Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εγνατία οδός (1973). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εγνατία οδός (1973). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Προσβολή της δημοσίας αιδούς

(Γιάννης Γαΐτης Ανθρώπινες φιγούρες. Ακρυλικό σε καμβά)

Ψηλαφητά έψαξε τον παλιό διακόπτη ανατριχιάζοντας από την αίσθηση του γυμνού, ξεφλουδισμένου τοίχου. Το υπόγειο φωτίστηκε ασθενικά.  Μύριζε μούχλα, υγρασία, σύρριζα  στο απέναντι ντουβάρι ένας σιδερένιος σωλήνας έσταζε ρυθμικά. Κατέβηκε δυο σκαλοπάτια προσεκτικά και με δισταγμό μετακίνησε ένα μακρύ σανίδι ακουμπισμένο δίπλα. Πήλινη σόμπα σωστό μνημείο με ανάγλυφα πράσινα λουλούδια αριστοτεχνικά μπλεγμένα, αραχνιασμένες βαλίτσες πάνω στα στοιβαγμένα σώματα του καλοριφέρ και τις σκουριασμένες συσκευές κλιματισμού.  Ο μακρόστενος ραγισμένος καθρέφτης  ισορροπούσε αβέβαια  σαν ηλικιωμένος ακροβάτης της δεκάρας με την άκρη του χωμένη στην ξεχαρβαλωμένη ψάθα μιας καρέκλας. Κούνησε ένα μαύρο μπουρί και λέρωσε τα χέρια του. Εκεί που  πήγαινε να απελπιστεί, το πόδι του χτύπησε στο βαρύ, ακούνητο αντικείμενο. Το μπαούλο επιτέλους.

Το έσυρε με προσοχή στη μοναδική άδεια γωνιά, το ψηλάφησε, το περιεργάστηκε με συγκίνηση. Λαμαρίνα, πισσόχαρτο, δυο κλειδαριές, γερή κατασκευή, θα πρέπει να άντεξε στον χρόνο. Ξετρύπωσε ένα σφυρί και με δυνατά, αποφασιστικά χτυπήματα έσπασε τα λουκέτα. Σήκωσε το καπάκι, ευλαβικά σχεδόν.  Ήταν όλα στη θέση τους, διπλοτυλιγμένα σε χαρτιά και πανιά, άθικτα.
Κατανικώντας με κόπο την αδημονία του, ντύθηκε αργά και μεθοδικά με κάποια δικαιολογημένη αδεξιότητα. Πράσινες, μαλακές κάλτσες, μεταξωτό πουκάμισο, παντελόνι με φαρδειά ζώνη. Το σακκάκι κάπως βαρύ στην πλάτη,  η μακριά γραβάτα τον έσφιγγε  αλλά αισθανόταν τα παπούτσια καλά στα πόδια του.  Σαν τελείωσε κοίταξε στον καθρέφτη το είδωλό του κομμένο άνισα στα δύο από τη χαραγματιά, έκανε μια αστεία γκριμάτσα κι ύστερα χαμογέλασε με ικανοποίηση.  Έκλεισε το μπαούλο και το έσπρωξε με το πέλμα πίσω στη θέση όπου αναπαυότανε τόσον καιρό .
Μόλις βγήκε στον διάδρομο  κατέβασε τον ρυθμιστή θερμοκρασίας στους είκοσι βαθμούς κι η ατμόσφαιρα άρχισε να δροσίζει κάπως. Το περίεργο συναίσθημα όμως εξακολουθούσε να κυριαρχεί μέσα του.  Προχώρησε επιφυλακτικά προς την εξώπορτα.

Οι περισσότεροι έλειπαν, άλλοι κοιμόντουσαν … από μια ανοιχτή πόρτα είδα ένα ζευγάρι τρυφερά αγκαλιασμένο και βιάστηκε να απομακρυνθεί αθόρυβα.  Στάθηκε πλάι στη έξοδο σαν να  ’θελε να απωθήσει τους τελευταίους δισταγμούς του. Το σαλόνι φάνταζε διακοσμημένο με ζωηρά χρώματα … ομολογίες, συνθήματα, παραινέσεις, κραυγαλέες επικλήσεις ήταν γραμμένες, κολλημένες, σκαλισμένες παντού.

Άνοιξε αποφασιστικά και βγήκε στον δρόμο διασχίζοντας τον κήπο με τις ανθισμένες πασχαλιές. Καθυστέρησε μια στιγμή και μετά με βήμα αρκετά σταθερό κατηφόρισε προς την πλατεία. Πίσω του άκουσε πνιχτά γέλια και πρόλαβε να δει δυο κοριτσάκια – το ένα με ξανθοκόκκινες πλεξούδες και πρόσωπο γεμάτο φακίδες, το άλλο με κοντά καστανά μαλλιά – να τον δείχνουν με το δάχτυλο και να κρύβονται πίσω από ένα δέντρο. Σήκωσε τους ώμους.
Παρακάτω συνάντησε ένα ζευγάρι περασμένης ηλικίας και θαρραλέα το χαιρέτισε με κίνηση του κεφαλιού, συγχαίροντας ταυτόχρονα τον εαυτό του. Δεν του ξέφυγε το ύφος αποδοκιμασίας στο
 πρόσωπο του χοντρού , στόμα τραβηγμένο από τη μια μεριά που φούσκωνε περισσότερο το πλαδαρό μάγουλο, ούτε η έντονη δυσαρέσκεια της γυναίκας. Κάτι της είπε φωναχτά καθώς τον προσπεράσανε κι εκείνη φάνηκε να συμφωνεί. Κατάσταση είναι αυτή, δεν είναι κατάσταση αυτή, δεν άκουσε καλά. Προσπάθησε να μη δώσει και πολλή σημασία.

Συνέχισε βαδίζοντας μαλακά, ο καιρός ήταν όπως πάντα θαυμάσιος μολονότι πιο ζεστός απ’ ό,τι θα ήθελε. Η αδημονία, η περιπέτεια, δεν τον άφηναν να σκεφτεί τις ασχολίες της ημέρας.  Πέρασε την παλάμη του πάνω από το μανίκι και ένιωσε την ηδονική αφή του καλού υφάσματος. Ας μην το  πολυδείχνω, αποφάσισε κι άρχισε να σφυρίζει παράφωνα ένα γνωστό τραγουδάκι. Κάποιος τον κοίταζε μέσα από το παράθυρο με γουρλωμένα μάτια. Σαν έστριψε τη γωνιά και βγήκε στον κεντρικό δρόμο, ξεσηκώθηκε μεγάλο σούσουρο.  Φανερά ενοχλημένοι από την εμφάνισή του οι διαβάτες έκαναν σχόλια ειρωνικά, σαρκαστικά, περιφρονητικά ή απλώς εχθρικά. Λίγοι, ελάχιστοι πήραν το πράγμα στ’ αστεία. Μάταια προσπάθησε να διακρίνει στο βλέμμα τους κάποια νοσταλγική έκφραση. Σήκωσε το κεφάλι και προχώρησε κάνοντας τον αδιάφορο. Είκοσι βήματα πιο πέρα είδε τον λεπτό, ξανθό τύπο με την ουλή στο γόνατο να τραβάει ίσια επάνω του.
«Καλημέρα»                                                                                                                                               «Καλημέρα», επανέλαβε μηχανικά.                                      
«Τι κάνεις, όλα καλά;»                                                                                                                       
Η φωνή του έδειχνε πραγματικό ενδιαφέρον αλλά δεν του άρεσε ο αδιόρατα  συγκαταβατικός τόνος.
«Πολύ καλά», είπε άτονα, προσπαθώντας να μαντέψει τη συνέχεια.                              
  «Θα κατάλαβες ίσως πως είμαι ο επόπτης της εβδομάδας. Θα είχες αντίρρηση να πεταχτούμε μια στιγμή μαζί στο υπουργείο;»                                                                      
Έπρεπε να το περιμένει.                                                                                                               
«Ούτε λόγος», προθυμοποιήθηκε.
Το λευκό κτίριο  στο κέντρο μιας τεράστιας πλατείας ήταν σύγχρονό, κομψό και αέρινο σαν αττικός ναός. Μια πολύχρωμη επιγραφή φτιαγμένη με λουλούδια στόλιζε την είσοδό του.

                             ΥΠΟΥΡΓΕΊΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ  - ΤΜΗΜΑ ΗΘΩΝ                    
Η κοπέλα στην αίθουσα υποδοχής του έριξε ένα διφορούμενο βλέμμα, αρκετά έκπληκτο, που περισσότερο από κάθε άλλη αντίδραση τον έκανε να αισθανθεί άβολα. Σαν να τον πιάσανε να κάνει  κάποια αταξία. Φοβήθηκε μην κοκκινίσει. Στον ευρύχωρο προθάλαμο του τρίτου πατώματος , ο συνοδός του τον άφησε με μια φιλική χειρονομία.
Το θάρρος του είχε σχεδόν εξαντληθεί , θα προτιμούσε να βρίσκεται πίσω στο σπίτι και να πίνει καφέ συζητώντας όπως πάντα παθιασμένα με την παρέα. Περίμενε γύρω στα πέντε λεπτά ακολουθώντας με το νύχι τις γραμμές στην παλάμη του αριστερού χεριού και μετά ξύνοντάς το για να φύγει η φαγούρα. Από τότε που είχε καθιερωθεί το ελαστικό ωράριο, είχε κανείς όλη την άνεση να αντιμετωπίζει απρόοπτες ή αναμενόμενες μικροκαθυστερήσεις.

Μια μελαχροινή, νόστιμη γυναίκα με μικρά στήθη φάνηκε στο κατώφλι και του ένευσε. Μπήκε. Ο ρυθμιστής θερμοκρασίας θα πρέπει να ήταν ρυθμισμένος στους εικοσιεφτά – εικοσιοχτώ βαθμούς γιατί ίδρωνε. Απλώθηκε στη φαρδειά πολυθρόνα, βάζοντας το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Γαλάζια μοκέτα κάλυπτε το πάτωμα, στο γυάλινο γραφείο αναρίθμητες σειρές κουμπιά, ένα ανθοδοχείο με κόκκινα τριαντάφυλλα, φωτογραφίες παιδιών με μεγάλα, ολοκάθαρα μάτια. Οι τοίχοι ήταν διακριτικά βαμμένοι με φωτεινό χρώμα, από το παράθυρο έμπαιναν χαρούμενες φωνές.
Η διευθύντρια πάτησε ένα κουμπί. Ακούστηκε μουσική πιάνου, στη μικρή τετράγωνη οθόνη πίσω της παρουσιάστηκε μια πρόσφατη φωτογραφία του.
«Γιώργος Κ-114, έτος γεννήσεως 1973, Κοινόβιο Η Ροτόντα;» ρώτησε με απαλή φωνή σαν να περίμενε την τυπική επιβεβαίωση για  να προχωρήσει σε κάτι ουσιαστικότερο.                                       «Μάλιστα».  
                                                                                                                    
 Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχε βαρεθεί τις ξερές, σχεδόν μονολεκτικές απαντήσεις.
  «Η βασική σου απασχόληση;»   
  «Χειριστής ηλεκτονικού διερευνητή με σειρά προαγωγής στο Κέντρο Υπογείων Εξερευνήσεων».  
«Μετεκπαιδεύσεις και κοινωνική συμβολή;»                                                  
«Σε δύο κύκλους, θεωρητικό – μια περίοδο υπεύθυνος εκδόσεως του λογοτεχνικού περιοδικού «Η αντικουλτούρα», πρακτικό – τρεις μήνες στον Θεσσαλικό κάμπο μέλος του συνεργείου ψεκασμού και αρδεύσεως κι έξι μήνες εργάτης στην τελική γραμμή συναρμολογήσεως αθόρυβων μέσων μαζικής μεταφοράς του εργοστασίου στον τέταρτο τομέα της πόλης μας».
«Για την ώρα δεν μας χρειάζονται περισσότερα στοιχεία», είπε η διευθύντρια σαν να μονολογούσε. Η όλη σου επίδοση και απόδοση παρουσιάζεται ικανοποιητική.
                                                                                
Ήταν η πρώτη φορά που τον περιεργάστηκε από πάνω ως κάτω αλλά το διεισδυτικό της βλέμμα δεν είχε τίποτα το αδιάκριτο ή ενοχλητικό.     
«Σου αρέσουν τα μούσμουλα, Γιώργο;»                                                      
Αιφνιδιάστηκε έτσι όπως την περίμενε να μπει στο φλέγον θέμα.            
 «Τα …μούσμουλα; Ναι, πολύ».                                                                       
Άνοιξε το δεξιό συρτάρι κι έβγαλε ένα βαθύ πιάτο γεμάτο λαχταριστά ανοιξιάτικα φρούτα. «Από το
 περιβόλι της αυλής μας», είπε απλά, βάζοντάς το μπροστά του.                                                                                    

Ο τρόπος της τον είχε τελείως αφοπλίσει, λησμόνησε , ετα επιχειρήματα που επαναλάμβανε μέσα του στον δρόμο.  «Πολύ νόστιμα και ζουμερά», είπε με γεμάτο στόμα, μαζεύοντας τα κουκούτσια στη χούφτα του.   
    
Η γυναίκα τον παρακολούθησε για λίγο σιωπηλή… «Το μικρό μου όνομα είναι Ιωάννα», δήλωσε μετά, «κάπως μακρύ αλλά το προτιμώ έτσι.  Είμαι τριαντάξι χρονών, έχω δύο παιδιά από ευθεία γραμμή και ζω στο κοινόβιο «Οι ζηλωτές».
Μήπως κρυώνεις, Γιώργο;                                                     
«Μάλλον ζεσταίνομαι», προσπάθησε να αστειευτεί.                                        
Η διευθύντρια δεν γέλασε. «Έχεις κάποιο πρόβλημα;»                                 
«Δεν νομίζω», ψιθύρισε.                                                                                              
«Τίποτα να κρύψεις από μας, από τους άλλους; Κάποιο μυστικό;»          
 «Όχι, όχι», διαμαρτυρήθηκε.                                                                          
«Κανένα σύμπλεγμα, ντρέπεσαι; Τι συμβαίνει τέλος πάντων; Έλα τώρα, μην διστάζεις, μίλησε ειλικρινά, θα ήθελα να σε βοηθήσω όσο μπορώ».         
Μέσα στο παπούτσι τα δάχτυλά του μαζεύτηκαν, συσπειρώθηκαν κι ύστερα χαλάρωσαν.                                                                                                 
«Υπάρχει , ξέρεις, γενικά κάποια μονοτονία».                                                  
«Το περίμενα», ξέσπασε η διευθύντρια με θυμό κάνοντας το στομάχι του να σφιχτεί, «ανία λοιπόν. Με τι θέλεις, φίλε μου, τι ζητάς, προβλήματα, πονοκεφάλους, προλήψεις: Τα ‘χουμε ξεπεράσει ευτυχώς από καιρό. Αυτή είναι η δικαιολογία σου, γι’ αυτό πήγες και ξέθαψες την παλιατσαρία, ποιος ξέρει  από ποιο βρωμερό υπόγειο;»                                                           
Δεν κατάφερε να μη θαυμάσει την καταπληκτική διαίσθησή της.                    
«Άκουσε, Ιωάννα», πήρε κουράγιο, «δεν είναι δα και τόσο φοβερό, η ψυχή του ανθρώπου λαχταράει πολλές φορές να ξεφύγει από το καθημερινό, έστω και με μια πράξη  ανορθόδοξη».     
                                                             
Η διευθύντρια το κοίταξε κατάματα και χαμογέλασε λυπημένα. Υπάρχουν μερικές γυναίκες, συλλογίστηκε αυτός, που κατεργάζονται τους ολόγλυκους χυμούς της ζωής τόσο κρυφά και ταπεινά που δεν θα το καταλάβαινες αν δεν τις πρόδιναν τα μάτια τους, εκείνο το μεταίχμιο όπου τους κρατάνε συμπυκνωμένους.                                                                                                 
«Θα πρέπει να πρόσεξες τα λουλούδια της επιγραφής στην είσοδο. Ήταν μαραμένα;  
«Όχι, φρεσκότατα».                                                                                           
                                                                                                  
«Τα ανανεώνουμε κάθε μέρα. Ναι, κάνουμε αυτή τη σπατάλη για ένα και μόνο σκοπό, να μην ξεχνάμε την υποχρέωση να ανακαλύπτουμε ξανά τη φύση των πραγμάτων μετά από κάθε κύκλο. Δεν έχουμε πέσει στη  ρουτίνα  εμείς, Γιώργο μου. Και ξέρεις γιατί;  Γιατί δημιουργούμε, δεν αντιγράφουμε. Κι έρχεσαι σήμερα εσύ, νέος με αξιόλογη δράση, να μου πεις ότι αισθάνεσαι ανία. Λίγο ακόμα και θα πρόβαλες το επιχείρημα της ατομικής ελευθερίας αλλά πιστεύω ότι είσαι αρκετά έξυπνος για να δεχτείς την αναγκαιότητα  κάποιας  μικροθυσίας προσωρινής.                                             
Ο τρόπος με τον οποίο τον προλάβαινε του δημιούργησε εκνευρισμό. Στην ελευθερία του ατόμου ήταν έτοιμος να αναφερθεί.  «Επιμένω», τόνισε, «ότι δεν αξίζει  να δίνουμε τόση σημασία στην επιθυμία ενός μέλους  της κοινότητας να διασκεδάσει με τρόπο διαφορετικό από τον καθορισμένο».      

Η διευθύντρια χάιδεψε το σαγόνι της και ανακάθησε.                                
«Κάναμε εμείς κάποιο λάθος  ή μήπως είσαι η κλασσική περίπτωση του ανθρώπου που δεν συναισθάνεται τη σοβαρότητα της πράξης του; Ξέρεις πολύ καλά ότι εδώ και δέκα χρόνια έχει απαγορευτεί. Όχι σαν αποτέλεσμα διαταγής χωρίς λαϊκή ανταπόκριση αλλά κατόπιν επιστημονικής μελέτης και δημοψηφίσματος. Είχε ωριμάσει ο κόσμος, φίλε μου. Είπε κάτω η υποκρισία, δεν θέλουμε ο άνθρωπος να κρύβει τα αισθήματά του, έκρινε ότι είχε φτάσει στο επίπεδο για μια γνήσια κοινωνική ζωή. Χάρη στην παιδεία, βέβαια. Μήπως κρυώνεις, Γιώργο;                                                  
«Όχι, κάθε άλλο».                                                                                                 
«Μήπως δεν σου αρέσουν τα κοινόβια, ο ηγετικός ρόλος της γυναίκας, καμιά άλλη αντίρρηση;»                                                                                  
Αυτοί οι υπεύθυνοι, σκέφτηκε με πίκρα, πάντα χρησιμοποιούν ρόπαλο για να σκοτώσουν μια μύγα,
πίσω από κάθε μικροπαράβαση βλέπουν έναν εγκληματία.                                                                                                        
«Ούτε σκέψη για κάτι τέτοιο», φώναξε. «Όπως είπα, ήταν μια εύθυμη, κωμική αν θέλεις, αλλαγή. Κάτι σαν απόκρηες, καρναβάλια, θυμάσαι;»      
Η διευθύντρια τον κοίταξε για λίγο σκεφτική. Τα μακριά της δάχτυλα έπαιξαν πάνω στα κουμπιά και το βλέμμα της στηλώθηκε στις φωτογραφίες των παιδιών.  «Είναι καθήκον μου να σε πληροφορήσω,  έστω και τυπικά,  ότι  έχεις υποπέσει στο αδίκημα της προσβολής της δημοσίας αιδούς. Ο προσωρινός νόμος 1106/98 απαγορεύει κάθε είδους ενδύματα με το αιτιολογικό ότι αποτελούν απόκρυψη των ειλικρινών αισθημάτων του πολίτη. Ο νομοθέτης λαός υπήρξε κατηγορηματικός. Δεν αναγνωρίζει καμιά δικαιολογία εκτός από τη βλάβη του συστήματος ρυθμίσεως της θερμοκρασίας.
Πέρα όμως από τον καταναγκασμό που σύντομα θα επιφέρει τον εθισμό και της μειοψηφίας και την κατάργηση του ίδιου του νόμου, με ενδιαφέρει να συμφωνήσεις ότι έχουμε δίκιο για την πράξη σου.
 Ήταν επιπόλαιη, τι λες, Γιώργο, Δεν νομίζεις ότι θα πρέπει να είσαι αρκετά ώριμος πια ώστε να μη θέλεις να … ποια είναι η φριχτή λέξη της μόδας … να σοκάρεις, να εντυπωσιάσεις; Και δεν είναι βέβαια μόνο προσωπκό σου  θέμα, σκέψου τα παιδιά. Αυτό είναι το καλό παράδειγμα ; Θέλεις να μας ρίξεις πίσω στον μεσαίωνα του εικοστού αιώνα;                                                                                                                                                                                      
Μετάνιωσε που είχε υποκύψει στον πειρασμό. Δεν άξιζε το κήρυγμα, δεν  είχε προβλέψει ότι θα έπαιρνε το ζήτημα τέτοια τροπή και έκταση.    
«Έχεις δίκιο», παραδέχτηκε σκύβοντας το κεφάλι.                                           
«Μπράβο», χάρηκε η διευθύντρια. «Ας ξεχάσουμε λοιπόν τις κυρώσεις αφού πρόκειται για πρώτο παράπτωμα. Έχω κάποια διακριτική ικανότητα, αν και οι ανώτεροί μου είναι αυστηροί. Θα σε παρακαλέσω όμως την μεθεπόμενη εβδομάδα, που είναι η σειρά σου να αναλάβεις τα καθήκοντα του επόπτη των κοινοβίων της περιοχής σου, να δώσεις στο σχολείο μια διάλεξη με ελεύθερη συζήτηση πάνω στην κοινωνική ευθύνη του ατόμου.  Στην περίπτωσή σου δεν χρειάζονται βοηθήματα από το αρχείο, μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη δημιουργική σου φαντασία».                                      
Σηκώθηκαν ταυτόχρονα και έσφιξαν τα χέρια.                                                      
«Γεια σου, Ιωάννα, ευαριστώ για τα μούσμουλα».                                      
«Γεια σου, Γιώργο. Πολύ διασκεδαστική η εμφάνισή σου, μεγάλη άσκηση αυτοπειθαρχίας να μην ξεσπάσω σε γέλια τόση ώρα»

Πριν βγει από το υπουργείο, στάθηκε σε μ ια γωνιά, η τηλεφωνήτρια διακριτικά έκανε πως δεν κοιτάζει, ξεντύθηκε τελείως, μάζεψε ρούχα  και παπούτσια , τα τύλιξε σε μια εφημερίδα. Έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Ύστερα με  το κεφάλι ψηλά, ξέροντας επιτέλους ότι τα βλέμματα όλων δεν θα ήταν καρφωμένα σ’ αυτόν, κατέβηκε τα σκαλοπάτια και βγήκε στον δρόμο, με την παχειά μοκέτα κάτω από τον τεχνητό γαλάζιο θόλο που προστάτευε την πολιτεία από τις καιρικές μεταβολές, ανακατεύτηκε με το πλήθος που γυμνό κι αγκαλιασμένο κυκλοφορούσε αμέριμνα ανάμεσα στα κτίσματα με τους πίνακες, τα αγάλματα, τα ψηφιδωτά, μυριάδες χρώματα.

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Πώς νίκησα τον Φ-13

(Edvard Munch, Η κραυγή)

Δυο και μία τρεις, πέντε, τετράγωνη κολώνα ... και μία έξι ...εφτά, οχτώ και τέσσερις δώδεκα ... μια που μπαίνει δεκατρείς, αριστερά ... έξι, δεκεννιά, ας πούμε δέκα στο πατάρι, σύνολο εικοσιεννιά ζευγάρια προσωρινά σταθμευμένες ωοθήκες. Τι λέει η κυρία με την τελευταία κουταλιά παγωτό στο στόμα; Έρχεται το γκαρσόν, ελάτε πάρτε αυτό, να μην γίνει παρεξήγηση ... όχι, πρώτα ο κύριος μου έδωσε ... σας παρακαλώ .. τέλος πάντων, την άλλη φορά εμείς.

Κάπου εδώ παραμονεύει ο Φ-13, το μεγάλο αυτόματο με τις χίλιες μορφές και τις μύριες αποχρώσεις, ο πανταχού παρών αόρατος, ο σύντροφος που με συνοδεύει από κει που ξεκινάνε οι αναμνήσεις, η καταχώρηση στο αρχείο της μνήμης. Άλλοτε με διακριτική παρουσία, άλλοτε κραυγαλέος και επιθετικός,  μου υπενθυμίζει την ύπαρξή του έτσι και περάσει λίγος καιρός χωρίς να έρθει στο προσκήνιο. Πρέπει να παραδεχτώ ότι πολλές φορές αποδείχτηκε χρήσιμος, μ' έσωσε από ένα σωρό κακοτοπιές. Ξεπρόβαλε απρόσκλητος στο μεταίχμιο σκέψης και απόφασης ή απόφασης και ενέργειας και, με τεντωμένο το σουβλερό του δάχτυλο, μου έδειχνε τους κινδύνους.  Έτσι που κατέληξα να πω καλύτερα να πορεύομαι με τον Φ-13 παρά χωρίς αυτόν.

Η κρίσιμη κουβέντα. Πάνω σ' αυτό το υπόβαθρο, άρχισα να ζητάω τη γνώμη του για σημαντικά θέματα. Αφού λογάριαζα και ζύγιζα όλους τους άλλους παράγοντες, αναπηδούσε στο μυαλό μου η σκέψη, «και τι να λέει γι' αυτό ο Φ-13;». Εκείνος καιρό δεν έχανε, η εμφάνισή του ήταν ακαριαία. Ο Φ-13 υποστηρίζει πάντα τη σύνεση, είναι απόλυτος υπέρμαχος της προσοχής, ίδιο το πνεύμα του αστού όλων των εποχών στην αποθέωσή του.

Για λίγο καιρό δεν τα πηγαίναμε κι άσχημα. Ή, έτσι τουλάχιστον νόμιζα. Μέχρι που άρχισε καινούρια καμώματα ...να λέει την κατηγορηματική του γνώμη χωρίς να την έχω ζητήσει. Όχι μόνον αυτό, αλλά να προσπαθεί πιεστικά να την επιβάλλει. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά να χώνεται και σ΄εντελώς ασήμαντα και επουσιώδη θέματα. Κι εκεί που δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος. Στο κάθετι. Έφτασε στο σημείο να θέλω να περάσω τον δρόμο και να μου δείχνει τα αυτοκίνητα ... όσο μακριά κι αν ήταν. Ν' ανεβαίνω στο τέταρτο πάτωμα μιας πολυκατοικίας κι εκείνος να μου ψιθυρίζει πως μπορεί να πέσει κανείς από τόσο ύψος ή να γκρεμιστεί το ίδιο το κτίριο. Ξέρεις δα πώς τα χτίζουν, επαναλάμβανε μονότονα. Και τι δεν μηχανεύτηκε, ποιον κίνδυνο δεν ανακάλυψε. Σαν να παίζαμε μια παράδοξη τυφλόμυγα μ' ανοιχτά τα μάτια και να μ' άγγιζε εκείνος, όποτε και όπου διάλεγε.

Η κατάσταση πέρασε από το ενοχλητικό στο κουραστικό, έγινε φορτική ... σχεδόν νοσηρή. Πιάστηκα στο δόκανο, ο παλιός γνώριμος μου είχε γίνει δεύτερη φύση. Τότε κατάλαβα γιατί ποτέ δεν ένιωσα ευγνωμοσύνη για τις υπηρεσίες του. Και γιατί από πείσμα τον αγνοούσα πολλές φορές, ιδίως όταν ήμουν πιο νέος. Κάποτε πλήρωσα τις συνέπειες σκληρά, άλλοτε τη γλύτωσα, μα πιο συχνά διαπίστωνα ότι ο κίνδυνος που επισήμαινε ήταν ανύπαρκτος. Αυτό το τελευταίο με έκανε να διερωτηθώ αν μούπαιζε κάποιο άσχημο παιχνίδι κι αν η σπάνια βοήθειά του ήταν αρκετό αντάλλαγμα για τη μόνιμη, ανεπιθύμητα παρουσία του.

Όσες φορές προσπάθησα να απαλλαγώ, είναι η αλήθεια όχι με ολόψυχο αγώνα, απλώς σηκώνοντας τους ώμους, αποτραβιόταν προσωρινά στο βάθος, αλλά γύριζε, πάντα γύριζε, αργά ή γρήγορα. Ακόμη κι όταν ήμουν βέβαιος ότι τον είχα αποδιώξει, υποπτευόμουνα τον ίσκιο του πίσω από ένα δέντρο, μια γωνιά, ένα χαμόγελο ... Μορφή συγκεχυμένη ή αόριστη, άγρια ή επιφανειακά αγγελική. Θολή ή ξεκάθαρη, ατσάλινη κι εύπλαστη, τεράστια ή μικροσκοπική. Ένας καταχθόνιος θεατρίνος με υπερφυσικές ικανότητες που είχε πάρει τα ηνία. Είμαι σίγουρος ότι μπορεί να περάσει μέσα από την κλειδαρότρυπα αλλά και από κλειστή πόρτα με το κλειδί επάνω. Όπου διαβαίνω εγώ, ακολουθάει κι εκείνος, όπου βρίσκομαι, στην πόλη που γεννήθηκα και μεγάλωσα ή και στο πιο μακρινό ταξίδι, δεν λείπει τώρα ποτέ. Δεν μ' αφήνει ούτε τις στιγμές που αισθάνομαι βαριεστημένος, καθισμένος στο ήσυχο δωμάτιό μου.

Με αυτή τη διαδικασία έφτασα στο σημείο να μου κολλήσει ο σατράπης την πλάτη στον τοίχο. Παραχώρηση, οπισθοχώρηση σ' ένα ατέρμονα δαίδαλο, και σε τεθωρακισμένο με πέντε φρουρούς εκείνος θα έβρισκε τον τρόπο να εισχωρήσει και να κραυγάσει για κάποιον απίθανο κίνδυνο. Οι μεταστάσεις του είναι εντελώς απρόβλεπτες, η επινοητικότητά του σε τεχνάσματα αστείρευτη. Μονιμοποιήθηκαν κι οι πόνοι στο στήθος κι οι γιατροί ομόφωνα αποφάνθηκαν ότι έφταιγε ο Φ-13. Τον αποκάλεσαν αλλιώς βέβαια, μόνο εγώ ξέρω το πραγματικό του όνομα. Δεν υπήρχε λοιπόν διέξοδος ... λύγισα και του ζήτησα να φύγει, ζήτησα έλεος.

Έρχεται μια στιγμή που είσαι διατεθειμένος να τα δεχτείς όλα για να απαλλαγείς από τον Φ-13. Καταθέτεις τα πενιχρά σου όπλα, δίνεις γην και ύδωρ, δέχεσαι την υποταγή. Φτάνεις να επικαλεστείς - απ' όλους τους ανθρώπους εσύ - μιαν ανώτερη δύναμη που θάθελες να υπάρχει και να είναι αγαθή, που θα μπορούσε να σε λυτρώσει. Είναι το σημείο που μια σάρκα περίτρομη, αδύναμη, ψάχνει για σωτηρία έστω και στον γκρεμό.

Ο Φ-13 έδειξε μεγάλη κατανόηση, χαμογέλασε μάλλον γλυκά ... δεν μου διέφυγε όμως η αδιόρατη ειρωνεία του. Αυτό του πέταξε τη μάσκα μονομιάς. Προειδοποιώντας με για συμφορές, τονίζοντας υπερβολικά, παράλογα τους κινδύνους, τους έκανε πιο πιθανούς, όχι από αντικειμενικά αίτια αλλά γιατί τελικά ο ίδιος με έσπρωχνε στον χαμό, αυτός ο ίδιος ήταν ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Και το φως έλαμψε μέσα μου. Κατάλαβα ότι ο Φ-13 δεν έχει οίκτο, από τη φύση του είναι αδίστακτος, όσους ενδοιασμούς κι αν μεταδίδει στα υποχείριά του.

Έτσι για τα καλά στριμωγμένος, με ξεχαρβαλωμένα νεύρα, σκυλί που με σηκωμένη τρίχα γαυγίζει στο άκουσμα της φωνής του - απόρησα κι εγώ πού βρήκα το θάρρος - πήρα την απόφαση της αντεπίθεσης. Δεν χωρούσαν πια ημίμετρα, μ' ένα καίριο χτύπημα ο εφιάλτης έπρεπε να ηττηθεί κατά κράτος.

Πόσο ρόλο μπορεί να παίξει η θέληση του ατόμου να αποτινάξει το παρελθόν, τις εμπειρίες τριάντα τόσων χρόνων; Να σπάσει τον φαύλο κύκλο; Κι ιδιαίτερα όταν πια δεν έχει ακέραιες τις ζωτικές δυνάμεις που το οδηγούσαν στην απόλαυση μιας κοινής πολύτιμης στιγμής, της ευτυχίας να γείρει στο ντιβάνι και να ξεφυλλίσει μια εφημερίδα. Ο Φ-13 βαραίνει στους ώμους μου σαν βόμβα βραδυφλεγής που ρυθμίστηκε να εκραγεί χρόνια μετά από τότε που μπήκε ο αδυσώπητος μηχανισμός της σε ενέργεια. Βεβαρυμένο παρελθόν.

Μα πρέπει να αποτινάξω τον δυνάστη, ν' ανακαλύψω και πάλι τη γεύση του αλατιού, αν όχι για κανένα άλλο λόγο, τότε γιατί το θέλω. Γιατί έχω να φτιάξω πράγματα πολλά. Να κοιτάξω τα σχήματα και τα χρώματα και να τα μεταπλάσω. Να βρω τις φανερές και τις απόκρυφες διαστάσεις στις πράξεις των ανθρώπων,. Να μετρήσω τα γνωστά και τα άγνωστα, να καταγράψω την ύπαρξη. Ν' ανακαλύψω τη ζωή από την αρχή και να την ξαναζήσω. Και ξέρω ότι δεν φτάνει η επίκληση σε καμία δύναμη έξω από μένα, η βοήθεια μπορεί νάρθει μόνο μέσα από τον ίδιο τον ταλαιπωρημένο, τον φθαρμένο μου τον εαυτό. Κανέναν άλλο.

Ξεκίνησα λοιπόν πρωί, στο κέντρο της πόλης, ανέβηκα στο έβδομο πάτωμα μιας από τις πολυκατοικίες του 1955-60 με τα απαίσια βαρέλια πετρελαίου στα μπαλκόνια. Βγήκα στην ταράτσα και στάθηκα άκρη άκρη στο πεζούλι. Η κίνηση, ο κόσμος μόλις διακρίνονταν. Είδα όμως καθαρά τον Φ-13 να μου κάνει επιτακτικά το γνωστό του νόημα. Τον κοίταξα κατάματα. Ζαλιζόμουνα, το κενό με τραβούσε σαν ρουφήχτρα, μούρθε σκοτοδίνη. Φύγε, είναι επικίνδυνο, φώναξε. .. από κάτω, από πλάι, από μέσα μου; Ας πέσω, αποφάσισα.

Έμεινα εκεί μια ολόκληρη ώρα μέχρι που βαρέθηκα. Ύστερα κατέβηκα, χώθηκα στη μεγαλύτερη κυκλοφορία, κάνοντας ελιγμούς ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Δεν ήταν λοιπόν άτρωτος, τον είχα αποκρυπτογραφήσει, κρατούσα πια στα χέρια μου το μυστικό του. Στο αεροπλάνο, όπου κάποτε ο Φ-13 γράπωνε και μου παρέλυε τα πόδια, καθόταν στο στομάχι και μούδιαζε το μυαλό μου, ήμουν εξαιρετικά ευδιάθετος. Ακόμα κι όταν το σκάφος τράνταζε και κλυδωνιζόταν, δεν έκανε την εμφάνισή του. Ακολούθησαν μια σειρά ενέργειες που προηγούμενως ούτε να σκεφτώ τολμπούσα. Η μέρα ήταν ένας θρίαμβος.

Από πικρή πείρα, αλλά και γιατί δεν μούχουν μείνει πια αυταπάτες, ξέρω πώς ο Φ-13 ποτέ δεν χάνεται για πάντα, ακολουθεί την τροχιά της ζωής και του θανάτου, ξαναγιννιέται, καιροφυλακτεί, παραμονεύει στα ντουλάπια, ελοχεύει στην ακροθαλασσιά, στο σκοτάδι αλλά και στο πιο εκτυφλωτικό και χορταστικό φως, μπορεί να παρουσιαστεί ξαφνικά απειλητικός.

Έχει βρει μια δική του κρυψώνα μέσα μας κι από κει περιμένει υπομονετικά την ευκαιρία να μας κατακυριεύσει. Να μας μεταβάλει σε τρεμάμενα πλάσματα που κουρνιασμένα τον επικαλούνται κάθε στιγμή και κάθε ώρα. Και μην τον ονομάσετε αίσθημα αυτοσυντήρησης ούτε δειλία. Ο ορισμός θα ήταν ατελής για τον σατανικό, τον θανάσιμο ετούτο λαθρεπιβάτη της ψυχής μας.

Ένας μόνο τρόπος υπάρχει να βρεθεί κανείς στο απυρόβλητο. Ν' αψηφήσει τις όποιου είδους απειλές. Να σηκώσει ψηλά το κεφάλι και να δεχτεί τις συνέπειες. Ν' αποδεχτεί έναν αγώνα χωρίς τέλος ενάντια στον φόβο.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009

Το μαγικό χαλί


Πρώτο δωμάτιο
Πιτσιλιές λαμπερές που κρύβουν μέσα τους το χάδι πουπουλένιο, ίδια τα μάτια
της γιαγιάς, γραμμές, ορθογώνια και ρόμβοι, μυριάδες σχήματα, λούζομαι ώρες
ατέλειωτες σε παράξενα κοκκινωπά ποτάμια, πλανιέμαι σε λιβάδια αχνογάλαζα,
κιτρινωπά χωριά και βουνά κάτασπρα. Το χαλί απλώνεται ανάμεσα στον φιλικό
καναπέ και τη βιβλιοθήκη, φτάνει μέχρι κάτω απ’ το παράθυρο, σχεδόν ως την
πόρτα, παραστάτες κι ευκίνητοι φρουροί του δυο καρέκλες γερές, τετράγωνες.
Οι μορφές αλλάζουν όπως εγώ διατάξω, τα σύμβολα παίρνουν νόημα κατά την
προσταγή μου.

Σαν έρθει η στιγμή για το αποκορύφωμα της ηδονής, βουλιάζω όσο να νιώσω το
σανιδένιο πάτωμα, χώνω τα πόδια κάτω από το τραπεζάκι κι από τη μια αγγίζω την
κουρτίνα που πέφτει βαριά και πολυκύμαντη, από την άλλη σέρνομαι ως τη γλάστρα
με τα μακριά, μυτερά φύλλα. Αφομοιώνομαι σ’ οργιαστικό αγκάλιασμα και τα ποτάμια
αρχίζουν να τρέχουν κάτω από το δέρμα μου, τα μάτια μου θαμπώνουν από λιβάδια
και βουνά, ζω μέσα στα κίτρινα χωριά σαν πολύτιμη ουσία που διαχέεται απ’ τα
γεννητικά όργανα – γελαστές, λαχανιαστές, τρυφερές σκιές – να γονιμοποιήσει,
να γεννήσει, να βρει την εκπλήρωση.

Βρίσκομαι σ’ ένα φανταστικό κόσμο κι ο παντοδύναμος μάγος είμαι εγώ. Μετράω
τους πιστούς μου υπηρέτες, τα πειθήνια όργανά μου κι ελέγχω αυστηρά τις κινήσεις
τους. Ανοίγω το ραδιόφωνο κι ακούω φωνές βραχνές, στριγκές ή βελούδινες,
μυστηριώδεις γλώσσες, αλλόκοτες μουσικές, χαϊδεύω το καλοριφέρ κι ακουμπάω
τα χέρια μου καυτά στα μάγουλα, ανάβω και σβήνω τα φώτα. Ζητάω από το τηλέφωνο
να χτυπήσει κι αργά ή γρήγορα η επιθυμία μου εκπληρώνεται με διαπεραστικούς ήχους.
Ύστερα επιβάλλω σιωπή απόλυτη, αδιατάραχτη, ιερή σιγή, ν’ αφουγκραστώ στις ρίζες του
μυαλού μου να σαλεύει ανεπαίσθητα τα χαρούμενο σπέρμα της φυλής.

Δωμάτιο δεύτερο
Βιβλία, βιβλία, βιβλία. Πανόδετα, δερματόδετα με χρυσά γράμματα, φτηνές εκδόσεις
με φύλλα που φεύγουν, φθαρμένα από τον χρόνο και κατακαίνουρια, ορθογώνια και
τετράγωνα, μεγάλα και μικρά, έξι ολόκληρες σειρές βιβλία άσπρα ή μαύρα … πράσινα,
κόκκινα και πορτοκαλιά. Χοντρές εγκυκλοπαίδειες κι αστυνομικά μυθιστορήματα,
πεζογραφία και ποίηση και σύγχρονη πολιτική επικαιρότητα, βιβλία επιστημονικά
ξενόγλωσσα κι ελληνικά, ακόμα και στην καθαρεύουσα, παθιασμένα ή ψυχρά,
αδέσμευτα … βιβλία, βιβλία, βιβλία.

Τυπογραφικά στοιχεία λεπτά και βαριά και μεγάλα, καλλιτεχνικά, διαγράμματα και
εικόνες, κι ονόματα φανταστικά. Ήρωες, δαίμονες, οπτασίες αμέτρητες … και το
κοινό βάζο μ’ ένα τριαντάφυλλο μπουμπούκι.

Βρίσκομαι σ’ ένα κόσμο γυμνό και ξένο , σύμβολά του οι επιφάνειες και το δοκάρι που
προεξέχει. Τοίχοι μονότονοι, άχρωμοι, αποστερημένοι…δεν τους απαλύνουν κάδρα και
πίνακες, καμιά ανάσα δεν τους ζεσταίνει. Πάτωμα και ταβάνι. Εδώ μέσα ζω χωρίς να
γνωρίζω πώς και γιατί, κι εδώ είμαι αναγκασμένος να μείνω. Γι’ αυτό ξεγλιστράω, φεύγω,
δραπετεύω με τα πλεούμενα που είναι αποκλειστική μου κατοχή και περιουσία,
απόκτημα προσωπικό, ιδιωτικό, ανέγγιχτο. Οι λέξεις τους με οδηγούν στα μεσούρανα,
στη γη της επαγγελίας, στο ελντοράντο όπου τρέχει ποτάμι το χρυσάφι από τα μάτια
των ανθρώπων.

Τρίτο δωμάτιο
Κάθομαι σε μια πολυθρόνα. Το δωμάτιό μου το γνωρίζω …όχι τέλεια μα αρκετά καλά .. τα
χρώματα, τις επιφάνειες και τα βάθη, τις συσκευές της επικοινωνίας. Τους τοίχους και το
δοκάρι, το χαλί, τα βιβλία. Εδώ φυλάγω τα πολύτιμα και τα ευτελή, είναι όλα δικά μου
αλλά όχι αποκλειστικά. Ξέρω πως αλλάζουν όταν τ’ αγγίζω με χέρι που κι εκείνο
μεταβάλλεται … λιγάκι. Και αν βάλω το μαύρο βιβλίο μετά το πράσινο, ο κόσμος δεν θα
είναι πια ο ίδιος. Κι αν από την πολυθρόνα μετακινηθώ στην καρέκλα, ο κόσμος γίνεται
αλλιώτικος. Κι αν σηκώσω το τηλέφωνο, πολλές δυνατότητες. Κι αν τολμήσω να μιλήσω
πρόσωπο με πρόσωπο, άπειρες.

Ανοίγω την πόρτα διάπλατα, ανοίγω τα παράθυρα. Να φύγουν και να ‘ρθουν όσα είναι κι
όσα μπορώ. Ζω σ’ έναν κόσμο γνωστό, σ’ έναν κόσμο μυστήριο. Έμαθα να ανακαλύπτω,
ν’ αγωνίζομαι για μένα και τους άλλους, τη διάρκεια στην πίστη. Ξέρω πως το μέλλον
είναι αύριο και τώρα, τώρα και αύριο. Αυτή είναι η μόνη μου απόλυτη βεβαιότητα.



Σε μυστικά δωμάτια υφαίνεται με δάχτυλα σκληρά ή ευαίσθητα … από τεχνίτες που
υποπτεύονται πως το έργο μπορεί και να μην έχει τέλος – αυτή είναι η φύση του – που
ελάχιστα κατέχουνε υπόσταση και τον σκοπό της κίνησης. Βλέπουνε – ο καθένας – μικρά
κομμάτια ή από μια μόνο θέση. Ταγμένοι να υφαίνουν. Όταν πεθαίνουν μετουσιώνονται σε
απειρόχρωμες κλωστές.

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2009

Υποτροφία

Θα χωθώ βαθιά στην πολυθρόνα και θ' απλωθώ στο τραπεζάκι, το βλέμμα μου νωχελικά
θα αιωρηθεί στον σκουροπράσινο τρούλο να ψηλαφήσει την γυαλιστερή επιφάνεια πίσω
από τα κυπαρίσσια, θα χοροπηδήσει ανάλαφρα στα κεραμίδια με τα σπουργίτια, κι αφού
χορτάσω προσμονή με χαλαρό το σώμα ολόκληρο, για πρώτη φορά λεύτερα θα σκεφτώ τί
θέλω να κάνω και πραγματικά θ' αποφασίσω.

Τέλειωσα πια την αριθμητική, στέγη-τροφή-ρουχισμός-τσιγάρα-έξοδα κινήσεως, διακόσια
χιλιάρικα για τις ελάχιστές μου ανάγκες και οι τόκοι να καλύπτουν την άνοδο του
πληθωρισμού, όχι απληστίες. Θάταν αγνωμοσύνη να πάω σ' ανταγωνιστές, η κατάθεση
θα γίνει σ' άλλο υποκατάστημα της ίδιας τράπεζας.

Πέντε χρόνια υποτροφία. ΄Ολα τα παλιά, καχεκτικά μου σχέδια σκορπίζανε τώρα στον
άνεμο της άμεσης αυτής προοπτικής σαν διαφημιστικά φυλλάδια και το μυαλό μου
αναρριγούσε κι απόμενε γαλήνιο, κενό, ηδονικά ξεκούραστο. Με μια λαχτάρα, ερωτική
σχεδόν, για τα μελλούμενα κι ευγνωμοσύνη στους χλωμούς υπαλλήλους με τις
μηχανικές κινήσεις, που, μουρμουρίζοντας παράπονα και μην τολμώντας να σηκώσουν
δέκα μοίρες τον λαιμό ενώπιον, οικοδομούσαν τη δική μου λευτεριά. Μήπως μικρότερη
χάρη χρωστούσα στο επιχειρηματικό δαιμόνιο προϊσταμένων και διευθυντών που, με
πειθαρχική εργασία χωρίς ωράριο, κατόρθωσαν να τετραπλασιάσουν την αξία των
μετοχών σε λιγότερο από έξι μήνες και να δημιουργήσουν το αναγκαίο πλεόνασμα. Ο
υπότροφος κατά κάποιο τρόπο είναι και μέτοχος. Καταθέτοντας το ποσό στο
ταμιευτήριο, είχα την ευκαιρία σε σαράντα εξάμηνα, χώρια ο ανατοκισμός, να το αυξήσω
εκατό τοις εκατό. Αυτό είχε βέβαια θεωρητική μόνο αξία αφού θα τόχα στο μεταξύ
ξοδέψει, ξεπληρώνοντας τ' άλλο μου χρέος, να αναπτύξω στον μέγιστο βαθμό τις
ικανότητές μου. Κάνοντας αυτό που θέλω.

Τί θέλω; Πρέπει να βρεθώ στο κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα για να το διαπιστώσω
αληθινά. Πώς είναι δυνατόν να το φανταστώ τώρα αφού όλα μου τα χρόνια κάνω ό,τι
υπαγορεύει η ανάγκη; Η απλή, κοινή και τετριμμένη βιοτική ανάγκη. Θα μπορούσα,
λόγου χάρη, να θέλω να σκάβω χαντάκια, ωραία, καλλιτεχνικά, ποιητικά χαντάκια, και
να τοποθετώ ηλεκτρικά καλώδια ή σωλήνες υπονόμων. Να δουλεύω στον τόρνο, τη
φρέζα ή την πρέσσα. Να πουλάω αράπικα φυστίκια ή κρατικά και λαϊκά λαχεία, να γράφω
βιβλία ή να ζωγραφίζω. Να μην κάνω τίποτα για ένα διάστημα. Να ρίξω μιαν αδέσμευτη
ματιά τριγύρω και να ξεκαθαρίσω, όσο μπορέσω, το νόημα και τη θέση σ' αυτόν τον
κόσμο. Να φανώ συνεπής. Για τον σκοπό αυτό κάθε άνθρωπος δικαιούται, έχει
υποχρέωση να πετύχει μια υποτροφία. Και δεν ονομάζεται τεμπελιά γιατί τεμπέλης - με
αρκετή μάλιστα δόση δειλίας - είναι όποιος κουτσά στραβά βολεύτηκε και πού καιρός πια
να πραγματοποιήσει εκείνο που ονειρεύεται και πιστεύει.

Ομολογώ ότι είμαι αρκετά καθυστερημένος στα τριανταπέντε μου, όχι γιατί άργησα ν'
ανακαλύψω την αλήθεια, αλλά γιατί μπήκα κι εγώ στ' αυλάκι, στο χαλινάρι, στον ζυγό
και μούλειπε η τόλμη να κάνω το σωστό. Ν' αποδεσμεύσω τις παραγωγικές δυνάμεις, τις
δημιουργικές ορμές που οδηγούν στο κατώφλι της χίμαιρας. Μα έστω και
αργοπορημένος, έστω και χωρίς των άλλων τη συμμετοχή, έστω και με κίνδυνο να
παρεξηγηθώ, εγώ θα προχωρήσω. Θα κάνω το άλμα χωρίς προστατευτικό δίχτυ, μην
περιμένοντας επευφημίες και θύελλα χειροκροτημάτων. Για μένα και για τα παιδιά.


Τα γράμματα βέβαια ανομοιόμορφα αλλά η ανορθογραφία άψογη, τρία λάθη η σωστή
αναλογία. ΄Εκοψα μεθοδικά το τελευταίο έγκλημα, ψαλλίδισα τις διεθνείς ειδήσεις,
προσεκτικά διαμέλισα την αεροπειρατεία και τις πρόσφατες κυβερνητικές δηλώσεις. Εξ
αρμοδίου πηγής. Εύκολα βρήκα τα κεφαλαία σίγμα για τις ΤΕΣΕΡΕΙΣ ΔΑΙΣΜΙΔΕΣ, μα
για τα μηδενικά αναγκάστηκα τελικά να χρησιμοποιήσω όμικρον και να γυρίσω στις
αθλητικές σελίδες για το πεντάρι. Τρεις οριζόντιες με τον παλιό χάρακα (κάτω από το
ΗΡΕΜΑ ΚΡΑΤΑΩ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ η γραμμή ξέφυγε και στράβωσε), άφθονη γκόμα στο
χαρτόνι και η αίτηση ήταν έτοιμη γεμάτη υποσχέσεις. Με τα καουτσουκένια γάντια για
τα πιάτα, καθαρή δουλειά χωρίς αποτυπώματα.

Μάζεψα τη στοίβα από κιτρινισμένες εφημερίδες, όχι αυτές που συνήθιζα να διαβάζω, το
μπουκαλάκι, τα ψαλλίδι και τ' αποκόμματα, έβαλα την αίτηση στο συρτάρι του γραφείου,
βγήκα προσεκτικά στον διάδρομο, αφού πρώτα αφουγκράστηκα κάμποση ώρα, κι έχωσα
τα σκουπίδια στο δοχείο του γείτονα. ΄Εκλεισα το καπάκι σαν νάβαζα την επίσημη
σφραγίδα στο έγγραφο της υποτροφίας.

Τα σύνεργα, περούκα μακριά ξανθά μαλλιά, μουστάκι να χαϊδεύει το σαγόνι, πλαστικοί
σβώλοι για τα μάγουλα, ένα ρολό τσιρότο, όλα από την αντιπροπέρσινη αποκριά,
αραδιασμένα στο ράφι του μπάνιου. Δοκιμή το μουστάκι και μορφασμός επιδοκιμασίας.
Στην ντουλάπα το παμπάλαιο πράσινο σακίδιο με την κουβέρτα πατηκωμένη μέσα, και
δίπλα, τ' αναπηρικό παπούτσι με τη χοντρή σόλα. Ο ξανθός, μακρυμάλλης, κουτσός,
κάπως βρώμικος τουρίστας δες θάμοιαζε ασφαλώς με υπότροφο τραπεζικού ιδρύματος
αλλά καθόλου, τουλάχιστον, και με μένα.

Θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω και μιαν άλλη πρωτότυπη μεταμφίεση, να κόψω δηλαδή
τα μαλλιά μου κοντά, να φορέσω καλοσιδερωμένο κοστούμι, λευκό, άψογο πουκάμισο με
γραβάτα και καρφίτσα, μαντήλι στο τσεπάκι, γυαλισμένα παπούτσια και ύφος πρόθυμο
και υποτακτικό ή αγέρωχο και αδιόρατα περιφρονητικό. Τότε θα περνούσα πραγματικά
απαρατήρητος, το βλέμμα θ' αδυνατούσε να σταθεί επάνω μου, θα ενσωματωνόμουν
απόλυτα στο περιβάλλον. Ποιός προσέχει μια μαύρη πλαστική πολυθρόνα, ένα καφέ
γραφείο, τους γκρίζους τοίχους; Η ευσυνειδησία όμως με την οποία εργαζόμουν
σταματούσε εδώ. Αδύνατον να κατανικήσω την προσωπική μου αντιπάθεια γι αυτού του
είδους το μασκαραλίκι. Καλύτερα φτωχοτουρίστας.

Και βέβαια η όλη υπόθεση είναι συναρπαστική. Και δίκαιη, δίχως άλλο. Βάζω εγώ στη μια
παλάντζα πέντε έως δέκα χρόνια ζωής, έστω και στο μαγγανοπήγαδο, και τον πρότερον
έντιμον βίον ή λευκόν ποινικόν μητρώον, κι η τράπεζα από την άλλη την τιμήν μου,
διακόσια χιλιάρικα. Μηδαμινό ποσό. Αν κάποιος διακινδυνεύει πιο πολλά αυτός είμαι
αναμφισβήτητα εγώ κι όχι όσοι θα εισπράξουν από την ασφαλιστική εταιρία κλάσμα της
δραχμής λιγότερο μέρισμα κατά μετοχή. Δια της δικαιοσύνης η ελευθερία, δια της
ελευθερίας η κατάκτηση της ελπίδας και του μέλλοντος, μαζί με το παιχνίδι και τον
κίνδυνο, πούναι η ουσία της ζωής.

Τί θα γινόταν αν αυτό το κάναν όλοι; Χάος κι εξουδετέρωση των πλεονεκτημάτων. Μα
ποτέ, τίποτα δεν το κάνουν όλοι, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια πράξη θάρρους. Στο
κάτω κάτω είναι και κουτό επιχείρημα, γιατί τί θα γινόταν αν όλοι αγοράζανε από ένα
μηχανάκι και τρέχανε στους δρόμους της πόλης και τί θα γινότανε αν όλοι παύανε
ξαφνικά ν' αγοράζουν ψυγεία, κουζίνες, πλυντήρια, τηλεοράσεις, μαγνητόφωνα,
ραδιόφωνα, μίξερ, φρυγανιέρες ή αν ακόμα όλοι αποσύρανε τις καταθέσεις τους από τις
τράπεζες, όπως έχουν απόλυτα νόμιμο δικαίωμα; Κάθε πράξη κρίνεται από μόνη της και
κάθε άτομο δίνει λογαριασμό για τον εαυτό του και μόνο.

Με πλήρη ψυχική ηρεμία βγήκα λοιπόν και κατηφόρισα ευδιάθετος την Παύλου Μελά
μπροστά από τις εκθέσεις επίπλων (τί κρυφή φιλοδοξία νεκροπομπού αυτή
κρεββατοκάμαρα ψευδοΛουί Κένζ), το προποτζίδικο με τα λαχεία από πάνω ως κάτω στη
βιτρίνα (κάποτε βασιζόμουν και στην τύχη, αλλά αντί για μένα ευνοούσε τους
αγαθοεργούς σκοπούς, όπως την ανέγερση του ιερού ναού της τάδε κωμοπόλεως, τους
άλκιμους ή τους ναυτοπροσκόπους) και το φωτογραφείο (προφίλ-ανφάς αρχείο άνω
πόλεως και ποδοσφαιρικό).

Στάθηκα στο κιγκλίδωμα για μια τελευταία αναγνώριση του εδάφους. Κάποιες χρήσιμες
γνώσεις μου μείνανε κι από τη θητεία. Το κάθε τι στη θέση του. Ο διευθυντής κοντά
στην είσοδο πάντα σοβαρός, σταχτοδοχεία, πτυελοδοχεία, μερικοί αναιμικοί υπάλληλοι
εδώ, γυαλιστερά γκισέ, έντυπα, γραφομηχανές και καρτελοθήκες, ο ταμίας απέναντι,
δώδεκα η ώρα της μεγάλης κίνησης, καλύτερα η δουλειά να γίνει κατά τη μία που θάναι
μπαφιασμένοι να καταγράφουν και να μετράνε τα λεφτά των άλλων. Το πρόσχημα,
άνοιγμα ενός λογαριασμού. Το μαγικό ραβδί που γλυκαίνει την έκφραση του τραπεζικού,
γεννάει λαδωμένα, συνοικιακά χαμόγελα, του δίνει την εκπλήρωση.

΄Ολα λοιπόν μελετημένα, σχεδιασμένα, προγραμματισμένα κι η ψυχραιμία μου
αδιατάρακτη. Καμιά κινηματογραφική σκοπιμότητα να υπαγορεύσει το απίθανο λάθος.
Το έγκλημα αποδίδει κι εδώ και στο εξωτερικό, ρωτήστε όποιον θέλετε που τάχει
οικονομήσει νομίμως, ακόμα και τους δημοσιογράφους που ασκούν κοινωνικό
λειτούργημα, πόσο αυξάνεται η κυκλοφορία της εφημερίδας όταν τα διαφημίζουν με
πηχιαίους τίτλους στην πρώτη σελίδα.
Δεν μ' ενδιαφέρει να συζητήσω τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης μου, αρκούμαι στα
φώτα του ποινικού κώδικα που ισχυρίζεται ότι πρόκειται για απλή ληστεία. Με ευγενικά,
θα πρόσθετα, κίνητρα. Οι νομοθέτες σπάνια διακρίνονται για τη φαντασία τους.
Κατασκευάσανε αρχικά ένα χοντροκομμένο ρόπαλο για να προστατεύσουν τα
κεκτημένα των παλαιών ληστών από τους νέους και βαθμιαία το λέπτυναν, το
επεξεργάστηκαν, το καμουφλάρισαν επιτήδεια.

Και όμως πρόκειται για μια κλασική περίπτωση αναγκαστικής υποτροφίας, μολονότι
κάποιος τυπικός δημόσιος υπάλληλος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι μάλλον εμπίπτει
στην κατηγορία των παραγωγικών δανείων. ΄Οπως και νάχει το πράγμα, η μεγαλοφυΐα
της, η τελειότητά της έγκειται στο γεγονός ότι ενδεχόμενο αποτυχίας δεν υπάρχει, ο
αντικειμενικός σκοπός θα επιτευχθεί. Δεν το λέω από εγωισμό αλλά ύστερα από
ρεαλιστική αντιμετώπιση της καταστάσεως. Το μέσα ή έξω δεν έχει και μεγάλη διαφορά,
θα προτιμούσα ασφαλώς το έξω χωρίς να παραγνωρίζω και τα πλεονεκτήματα του μέσα.
Μοναδικές εμπειρίες για παράδειγμα, ενδιαφέροντες τύποι, το θέατρο της δίκης. Με
κάποια σχετική έλλειψη ανέσεων και περιορισμό κινήσεων. Ο αποφασιστικός όμως
παράγοντας υπέρ του έξω είναι ότι μπορεί κατά βούληση να μετατραπεί σε μέσα. Ενώ το
μέσα είναι μέσα.

Κείνο το βράδι, διακόπτοντας μια μακροχρόνια συνήθεια, γύρισα νωρίς στο σπίτι μου,
χαμήλωσα το τηλέφωνο τόσο που να μην ακούγεται σχεδόν καθόλου, ανακεφαλαίωσα
ατο σχέδιο και το χρονοδιάγραμμα, έσβησα το φως να κοιμηθώ τον ύπνο του δικαίου.


Λίγο πριν ξημερώσει η μεγάλη μέρα ονειρεύτηκα ... ότι πετούσα πάνω από την πολιτεία
σαν το μαγικό χαλί, μαζεύοντας χεριές τις κεραίες από τις ταράτσες, κι αφού τις έκανα
μπουκέτα τις φύτευα σ' αφρόχωμα και ξεπετάγονταν μεθυστικά λουλούδια ... ότι
ταξίδευα από κορφή σε κορυφή βουνού, έπινα δροσερό νερό από τα σύννεφα κι
αναπαυόμουνα επάνω στα κλαριά των δέντρων. Ο ήλιος πρόβαλλε κοντά, τόσο κοντά
που λες πως θα μπορούσα να τον αγγίξω.

από τη συλλογή διηγημάτων Εγνατία οδός, 1973