίμενε με αγωνία να τελειώσει τη δουλειά της και να σηκώσει το κεφάλι, να εκδώσει
την ετυμηγορία. Νομίζω ναι, απάντησε όταν εκείνη τον ρώτησε ευγενικά αν ήταν
επαρκή τα αγγλικά του. Θα προτιμούσα και τα δύο, επέμεινε όταν του συνέστησε ν’
αρχίσει με το ένα. Είπε το όνομά του και το έγραψε, κι έφυγε γρήγορα, στην αρχή
πισωπατώντας, μήπως και ξαφνικά το μετανιώσουν.

Από τη μέρα εκείνη, η βιβλιοθήκη τον μαγνήτιζε κι έγινε ο πιο τακτικός επισκέπτης της.
Σαν χρυσοθήρας που ξαφνικά αποκαλύφθηκαν μπροστά στα θαμπωμένα μάτια του
ολόκληρα βουνά από χρυσάφι, σαν πειρατής που αποβιβάστηκε ρακένδυτος στο εξωτικό
νησί των θησαυρών. Των θησαυρών που ήταν δικοί του αποκλειστικά κι όμως μπορούσαν
να τους νέμονται κι όλοι οι άλλοι χωρίς αυτό να τον πειράζει στο ελάχιστο, ίσα-ίσα. Των
θησαυρών που με κάθε άγγιγμα του αυξάνονταν και μεγεθύνονταν και συνεχώς
φανέρωναν καινούρια θαύματα.

Οι παιδικές του παρορμήσεις σταδιακά προσέλαβαν διαύγεια και σαφήνεια και
μετατράπηκαν σε σκέψεις. Σκέψεις που αργότερα ωρίμασαν κι έγιναν αποφάσεις.
Δύσκολες αποφάσεις που ελάχιστα απείχαν πια από την πρόκληση. Να διαθέτει τον
ελεύθερο χρόνο του γι’ αυτόν τον συναρπαστικό καινούριο κόσμο και να μελετάει τα
μαθήματά του μονάχα στα διαλείμματα και στις προηγούμενες απ’ το καθένα ώρες
διδασκαλίας. Με το βιβλίο ανοιχτό και όρθιο να ισορροπεί επικίνδυνα στην πλάτη του
μπροστινού. Και να διαβάσει όλα τα βιβλία που ήταν καλά κρυμμένα σε πλήρη θέα στη
βιβλιοθήκη. Όλη την πεζογραφία και όλη την ποίηση.

Αλλά για να διαβάσει όλα τα βιβλία, δεν αρκούσε να αυξήσει το λεξιλόγιό του, έπρεπε να
μην έχει πια καμία άγνωστη λέξη. Στα ελληνικά αυτό του φαινόταν μάλλον προσιτό, στα
αγγλικά σχεδόν αδύνατο. Η δεύτερη πρόκληση λοιπόν σήμαινε αναπόφευκτα ότι θα
έπρεπε να διαβάσει και να μάθει το ογκώδες λεξικό. Σελίδα-σελίδα και λέξη-λέξη, απ’ την
αρχή ως το τέλος, όσες φορές χρειαζόταν για να ξεμπερδέψει.

Γιατί όμως όλες αυτές οι προκλήσεις και μεγαλεπήβολα σχέδια που προσέγγιζαν το
παράλογο. Είχε ήδη δώσει την απάντηση με βεβαιότητα, ήταν απλούστατα θέμα αρχής.
Κανένας μα κανένας δεν μπορούσε να του επιβάλλει κάτι που αυτός δεν ήθελε, έλεγε,
ενώ τα μάτια του σκοτείνιαζαν. Κι αυτό που ήθελε, από τώρα και για πάντα, ήταν να
διαβάσει όλα τα βιβλία κι ύστερα να γράψει εκείνος άλλα τόσα.

Αυτά που ακολούθησαν, στη μαθητική του ζωή κι αργότερα, είχαν την πικρή και κάποτε
λυτρωτική γεύση του αναπόφευκτου. Όσα έπραξε ενώπιον του εχθρού κι όσα ποτέ δεν
κατόρθωσε να κάνει. Οι ανταρσίες του και η συνέπειά του, η περηφάνια και κάποιοι
συμβιβασμοί του. Ήξερε πια ποιος είναι, ήξερε την πατρίδα του. Ήξερε αυτό που δεν
αλλάζει. Δέχτηκε και το τίμημα που έπρεπε να καταβάλει. Κι έζησε μια ζωή με σφιγμένα
δόντια.

Όλα λοιπόν είχαν αρχίσει το πρωινό εκείνο που ανακάλυψε τον μυστηριώδη και
μαγευτικό κόσμο της βιβλιοθήκης. Και μπήκε μέσα του και ταυτίστηκε. Όλα είχαν αρχίσει
στη γειτονιά και το δημοτικό σχολείο. Στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς στο σπίτι. Όλα
είχαν αρχίσει τότε που γεννήθηκε, στη μακρινή Ιωνία του πατέρα του, στη Μαύρη
Θάλασσα της μάνας του. Και ίσως σε μιαν άλλη Ιωνία στη μνήμη των κυττάρων του,
ανεξιχνίαστη, χωρίς αρχή και τέλος, που κάποτε αναδύθηκε κι αμέσως αναγνώρισε την
καταγωγή και το πεπρωμένο της.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2009

Αναζητώντας τα ουράνια σώματα

Φαίνεται πως κάπως έτσι ταίριαζε το πρόγραμμα. Μια ώρα ελεύθερη οι από εδώ, μια ώρα
ελεύθερη οι από κει, μαζί και οι δύο τάξεις στη βιβλιοθήκη. Έχουν πολλά μαθήματα και
πρέπει να διαβάσουν, δεν έχουμε άλλο χώρο. Βεβαίως και δεν επρόκειτο για φαεινή ιδέα,
αφού εμφανώς κανείς δεν είχε ιδέα. Δεν είχαν ιδέα από τα ανώτερα εκείνα μαθηματικά
που είχαν παραλείψει από τη διδακτέα ύλη ο επιβλητικός Παπαδημητρίου και ο λιτός και
χαμηλόφωνος Μποτσάκης. Τα μαθηματικά που με μεγαλοφυή απλότητα προσθέτουν
οκτώ με δέκα χρόνια στα δεκατέσσερα των αγοριών για να τα εξισώσουν με τα δεκαέξι
των κοριτσιών. Κι αφού κανείς δεν είχε ιδέα από μαθηματικά, ανώτερα ή στοιχειώδη,
πώς να μην μπει η φωτιά πλάι στη βενζίνη ή έστω στα προσανάμματα;

Με τέτοια πηγαία κι αυθόρμητη λοιπόν αδιαφορία ρυθμίστηκαν τα πράγματα και κατά
τις δέκα την Τετάρτη τα αγόρια είχαν θρονιαστεί γύρω από τα τραπέζια, οι συνήθως
καθυστερημένοι τώρα πρώτοι για τις προνομιούχες θέσεις. Είχαν ανοίξει τετράδια και
βιβλία και, κάτω από το αυστηρό βλέμμα της βιβλιοθηκαρίου Θεανώς, μελετούσαν με
ελαφρά προσήλωση και απόλυτη αδημονία. Μελετούσαν πόσα λεπτά ακόμη θα έκαναν τα
κορίτσια για να καλύψουν την απόσταση απ’ το θηλέων στο αρρένων. Κι όταν απ’ το
δρομάκι κάτω άρχισαν ν’ ακούγονται ομιλίες, οι ήχοι από τα πόδια στο χαλίκι και κάπου-
κάπου ένα πνιχτό γελάκι, ε, τότε βεβαιώθηκαν ότι θα μάθαιναν το μάθημα καλύτερα.

Κάποια στιγμή, το ανάλαφρο βουητό ανέβηκε τις σκάλες, πλησίασε κι έγινε πιο δυνατό,
και τέλος άνοιξε η βαριά πόρτα της βιβλιοθήκης και άρχισαν να μπαίνουν και να
μπαίνουν και να μπαίνουν. Να μπαίνει μια γοητευτική ψηλή μελαχρινή, γεμάτη και με
σαρκώδη χείλη, να μπαίνει μια λεπτή ξανθιά με εκπληκτικής αρμονίας χαρακτηριστικά,
να μπαίνει και μια κούκλα καστανή, να μπαίνουν κι άλλες κι άλλες κι άλλες. Να μπαίνει η
Κ., να μπαίνει η Δ., να μπαίνει η Μ. Οι δύο τελευταίες ήταν μεγαλύτερες αδελφές
συμμαθητών, γεγονός που προκαλούσε υπονοούμενα, πειράγματα και μικροκαβγάδες και
που καταχωρείται βέβαια ως συμπτωματικό και παντελώς αδιάφορο.

Να μπαίνουν καλοχτενισμένες, να μπαίνουν παρφουμαρισμένες, να μπαίνουν στην
εντέλεια ντυμένες. Να εισβάλουν με τα χείλη και τα μάτια τους, με τις ανάλαφρες και
κάποτε έντονες καμπύλες τους, όχι σαν μαμάδες, σαν αδερφές, σαν κοριτσάκια της
γειτονιάς και σαν συμμαθήτριες. Να μπαίνουν στο καθημερινό γκρίζο σαν σκηνές από
έγχρωμο έργο, μεθυστικές σαν όνειρο και σαν γυναίκες. Να εισβάλουν κατευθείαν στη
πρώτη εφηβεία των αγοριών με τα σπυράκια ανάμεσα σε αραιά γένια, με τα
τσαλακωμένα ακόμη μαλλιά από τον ύπνο ή πατημένα απ’ τον φιλέ με τη γραμμή στον
σβέρκο, με τα σακουλιασμένα παντελόνια, με τα γδαρμένα παπούτσια και γόνατα.

Η Κ. έκανε μια χαριτωμένη και παρατεταμένη κίνηση και αφαιρούσε το μαντώ, σίγουρα
χνουδωτό και αφάνταστα απαλό, το απίθωνε ανάλαφρα πάνω το τραπέζι. Με μια εξίσου
χαριτωμένη κίνηση, η Δ. εναπέθετε την τσάντα της κι ετοιμαζόταν νωχελικά να την
ανοίξει. Και με μιαν άλλη εκδοχή της χάρης, η Μ. έφερνε τα μαλλιά της από τα αριστερά
στα δεξιά, κίνηση που προφανώς τη βοηθούσε να βρει τη σωστή σελίδα στο βιβλίο της.
Μια τέταρτη στις μύτες των ποδιών της τεντωνόταν ελαφρά γιατί δεν έφτανε το λεξικό
στο ράφι και μια πέμπτη λύγιζε τα γόνατα για να πιάσει από κάτω το μαντίλι της.

Τώρα, πώς σταύρωναν τα πόδια κομψά μα και σεμνά, πώς κάθονταν και πώς
σηκώνονταν, πώς χαμηλόφωνα τιτίβιζαν, πώς διάβαζαν το μάθημα της άλλης ώρας και
κρατούσαν σημειώσεις, και πώς τα έκαναν όλα αυτά και άλλα τόσα χωρίς ποτέ το βλέμμα
τους να ανακαλύψει, χωρίς για ένα δευτερόλεπτο να σταματήσει, έστω από περιέργεια,
σε μια ολόκληρη τάξη αγοριών τριγύρω, πώς να το καταλάβει ένα αγόρι; Θα πρέπει να
έχει ένα ταλέντο και μια ικανότητα αντίστοιχη με τη μπάλα ή τις γκαζιές που ή τις ξέρεις
ή δεν τις ξέρεις.

Η επιστήμη κάποτε υποστήριζε ότι το φως ταξιδεύει σε ευθεία γραμμή. Αργότερα
ανακάλυψε ότι η έλξη των ουρανίων σωμάτων τού επιβάλλει την καμπυλότητα και ότι
ευθεία γραμμή στο σύμπαν δεν υπάρχει. Όταν το πρώτο σούσουρο και η αναταραχή
είχαν καταλαγιάσει, και με τις αναπόφευκτες παρατηρήσεις και προτροπές από τη
Θεανώ, όταν τα μολύβια και τα τετράδια είχαν πάψει να πέφτουν και να ξαναπέφτουν
κάτω, η κατάσταση έπαιρνε μια βαθύτερα δραματική και κωμική διάσταση και οι έφηβοι
καταργούσαν όλα τα αξιώματα και τους μέχρι τότε γνωστούς νόμους της αστροφυσικής.

Με χωμένο το κεφάλι στα χέρια τους ή στα βιβλία, άφηναν το φως από τα μάτια τους να
διαπεράσει σαν βούτυρο τοίχους, κολώνες, ράφια και τραπέζια και οποιοδήποτε άλλο
ασήμαντο υλικό εμπόδιο και άλλοτε να ακολουθήσει τεθλασμένες, διακεκομμένες,
κυματικές και ασυνεχείς, παράδοξες και λογικά αδύνατες διαδρομές σε αναζήτηση
πάντοτε των ουρανίων σωμάτων. Των ουρανίων σωμάτων που ανήκαν σε άλλο γαλαξία
και που εξέπεμπαν το δικό τους εκτυφλωτικό φως και αγνοούσαν αυτούς τους
ετερόφωτους και εντελώς δευτερεύοντες πλανήτες.

Η μάταιη αναζήτηση, το μαρτύριο, και η απόλυτη αδιαφορία για τα πιθανά μηδενικά στα
μαθήματα των επόμενων ωρών, ακόμη και για τους σπασίκλες, διαρκούσαν περίπου μισή
ώρα. Γιατί τα κορίτσια έπρεπε εγκαίρως να ετοιμαστούν για να επιστρέψουν στο δικό
τους σχολείο. Ίσως και για να αποφύγουν τους μεγαλύτερους στο διάλειμμα, για τους
οποίους μπορεί και να μην ήταν τόσο ασυγκίνητα.

Οι σπασμωδικές κινήσεις ήταν αναπόφευκτες όπως και οι επικλήσεις. Τα χαμηλόφωνα
επιφωνήματα επιτρέπονταν, το απλανές βλέμμα που παρακολουθούσε τις μύγες και το
άπειρο στο ταβάνι, έξω από το παράθυρο, και μέσα στα ακατανόητα σύμβολα των
βιβλίων, ήταν ρουτίνα. Το ήθος όμως της τάξης και εκκολαπτόμενος ανδρισμός
απαγόρευαν διά ροπάλου τους αναστεναγμούς. Αυτοί μπορούσαν να περιμένουν για
αργότερα και μακριά από το γιούχα της παρέας.

Έμενε τώρα να διαπιστώσουν πώς φοράει η Κ. το μαντώ που είχε βγάλει, πώς βάζει με τα
δακτυλάκια της η Δ. στην τσάντα τα βιβλία και πώς σηκώνεται μαζί με τα αιθέρια μαλλιά
της και κάνει τα πρώτα βήματα η Μ. Και πώς κατορθώνουν, μόλις δίνεται το σύνθημα, να
αποχωρήσουν αιωρούμενες δέκα πόντους πάνω από το πάτωμα. Να αποχωρήσουν και
να διαλυθούν σαν οπτασίες και να αφήσουν αφόρητα άδεια τη βιβλιοθήκη. Έμενε να
περιμένουν, ακόμα ημιλιπόθυμοι και τώρα μόνοι, να αντηχήσει το λυτρωτικό κουδούνι
για να μιλήσουν, να φωνάξουν, να τρέξουν και να εμπλακούν πάλι στα παιχνίδια, να
θυμηθούν το διάβασμα και τον φόβο των καθηγητών. Και τελευταία, κάπου βαθιά
κρυμμένη κι ανομολόγητη, έμενε η προσμονή να περάσει μια ατέλειωτη ανιαρή εβδομάδα
και να ξανάρθει η Τετάρτη της βιβλιοθήκης.

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

Μόνος με άλλους έντεκα και την κουβέρτα πάνω απ' το κεφάλι



Έχουν τελειώσει πια όλα τα διαδικαστικά. Ο συνωστισμός στους νιπτήρες, τα
σπρωξίματα και οι καρπαζιές, οι γλίστρες στα πλακάκια, η επιθεώρηση και οι νουθεσίες
του θαλαμάρχη, η βραδινή προσευχή πλάι στα κρεβάτια. Μένει αναμμένο το χλωμό φως
στο διάδρομο και βρίσκεται επιτέλους μόνος με άλλους έντεκα και την κουβέρτα πάνω
απ’ το κεφάλι. Φθινόπωρο προχωρημένο κι είναι πια νύχτα, πιο νύχτα απ’ όσο ποτέ
θυμάται. Έξω φυσάει ένας Βαρδάρης μανιασμένος, σαν της Πλατείας Δικαστηρίων αλλά
πιο ξένος, πιο απειλητικός, το ουρλιαχτό του εισχωρεί από τις χαραμάδες, τα τζάμια
τρίζουν. Όταν καμιά φορά ξεμυτίζει, βλέπει στα μεγάλα παράθυρα από αόρατη δύναμη
να γέρνουν τα κυπαρίσσια.

Τα σεντόνια είναι παγωμένα, η γκρίζα μάλλον στρατιωτική κουβέρτα μυρίζει σαπούνι και
βαρβατίλα, καμία σχέση με τις απαλές καμηλό που έχουν στο σπίτι. Φοράει ακόμη και
στον ύπνο ποδοσφαιρικές κάλτσες, μακριές ως τα γόνατα, κι αν κάποιος το προσέξει θα
δεχτεί παρατηρήσεις και ειρωνικά σχόλια. Τριγύρω περίεργοι συνομίληκοί του από άλλες
γειτονιές της πόλης ή με υποτροφία από τα μακρινά χωριά τους. Πλάι του κάποιος
Φιλινδρής, από πίσω κάποιος Βλιούρας και κάποιος Παπαγεωργίου, πιο κει ο Καραμπίνας,
ο Γλεούδης, ένας κοκκινομάλλης Μπλετζιάν. Τι ονόματα είναι αυτά; Τι φάτσες; Μερικοί
γνωρίζονται μεταξύ τους, ίσως να είχαν πάει στο ίδιο δημοτικό σχολείο. Αυτός δεν ξέρει
κανένα.

Μα τι γυρεύει εδώ, τέλος πάντων; Έχει μιαν ακατάσχετη παρόρμηση να φωνάξει, μαμά,
αλλά είναι μάταιο. Η μητέρα του είναι έξι χρόνια που τους άφησε. Έχει μιαν ακατάσχετη
παρόρμηση να φωνάξει, μπαμπά, αλλά είναι μάταιο. Και ο πατέρας του ετοιμάζεται να
ξαναπαντρευτεί γι’ αυτό τον έστειλε στο οικοτροφείο. Σκέφτεται τον μεγάλο του αδερφό
στο δεύτερο αρρένων, εκεί που ήθελε πάντοτε να πάει, σκέφτεται τους φίλους του στη
γειτονιά, τους παλιούς συμμαθητές του, αλλά αυτοί παραμένουν στη Μητσαίων,
χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά κι αιώνες πίσω.

Ας το χωνέψει λοιπόν καλά. Βρίσκεται τώρα σ’ έναν άγνωστο τόπο, όπου άλλοι μιλάνε
ελληνικά, άλλοι αγγλικά, κι άλλοι μια γλώσσα ανάμικτη, προσποιητή κι αυτάρεσκη.
Πρέπει κάθε πρωί να στρώνει το κρεβάτι του, με το σεντόνι διπλωμένο πάνω απ’ την
κουβέρτα σε τέλεια ευθεία γραμμή και με άψογες γωνίες, για να κερδίσει, λέει, ο θάλαμος
το σημαιάκι που έχουν μονίμως αναρτημένο οι απέναντι. Πρέπει να κάθεται στο τραπέζι
σαν γυμνασμένος σκύλος και να μετράει τις κινήσεις του και τις μπουκιές του. Να
ψελλίζει ξενόγλωσσες προσευχές, να ψάλλει μυστηριώδεις ύμνους, να ακούει ομιλίες που
δεν καταλαβαίνει, να τρώει κουάκερ, νιανιά με γάλα για πρωινό, και μελιτζάνες
παπουτσάκια το μεσημέρι. Ποτέ να μην έχει αρκετούς κεφτέδες με πατάτες τηγανητές
για να χορτάσει. Πρέπει να υπακούει. Και πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνος του.

Ε, βέβαια, και πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνος του. Τα πείσματα και τα ξεραμένα δάκρυα
της απόγνωσης δεν ωφελούν. Οι αναμνήσεις ελάχιστη παρηγοριά προσφέρουν, η
επιστροφή είναι αδύνατη, το μέλλον είναι σκοτεινό κι αυτός δεν έχει κλείσει ακόμη ούτε
τα δώδεκα. Την τελευταία φορά που αρνήθηκε πεισματικά και με σκυμμένο το κεφάλι να
φάει μελιτζάνες, ο διευθυντής του οικοτροφείου μονολόγησε, μα είναι κακομαθημένος.
Κακομαθημένος ή καλομαθημένος, οικοτροφείο ή ορφανοτροφείο, ποια η διαφορά; Κι
ύστερα δήλωσε, δεν μας αφήνεις άλλη διέξοδο, τώρα θα τηλεφωνήσουμε να έρθει ο
πατέρας σου να σε πάρει.

Νόμιζε ότι αυτό ήταν μεγαλύτερη απειλή από τις μελιτζάνες. Μόνος του ή με την
αρραβωνιαστικιά του, του ήρθε να ρωτήσει αλλά δεν ρώτησε. Είπε απλούστατα και με
ανακούφιση, ας έρθει. Είχαν γίνει θέαμα στο εστιατόριο και τελικά, με την αυθόρμητη
παρέμβαση της συμπαθητικής γυναίκας του, ο διευθυντής δέχτηκε να μην τον διώξει
αλλά να του κόψει μερικούς βαθμούς από τη διαγωγή. Δέκα, είπε επιθετικά, πέντε
πρότεινε η κυρία Παρασκευαϊδου παρακλητικά και επικράτησε εκείνη, όπως ήταν φυσικό.

Μόνο κάποια φορά που τον έβαλαν για τιμωρία στο τραπέζι της αυστηρής μεσήλικης
νοσοκόμας ήταν αδύνατον να αποφύγει την αγριάδα στη ματιά της και κυριολεκτικά
πειθαναγκάστηκε να καταπιεί μισή μελιτζάνα σε δόσεις. Ήταν τηγανητή, κάπως
καλύτερη από τα παπουτσάκια, και την πασάλειβε με σκορδαλιά, το μικρότερο κακό, για
να μειώνεται η αποφορά της. Την έριχνε πάνω από τη γλώσσα, σχεδόν αμάσητη,
κατευθείαν στο οισοφάγο. Και διαμαρτυρόταν το φλωράκι απέναντι, παρά τις οπτικές του
απειλές, κυρία, κυρία, αυτός εκεί κάνει γκριμάτσες και δεν μπορώ να φάω.

Την τάξη του τη λένε προκαταρκτική κι άλλοι με τη γελοία λέξη, προπαρασκευαστική.
Είναι, φαίνεται, τα βλαμμένα, αφού δεν ξέρουν γρυ αγγλικά και πρέπει να τους
προπαρασκευάσουν για να πάνε στην πρώτη τάξη με τους προχωρημένους που θα
έρθουν την επόμενη χρονιά. Πρέπει να τους προπαρασκευάσουν και σε πολλά άλλα, να
γίνουν ήρεμοι και υπάκουοι και καθώς πρέπει, όπως οι μελιτζάνες παπουτσάκια. Τα
πρεπάκια μας, λέει με δήθεν ανώτερο και προστατευτικό ύφος και ο Μηνάς, ένας
τετράπαχος βουτυρομπεμπές της πρώτης, και του ‘ρχεται να του ρίξει μπουνιά στη
μούρη.

Μόνο για κάποιον μυστηριώδη και εγκάρδιο Νταμπανιάν αισθάνεται δέος που
απαλύνεται από τη συμπάθεια. Αυτόν από τις μεγάλες τάξεις που έχει αναλάβει να
χτυπάει το κουδούνι και να πατάει με τον κύλινδρο το βρεγμένο χώμα στο γήπεδο του
μπάσκετ. Που καταδέχεται να απευθύνει τον λόγο στους μικρότερους και μάλιστα
χαμογελώντας. Είναι αθλητικός τύπος, ίσως και αρχηγός της ομάδας, γυρίζει, κρύο ή
ζέστη, με μια φανέλα και έχει δεμένο τον καρπό με κάτι σαν μαύρο επίδεσμο. Μπορεί και
για φιγούρα. Τελείως άγνωστο πού μένει και πώς μιλάει με τόση άνεση τα αγγλικά.

Εκείνος όμως πρέπει να παλεύει για να καταλάβει γιατί το κάπα δεν είναι κάπα και το ρο
προφέρεται όπως το πι. Να γεμίζει τετράδια καλλιγραφίας μ’ αυτά το αλαμπουρνέζικα,
χωρίς ποτέ να πετυχαίνει τις ουρίτσες, και να βγάζει στριγκούς ήχους από το λαιμό μέσα
σε μια τάξη που ευκαιρία ψάχνει για να χτυπηθεί από τα γέλια. Μια τάξη και με τους
εξωτερικούς, που έρχονται κάθε μέρα με το λεωφορείο κρατώντας τσάντα και
κατσαρολάκι, κι είναι πιο άγνωστοι από τους άγνωστους του οικοτροφείου. Από τα γέλια,
τα κωλόπαιδα, για κείνον το τσακάλι που γεννήθηκε με τη μπάλα στην πλατεία, για
κείνον από τους αρχηγούς της τάξης στο δημοτικό που είχε πλάκα τα παράσημα στα
γόνατα και τα καλάμια, που σκαρφάλωνε, με τους ζωστήρες δίπλα στους φαντάρους,
τους τοίχους με τα κοφτερά γυαλιά κι έβλεπε τον Βελλιάδη και τον Αμπραχαμιάν, που
έβλεπε τον Άρη, τον Π.Α.Ο.Κ. και την Καλαμαριά στα γήπεδα από πέντε χρονώ. Βάλε με
μέσα, ρε μπάρμπα. Ποιος μπάρμπας να τον σώσει τώρα;

Κοντά σε όλα τ’ άλλα, σου κολλάνε στα καλά καθούμενα και κάτι παρατσούκλια
αντιπαθητικά και άντε μετά να σηκώσεις κεφάλι. Αυτός όμως πρέπει να τα βγάλει πέρα
μόνος του. Όταν κάποτε δεν άντεξε και έβαλε κάποιον κάτω μέσα στον θάλαμο, ίσως να
κέρδισε ένα ίχνος αμήχανου σεβασμού αλλά τα πράγματα γενικά πηγαίνουν απ’ το κακό
στο χειρότερο. Και δεν φτάνει που έμαθε καλό πινγκ πονγκ και κάπως διακρίθηκε στο
πρωτάθλημα του οικοτροφείου ούτε που λύνει τα προβλήματα της αριθμητικής.

Όχι πως δεν έχει και κάποια ευχάριστα το οικοτροφείο. Έχει γήπεδα, έχει το σκάμμα και
την αίθουσα των παιχνιδιών. Έχει και κάποιες βραδιές που τους μαζεύει εκείνος ο
κοντοπίθαρος καθηγητής με τον τεράστιο κόμπο στη γραβάτα, εκείνος που μασάει τις
λέξεις, και βγαίνουν στο δασάκι για να ακούσουν δίσκους στο γραμμόφωνο. Έχει και
κάποια απογεύματα που μοιράζουν φρέσκο ψωμί με κασέρι στην κουζίνα και τρέχει
λιμασμένος από το γήπεδο να προλάβει. Ή τα βράδια που γυρίζει απ’ το μελετητήριο και
διαπιστώνει ότι πέρασε ο πατέρας του και του άφησε στη μεταλλική ντουλάπα κάποια
ανατολίτικα σιροπιαστά γλυκά. Κι όταν το πιάνει το παράπονο, έχει και κάτι απόμερες
γωνιές όπου μπορεί να κλάψει χορταστικά, μόνος και με την ησυχία του.

Στον από κάτω θάλαμο, είναι οι μαθητές της δευτέρας και της τρίτης γυμνασίου, κάτι
ψωμωμένα χωριατόπαιδα δεκάξι και δεκαεφτά χρονώ, κάπως καθυστερημένα στο σχολείο
από την κατοχή και τον ανταρτοπόλεμο. Βουνίσιες φωνητικές χορδές για αβροφροσύνες
και εκλεπτυσμένη προφορά της αγγλικής. Ένα Σάββατο που είχε έξοδο και άργησε το
βράδυ να γυρίσει, το έβαλαν να κάνει ντουζ μαζί τους. Θυμάται ότι οπισθοχώρησε
αυθόρμητα και έμεινε όλη την ώρα με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο. Ένας απ’
αυτούς, ο Γιακουμάκος, ή γέρος όπως τον φωνάζουν οι μεγάλοι και δεν τολμούν οι μικροί,
είναι και πρώτος ποδοσφαιριστής.

Ε, ναι, λοιπόν, φαίνεται ότι τη λύση θα τη δώσει και πάλι το ποδόσφαιρο. Τον επιλέξανε, ο
πρόεδρος και ο σύμβουλος της τάξης, για χαφ στην ομάδα της προκαταρκτικής και στο
εσωτερικό πρωτάθλημα αντιμετώπισαν πρώτα τους γέρους και τους βλάχους του κάτω
θαλάμου. Στο χορταριασμένο γήπεδο με κανονικές εστίες, όπου έπαιζε στην τρίτη
κατηγορία και ο Εθνικός Πυλαίας, έξω από την περίφραξη του Κολλεγίου.

Δεν έχει ξαναγίνει τέτοιο μονότερμα. Μόνο μια φορά ξέφυγε ο Πολύβιος με τη μπάλα κι
έφτασε ως τη μεγάλη τους περιοχή κι αυτό ήταν όλο. Έτρωγαν βροχή τα γκολ από
αντιπάλους που τους περνούσαν τουλάχιστον ένα κεφάλι. Λυπόταν και τον Παυλάκη,
που ήταν καλός τερματοφύλακας και ακόμη καλύτερο παιδί, να κυνηγάει μετά τα γκολ
τη μπάλα στη χαράδρα. Τότε περιορίστηκε στην άμυνα σαν σέντερ μπακ και, με τα παλιά
ποδοσφαιρικά του αδερφού του, τα έδωσε όλα. Κι ας του έσκιζε ένα καρφί την πατούσα.
Μέσα στη λάσπη δεν φοβήθηκε ούτε τον Γιακουμάκο.

Έχασαν βέβαια με αστρονομικό σκορ αλλά ο διευθυντής του οικοτροφείου τον φώναξε,
αγριεμένο, βρώμικο και μουσκίδι στον ιδρώτα, και τον επαίνεσε αφειδώς μπροστά σε
συμμαθητές, καθηγητές και άλλους. Κι όταν γυρίζανε στο οικοτροφείο, είδε ξαφνικά πλάι
του τον γέρο στην απότομη ανηφόρα. Εκείνος του έριξε ένα μονάχα βλέμμα και είπε με
την ασήκωτη φωνή του. Έπαιξες καλά, μπαγάσα, σήμερα. Αυτό το καλά έκανε για δέκα
επαίνους και βραβεία απ’ την επίσημη ιεραρχία.

Έτσι τώρα που έχουν τελειώσει πια όλα τα διαδικαστικά και βρίσκεται μόνος επιτέλους με
άλλους έντεκα και την κουβέρτα πάνω απ’ το κεφάλι, κι ο Βαρδάρης ουρλιάζει λυπημένα
έξω, ξέρει καλά πως είναι ανώφελο να ρωτάει πώς βρέθηκε εδώ κι αν θα μπορούσαν να
έχουν έρθει αλλιώς τα πράγματα. Να είχε λίγη τύχη. Και ξέρει πως θα τα βγάλει πέρα
μόνος του, έστω και στο άγνωστο, έστω και χωρίς φίλους. Και πάνω εκεί, ξεχνάει τους
γονείς του, ξεχνάει τα ξεραμένα δάκρυα και την πικρή γεύση στο στόμα, το σπίτι που
είχε κάποτε. Κι ενώ τον παίρνει ο ύπνος, αφήνεται στα δώδεκά του χρόνια κι ανοίγεται
σε μια θάλασσα μεγάλη σαν ωκεανό. Μεγάλη σαν τον πόνο, σαν τα μυστήρια και τα
θαύματα που ελλοχεύουν στη στροφή του δρόμου.