Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο δρόμος για την Ουρανούπολη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο δρόμος για την Ουρανούπολη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Ιουνίου 2019

Ο δρόμος για την Ουρανούπολη




Ο Λουκάς ήταν γιος ζαχαροπλάστη. Ο Λουκάς ήταν ιδεολόγος. Ο Λουκάς ήταν σπουδαίος
ζωγράφος. Ήθελε να τυπώσει οκτώ εκατομμύρια λιθογραφίες από έναν πίνακα του και να τις
μοιράσει σε όλους τους Έλληνες. Για να κρεμάσουν τη ζωγραφιά στο σαλόνι τους, να τη
βλέπουν και να εμπνέονται. Να αλλάξουν τη χώρα τους κι ολόκληρο τον κόσμο. Ο Λουκάς,
πέταξε ο Τάκης.
- Ο Λουκάς, τι ο Λουκάς;
- Ο Λουκάς θα μας πάει.

Ήταν αργά το απόγευμα Παρασκευή συννεφιασμένη του Ιουλίου κι είχαμε καταφέρει να
χάσουμε το τελευταίο λεωφορείο για την Ουρανούπολη. Το λεωφορείο που θα μας πήγαινε
στις διακοπές, στην Καίτη με τα τουριστικά είδη και τις θρυλικές της ψαρόσουπες, στην
Καίτη με τον Δημήτρη, στον Γιάννη με την Δάφνη, στον Μιχάλη με τη Σάσα, και στους
άλλους φίλους. Και στο αραλίκι, τους καφέδες, τα τσίπουρα και τις ρετσίνες, τις παθιασμένες
συζητήσεις, τα παραθαλάσσια εστιατόρια και τις ταβέρνες, στα ημερήσια και τα γυμνά
νυχτερινά μπάνια. Στον Αρσανά και το μετόχι, δυο βήματα από το Άγιο Όρος, στην
Αμμουλιανή απέναντι με τις αμμουδιές του ΄Αη Γιώργη και τις αλυκές και στο Γαϊδουρονήσι.

Στεκόμασταν λοιπόν με τα τζουμπλέκια μας σε μια είσοδο πολυκατοικίας στην Ολύμπου κι
ενώ κάποια ανοιχτά παράθυρα απέναντι μάς έβγαζαν τη γλώσσα και κάποια ξεχασμένα
εσώρουχα στο μπαλκόνι φάνταζαν σαν λευκές σημαίες, βλέπαμε το ένα πίσω απ’ το άλλο τα
λεωφορεία να αναχωρούν άσπλαχνα για εκεί που δεν πηγαίναμε εμείς. Εγώ με τη Σοφία κι ο
Τάκης με την Ευγενούλα και τη μικρή, όλοι εξίσου αμήχανοι σαν τις μωρές παρθένες. Και
μάταια προσπαθούσαμε να βρούμε μια οποιαδήποτε λύση στο πρόβλημά μας.

- Είσαι με τα καλά σου, ρε; Περίπου εκατόν πενήντα χιλιόμετρα είναι ως την Ουρανούπολη,
τα περισσότερα πάνω στον Χολομώντα, και διακόσιες δεκαοχτώ απότομες στροφές
μετρημένες απ’ τον Πολύγυρο ως την Αρναία. Άφησε τον άνθρωπο στην ησυχία του. Θα πάμε
αύριο το πρωί.
- ΄Ηξερε ότι δεν οδηγώ και μου είπε να μην διστάσω αν παρουσιαστεί η περίπτωση.
- Σου είπε για αποστάσεις λογικές.

Εκείνος όμως μάλλον δεν πείστηκε, εμείς αρχίσαμε να τα μασάμε (τι λες εσύ, ίσως πραγματικά
να θέλει να μας πάει), για πότε ο Τάκης του τηλεφώνησε από το περίπτερο, γύρισε και είπε
ανακουφισμένος, έρχεται, δεν καταλάβαμε. Σε λίγο εμφανίστηκε το αυτοκίνητο, βγήκε ένας
Λουκάς μειλίχιος, μας χαιρέτισε ευγενικά και είπε, σαν να μην συμβαίνει τίποτα, μπείτε μέσα
να σας πετάξω ως εκεί.

Κάτι ψέλλισα εγώ, πλέον για τα προσχήματα, ενώ λίγο παράμερα ο Λουκάς έγειρε μ’ ένα
συνωμοτικό χαμόγελο και μου ψιθύρισε στ’ αυτί, σύντροφέ μου. Εκεί ήταν που χτύπησε
κόκκινο η αμηχανία μου, ένα μείγμα αιφνιδιασμού, συγκίνησης και δισταγμού για μια λέξη
που ναι μεν μπορούσα να σκεφτώ και να γράψω αλλά όχι και να αρθρώσω, και για μια
προσφορά που με άφηνε εντελώς ανυπεράσπιστο.

Στον δρόμο έβρεχε συνέχεια, έβρεχε στις ευθείες, έβρεχε και στις στροφές, έβρεχε στα πεδινά
και στα ορεινά, έβρεχε στις ανηφόρες και τις κατηφόρες και, όταν κάποτε φτάσαμε νύχτα
στην Ουρανούπολη, συνέχιζε κι εκεί να βρέχει. Ο Λουκάς οδηγούσε με άκρα προσοχή και
σοβαρότητα και με μια υπολανθάνουσα έκφραση ευδαιμονίας. Η Κατερίνα με το μπουρνουζέ
φόρεμα και τα τσόκαρα κρεμασμένα στα παχουλά της ποδαράκια, δεν γκρίνιαζε και δεν
ζήτησε απολύτως τίποτα σαν παιδί με καλούς τρόπους, ο Τάκης ήταν έτσι κι αλλιώς βαρύς
πίσω απ’ το μουστάκι του κι η Ευγενούλα συνεσταλμένη και λιγόλογη από τη φύση της. Αλλά
κι εμείς το βρίσκαμε κάπως άπρεπο να λέμε τα πολλά και διάφορα και να χαιρόμαστε
μεγαλόφωνα για τις διακοπές μας, τη στιγμή που ο Λουκάς διεκπεραίωνε με τόση συνέπεια,
για μας την αγγαρεία του, για εκείνον μάλλον την αποστολή του.

Αν και έλειπε ο Πρόδρομος, έλειπαν η Λιάνα και ο Κώστας, ο Φούλης και η Δέσποινα, και οι
υπόλοιποι ηθοποιοί και καλλιτέχνες, τα καθίσματα του αυτοκινήτου ήταν σίγουρα πιο
αναπαυτικά από τις ξύλινες καρέκλες στα γραφεία της Μακένζι Κινγκ ή αργότερα της
Μητροπόλεως και θα μπορούσαμε άνετα να είχαμε χτυπήσει μια μικρή ανανεωτική
συνεδρίαση, έστω και για να ξεμουδιάσουμε. ΄Η για να συνοψίσουμε τις θεωρητικές μας
θέσεις και τα της πορείας του παγκοσμίου κινήματος. Όμως και πάλι φαίνεται ότι μας
σταμάτησε κείνη η αδιόρατη λάμψη στο πρόσωπο του οδηγού και η αίσθηση ότι δεν θα
άρμοζε να προσθέσουμε απολύτως τίποτα.

Όταν λοιπόν μας παρέδωσε ο Λουκάς ακέραιους και ξεκούραστους στον προορισμό μας, του
είπαμε, κοιμήσου απόψε εδώ και γυρίζεις νωρίς αύριο το πρωί. Αλλά εκείνος ήταν ήδη έτοιμος
για την επιστροφή και δεν κάθισε ούτε για καφέ ή πορτοκαλάδα. Είμαι εντάξει και ξεκινάω
τώρα αμέσως, απάντησε, χωρίς να φαίνεται ότι ακούει τις ευχαριστίες μας. Σε λίγο, είδαμε το
αυτοκίνητό του να χάνεται μέσα στο σκοτάδι για τις διακόσιες δεκαοχτώ στροφές, τώρα από
την αντίθετη κατεύθυνση.

Περάσαμε ωραία στην Ουρανούπολη, δυο βήματα από το Άγιο Όρος. Νοικιάζαμε κάθε πρωί
ένα κεραμιδί πλεούμενο, μικρότερο από ψαροκάικο και μεγαλύτερο από ψαρόβαρκα, με τα
δίχτυα και όλα τ’ άλλα σύνεργα του επαγγέλματος απλωμένα στο κατάστρωμα, και
τραβούσαμε για τις καλύτερες και πιο ερημικές αμμουδιές απέναντι ή παράλληλα με το
χωριό. Η Σοφία με τον Δημήτρη ανοίγονταν στα βαθιά, έφταναν και μέχρι ένα ειδυλλιακό
νησάκι ακατοίκητο, η Κατερίνα έπαιζε μόνη της, ενώ οι υπόλοιποι διαβάζαμε κανένα βιβλίο,
μετρούσαμε τα βότσαλα, και πλατσουρίζαμε στο ένα με ενάμιση μέτρο.

Ρίχναμε κι έναν υπνάκο μεσημεριανό και, φρέσκοι κι ηλιοκαμένοι το απόγευμα ως το βράδυ,
γυρίζαμε εδώ κι εκεί, κάτω απ'τον επιβλητικό Πύργο του χωριού, ψάχναμε και συχνά
βρίσκαμε γνωστούς και φίλους, έως ότου το ρίξουμε στο τάβλι έξω απ’ το μαγαζί της Καίτης
ή σε άλλα καθιστικά αθλήματα στα ενοικιαζόμενα δωμάτιά μας. Όχι όμως ο Δημήτρης και η
Καίτη, όταν κατάφερνε εκείνη να ξεφύγει από τις βιοποριστικές ασχολίες της με τα
φορέματα, τα δερμάτινα, τα κομπολόγια και τα κομποσκοίνια και τ’ άλλα τουριστικά είδη.
Αυτοί ήταν τύποι αθλητικοί, δεν κάπνιζαν και, εκτός από τις κολυμβητικές τους επιδόσεις,
προτιμούσαν την υγιεινή διατροφή, όπως τις ψαρόσουπες μέσα στην κάψα του μεσημεριού,
και χάνονταν σε πεζοπορίες ως πίσω από κάτι λόφους στο βάθος του ορίζοντα.

Ασφαλώς και περάσαμε ωραία στην Ουρανούπολη. Κολλούσαν βέβαια επάνω μας τα ρούχα
από τη ζέστη στα ενοικιαζόμενα δωμάτια κι ήταν λιγάκι θλιβεροί οι γυμνοί τοίχοι, τα
πατώματα από φτηνές σανίδες, τα πατικωμένα στρώματα και τα κρεβάτια. Κάπως οδυνηρά
ήταν και τα κόκκινα σημαδάκια που άφηνε στα πόδια μας η ακούσια αιμοδοσία στους
κοριούς. Κι ήταν αργότερα δυσώδες και ηχηρό το ολοκαύτωμά τους στους σιδερένιους
σομιέδες,με το παραδοσιακό οινόπνευμα και βαμβάκι δεμένο στο πιρούνι. Φάγαμε και στη
μάπα λιγάκι παραπάνω ο ένας τον άλλο, ιδίως τις στιγμές που χωρίς έμπνευση
σκυλοβαριόμασταν με τη μέρα απλωμένη μπροστά μας σαν λευκό χαρτί.

Μια φορά μάλιστα θύμωσε ο Τάκης γιατί είχε γίνει λάθος συνεννόηση, δεν είχε έρθει το
καϊκάκι να μας πάρει από τον Αρσανά και υποχρεωθήκαμε, ντάλα μεσημέρι, να γυρίσουμε με
το πόδια στο χωριό. Βάδιζε εκείνος ολοταχώς με ελαφρά σκυμμένο πεισμωμένα το κεφάλι και
με το ναυτικό καπελάκι να αιωρείται στη φαλάκρα του, περίπου σαν τον Ζάτοπεκ δύο
δεκαετίες νωρίτερα, κι ακολουθούσε πίσω του ο συρφετός αγκομαχώντας. Σταματήσαμε να
πιούμε νερό σε μια δημόσια βρύση με γούρνα, αποφεύγοντας ακροβατικά στις μύτες
τις τεράστιες αχνιστές κοπριές, ενώ εκείνος συνέχιζε απτόητος. Έτσι τερμάτισε πρώτος με
διαφορά και υποχρεώθηκε μετά να περιμένει ώρα πεινασμένος στο τραπέζι έως ότου του
καθαρίσει το ψάρι η Ευγενούλα. Όχι ότι ο Τάκης δεν άφηνε τον ένοχο να απολογηθεί για τις
αδυναμίες του και τα πραγματικά ή τα φανταστικά του αδικήματα. Όλα κι όλα, τον
προειδοποιούσε μάλιστα, του την έδινε την ευκαιρία και με το παραπάνω. Αλλά η καταδίκη,
καταδίκη.

Το παράξενο ήταν ότι αυτή η παράξενη παρέα λειτούργησε ως παρέα. Με τον Γιάννη να
εμφανίζεται σπανίως και τη Δάφνη σπανιότερα αλλά και τους δύο πάντοτε υπό κάποιου
είδους συλλογική προστασία μια και ήταν οι μικρότεροι, στα είκοσι τόσα ακόμη. Το άλλο
καλοκαίρι, έτος ολυμπιακών αγώνων, πήγαμε με ευρύτερη συμμετοχή και μεγαλύτερες
προσδοκίες στον Ποτό της Θάσου. Όπου, μαζί με τον ενθουσιασμό και κάτι αισιόδοξα πρωινά
με φρέσκο ψωμί, τυριά και μαρμελάδες, βγήκαν λίγο περισσότερο στην επιφάνεια και τα
ελαττώματά μας. Με αναπόφευκτη συνέπεια να καυγαδίσουμε και λίγο περισσότερο και
μόλις να μας σώσει η ειλικρινής αυτοκριτική μας στην ολομέλεια της παρέας. Και το
μεθεπόμενο, με το φεριμπόουτ Σαπφώ, καταπλεύσαμε στη Μυτιλήνη και συνεχίσαμε με ταξί
για το Πλωμάρι και από κει για άλλους ειδυλλιακούς προορισμούς. Ένα καλοκαίρι που
αποδείχτηκε και το κύκνειο άσμα της παρέας.

Και ο Λουκάς; Τι ο Λουκάς; Είχαμε πει όλοι εν χορώ, για δες, και, μπράβο ο Λουκάς, μόνο
αυτός ήταν άξιος να κάνει κάτι τέτοιο. Και αφοσιωθήκαμε στις διακοπές μας. Ύστερα,
γυρίσαμε στο επαγγελματικό μαγκανοπήγαδο, τον είδαμε σε μερικές κομματικές συνεδριάσεις
της ρουτίνας που βαθμιαία οδήγησαν στην πλήρη αδράνεια και την αποψίλωση,
προσαρμοστήκαμε, θέλοντας και μη, στα δεδομένα της νέας εποχής. Και τον καταχωνιάσαμε
σε κάτι σκοτεινά ντουλάπια της μνήμης.

Γιατί, ποιόν μπορεί να ενδιαφέρουν τα νησιά και τα τουριστικά χωριά και οι συνηθισμένες
διακοπές μιας συνηθισμένης παρέας κάποια συνηθισμένα καλοκαίρια πριν τόσα χρόνια;
Ποιόν μπορεί να ενδιαφέρουν οι κοινές και βαρετές ιστορίες που αναδύονται από παλιά
τεφτέρια; Αν κάποιος (ποιος;) μας πήγε ή δεν μας πήγε (ποιους;) με το αυτοκίνητο του στην
Ουρανούπολη εκείνο το βροχερό σούρουπο το καλοκαίρι του 1975, λίγο μετά την πτώση της
δικτατορίας και λίγο πριν τη μέση ηλικία;

Ο Λουκάς λοιπόν. Ο Λουκάς ποτέ δεν τύπωσε οκτώ εκατομμύρια λιθογραφίες από τον πίνακα
του, ποτέ του δεν τις μοίρασε σε όλους τους Έλληνες. Οι οποίοι βεβαίως τίποτα δεν άλλαξαν.
Προτίμησε να φύγει ένα βράδυ, όλως προώρως και αιφνιδίως, για τη δική του
ουρανούπολη, εκεί όπου όλοι οι ωραίοι πίνακες είναι αναρτημένοι απ’ την αρχή του κόσμου.
Εκεί, πιστός και συνεπής, υποδέχτηκε έναν άλλο βιαστικό, τον Γιάννη τον μικρό μας, εκεί
περιμένει και όλους τους υπόλοιπους. Ίσως με κείνη την αδιόρατη έκφραση ευδαιμονίας στο
πρόσωπο κι εκείνη τη λέξη που προξενεί αμηχανία στα χείλη.


Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Πολιτιστική αναγέννηση

Γλυκό, φθινοπωριάτικο, σαλονικιώτικο απόγευμα προς σούρουπο, κι η είδηση έπεσε στην
πυρίκαυστο σαν κεραυνός. Κι αστραπιαία κυκλοφόρησε απ’ το Βαρδάρι ως τον Λευκό Πύργο,
σε αντίστροφη κατεύθυνση από την Παύλου Μελά ως τη Φράγκων ή τη Δωδεκανήσου, και
κάθετα απ’ το Διοικητήριο ως την Αριστοτέλους, την Τσιμισκή και τη θάλασσα. Σε δρόμους
και σε πλατείες, σε καφετέριες, καφενεία, ουζερί και εστιατόρια, σε γραφεία, σε εταιρίες και
μαγαζιά κάθε είδους, στα διάφορα αμφιθέατρα του πανεπιστημίου, ακόμη και στα παγκάκια
των πάρκων ή στους λιγοστούς την ώρα εκείνη περιπατητές της παλιάς και τη νέας
παραλίας.

Διέκοψε τους Ρηγάδες, τον Σπίνο, τον Χαρβάλα και τον Παπάρα, διέκοψε το Αρκουδάκι, τον
Σάκη και τον Τρύφωνα, διέκοψε την κουβέντα, την εργασία, τα μαθήματα και τη μελέτη, το
φαγητό, το ούζο με μεζέδες, το τάβλι, την πόκα, την πρέφα και το κουμκάν με φιρφιρίκι ή
χωρίς. Διέκοψε το παιχνίδι και τον χαβαλέ, τα πολιτικά και τα κοινωνικά, ακόμη και τα
ερωτικά, τα διέκοψε όλα. «Τρέξτε, οι δογματικοί κατέβηκαν για να πάρουν τη Λέσχη».

Προστρέξαμε λοιπόν ολοταχώς εμείς της ανανέωσης (ή της αναθεώρησης), αφήνοντάς τα
πάντα στη μέση, οι νεαροί και οι μεγαλύτεροι, οι μηχανικοί και οι αρχιτέκτονες, οι ιατροί και
οι οδοντίατροι, οι δικηγόροι και οι ασκούμενοι, οι φοιτητές, οι ζωγράφοι, οι μουσικοί, οι
ποιητές και οι πεζογράφοι. Χωρίς βεβαίως να σημαίνει αυτό ότι δεν είχαμε κι εμείς τον Φόρη
μας, τον βραχνό γεροδεμένο οικοδόμο και ποιητή και, σε ολομέλεια, έναν-δύο τουλάχιστον
ακόμη εργάτες που επιδεικνύαμε με περηφάνια. Όταν φτάσαμε στην προέκταση της Τσιμισκή
και στην είσοδο της πολυκατοικίας, διαπιστώσαμε ότι ήταν σχεδόν αδύνατον να ανεβούμε
επάνω καθώς η πρωτοπόρος εργατική τάξη είχε ήδη πλημμυρίζει το στενόχωρο εντευκτήριο
και τις σκάλες ως έξω στο πεζοδρόμιο.

Καθώς σκαρφαλώναμε με επιδέξιες διεισδύσεις, έντεχνες πλαγιοκοπήσεις και όχι και τόσο
ευγενικά σπρωξίματα μέσα στον συνωστισμό, και κάποτε εισχωρήσαμε με κόπο στον κυρίως
χώρο του πολιτιστικού φορέα, είδαμε πολλά άγνωστα συνοικιακά πρόσωπα κι ανάμεσά τους
διάφορες κοπέλες να κρατάνε στα χέρια ένα χαρτάκι με ονόματα και να επαναλαμβάνουν
παράτονα μια περίεργη ξενική λέξη που θύμιζε τη μητρόπολη του σοσιαλισμού. Και να
κάνουν νόημα καταφατικό με το κεφάλι. Την επανέλαβα κι εγώ με απορία και ξαφνικά
μου έφεξε ότι ήταν πολύ γνωστό επίθετο ανδρικό και η επίσημη γραμμή για την επικείμενη
ψηφοφορία, γραμμή που σύντομα κι εμείς θα παίρναμε με άλλα ονόματα ασφαλώς.

Ήταν η πρώτη περίοδος μετά την κατάρρευση της δικτατορίας και η αντιπαράθεση των
δογματικών με τους ανανεωτικούς στον χώρο της αριστεράς βρισκόταν στο απόγειό της σε
όλα τα μέτωπα. Το σωματείο που έφερε τον τίτλο, Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Βορείου
Ελλάδος, είχε διαλυθεί από τη δικτατορία και είχε συσταθεί ξανά μετά την κατάρρευσή της.
Και οι δημοκρατικές διαδικασίες είχαν αρχίσει να λειτουργούν και πάλι με τον καθιερωμένο
στη χώρα μας τρόπο. Το παλιό διοικητικό συμβούλιο, σίγουρα αριστεροί και μάλλον
ανένταχτοι, αγωνιζόταν να βάλει μια τάξη στο χάος για να διεξαχθούν οι αρχαιρεσίες με
βάση το καταστατικό του συλλόγου. Το οποίο όμως προέβλεπε ότι δύο ή τρία μέλη της Λέσχης
μπορούσαν να προτείνουν επιτόπου αναρίθμητα άλλα για να εγγραφούν και να ψηφίσουν με
την καταβολή μιας συμβολικής μάλλον συνδρομής.

Μπροστά στο θορυβώδες αδιέξοδο, ένας δικηγόρος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου,
συνεννοήθηκε με τους άλλους, ύψωσε το μικρό ανάστημά του, κατόρθωσε να επιβάλει την
τάξη και ανακοίνωσε στην ομήγυρη ότι οι αρχαιρεσίες θα αναβάλλονταν έως ότου
πρυτανεύσει η λογική και, ενδεχομένως, τροποποιηθεί το καταστατικό του συλλόγου. Έτσι, το
πλήθος διαλύθηκε ειρηνικά και όλοι επανήλθαμε ταχύτατα στις σίγουρα πιο συναρπαστικές
συνηθισμένες ασχολίες μας.

Και πράγματι πρυτάνευσε η λογική που επιβάλει η ανάγκη. Με κάποιου είδους συζητήσεις,
διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις, επιτεύχθηκε τελικά μια αναλογική εκπροσώπηση στο
νέο εννιαμελές διοικητικό συμβούλιο. Αφού, επιπλέον, υποτίθεται ότι όλοι μας παρόμοιους
σκοπούς επιδιώκαμε. Η ψηφοφορία που ακολούθησε, επικύρωσε με εκπληκτική αριθμητική
συνέπεια τη συμφωνία. Δύο εκπρόσωποι των ορθοδόξων, άλλοι δύο των αναθεωρητών, τρεις
ανένταχτοι αριστεροί και δύο προοδευτικοί κεντρώοι.

Ή κάπως έτσι. Για ξυρισμένο σβέρκο με γραβάτα, για δεξιό, συντηρητικό ή ουδέτερο, ούτε
σκέψη βέβαια, ούτε λόγος, ούτε καν ανέκδοτο. Με πρόεδρο κοινής αποδοχής τον Στέργιο (κι
αργότερα τον Ανέστη), άνθρωπο γλυκό, παλιό μπαρουτοκαπνισμένο αριστερό και
συγγραφέα με ιδιότυπο χιούμορ και αυτοσαρκασμό. «Οι φίλοι μου οι πεζογράφοι», έλεγε,
«υποστηρίζουν ότι είμαι ποιητής, ενώ οι ποιητές ότι είμαι πεζογράφος».

Όσο κι αν μου φαίνεται απίστευτο τριάντα τόσα χρόνια αργότερα, η απάντηση όλων μας
στην παλιά πατρική εμπειρία και πικρή ειρωνεία, «εσύ, βρε, θα αλλάξεις το ρωμέικο;», ήταν
ένα αδιαπραγμάτευτο και κατηγορηματικό «ναι, εγώ και μερικοί ακόμη». Ήταν μια τρέλα,
μια πράγματι ρομαντική εποχή. Τα πρώτα διοικητικά συμβούλια ξεχείλιζαν από νιάτα,
φλόγα και πάθος, επιθυμία για προσφορά, από ταλέντο και ικανότητες. Ταλέντο κυρίως
λογοτεχνικό και εικαστικό, ικανότητα οργανωτική και εκτελεστική, και, το πιο δύσκολο,
διάθεση συνεργασίας παρά τις, άλλοτε μεγάλες και άλλοτε ανυπέρβλητες, πολιτικές μας
διαφορές. Ο Ανέστης, ο Γιάννης, ο Ξενοφών, η Μαρία και η Μαρίνα, ο Λουκάς,
ο Τάκης, η Ντόρα, ο ένας Τόλης κι ο άλλος Τόλης. Κι άλλοι πολλοί στα πέριξ κι άλλοι πολλοί
αργότερα.

Και τι δεν κάναμε τα χρόνια εκείνα της μεθυστικής ελευθερίας μετά την επτάχρονη
καταπίεση, τι σχέδια και τι όνειρα δεν είχαμε. Με τις πενιχρές συνδρομές, με κάποιες κατά
περίπτωση επιχορηγήσεις του δήμου, με ρεφενέ. Αναρίθμητες εκδηλώσεις, λογοτεχνικές,
κοινωνικές, μουσικές, θεατρικές, εκθέσεις ζωγραφικής, διαλέξεις, ομιλίες, συζητήσεις. Στο
νοικιασμένο εντευκτήριο της Λέσχης, σε βιβλιοθήκες, σε αίθουσες του δήμου ή των συνοικιών,
σε υπαίθριους χώρους. Ακόμη κι ένα μικρό βιβλιοπωλείο είχαμε στήσει έξω απ' το γραφείο και
τόπο των συνεδριάσεών μας.

Και τι δεν κάναμε, και ποιους δεν παρουσιάσαμε, ήδη διάσημους ή απλώς γνωστούς, και
πολλούς νέους και φερέλπιδες δημιουργούς ή επιστήμονες που αργότερα καταξιώθηκαν με το
έργο τους στο πανελλήνιο. Είδαμε, ακούσαμε και διαβάσαμε, ρωτήσαμε, συζητήσαμε και
διαφωνήσαμε, μαλώσαμε και αγαπηθήκαμε. Ερωτευτήκαμε. Γιατί η περιρρέουσα ατμόσφαιρα
και η κινητήρια δύναμη ήταν βέβαια πολιτική αλλά και έντονα ερωτική.
Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να είχαν γίνει όλα αυτά;

Χαρακτηριστική περίπτωση ακτιβιστή ήταν ο Γιάννης, σημαντικός ποιητής ο ίδιος και
αργότερα κριτικός, που είχε αναλάβει τα κοινωνικοπολιτικά και, μετά την όλη προεργασία,
έκανε τηλεφωνικές επαφές και επισκέψεις και κατέφθανε πανέτοιμος στις συνεδριάσεις με
ένα μακρύ κατάλογο. Σεμνός και σοβαρός, με το φυσικότερο ύφος του κόσμου, άρχιζε να
αραδιάζει προς έγκριση δεκάδες θέματα και πιθανούς ομιλητές, κυρίως απ’ τα πανεπιστήμια,
τους οποίους παρουσίαζε μετά ο ίδιος στις εκδηλώσεις.

Η κυριότερη εκδήλωση σε ευρεία κλίμακα ήταν η ετήσια Πανελλήνια Ποιητική Συνάντηση,
ιδέα του Ανέστη, που οργανώθηκε τις περισσότερες φορές στο θέατρο του κήπου, με
επιχορήγηση του Δήμου και σε συνεργασία με το Παράρτημα Θεσσαλονίκης της Πανελλήνιας
Πολιτιστικής Κίνησης. Εκεί παρουσιάστηκαν διαδοχικά οι τρεις μεταπολεμικές ποιητικές
γενιές και οι ποιητές της Κύπρου σε ένα ακροατήριο πεντακοσίων περίπου ατόμων, αριθμό
εξωπραγματικό για εκδηλώσεις αυτού του είδους. Με συγκινητικές στιγμές, όπως τότε που
ένα δεκάχρονο κοριτσάκι έσκυψε και χάιδεψε τον Βασίλη μόλις κάθισε στη θέση του μετά την
ανάγνωση των ποιημάτων του. Με διαφωνίες και καυγάδες στη συζήτηση που ακολουθούσε,
συχνά για τη στρατευμένη ποίηση.

Η Λέσχη ήταν στον σημαδιακό αριθμό 114 της Τσιμισκή, που θύμιζε το ακροτελεύτιο άρθρο
του συντάγματος για τον πατριωτισμό των ελλήνων, η Κίνηση στο 115, στη συμβολή με τη
Γούναρη, διαγωνίως απέναντι λίγο παρακάτω. Με γραμματέα και συντονίστρια τη Στέλλα,
με ζωγράφους, ψηφιδογράφους, ποιητές, φιλόλογους και κριτικούς, με τον Φώνη, τον
Αριστείδη, τον Βασίλη, τον Γιώργο, τον Πάνο, τον Βαγγέλη, τη Μαρία, την Άννα και τη
Λιάνα, την Αφροδίτη, την Παυλίνα και πολλούς άλλους. Και με το ίδιο πάθος.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η Λέσχη ήταν πιο ανεξάρτητη και πολυσυλλεκτική ενώ η
Κίνηση πιο κεντρικά ελεγχόμενη, επαγγελματική και πρακτική. Πάντως, δεν βρισκόμασταν
εκεί για να λύσουμε τα προβλήματα του κόμματος (που ήταν ένα, δύο ή περισσότερα), της
εργατικής τάξης ή του παγκόσμιου κινήματος, και οι ιδεολογικές διαφορές απλώς υπέβοσκαν
και ενοχλούσαν μόνο τους φανατικούς. Εκείνο στο οποίο διέφερε ουσιαστικά η Κίνηση από τη
Λέσχη δεν ήταν η πολιτιστική πράξη αλλά τα ονόματα και όχι όλα μάλιστα καθώς,
παρά τις αναπόφευκτες αντιρρήσεις, οι δύο πολιτιστικοί φορείς λειτουργούσαν και ως
συγκοινωνούντα δοχεία.

Στο φόντο βέβαια πάντοτε υπήρχαν τα γραφεία των κομμάτων, το μάλλον αδιάφορο για τα
πολιτιστικά με τον πράσινο ήλιο, και τα δύο με το σφυροδρέπανο, των άλλων στην Εγνατία,
το δικό μας στη Μακένζι Κινγκ και αργότερα στη Μητροπόλεως. Με αυτοτελείς κομματικές
οργανώσεις καλλιτεχνών. Άλλες συνεδριάσεις εκεί, άλλοι προγραμματισμοί, άλλα
προβλήματα. Με τον Λουκά, τον Τάκη, τον Κώστα και τη Λιάνα, τον Πρόδρομο, τον Φούλη
και τη Δέσποινα, τον άλλο Γιάννη. Η δυσκαμψία του κόμματος είχε οδηγήσει τον Μανόλη
στην οργάνωση των υγειονομικών, παρά τις προφορικές και έγγραφες διαμαρτυρίες μας. Στις
ολομέλειες όμως ποτέ δεν παρέλειπε να μιλήσει για μιαν άλλη σίγουρα αλλά μάλλον ασαφή
αντίληψη και πρακτική στον τομέα του πολιτισμού, που σίγουρα δεν είχε σχέση με την
Κίνηση, αυτό επέμενε κάθε φορά να το τονίζει.

Εμείς τον ακούγαμε χωρίς αντίλογο, με σεβασμό (λέξη που καθόλου δεν του άρεσε) και με
αγάπη, δεν είχαμε όμως τη δική του πείρα ενώ και τα τραύματά μας ήταν διαφορετικά. Τα
παιδιά της άλλης πλευράς μάς φαίνονταν θαυμάσια και τις περισσότερες φορές, όταν μας
δινόταν η ευκαιρία, συνεργαζόμασταν αρμονικά. Όχι ασφαλώς σε κομματικό επίπεδο αλλά
μέσα στους πολιτιστικούς φορείς.

Στο φόντο υπήρχαν τα κόμματα. Που διοργάνωναν ετήσια πανηγυρικά φεστιβάλ νεολαίας, το
ένα στο πάρκο της Νέας Ελβετίας και το άλλο στο πάρκο της Νέας Παραλίας, και τα δύο και
με πολιτιστικό περιεχόμενο. Παράλληλα υπήρχαν οι άλλοι πολιτιστικοί και επαγγελματικοί
φορείς (συνήθως χωρίς επαγγελματίες), που κι εκείνοι είχαν αξιόλογη παρουσία, όπως η
Τέχνη στη Στρατηγού Καλάρη και η Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης στη Δημοσθένους,
δίπλα στην Πλατεία Αριστοτέλους. Και, επιπλέον, οι σύλλογοι των περιφερειακών δήμων και
των συνοικιών. Θα ήταν ένα αλλιώτικο πανόραμα να είχε σημειώσει κανείς με πολύχρωμες
πινέζες σε έναν χάρτη της πόλης όλους αυτούς τους φορείς και τους χώρους όπου γίνονταν οι
εκδηλώσεις.

Για δώδεκα έως δεκαπέντε χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας, παρουσιάστηκε στο
παραδοσιακά γκρίζο τοπίο της πόλης μια πρωτοφανής άνθιση, κάτι αλλιώτικο, αληθινά
ανθρώπινο και ωραίο. Μια ελπίδα. Παρ' όλες τις συγκρούσεις, όπως τότε του η Κίνηση
διοργάνωσε μια εξαιρετικά πετυχημένη εκδήλωση για τη Βαλκανική Ποίηση στην Εταιρεία
Μακεδονικών Σπουδών, με συμμετοχή του Βρεττάκου, της Καρέλλη και του Ρίτσου, και
ποιητών από πολλές γειτονικές χώρες, και ακολούθησε ένας φοβερός καυγάς στις εφημερίδες
για το αν έπρεπε ή δεν έπρεπε, αντί για τους πρεσβύτες, να είχαν συμμετάσχει νεότεροι
ποιητές.

Ύστερα, στην αρχή ανεπαίσθητα, αργότερα πιο φανερά, όλα άρχισαν να φθίνουν. Μόνο εκ
των υστέρων καταλάβαμε πόσο αναπόφευκτο ήταν αυτό. Πρώτα- πρώτα, οι άνθρωποι που
δούλευαν πραγματικά, που κινούσαν τα νήματα σε όλους τους φορείς δεν ήταν και πολλοί.
Πόσο μπορεί να αντέξει εκείνος που, για παράδειγμα, αφού χτυπήσει στη γραφομηχανή του
γραφείου του πρακτικά, απολογισμούς και εισηγήσεις, διακόπτοντας της επαγγελματικές του
ασχολίες, τρέχει στην Εταιρία Λογοτεχνών κι από κει στην κομματική συνεδρίαση, για να
ακολουθήσει ένα πέρασμα από τη Λέσχη ή η Κίνηση και μία τουλάχιστον εκδήλωση
μετά; Αυτοί οι άνθρωποι, λοιπόν, που τα έδιναν όλα, είχαν και ελαττώματα, έκαναν και λάθη.
Ταυτόχρονα, ωρίμασαν, κουράστηκαν, απογοητεύτηκαν. Όπως ήταν φυσικό.

Κάποια στιγμή, λοιπόν, έγινε αφόρητη η μεμψιμοιρία, οι επικρίσεις, και αργότερα οι επιθέσεις,
απ' τα παλιά κεφάλια, που πάντα έβρισκαν κάτι που δεν τους άρεσε καθόλου σε όσα οι άλλοι
έκαναν. Ύστερα, σαν ιστορική νομοτέλεια, ήρθε η ώρα των τρωκτικών, το πολλαπλά
βρώμικο “89 και η κατάρρευση του υπαρκτού ένα χρόνο αργότερα, τι να απομείνει;

Έτσι αποχώρησαν οι πρωτεργάτες και πέρασαν στη θέση τους οι διεκπεραιωτές. Κι όταν
εξαντλήθηκαν οι μηχανικές κινήσεις, οι φορείς έπαψαν και τυπικά να πάρχουν. Ανεγέρθηκαν
όμως στην πόλη μεγαλοπρεπή κτίρια πολιτισμού, κρατικά και δημοτικά, εκφωνήθηκαν λόγοι
από τους αρμοδίους, δόθηκαν δεξιώσεις, έγιναν και αγιασμοί κατά τα εγκαίνια τους από τον
μητροπολίτη. Α, ναι, βεβαίως, οπωσδήποτε.

Περίπου τότε διάβασα μια συνέντευξη του Μανόλη σε εφημερίδα της Αθήνας, στην οποία
εκείνο που έλεγε ουσιαστικά ήταν ότι δεν είχε πια τίποτα να πει. Κάποτε υπήρχε αντίπαλος
με ιδεολογία και δράση, που ενέπνεε τουλάχιστον κάποιο σεβασμό, κάποτε υπήρχε έρωτας
και πάθος και άρωμα, τώρα τι υπήρχε;

Η φλόγα που δεν σβήνει και κάποιοι γραφικοί που επέμεναν παράλογα να κάνουν το δικό
τους ενώ οι νέοι απουσίαζαν; Τα πάντα που έγιναν εμπόρευμα, οι πολυτέλειες ως βασικές
ανάγκες και η φρενίτιδα της κατανάλωσης; Ένας πολίτης καταχρεωμένος για να αποκτήσει
τα τρία αυτοκίνητα στο πεζοδρόμιο κι ένα σωρό άλλα ενώ ταυτόχρονα διαμαρτύρεται ότι
είναι φτωχός και αδικημένος; Κι ενώ οι πραγματικοί απόκληροι δεν έχουν φωνή κι ελπίδα. Το
καρότο και το μαστίγιο και ο κυρίαρχος φόβος για το καθετί που διαβρώνει και υποδουλώνει;

Α, ναι, το εντευκτήριο της Κίνησης έγινε γραφείο ταξιδίων και της Λέσχης κομμωτήριο. Ή κάτι
ανάλογο.

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

Δείκτης νοημοσύνης

Ομολογώ ότι βρίσκομαι σε πλήρη σύγχυση. Καθότι, και στην ωριμότητά μου τώρα, δεν έχω
καταλάβει σε πιο άκρο ανήκω, εάν είμαι έξυπνος ή ηλίθιος, νοήμων, εύστροφος, ή σκέτος
βλαξ. Κάποτε νόμιζα ότι αυτά τα πράγματα είναι ξεκαθαρισμένα στη ζωή μας. Ότι είναι
εμφανής από νωρίς ο βαθμός ευφυίας, ο περίφημος δείκτης νοημοσύνης, με ελάχιστα
περιθώρια βελτίωσης. Το κάθε παιδί απ’ το σχολείο αποδέχεται αναγκαστικά το πεπρωμένο
του και ανάλογα πορεύεται. Με τη συναισθηματική και την κοινωνική ωριμότητα,
και ποικίλες άλλες εκλεπτύνσεις και μετρήσεις, να έχουν επινοηθεί από τους
επιστήμονες ως κάποιου είδους παρηγοριά ή μέθοδο διαφυγής από την αμείλικτη
κληρονομημένη αλήθεια.

Οι αριθμοί βεβαίως ουδέποτε είναι απόλυτοι, υπάρχουν και αστάθμητοι παράγοντες. Στην
καθιερωμένη όμως κλίμακα, από το μοναχικό 50-70 του κρετίνου έως το εξ ορισμού 100
του μέσου όρου, στα πέριξ του οποίου συνωστίζεται η ανθρωπότητα, έως τα υψηλότερα
επίπεδα νοημοσύνης και το ερημικό 160-180 και πλέον του ιδιοφυούς, το υποκειμενικό
στοιχείο δεν μπορεί να ξεπερνά τις δέκα έως είκοσι μονάδες. Έτσι νόμιζα.

Τα μάτια μου κουράστηκαν και θόλωσαν, έχω ανατρέξει στη σοφία όλου του κόσμου, οι
τοίχοι, τα πατώματα, κάθε επιφάνεια και ντουλάπι του σπιτιού μου, στενάζουν από
αναρίθμητα βιβλία, πολιτικά, ιστορικά, επιστημονικά, λογοτεχνικά (έγραψα κι από
πάνω μερικά δικά μου), χρόνια εργάστηκα, έζησα και ταξίδεψα σε ξένες χώρες. Τίποτα
και κανένας όμως δεν μου έλυσε την απορία. Ούτε οι δάσκαλοί μου, οι φιλόσοφοι ή
ποιητές, η ίδια η φύση, ούτε καν οι καφενόβιοι, τα πολύστροφα παιδιά της πιάτσας, με
την καθαρή ματιά και τη σκληρή γλώσσα, οι χίλιοι δυο από κάθε γωνιά του κόσμου που
γνώρισα και συμπάθησα κατά καιρούς.

Επειδή οι θεωρίες είναι άπειρες και ανέξοδες (ο καθένας λέει ότι του κατέβει) και
μόνη αξιόπιστη από αρχαιοτάτων χρόνων παραμένει η πράξη, τείνω να καταλήξω στο πικρό
συμπέρασμα ότι, ναι, είμαι βλάκας. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το γεγονός ότι αδυνατώ να
αποφύγω τα κραυγαλέα σεσημασμένα ναρκοπέδια και να ακολουθήσω την πεπατημένη; Να
εφαρμόσω τους νόμους, τους κανόνες, τις διατάξεις, να αναγνωρίσω τις λεγόμενες
κοινωνικές συνθήκες και να ενταχθώ ασφαλώς στο σύνολο. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το
γεγονός ότι έχω κάνει τόσα λάθη στη ζωή μου; Από μεγάλα έως τεράστια, χονδροειδή,
μεσαίου μεγέθους και μικρότερα. Και όχι μόνον πρωτότυπα ούτε απλές επαναλήψεις, αλλά
ολόκληρα σήριαλ λαθών με αναρίθμητα επεισόδια. Και όλα τα βιβλία μου δεν είναι παρά
κεφάλαια από το ένα και μοναδικό βιβλίο με γενικό τίτλο, Η θλιβερή ιστορία των λαθών
μου.

Θυμάμαι την αυθόρμητη και ομόφωνη προτροπή των μεγαλύτερων που είχαν υποφέρει τα
πάνδεινα από προσφυγιά και εξουσία. «Πρόσεξε, να είσαι έξυπνος στη ζωή σου». Λες και
η ευφυία ήταν διάβαση για τους πεζούς και έπρεπε να βαδίζω αρχικά μέσα στα καρφιά ή
μέσα στις λευκές γραμμές αργότερα, να μένω στήλη άλατος στο κόκκινο ανθρωπάκι και να
έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα για να μη με κόψει κανένα αυτοκίνητο. ΄Η ασφαλιστήριο
συμβόλαιο που εκδίδει εταιρία με δωρικούς κίονες στην είσοδο κατά παντός κινδύνου της
ζωής.

Θυμάμαι κι εκείνη τη στριμμένη θεία μου την Παναγιώτα, ράφτρα θρακιώτισσα στις
φτωχικές 40 Εκκλησιές της προσφυγιάς, που μάλλον μ’ αγαπούσε με τον δικό της τρόπο,
να διαφωνεί σφυριχτά με το συγγενολόι, σφίγγοντας τις καρφίτσες στα λεπτά της χείλη.
«Αφήστε το ήσυχο το παιδί, βρε καρακάξες, εσύ είσαι καλός, αγόρι μου, δεν είσαι;»
Σίγουρα και δεν ήξερε τι έλεγε η καημένη. Σε κανένα σχολείο δεν μας δίδαξαν ποτέ ότι
η ευθύτητα είναι το αντίθετο της ευφυϊας.

Αργότερα πρόσεξα ότι άλλαξε η προτροπή από θετική σε αρνητική (αντί,«να είσαι
έξυπνος»,έγινε, «πρόσεξε να μην είσαι βλάκας»). Φαίνεται ότι έφταιγαν και οι
απαράδεκτές μου επιδόσεις. Πέρασε μια περίοδο από τη γκριμάτσα απογοήτευσης και
κάποια αμφιβολία («βλάκας είσαι;») για να καταλήξει στο κατηγορηματικό και ανίατο
στάδιο («μα εσύ είσαι βλάκας»). Κατά το οποίο προστέθηκε ως κωδωνοκρουσία η υπόμνηση
του θείου μου τάδε, που τον έστησαν στον τοίχο, και του μεγαλύτερου ξαδέλφου μου
δείνα, που τον έστειλαν στα ξερονήσια, και η δυσοίωνη παροιμία («θα πας κι εσύ σαν
το σκυλί στ’ αμπέλι»).

Παρατηρώντας, λοιπόν, το παιδικό μου περιβάλλον και, στη συνέχεια, προϊσταμένους και
συναδέλφους στο γραφείο, διδάχτηκα ότι όσοι γείτονες κάθονταν στ’ αυγά τους ήταν
ευφυείς και όσοι έκαναν ωραίες κωλοτούμπες ευφυέστεροι, ενώ στα υψίπεδα της
νοημοσύνης ήταν αραγμένοι, από τη μια, ο άτεγκτος διευθυντής της τράπεζας που
πλούτισε από μίζες και προμήθειες και, από την άλλη, ο αρχοντικός κεντρικός ταμίας
που συστηματικά έδινε λειψά τα ρέστα στους πελάτες. Αυτό το οροπέδιο υπήρξε πάντοτε
εξαιρετικά ευρύχωρο για να υποδεχτεί πλείστους όσους διακεκριμένους συμπολίτες μου σε
κάθε τομέα, στην επιστήμη και τα γράμματα, στην πολιτική και τις επιχειρήσεις.
Ευνούχους επιδέξιους με τα γνωστά μεταξωτά βρακιά. Αυτούς που βλέπουν οι άλλοι στο
ανάκλιντρό τους και αποφαίνονται με θαυμασμό, «έξυπνος άνθρωπος ο κύριος ... » τάδε.
Ο πιο έξυπνος, μάλιστα, ο κορυφαίος που γνώρισα, ήταν ο ιδιαίτερος του διευθυντή,
ένας νεαρός καρά τάδε, αρχιχαφιές αγέρωχος, που περιφερόταν στους διαδρόμους με τα
χέρια διπλωμένα στο στήθος, παρατηρούσε, σημείωνε και ανέφερε αδιακρίτως
προïσταμένους και απλούς υπαλλήλους, και έφτασε τριάντα χρόνια αργότερα στη θέση του
γενικού διευθυντή μιας άλλης μεγάλης τράπεζας.

Εκείνο που με μπέρδευε, που διαρκώς με εμπόδιζε να συμβιβαστώ με την αφόρητη βλακεία
μου και να ησυχάσω επιτέλους, είναι ότι υπήρχαν πάντοτε και μερικοί που με θεωρούσαν
έξυπνο (προφανώς εξίσου βλάκες). Και, επιπλέον, οι ποικίλες και πολύπλοκες
δοκιμασίες, γνώσεων, λέξεων, αριθμών και σχημάτων, που μονότονα συμφωνούσαν με αυτούς
τους μερικούς (μαύρη παρηγοριά).

Ως βλαξ αυθεντικός, λοιπόν, σε διαρκή αμφιβολία έζησα τη ζωή μου. Ταλαιπωρήθηκα,
υπέφερα και πόνεσα, και, έτσι ανεπίδεκτος μαθήσεως και ανίατος, χωρίς λεφτά και δόξα,
χωρίς δεξιώσεις, υποκλίσεις, βραβεία, παράσημα και μεγαλόσταυρους (τι να σου κάνει
ένα κούνημα της ουράς ή ένα χαμόγελο;), πήρα κουτσά στραβά την τελευταία στροφή στο
αμπέλι και βγήκα με το αγύριστο κεφάλι μου στη μοιραία ευθεία.

Τζάμπα πήγε η λαχτάρα γονέων και συγγενών, δωρεάν οι προτροπές και παραινέσεις,
χαμένα τα πολυετή αναλυτικά μαθήματα από ραδιοφώνου και τηλεοράσεως, σε τόπους
εργασίας και κοινωνικές συναναστροφές. Ανάμεσα στους ξεροκέφαλους (καλή παρέα)
που είχαν κάποτε αποπειραθεί να πάνε αντίθετα σ' αυτό το ρεύμα (τι λέω, τη
νομοτέλεια),ήταν κάτι ταλαίπωροι φιλόλογοί μου στο σχολείο (ολέθρια επίδραση στην
ευεπίφορή μου εφηβεία) που πρόφεραν με ευλάβεια τη λέξη αρετή, κι επέμεναν στην
ονειροφαντασία τους με τρεις κι εξήντα.

Ομολογώ αβίαστα προφορικώς και εγγράφως ότι εξακολουθώ να βρίσκομαι σε πλήρη
σύγχυση. Σύγχυση που ασφαλώς και δεν μπορώ (ούτε προτίθεμαι) να επικαλεστώ σε κανένα
δικαστήριο και ιδίως στο υπέρτατο εκείνο που δεν διαθέτει εφετείο, δεν αναγνωρίζει
ελαφρυντικά, ούτε εκδίδει αποφάσεις με αναστολή. Που απλώς εφαρμόζει όσα με απόλυτη
σαφήνεια προέβλεψε άγνωστος και παντελώς ακατανόητος νομοθέτης. Δηλαδή, όπως κι εγώ
ακόμη τελικά αντιλήφθηκα, στη ζωή αυτή να ανταμείβεται ο έξυπνος, ενώ ο βλαξ να
εναποθέτει τις προσδοκίες του στην επόμενη. Που όταν μάλιστα αδυνατεί να την
πιστέψει, μένει και χωρίς την τελευταία ελπίδα.

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Οι ανθρώπινοι πόροι

Υλικοί πόροι μας επιχείρησης είναι, μεταξύ των άλλων, τα κεφάλαια, οι εγκαταστάσεις,
τα μηχανήματα και ο εξοπλισμός, οι πρώτες ύλες, ενώ το διοικητικό και εργατοτεχνικό
προσωπικό λαμβάνει την ονομασία «ανθρώπινοι πόροι» σε κατά λέξη αδέξια μετάφραση από
την αγγλική. Στη σύγχρονη επιστήμη διοίκησης των επιχειρήσεων τονίζεται, μάλιστα,
ότι οι ανθρώπινοι πόροι αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα για την επιτυχία μιας
εταιρείας. Για την επίτευξη του συχνά μοναδικού και πάντοτε ύψιστου σκοπού, που είναι
η απόδοση του κεφαλαίου, τα κέρδη.

Κάπως ψυχρό και απρόσωπο δεν ακούγεται; Εξόχως τεχνοκρατικό; Όπως η ξύλινη γλώσσα των
πολιτικών ή τα είδη σε αποθήκη πλαστικών. Δίνει την αίσθηση ότι ο άνθρωπος που
εργάζεται δεν είναι παρά ένα εξάρτημα, ένα αναλώσιμο σε μια αδυσώπητη οικονομική
λειτουργία. Πράγμα που δεν είναι βέβαια καθόλου αστείο, όσο αστείος κι αν ηχεί ο όρος
στον ενικό.

Όσοι ανθρώπινοι πόροι, λοιπόν, αποφασίσουν να απευθυνθούν σε σε συμβούλους
επιχειρήσεων για να διεκδικήσουν κάποια θέση, ταχυδρομούν ή καταθέτουν το βιογραφικό
τους σημείωμα και ταξινομούνται ανάλογα με τα προσόντα και τις φιλοδοξίες τους.
Φακελώνονται, καταχωρούνται στην μνήμη του υπολογιστή, αξιολογούνται, απορρίπτονται
ή προτείνονται, προσλαμβάνονται, εργάζονται, αμείβονται, προάγονται ή απολύονται,
σταδιοδρομούν, συνταξιοδοτούνται.

Μέσα σε είκοσι εφτά χρόνια περίπου, από την καρέκλα μπροστά και αριστερά μου,
παρέλασε ένας λαός, μια μικρογραφία της ανθρωπότητας. Με πρόχειρο υπολογισμό, στους
τριακόσιους εικοσιτέσσερις μήνες ή χίλιες τετρακόσιες τέσσερις εβδομάδες ή εννιά
χιλιάδες οχτακόσιες είκοσι οχτώ ημέρες, μείον τα Σαββατοκύριακα, τις άδειες, τις
εορτές και αργίες, θα πρέπει να μελέτησα μερικές εκατοντάδες χιλιάδες βιογραφικά
σημειώματα και να συζήτησα με πάνω από είκοσι χιλιάδες υποψηφίους. Για θέσεις όλου
του φάσματος της ιεραρχίας, από γραμ-ματέα, βοηθού λογιστή, τεχνίτη και πωλητή, έως
γενικού διευθυντή και διευθύνοντος συμβούλου, στη βιομηχανία, το εμπόριο και την
παροχή υπηρεσιών, κυρίως του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας.

Το Τμήμα Ανθρωπίνων Πόρων, που αρχικά ονομαζόταν Τμήμα Επιλογής Προσωπικού, στο
υποκατάστημα της μεγάλης εταιρίας μελετών και συμβούλων επιχειρήσεων, προσγειωμένο
λεκτικά σε μια πραγματικότητα χωρίς επαγγελματική πόζα, ήμουν εγώ. Ένας υπεύθυνος
ανθρωπίνων πόρων που είχε σκύψει το κεφάλι στη ρουτίνα αλλά δεν χώνευε τον τίτλο
του. Με τη μάλλον τυπική επίβλεψη πρώτα του Ρήγα κι ύστερα του Νίκου, και τη βοήθεια
στη γραμματεία απ’ τη Σουζάνα, που είχε κι ένα σωρό άλλα (κι άλλους) στο κεφάλι της.
Πάνω από είκοσι χρόνια στα γραφεία της Κατούνη, άλλα πέντε σε διαμέρισμα παλιάς
πολυκατοικίας της Βασιλέως Γεωργίου, και τα τελευταία ολίγα στην πολυτέλεια του
τρίτου ορόφου της οικοδομής γωνία Εγνατία και Δωδεκανήσου.

Όταν ο Ρήγας αποφάσισε να αποχωρήσει, το θεώρησε αυτονόητο ότι θα αναλάμβανα εγώ τη
διεύθυνση του υποκαταστήματος. Το δικό του αυτονόητο όμως ήρθε σε σύγκουση με το
δικό μου. Ότι δεν θα αναλάμβανα ποτέ διοικητικές ευθύνες. «Είμαι μελετητής», του
είπα « και μελετητής θα παραμείνω». Έτσι άνοιξε ο δρόμος για τον πολύ νεότερο και
εξελίξιμο. Από έξι-εφτά άτομα με τον Ρήγα, γίναμε δέκα κι ύστερα είκοσι με τον Νίκο,
και τώρα τα παιδιά και τα κορίτσια στην εταιρία θα πρέπει να έχουν ξεπεράσει τα
τριάντα.

Λοιπόν. Η εταιρία-πελάτης συμπλήρωνε ένα έντυπο με τις προδιαγραφές της θέσης, τα
απαιτούμενα προσόντα των υποψηφίων, τις προβλεπόμενες αμοιβές και πρόσθετες παροχές,
κι εγώ έκανα έρευνα στα αρχεία, έβαζα αγγελίες στις εφημερίδες, έκλεινα ραντεβού και
έβλεπα όσους έκρινα κατ’ αρχήν κατάλληλους απ’ τα βιογραφικά ή από προηγούμενες
συνεντεύξεις, τους αξιολογούσα και υπέβαλα τις προτάσεις μου στον πελάτη, για να
προχωρήσει εκείνος στην τελική αξιολόγηση και την πρόσληψη.

Δεν ξέρω πώς έγινε τόσα και τόσα χρόνια στο μαγκανοπήγαδο, αλλά αγνόησα τις φιλικές
(και άλλες) συστάσεις και ποτέ δεν φόρεσα κοστούμι και γραβάτα. Κυριολεκτικά και
μεταφορικά. Ποτέ μου δεν κατάφερα να δω τους υποψήφιους ως πόρους, μόνον ως
ανθρώπους. Που είχαν ανάγκη για δουλειά και για ψωμί, ενίοτε και για παντεσπάνι. Και
για μια καθαρή εξήγηση. Έτσι, σίγουρα έκανα κι εγώ τα μικρά και τα μεγάλα λάθη μου
και είχα τα προβλήματά μου, εκεί όπου με είχε πετάξει η τύχη και εργαζόμουν πάντοτε
με μειωμένο ωράριο για να μου μένει μετά δύναμη και διάθεση να γράφω.

Απ’ την αρχή αποφάσισα ότι υπήρχε ένας και μοναδικός τρόπος να συμβιβάσω μέσα μου, σε
ένα βαθμό, την αντίφαση που συνιστούσε το επάγγελμά μου και να τα βγάλω πέρα με τις
μικρότερες δυνατές απώλειες. Να είμαι τυπικός και απόμακρος έως αγέρωχος με τα ψηλά
καπέλα και προσιτός έως φιλικός με τους υπόλοιπους. Πολλές φορές, όταν είχα ώρα και
διάθεση κι όταν κάποιος υποψήφιος μου φαινόταν δεκτικός, πιάναμε την κουβέντα για
χίλια δυο άλλα, εκτός από τα επαγγελματικά. Μιλούσαμε για τις εμπειρίες και τα
όνειρά μας, τον γνώριζα και με γνώριζε καλύτερα.

Έτσι, μπορεί ο καταναγκασμός να άφηνε τα σημάδια του στο πρόσωπο μου, και τα
χειρότερα σημάδια στην ψυχή μου, μπορεί καμιά φορά να μάλωνα κι άλλοτε να διέκοπτα
τη συνεργασία με κάποιους δουλεμπόρους ή γελωτοποιούς που υποδύονταν τον εργοδότη,
αλλά ποτέ δεν ανέκυψαν παράπονα από υποψηφίους.

Το σύστημα ήταν αξιοκρατικό και η διαδικασία αξιολόγησης αντικειμενική. Χωρίς καμία
εξαίρεση η αρχική απ’ τη δική μας πλευρά και σχεδόν πάντα η τελική απ’ την πλευρά
των επιχειρήσεων. Αυτός ήταν και ο σκοπός της ανάθεσης. Να επισημάνω τρεις-τέσσερις
υποψηφίους με τα απαιτούμενα προσόντα για να προσλάβει η εταιρία εκείνον που θα
έκρινε καταλληλότερο. Πολύ σπάνια ένας επιχειρηματίας δέχεται να μισθοδοτεί, απ’ την
τσέπη του και όχι με τα λεφτά του Δημοσίου (του κάθε πολίτη δηλαδή), τον
οποιονδήποτε ανίκανο έχει γνωριμίες, δόντι ή βύσμα. Τα πράγματα όμως σκάλωναν όταν η
ανάθεση προερχόταν από εταιρία\ του λεγόμενου ευρύτερου δημόσιου τομέα ή από
συνεταιριστικές επιχειρήσεις. Τότε συχνά άλλους πρότεινα εγώ κι άλλους προσλάμβαναν
αυτοί.

Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση ενός υποψηφίου για θέση προγραμματιστή- αναλυτή. Τον
είδα, μου έκανε εντύπωση ο αέρας του και το τουπέ του, τον αξιολόγησα, διαπίστωσα
ότι μερικοί άλλοι υπερείχαν συντριπτικά και τον κατέταξα στην πρότασή μου τέταρτο
με διαφορά από τους πρώτους τρεις. Και του το είπα. Όταν σηκώθηκε να φύγει, γύρισε
και μου είπε χαμογελώντας. «Να ξέρετε ότι η διαδικασία αυτή είναι τυπική, όποιους
και να προτείνετε εσείς, στη θέση αυτή θα προσληφθώ εγώ. Γιατί ο πατέρας μου είναι
μέλος του συνεταιρισμού». Έτσι κι έγινε. Εγώ πρότεινα τους όποιους, εκείνοι
προσέλαβαν τον δικό τους.

Ακόμη περισσότερο με εξόργιζαν κάποιες άλλου είδους μεροληψίες και διακρίσεις. Συχνά
έπαιρνα τηλέφωνο τους εργοδότες και προσπαθούσα να τους πείσω ότι υπήρχαν και
γυναίκες με εξαιρετικά προσόντα. Η απάντηση ήταν γνωστή εκ των προτέρων. Κάποιες
θέσεις ήταν παραδοσιακά μόνον για άνδρες αλλά και, γενικότερα, οι γυναίκες κοστίζουν
πιο πολύ γιατί κάνουν παιδιά, παίρνουν άδεια μητρότητας και λείπουν πιο συχνά από
την εργασία.

Πρωτότυπη ήταν η δικαιολογία για τρεις θέσεις στην οικονομική λειτουργία μεγάλης
κρατικής βιομηχανίας. Έβαλα αγγελίες, έλαβα πληθώρα βιογραφικών, είδα εβδομήντα-
ογδόντα υποψηφίους και πρότεινα τριάντα, με βάση τις οδηγίες της εταιρίας. Υπήρχε μία
υποψήφια διακριτικά ωραία, πανέξυπνη και ικανή, πτυχιούχος με άριστα και
μεταπτυχιακές σπουδές, με γνώση δύο ξένων γλωσσών σε υψηλό επίπεδο, με, με, με. Την
πρότεινα πρώτη στην κατάταξη. Κλείσαμε ραντεβού στα γραφεία μας για να κάνει ο
αρμόδιος διευθυντής ανεπηρέαστος τις συνεντεύξεις και να λάβει την τελική απόφαση.
Είδε κι αυτή την υποψήφια και όταν βγήκε έξω για διάλειμμα, το αγέλαστο
γεροντοπαλίκαρο εξέφρασε με μάτια που έλαμπαν τον θαυμασμό του για τα προσόντα της.

Ύστερα από λίγες μέρες, μας ειδοποίησαν ότι είχαν προσληφθεί μόνον άντρες υποψήφιοι.
Σούταρα τον σκουπιδοτενεκέ στη γωνία, τον έστησα στη θέση του και τον πέτυχα πιο
χορταστικά, είπα και μερικά που θα έκαναν τους τρικυκλάδες στη γωνία με την Τσιμισκή
κι ίσως τους τραβεστί στη γειτονική Πολυτεχνείου να κοκκινίσουν, ύστερα πήρα βαθιές
ανάσες, άναψα τσιγάρο, ήπια δυο γουλιές καφέ και έκανα αυστηρές συστάσεις στον εαυτό
μου. Και τηλεφώνησα τον κύριο διευθυντή.

«Μπορείτε να μου πείτε τι νόημα έχει να μας αναθέτετε την εργασία, να πληρώνετε τόσα
χρήματα, να συμφωνείτε μαζί μας για την κατάταξη των υποψηφίων και να μην
προσλαμβάνετε την πρώτη και καλύτερη;» Έμεινε για λίγο βουβός, ύστερα ξερόβηξε και
αποφάσισε να μου σκάσει το μυστικό. «Ξέρετε, εδώ πέφτουν επάνω μας υπουργοί και
βουλευτές για να προσλάβουμε τις κόρες και τις ανιψιές τους. Είναι αδύνατον να
πάρουμε γυναίκα απ’ έξω έστω και με αδιάβλητη διαδικασία. Έτσι, προσλαμβάνουμε άντρες
και το αιτιολογούμε, λέγοντας τους ότι αυτοί έχουν ειδικά προσόντα που δεν μπορεί να
έχει μια γυναίκα».

Το αριστείο της θρασύτητας όμως απονεμήθηκε στη διοίκηση της συνεταιριστικής τράπεζας
μιας μικρής πόλης. Για να είναι και τυπικά εντάξει με τους μετόχους τους, μας
ζήτησαν να μαγειρέψουμε τη βαθμολογία και να μεταφέρουμε τους καλύτερους άντρες
υποψήφιους από την έβδομη και δέκατη θέση της αξιολόγησης στην πρώτη και τη δεύτερη.
Η ανάθεση είχε γίνει μέσω του κεντρικού μας στην Αθήνα και δέχτηκα αφόρητες πιέσεις
απ’ τον δικό μας πλέον διευθυντή. Ήμασταν στο γραφείο του Νίκου, με απλωμένους τους
φακέλους και το τηλέφωνο σε ανοιχτή ακρόαση, και με είχε στριμώξει στη γωνία.
«Θα υπογράψεις».
«Ποιος το λέει αυτό;
«Εγώ το λέω και θα υπογράψεις».
«Δεν κατάλαβες καλά, ρε φίλε».

Η λογική είχε πάει περίπατο σ΄αυτή τη μετωοπική σύγκρουση, στην άκρη των χειλιών μου
βρισκόταν ήδη ολόκληρο το σόι του και στα μάτια μου η προοπτική της ανεργίας. Τη
στιγμή εκείνη είδα απέναντι την πόρτα ως από μηχανής θεό. Σηκώθηκα λοιπόν και έφυγα
από το γραφείο για το σπίτι, με το αίμα στο κεφάλι και χωρίς άλλη κουβέντα. Ποτέ δεν
ρώτησα, ποτέ δεν έμαθα τι έγινε, και ευτυχώς κανένας δεν μου ζήτησε μετά τον λόγο.

Με τους ανθρώπους του ιδιαίτερου γραφείου βουλευτών και υπουργών και άλλων
μεγαλόσχημων ήμουν ευγενέστατα περιφρονητικός. Μερικές φορές λαμβάναμε και
σημειώματα ή επιστολές για εξυπηρετήσεις. Να προσέξουμε όλως εξαιρετικώς ή να
τακτοποιήσουμε τον εξαίρετο νέο τάδε ή δείνα. Εκτός μια-δυο που κράτησα για να
γελάσουμε αργότερα με φίλους, αυτές οι επιστολές ακολουθούσαν προδιαγεγραμμένη
διαδρομή με άδοξο τέλος. Από τον ταχυδρόμο στον θυρωρό, από τον θυρωρό στη Σουζάνα
και από κείνη σ’ εμένα, που καταχωρούσα το όνομα του υποψηφίου στον μαύρο κατάλογο
για να μην τον προτείνω και σε καμία άλλη περίπτωση, και απ’ το δεξί στο αριστερό
μου χέρι και στο καλάθι των αχρήστων.

Πολύ επιεικέστερος ήμουν με τους στοργικούς και κακομαθημένους γονείς που με
παρακαλούσαν για τον γιο ή την κόρη τους, συνήθως από το τηλέφωνο και σπάνια με
επίσκεψη στο γραφείο. Εξέφραζα τη συμπάθειά μου, και απλώς τους εξηγούσα ότι, αν το
παιδί τους είχε τα κατάλληλα προσόντα, φυσικά και θα το πρότεινα για την τελική
επιλογή από την εταιρεία.

Η μεγάλη αδυναμία μου όμως ήταν οι γιαγιάδες απ’ το χωριό που απαντούσαν το τηλέφωνο,
δεν άκουγαν καλά και δυσκολεύονταν να καταλάβουν. Ξεχνούσα ακαριαία την
επαγγελματική δεοντολογία και τα χρόνια μου, έβλεπα μια ολόκληρη ζωή στέρησης, το
ρυτιδωμένο πρόσωπο πάνω απ’ τα μαύρα ρούχα, τις μαλακές παντόφλες και τα πιο μαλακά
άσπρα χέρια τους, και οπλιζόμουν με απέραντη υπομονή.
«Πες το πάλι, παιδάκι μου (την ξενόγλωσση ονομασία της εταιρείας μας). Πού
είναι κι αυτό το μολύβι; Λείπει τώρα ο μικρός, να θυμηθώ να του το πω όταν γυρίσει.
Είναι καλός ο Κωστάκης μας, να τον πάρετε στη δουλειά».
«Σου υπόσχομαι ότι θα κάνω ό,τι μπορώ, γιαγιάκα, και μην στενοχωριέσαι εσύ».

Όταν αυξήθηκαν οι αναθέσεις και, σε συνδυασμό με την εσωτερική οργάνωση των
επιχειρήσεων, ήταν πλέον απαραίτητος ο δεύτερος, προσλήφθηκε ο Φάνης κι εγκα-
ταστάθηκε διαγωνίως απέναντι μου στο στενόχωρο δωμάτιο της Βασιλέως Γεωργίου. Ψηλός,
μελαχρινός, αθλητικός, ωραίος και γλυκομίλητος, με το πτυχίο του και το μεταπτυχιακό
απ’ τη Σκοτία, στην πρώτη του δουλειά μετά τη στρατιωτική θητεία του. Μέσα εμείς και
έξω απ’ το παράθυρο τα βρώμικα σιδερένια μπαλκόνια με ένα σκουριασμένο ποδήλατο, με
κάθε είδους κλαμπατσίμπαλα, ξεθωριασμένες μπλε και ροζ κομπινεζόν στο σκοινί, και
καμιά γάτα αλήτισσα να ακροβατεί στα πλέγματα ή τα κάγκελα.

Τον ενημέρωσα, τον εκπαίδευσα, του ανέθεσα τις συγκριτικά απλούστερες θέσεις και, τα
πρώτα χρόνια, όλα τα επαγγελματικά μας πήγαιναν καλά και όλα τα υπόλοιπα ανάποδα.
Πράγμα φυσιολογικό αφού, σχεδόν στο κάθε τι, ήμασταν ο ένας το αντίθετο του άλλου κι
έπρεπε με κάποιον τρόπο να προσαρμοστούμε στο χάσμα της ηλικίας, τις παραξενιές αλλά
και στην εντελώς διαφορετική στάση ζωής. Ο Φάνης είχε περίπου τα μισά μου χρόνια,
βάδιζε την πεπατημένη, έδινε μεγάλη σημασία στους τύπους και τις λεπτομέρειες. Έτσι,
οι μικροπρο-στριβές της καθημερινότητας έπαιρναν διαστάσεις.

Υποτίθεται ότι εγώ τον επέβλεπα, όμως εκείνος μου έκανε τις παρατηρήσεις.
Δικαιολογημένες τις περισσότερες φορές, δε λέω. Πώς έφευγα μετά πέντε ώρες εργασίας
και τον άφηνα μόνο στο γραφείο να αντιμετωπίσει τις τυχόν δυσκολίες, πώς μιλούσα
τόσο δυνατά στο τηλέφωνο, πώς έτρωγα καμιά φορά σάντουιτς ή τυρόπιτα όταν εκείνος
έκανε συνέντευξη, πώς άφηνα ακατάστατο το γραφείο μου και πώς πετούσα φλούδες
πορτοκαλιών στην κουζίνα, πώς, πώς και πώς.

Όχι ότι δεν είχαμε και μερικά σημαντικά κοινά σημεία. Συμφωνούσαμε, για παράδειγμα,
ότι οι πιο αντιπαθητικοί υποψήφιοι (και τελικά ακατάλληλοι για οποιαδήποτε θέση) ήταν
οι ενδεδυμένοι με εξεζητημένη κομψότητα, οι δουλοπρεπείς ή οι θρασείς, εκείνοι που
άφηναν το χέρι τους να κρέμεται ψόφιο στη χειραψία ή έπιαναν την άκρη των δαχτύλων
μας (σφίξε το χέρι, ρε, σαν άντρας) και όσοι απέφευγαν να μας κοιτάξουν στα μάτια
κατά τη συνέντευξη. Ακόμη, όσοι προσπαθούσαν να μας επηρεάσουν με γνωριμίες και οι
γυναίκες που επιδείκνυαν την πραγματική ή υποθετική ομορφιά τους.

Όσον αφορά τις προσωπικές μας σχέσεις, οι εναλλακτικές δυνατότητες ήταν τέσσερις. Να
αλλάξω εγώ από τη θετική επίδραση του Φάνη (το κάπως δύσκολο στην ηλικία μου), να
αλλάξει ο Φάνης απ’ το αρνητικό δικό μου παράδειγμα (το εξίσου δύσκολο για την
υπεροψία του νέου), να μην αλλάξει κανείς από τους δύο (το φυσιολογικό) ή να
αλλάξουμε και οι δύο (το εξαιρετικά σπάνιο).

Αν και δεν το πίστευα με τίποτα, τελικά αλλάξαμε και οι δύο. Με τον καιρό, φαίνεται
ότι καταλάβαμε πιο καλά ο ένας τον άλλο, εγώ έλεγξα τον αυθορμητισμό μου, έγινα πιο
τακτικός και πρόσεχα περισσότερο όσα τον ενοχλούσαν, ενώ ο Φάνης εκτίμησε το δικό
μου πρότυπο ζωής. Βοήθησαν και οι ατέλειωτες συζητήσεις, τα ταξίδια με το αυτοκίνητό
του για εσωτερική οργάνωση ή για επιλογή προσωπικού, σε εταιρίες με έδρα μικρότερες
πόλεις της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας.

Ο Νίκος είχε βέβαια μεγάλες ευθύνες και σκοτούρες και σχεδόν ποτέ δεν ανακατευόταν
στη διαδικασία επιλογής. Επέβλεπε κυρίως τα πολυπληθέστερα και πιο προσοδοφόρα άλλα
τμήματα, ετοίμαζε, πλάι σ’ ένα τασάκι που ξεχείλιζε αποτσίγαρα, προϋπολογισμούς και
προγράμματα ανάπτυξης των πωλήσεων, μας έδινε τους φιλόδοξους αναλυτικούς ετήσιους
στόχους, του δίναμε τους πιο ταπεινούς μηνιαίους απολογισμούς μας, γκρίνιαζε όταν
υστερούσαμε και έλεγε ότι θα φωνάζει η Αθήνα και ότι πρέπει να δουλέψουμε πιο
εντατικά, ήταν ευτυχισμένος όταν σπανίως τους υπερβαίναμε και πάντοτε πρόθυμος να
προσφέρει τη βοήθεια του όταν σπανιότατα τη ζητούσαμε. Συχνά έμπαινε στο γραφείο μας
για το τελευταίο ανέκδοτο ή ένα σύντομο σχολιασμό της επικαιρότητας.

Στα εφτά-οχτώ χρόνια που συνεργαστήκαμε με τον Φάνη (όπως και στα προηγούμενα που
ήμουν μόνος), απ’ το γραφείο μας παρέλασαν πολλές ωραίες γυναίκες. Άλλες
διακριτικά, άλλες εντυπωσιακά, και άλλες κραυγαλέα. Πολλές ήταν κι εκείνες που
βαθμολόγησαν με άριστα τα δικά του φανερά προσόντα. Όταν τελείωνα τη συνέντευξη μου
κι εκείνος άρχιζε τη δική του, έβλεπα, λόγου χάρη, (και διασκέδαζα) μια υποψήφια για
τη θέση γραμματέως, ξανθιά και καλοκαμωμένη έως εκρηκτική, να έχει ρίξει πλάι το
μαλλί και το κεφάλι, κι όταν εκείνος τη ρωτούσε σοβαρότατα για τις σπουδές και την
προϋπηρεσία της, εκείνη να απαντάει με φωνή μισοσβησμένη και βραχνή ενώ του έριχνε
λιγωμένες ματιές. Ο Φάνης όμως ήταν βράχος. Δεν έβλεπε, δεν άκουγε, δεν καταλάβαινε,
έλεγχε απολύτως την πλεονάζουσα τεστοστερόνη. Παρόλο που δεν ήταν πια νιόπαντρος,
και πιο πολύ παρόλο που του άρεσε το ερωτικό παιχνίδι. Απλούστατα δεν άλλαζε τη Λίζα
των εφηβικών του χρόνων με καμία άλλη, στιγμιαία, πρόσκαιρη ή μόνιμη.

Με τον καιρό, επισήμανα και εκπληκτικές αλλαγές στη συμπεριφορά του. Να επιδεικνύει
επιείκεια στα παραπτώματά μου, να μου διδάσκει με υπομονή τη χρήση του υπολογιστή,
να με προσέχει με τη στοργή του νεότερου προς τον μεγαλύτερο. Όταν έμπαιναν στο
γραφείο εικοσι-πεντάχρονοι που αναζητούσαν πιο συγκεκριμένη επαγγελματική κατεύθυνση,
εγώ καθόμουν και τους εξηγούσα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των
προσόντων τους, και τις προοπτικές τους με τα δεδομένα της αγοράς εργασίας. Καλά, τι
απασχολείσαι μαζί τους τόση ώρα; απορούσε παλιά ο Φάνης, μην βλέποντας κάποιο
πρακτικό όφελος για μας και για την εταιρία. Αργότερα όμως διαπίστωσα ότι κι εκείνος
έκανε ακριβώς τα ίδια.

Το πιο εκπληκτικό απ’ όλα έγινε λίγους μήνες πριν έλθει το πλήρωμα του χρόνου και
αποχωρήσω από την εταιρεία. Αν και η λογοτεχνία δεν ήταν μέσα στα ενδιαφέροντα του,
ο Φάνης εμφανίστηκε ξαφνικά σε μια ποιητική εκδήλωση που οργάνωσε για μένα το πρώτο
διαμέρισμα του δήμου. Μπήκε πρώτος στην αίθουσα, έστησε τον τρίποδα και την κάμερα,
έκανε τη βιντεοσκόπησή του ευσυνείδητα, άκουσε τις εισηγήσεις και τα ποιήματα μου,
έφυγε τελευταίος. Μετά απ’ αυτό, τίποτα πια δεν αποκλείεται. Ακόμη και κάποιο βράδυ
βροχερό να έριξε καμιά ματιά στα ποιητικά βιβλία που του είχα χαρίσει.

Αυτές τις ιστορίες και άλλες πιο πρόσφατες λέμε κατά διαστήματα όταν βγαίνουμε ο δυο
μας το βράδυ για ψαράκι ή θαλασσινά. Όπως στα Κύματα του Πλαταμώνα, μέσα απ’ τη
τζαμαρία και πλάι στη θάλασσα όταν γυρίζαμε απ’ τα ταξίδια μας στον νότο. Και πως ο
Φάνης, αν και το δικαιούται πλήρως, δεν είναι πια διατεθειμένος να καταβάλει το
τίμημα για να ανέλθει υψηλά στην ιεραρχία. Γιατί θεωρεί ότι υπάρχουν πολύ πιο
σημαντικά πράγματα στον κόσμο.

Δεν ξέρω πώς έγινε τόσα και τόσα χρόνια στο μαγκανοπήγαδο, αλλά ποτέ μου δεν τα
κατάφερα να βλέπω πόρους, τίτλους και στολές. Στο γραφείο και οπουδήποτε αλλού. Μόνον
ανθρώπους με ανθρώπινα ελαττώματα σαν τα δικά μου, που τους αξίζει το καλύτερο. Και
ύστερα να δέχομαι μοιρολατρικά τη αναπόφευκτη τιμωρία του αιρετικού. Αλλά και να
εισπράττω τη δίκαιη ανταμοιβή του. Που είναι ο Φάνης και η Σουζάνα και διάφοροι άλλοι
στις διαδρομές και στάσεις της ζωής μου.

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Ο ευρύτερος του δημοσίου

Στην ευτυχή, ένδοξη και ιστορική μεσογειακή χώρα, της οποίας τέκνο ταπεινό είμαι κι εγώ, ήταν εθνική παράδοση να κυβερνάει πάντοτε η δεξιά. Γνήσια δεξιά και δεξιότερη, έως ακραία και δικτατορική, με κάποια βραχύχρονα διαλείμματα δεξιόστροφου κέντρου. Όταν, για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία της, κέρδισαν τις εκλογές και σχημάτισαν κυβέρνηση οι σοσιαλιστές, από το διευθυντικό γραφείο της εταιρίας μελετών όπου εργαζόμουν, ακούστηκαν κλαυθμοί και οδυρμοί. Πατριωτικής φύσεως όπως, θα πάει κατά διαόλου η οικονομία με τις παροχές, έως ιδιοτελούς, τώρα δεν πρόκειται να σταυρώσουμε δουλειά απ’ τον δημόσιο τομέα. Όταν, για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία της χώρας, ήρθαν στα πράγματα οι σοσιαλιστές, από το μελετητικό γραφείο της ίδιας εταιρίας ακούστηκαν πανηγυρισμοί. Πατριωτικής φύσεως όπως, έφυγε επιτέλους η πουτάνα η δεξιά, και, μπήκε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, έως ανιδιοτελούς, ε, ας μη σώσει να πάρουμε δουλειά απ’ τον δημόσιο τομέα.

Όπως συνήθως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, σύντομα διαψεύστηκε η διεύθυνση, διαψεύστηκαν και οι μελετητές. Σε όλες τις εκτιμήσεις τους. Λίγους μήνες αργότερα, μία ομάδα, συνολικά οκτώ συμβούλων, όδευε με δύο αυτοκίνητα προς την έδρα και το κεντρικό συγκρότημα εργοστασίων μιας μεγάλης βιομηχανίας πυρομαχικών. Είχαμε πάρει μια σημαντική ανάθεση για την αναδιοργάνωση της εταιρίας του ευρύτερου δημόσιου τομέα και η πρώτη μας εμφάνιση θα έπρεπε να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες. Κανένας, βέβαια, δεν παραπονιόταν. Ούτε εγώ κι οι άλλοι δύο αναλυτές συστημάτων και διαδικασιών, ούτε ο σύμβουλος μηχανοργάνωσης, ούτε ο ειδικός επί των οικονομικών και ο μηχανικός παραγωγής, ούτε ο νεαρός μαθητευόμενος με διδακτορικό από την Αμερική που θα κρατούσε τα αρχεία και θα έβγαζε φωτοτυπίες.

Όπως ήταν φυσικό, λιγότερο απ’ όλους παραπονιόταν ο διευθυντής της μελέτης. Ως κυρίως υπεύθυνος όμως για την επιτυχή διεξαγωγή της, ανησυχούσε για το αλλότριο, ίσως και εχθρικό, περιβάλλον προς το οποίο κατευθυνόμασταν ανυπεράσπιστοι. Τόσο έντονα που συνεχώς μας νουθετούσε για το πώς θα δείχναμε ότι διαθέτουμε άψογα λαϊκά διαπιστευτήρια. Λοιπόν, δεν θα φοράμε γραβάτα, είπε για δεύτερη φορά, λύνοντας με πόνο και βάζοντας προσεκτικά στον δερμάτινο χαρτοφύλακα την ακριβή δική του. Θα μιλάμε απλά και κατανοητά στον ενικό και θα χρησιμοποιούμε τα μικρά μας ονόματα. Εσένα θα σε λέμε, Γιάννη, πρόσθεσε απευθυνόμενος στον ειδικό της μηχανοργάνωσης που είχε ελληνοβρετανική υπηκοότητα. Μα, Τζων με βάφτισε ο νονός μου, διαμαρτυρήθηκε εκείνος,
για να μουρμουρίσει λίγο αργότερα κάτι για δουλοπρέπεια.

Ο Διευθύνων Σύμβουλος και ο Γενικός Διευθυντής της εταιρίας μας υποδέχτηκαν εγκάρδια με κοστούμι, γραβάτα και πληθυντικό. Κατά τα άλλα, δεν μου φάνηκαν καθόλου επίφοβοι. Υψηλόβαθμα και μορφωμένα κομματόσκυλα που είχαν πρόσφατα διορισθεί, φαίνονταν ικανοί και ανυπομονούσαν να αναφέρουν στον αρμόδιο υπουργό ότι αποδίδουν έργο. Για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, εννοείται. Έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις, προσφέρθηκαν αναψυκτικά, είπαν και είπαμε τα προκαταρκτικά και τα καθιερωμένα, τους ενημερώσαμε αναλυτικά για τη διαδικασία που θα ακολουθούσαμε, μας παρουσίασαν στα στελέχη της εταιρίας και μας ξενάγησαν στις εγκαταστάσεις. Κι από την άλλη μέρα, επί το έργον.

Σε πρώτη φάση, θα έπρεπε να ενημερωθούμε λεπτομερώς για τον τρόπο λειτουργίας της εταιρίας σε κάθε τομέα και για τα σοβαρά και σοβαρότερα οργανωτικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Συγκεντρώσαμε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και στοιχεία, τα στελέχη συμπλήρωσαν ειδικά έντυπα με τα καθήκοντα, τις απόψεις και τις προτάσεις τους και εμείς προγραμματίσαμε πάνω από διακόσιες συνεντεύξεις. Παρακολουθήσαμε την παραγωγική διαδικασία, καταγράψαμε και αναλύσαμε μεθόδους και συστήματα σε εργοστάσια και γραφεία, είδαμε από εργάτη, τεχνίτη και εργοδηγό της κάθε μονάδας και του κάθε τμήματος ως προϊστάμενο, διευθυντή και την ανωτάτη διοίκηση.

Σε κάθε τμήμα που έβαζα κάτω απ’ το μικροσκόπιο, μου έκανε εντύπωση ο αριθμός του προσωπικού, εξόφθαλμα υπερβολικός. Εκεί που περίμενα να βρω δέκα-δώδεκα, αντίκριζα τριάντα, κι εκεί που τους εκτιμούσα διακόσιους περίπου, με περίμεναν τριακόσιοι πενήντα. Πόσα άτομα είπατε ότι έχετε στο τμήμα σας; ρωτούσα, κατά τη συνέντευξη, στην αρχή με ειλικρινή έκπληξη κι ύστερα με αδιόρατη ειρωνεία, τον αρμόδιο προϊστάμενο ή διευθυντή. Εξήντα δύο, απαντούσε εκείνος με αδιόρατη θλίψη και αμηχανία. Εξήντα δύο, συλλάβιζα με θαυμασμό και άφηνα τον αριθμό να αιωρηθεί για λίγο στην ατμόσφαιρα. Και με τι ακριβώς ασχολείται αυτό το πλήθος; Σε γενικές γραμμές και πριν υπολογίσω αναλυτικά τον χρόνο εργασίας τους (τα είχε ήδη γράψει στο χαρτί αλλά εγώ ήθελα να τον ακούσω να τα προφέρει κιόλας). Οι μισοί πίνουν καφέδες, κοιτάνε έξω απ’ το παράθυρο ή περιφέρονται ασκόπως και εμποδίζουν τους άλλους στην εργασία τους, ξεσπούσε μερικές φορές εκείνος.

Υπήρξαν όμως και γενναίες στιγμές. Όχι από μένα ασφαλώς. Όπως όταν, πετώντας έντεχνα τη μπάλα στην κερκίδα, κατάφερα να αποφύγω το Γεμιστήριο και τα Εκρηκτικά, που ήταν μονάδες επικίνδυνες σε ειδικές και απομονωμένες εγκαταστάσεις, και τις ανέλαβε προσωπικά ο θαρραλέος διευθυντής της μελέτης. Με τη γραβάτα του να έχει αποκατασταθεί στη φυσιολογική της θέση κάτω από το πηγούνι κι ανάμεσα στα πέτα.

Η πιο ηρωική εμπειρία ήταν στο Οβιδουργείο με 700 άτομα προσωπικό. Τους συγκέντρωσε όλους, λοιπόν, μια μέρα ο ενθουσιώδης Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας και τους έβγαλε ένα θερμό και εμπνευσμένο λόγο (η αλλαγή-η πατρίδα- το καθήκον, η πατρίδα- το καθήκον-ή αλλαγή, όλοι μαζί, παιδιά). Το αποτέλεσμα ήταν άμεσο και άκρως εντυπωσιακό. Με μια αύξηση πέντε έως δέκα τοις εκατό να θεωρείται συνήθως μεγάλη επιτυχία, στο Οβιδουργείο, με το ίδιο προσωπικό και τα ίδια μέσα, η παραγωγή και, συνεπώς, η παραγωγικότητα τριπλασιάστηκαν. Για μία μόνον εβδομάδα. Μετά επανήλθαν σταδιακά στα προηγούμενα επίπεδα. Προφανώς, η αύξηση της παραγωγικότητας ελάχιστη σχέση είχε με την έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα.

Ωραίες, λοιπόν, οι σφαίρες και τα βλήματα κάθε διαμετρήματος, συναρπαστικοί οι άδειοι κάλυκες ως ανθοδοχεία και διακοσμητικά, καλά παιδιά και ντόμπρα οι τεχνίτες και οι μουντζούρηδες αλλά τα στοιχεία, στοιχεία. Τα διασταυρώσαμε, τα επιβεβαιώσαμε, κάναμε τις εσωτερικές συσκέψεις και τις διαβουλεύσεις μας, σκαλίσαμε και λίγο βαθύτερα, ζητήσαμε περαιτέρω ενημέρωση και απαντήσεις από τη διοίκηση. Και η αλήθεια αναδύθηκε ξεκάθαρη και αμείλικτη.

Από τους περίπου 3.500 εργαζόμενους που απασχολούσε η εταιρία, οι 1.500 (τα δικά μας παιδιά) είχαν προσληφθεί πριν τις εκλογές και πριν τη μεταβίβαση της εταιρίας στο δημόσιο, από τον πρώην ιδιοκτήτη της, διάσημο για το επιχειρηματικό του δαιμόνιο και πάτρωνα της δεξιάς. Όχι βέβαια γιατί είχε ξαφνικά προκύψει κάποια μυστηριώδης ανάγκη, αλλά απλούστατα για να βολευτούν και να εξασφαλιστεί η ψήφος τους (των ιδίων, των οικο-
γενειών τους, του περιβάλλοντος). Και το πιο μεγαλοφυές ήταν ότι, στη συμφωνία αγοράς της εταιρίας από το δημόσιο, είχε προβλεφθεί να εισπράττει ο πρώην ιδιοκτήτης της ως αμοιβή ένα ποσοστό επί της συνολικής μισθοδοσίας του προσωπικού.

Όταν, λοιπόν, αντικρίσαμε κατάματα τη σκληρή πραγματικότητα, πρώτα γελάσαμε στους διαδρόμους, μετά γελάσαμε στις σκάλες και το προαύλιο (γέλα, ρε, ελεύθερα, είπα στον μαθητευόμενο, που είχε ύφος ηθοποιού αρχαίας τραγωδίας, κι αυτό μέρος της μελέτης είναι και της εκπαίδευσής σου), ύστερα την ελεεινολογήσαμε κατ’ ιδίαν και ελαφρά μελαγχολήσαμε, κατόπιν θέσαμε ευθέως το πρόβλημα στη σύσκεψη με τη διοίκηση, που είπε, έχετε δίκαιο, είναι στα υπ’ όψιν για την επόμενη συνάντηση με τον υπουργό. Τέλος, αναπόφευκτα, συμβιβαστήκαμε.

Τα παρακάτω ήταν καθαρά θέμα ρουτίνας (εμφάνισης και προσχημάτων). Όπως όταν πέφτεις στον λάκκο με τα γνωστά και φροντίζεις να κρατήσεις καθαρό το μαντηλάκι σου. Πήγαμε και ήρθαμε, τραβήξαμε ευθείες γραμμές, οριζόντιες και κάθετες, σχεδιάσαμε ωραία οργανογράμματα και παραστατικά διαγράμματα ροής των πληροφοριών, γράψαμε λεπτομερείς περιγραφές των θέσεων εργασίας, συντάξαμε διαδικασίες λειτουργίας και ό,τι άλλο προέβλεπε η ανάθεση. Με προσωπικό διπλάσιο σχεδόν απ’ το κανονικό, τι νόημα μπορούσαν να έχουν όλα αυτά και πως θα λειτουργούσε αποτελεσματικά μια οποιαδήποτε επιχείρηση;

Nα λειτουργεί θα συνέχιζε ασφαλώς. Και αενάως. Τα έσοδα ήταν εξασφαλισμένα, όχι από τις λιγοστές εξαγωγές της εταιρίας στη Μέση Ανατολή και ανατολικότερα, αλλά από τον βασικό πελάτη της που ήταν οι ένοπλες δυνάμεις, δηλαδή το δημόσιο, δηλαδή ο κάθε Μήτσος που πλήρωνε εμμέσως τον λογαριασμό.

Ολοκληρώσαμε τη μελέτη, συντάξαμε και υποβάλαμε την έκθεση μας, δεχθήκαμε ευχαριστήρια και συγχαρητήρια στη σύντομη αποχαιρετιστήρια τελετή, λάβαμε υποσχέσεις ότι οι προτάσεις μας θα έμπαιναν σε εφαρμογή το συντομότερο, επιστρέψαμε στην έδρα μας, εκδώσαμε το τιμολόγιο, εισπράξαμε το υπόλοιπο της αμοιβής μας, ασχοληθήκαμε με τις άλλες αναθέσεις μας.

Και τελικά τι έγινε; Τι να γίνει, τίποτα δεν έγινε. ΄Η σχεδόν. Ούτε κι εμείς ή κανένας άλλος περίμενε να γίνει τίποτα. Η εταιρία του ευρύτερου δημόσιου τομέα παρέμεινε ευρύτερη ως δημόσια και δημόσια ως ευρύτερη. Ήταν δυνατόν μια σοσιαλιστική κυβέρνηση να απολύσει τόσους εργαζόμενους (μπορεί να μπει κι εδώ το ερωτηματικό), τους περισσότερους οικογενειάρχες (έστω εδώ), και να δημιουργήσει κοινωνικό πρόβλημα; Όταν, μάλιστα, ο δημόσιος τομέας ήταν η αδυναμία της και η αρχική της πρόθεση ήταν να προσλάβει εκείνη περισσότερους απ’ όσους υποθετικά θα απέλυε. Μήπως, λοιπόν, πρόσθεσε κι άλλους; Δεν θα το απέκλεια εντελώς. Σίγουρα, όμως, θα έδωσε γενναιόδωρες αυξήσεις, θα πρόσθεσε και μερικά επιδόματα.

Στην ευτυχή, ένδοξη και ιστορική μεσογειακή χώρα, της οποίας τέκνο ταπεινό είμαι κι εγώ, δεν έγινε δα και τίποτα τo πρωτότυπο. Οι μαζικές προσλήψεις στον στενότερο και τον ευρύτερο του δημοσίου είχαν αρχίσει τη δεκαετία του πενήντα. Και τότε από τη δεξιά. Όταν,
ναι μεν η επιστήμη του μάρκετινγκ και των πωλήσεων βρισκόταν στα σπάργανα, αλλά η ανάγκη να ξεχάσουμε τις διαφορές μας ήταν εθνική επιταγή. Τις ξέχασε λοιπόν πρώτη η δεξιά, εξαργύρωσε την επιταγή κι άρχισε να εφαρμόζει τις επαγγελίες της αριστεράς. Αργότερα, η αριστερά ανταπέδωσε γενναιόδωρα τη φιλοφρόνηση και εφάρμοσε το πρόγραμμα της δεξιάς.

Έτσι, τώρα πια στον νέο αιώνα, ζούμε σε μια χώρα κοινοκτημοσύνης και αλληλεγγύης. Τα της αριστεράς δεξιά και τα της δεξιάς αριστερά. Με μία μετατόπιση συνολική προς τα δεξιά. Το μόνο διαφορετικό που έχει απομείνει στα διάφορα εμπορικά είναι οι παλιές ταμπέλες, λίγο σκουριασμένες είναι η αλήθεια, λίγο ξεθωριασμένες κι ετοιμόρροπες. Μένουν οι διαφημιστικές εκστρατείες, μένουν τα συνθήματα. Διότι, επιπλέον, είμαστε λαός ρομαντικός και μας γοητεύει πάντοτε να περιδιαβάζουμε τα αρχαία ερείπια.

Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2010

Όπως η γάτα με το ποντίκι

Καθόμουν με το μπράτσο ακουμπισμένο στο σιδερένιο τραπεζάκι της αυλής και κουβέντιαζα
με τη Σοφία και τους άλλους, όταν άκουσα δίπλα μου ένα νιαούρισμα, ταυτόχρονα
παραπονιάρικο και απαιτητικό. Γύρισα κι είδα τον Μεζέ με ανασηκωμένο το κεφάλι κάτω απ’
την πάνινη πολυθρόνα. Τι θέλεις, ρε, του είπα, νομίζω ότι έχεις φάει και μάλιστα καλά. Το
νιαούρισμα όμως συνεχίστηκε εξίσου επίμονο. Αναστέναξα, άπλωσα το δεξί μου χέρι, το
πέρασα κάτω απ’ την άσπρη κοιλιά του, τον ανέβασα και τον απίθωσα στην αγκαλιά μου.
Αυτό ήθελε. Μόλις βρέθηκε σε επιφάνεια ζεστή και προστατευμένη, απλώθηκε απολαυστικά,
άρχισε να γουργουρίζει με τα χάδια και σε λίγη ώρα αποκοιμήθηκε.

Ένα γκριζόασπρο αρσενικό απολειφάδι. Τον είχε περιμαζέψει πριν λίγες μέρες η Μυρτώ, η
κόρη του Αλέξη και της Άρτεμης στο διπλανό μας σπίτι, προστάτιδα κάθε αδέσποτου και
εγκαταλελειμμένου. Που είχε μια βαθιά τσάντα γεμάτη με όλα τα θαύματα του φαρμακείου
για ν’ ανασταίνει τα ετοιμοθάνατα. Ενέσεις, εμβόλια και ορούς, χάπια και δυναμωτικά,
αντισηπτικά, αλοιφές, γάζες και τσιρότα. Έτσι έγινε και με τον Μεζέ. Με τη φροντίδα, το
γάλα με το μπιμπερό, με την καλή στερεά τροφή αργότερα, συνήλθε και ζωντάνεψε και
άρχισε να χοροπηδάει τριγύρω.

- Τώρα πρέπει να τον βαφτίσουμε, δεν πρέπει; είχε ρωτήσει ο Αλέξης, κρατώντας τον στην
παλάμη του κάτω απ’ την ελιά και χαμογελώντας σκανταλιάρικα. Προτείναμε λοιπόν
διάφορα συμβατικά ή πρωτότυπα ονόματα στην ολομέλεια των δύο οικογενειών και τελικά ο
Αλέξης είπε, μια σταλιά δεν είναι, μια μπουκιά; Θα τον φωνάζουμε Μεζέ. Αυτό και κόλλησε.

Λίγο καιρό πριν τον Μεζέ, η Μυρτώ είχε υιοθετήσει ένα μεγάλο θηλυκό σκυλί σε εξίσου
αξιοθρήνητη κατάσταση. Λεπτό, με μακρύ ξανθό τρίχωμα και φουντωτή ουρά, με μαύρη
μούρη και αυτιά, πολύ ήμερο και αγαπησιάρικο. Μπουμπού, το είχε βαφτίσει εκείνη, ένα
όνομα που είχα επαναλάβει με γκριμάτσα κι ερωτηματικό αλλά σύντομα άρχισα να το
προφέρω με ευχαρίστηση έτσι όπως μου γέμιζε το στόμα.

Στα δύο άσπρα κολλητά απομονωμένα σπίτια, λίγο έξω απ’ την Άφυτο, στο μπουγάζι του
παλιού κοινοτικού δρόμου προς τη Νέα Φώκαια, ανάμεσα στο υδραγωγείο του χωριού και το
κοιμητήριο, τα δύο πρώην αδέσποτα μάς κέρδισαν το καλοκαίρι. Βεβαίως, εκείνος που
αλώνιζε, μέσα και έξω απ’ τα σπίτια, στο τσιμέντο, στα πλακάκια, στο χώμα και το χόρτο, σε
πεζούλια, περβάζια, πάγκους, καρέκλες, τραπεζάκια, σε χέρια και σε αγκαλιές, ήταν ο
πανέξυπνος, θρασύτατος κι αχόρταγος Μεζές. Αχόρταγος για φαγητό, για χάδια, για παιχνίδι
και για πονηριές.

Όταν καθόμασταν στο μεγάλο μπαλκόνι που έβλεπε προς τον κατακόρυφο γκρεμό, τη
θάλασσα από κάτω και το δεύτερο πόδι απέναντι, ακούγαμε συχνά ένα χαρακτηριστικό
νιαούρισμα να αναγγέλλει την άφιξή του. Σε λίγο, το κεφαλάκι του προέβαλε ανάμεσα στα
κάγκελα στην κορυφή της εξωτερικής σκάλας και το μικρό αιλουροειδές εισχωρούσε στο
πλακόστρωτο, με το χαριτωμένο νωχελικό περπάτημά του.

Στην αρχή είχα υποθέσει ότι θα ήταν χορτάτος αφού τον τάιζε τακτικά η Μυρτώ. Ο Μεζές
όμως έτρωγε στους πλαϊνούς, ερχόταν να διεκδικήσει το μερίδιό του απ’ τα ψαράκια στο
πιάτο μου, κυνηγούσε κι ανάμεσα στα χόρτα. Έστω και για προπόνηση. Εξακολουθούσε να
έχει αδυναμία στην αγκαλιά μου, όταν όμως αποφάσιζε να προσγειωθεί, γινόταν ένα με το
δάπεδο, φέρμαρε τις μύγες και κάθε άλλο πετούμενο, εκτινασσόταν και χτυπούσε με
εκπληκτική ταχύτητα και ακρίβεια. Καμιά φορά, όταν άφηνα το χέρι μου κρεμασμένο στο
πλάι, αισθανόμουν ξαφνικά τα νύχια του να το γραπώνουν, έτσι ώστε να τα αισθανθώ καλά
αλλά χωρίς να με πληγώσουν.

Στην εφηβεία του ο Νίκος, είχε αιφνιδίως αποκτήσει τον σκύλο που τόσο επιθυμούσε αλλά
ήταν αδύνατον να βάλουμε μέσα στο διαμέρισμα της πόλης. Ξάπλωνε δίπλα στη Μπουμπού
στο γκρο μπετόν, την χάιδευε και έπαιζε μαζί της, την έβγαζε φωτογραφίες, την έπαιρνε και
έτρεχαν στους δρόμους του χωριού ως τον κυκλικό κατήφορο, το παραθαλάσσιο καφενεδάκι
και τη αμμουδιά.

Κοινά και φυσιολογικά πράγματα ως εδώ, θα έλεγε κανείς. Έχει όμως και παρακάτω. Όπως η
Μυρτώ είχε υιοθετήσει τη Μπουμπού, έτσι κι εκείνη με τη σειρά της υιοθέτησε τον Μεζέ.
Καθόταν η μεγάλη σκύλα στο υπόστεγο με απλωμένα τα μπροστινά της πόδια κι ανάμεσα
τους άραζε το απολειφάδι, μικρότερο απ’ το κεφάλι της, γαλήνιο και απρόσβλητο από κάθε
κίνδυνο.

Η Μπουμπού τον προστάτευε, μοιραζόταν μαζί του το φαγητό της, τον έγλειφε από τα μυτερά
αυτιά ως την άκρη της ουράς του. Καμιά φορά εκείνος χωνόταν μες στο στόμα της, κι απέξω
έμενε μόνον το κεφαλάκι του. Και, μάλιστα, όχι ολόκληρο. Εμείς παρακολουθούσαμε με δέος
και λέγαμε, πάει, αυτή θα το φάει κάποια μέρα το γατί. Ύστερα ο Μεζές επέστρεφε σώος και
αβλαβής και διαπιστώναμε ότι ήταν λουσμένος με τα σάλια της.

Γεροί και δυνατοί πλέον οι δυο τους, περνούσαν τις μέρες του καλοκαιριού με ατέλειωτο
παιχνίδι. Στο κυνηγητό γύρω απ’ τα σπίτια, όταν ο γάτος αισθανόταν ότι η σκύλα θα τον
έφτανε, χωνόταν ξαφνικά σ’ ένα σημείο με ψηλά χόρτα, κι εκείνη, αφού μάταια έψαχνε
λιγάκι, απέμενε να κοιτάει τριγύρω με μια απορημένη έκφραση. Έως ότου ο γάτος
αποφασίσει να εμφανιστεί στην άλλη μεριά και να αρχίσει πάλι το παιχνίδι.

Κι όταν καμιά φορά τον έπιανε; Τότε τον σήκωνε ψηλά, θριαμβευτικά σαν λάφυρο ανάμεσα
στα δόντια, κατορθώνοντας να τον κρατάει τόσο σφιχτά ώστε να μην πέσει και τόσο απαλά
ώστε να μην τον τραυματίσει. Τον απέθετε κάτω απ’ το υπόστεγο, όπου για ένα διάστημα τα
πράγματα ηρεμούσαν, ώσπου οι δυο τους να ξαναρχίσουν πρώτα τα χάδια κι ύστερα τα
πειράγματα.

Ένα ζεστό μεσημέρι, η Μπουμπού μισοκοιμόταν ξαπλωμένη στη σκιά ακριβώς κάτω απ’ το
μπαλκόνι μας. Όμως ο Μεζές είχε όρεξη για παιχνίδι. Πήγαινε και πρώτα πείραζε την ουρά
της, μετά τα πίσω πόδια και το σώμα της αλλά χαμπάρι εκείνη. Στο τέλος, ο γάτος πήδηξε με
τα μπροστινά από τις δύο μεριές του κεφαλιού της και, με τα νύχια μαζεμένα, τις έδωσε
μερικές που ήταν αδύνατον να την αφήσουν ασυγκίνητη. Σάλταρε λοιπόν επάνω και άρχισε
και πάλι να τον κυνηγάει.

Με χαρές και με παιχνίδια πέρασε κάποτε το πρώτο καλοκαίρι. Είχαμε βέβαια όλοι τις
επαγγελματικές υποχρεώσεις μας και έπρεπε, ως την αρχή του φθινοπώρου, να επιστρέψουμε
οριστικά στη Θεσσαλονίκη. Τέθηκε αναπόφευκτα το ερώτημα κι οι φίλοι μας αποφάσισαν, με
μισή καρδιά, ότι ήταν αδύνατον να πάρουν μαζί τους τα δύο πλέον οικόσιτα. Κατασκεύασαν
με μουσαμά και ξύλα ένα πρόχειρο κατάλυμα πλάι στον τοίχο για να τα προστατεύσουν από
το κρύο και τη βροχή, τους άφησαν κάποια τροφή, και τα φρόντιζαν καλύτερα όταν
πήγαιναν στην Άφυτο το Σαββατοκύριακο.

Η σκύλα και ο γάτος επιβίωσαν. Φαντάζομαι με τα ολίγα, με το όποιο κυνήγι, το ένα με το
χνώτο του άλλου. Όταν ξαναπήγαμε κι εμείς στο χωριό το Πάσχα, τα βρήκαμε λίγο
αδυνατισμένα αλλά πιο δυνατά και σκληροτράχηλα. Να μην εκδηλώνουν ούτε ίχνος μνησι-
κακίας. Η αλλαγή ήταν βέβαια πολύ πιο αισθητή στον Μεζέ. Που είχε περάσει απ’ την παιδική
ηλικία στην εφηβική και είχε πια γίνει γάτος σωστός.

Μάλιστα, μια φορά που καθόμουν δίπλα του στο γρασίδι και τον πασπάτευα αφηρημένα,
ένιωσα να μπήγονται τα νύχια του στο χέρι μου, γύρισα και το τράβηξα, βγάζοντας μια
κραυγή διαμαρτυρίας. Ο γάτος είχε πέσει ανάσκελα, απολάμβανε βέβαια τα χάδια μου αλλά
είχε κι όλα τα νύχια έξω, ανοιχτό το στόμα με τα μυτερά δόντια, και μια σχεδόν σατανική
λάμψη στα μάτια του. Που σήμαινε, πρόσεξε, είμαι μεγάλος πια και επίφοβος. Οι αγκαλιές
είχαν τελειώσει. Εξακολουθούσε όμως να έρχεται όταν τον καλούσα, να απλώνει και το πόδι
του, να δείχνει ότι δεν ήμουν κάποιος άγνωστος, ότι με κάποιον τρόπο αναγνώριζε την
ιδιαίτερή μας σχέση.

Ήταν κι ατρόμητος ο γάτος. Μια μέρα που όλοι έλειπαν, έλειπε κι ο Νίκος με τη Μπουμπού,
εισέβαλε στην αυλή ένα τεράστιος μούργος, ενώ ο ιδιοκτήτης του μάλλον καμάρωνε απ’ τον
δρόμο. Του όρμησε, έχωσε τη μούρη στη γαβάθα του και σκούπισε τα υπολείμματα του
φαγητού. Ο γάτος όμως δεν το έβαλε στα πόδια. Έδωσε ένα σάλτο και στάθηκε στα χόρτα
ακριβώς πίσω απ’ το τοιχίο και, απ’ τα τριάντα εκατοστά, κοίταζε ίσια στα μάτια, ψύχραιμα
και προκλητικά, τον προαιώνιο εχθρό του που είχε ακουμπήσει εκεί τα μπροστινά του
πέλματα και γρύλιζε απειλητικά. Έως ότου επέμβω εγώ, που έβαφα κάτι παντζούρια
παρακάτω, και ο κρετίνος τον ανακαλέσει.

Το ίδιο καλοκαίρι, η Μπουμπού άρχισε να σέρνει. Συνέλαβαν λοιπόν την αδιάψευστη
μυρωδιά όλα τα αρσενικά της περιοχής και δεχτήκαμε επισκέψεις από πολλούς επίδοξους
γαμπρούς, ως και μία επαίσχυντη από έναν κάτασπρο και φουντωτό του καναπέ. Τους
περισσότερους τους διώχναμε αλλά ήταν αδύνατον να βρισκόμαστε σε διαρκή επιφυλακή. Το
διάστημα εκείνο, ο Μεζές είχε προνοητικά αποσυρθεί και κυριαρχούσαν οι μνηστήρες. Ιδίως
ένα υπέροχο μαλλιαρό κατάμαυρο σκυλί που ξημεροβραδιαζόταν στο κατώφλι της. Όταν
ξυπνούσαμε και βγαίναμε στην αυλή για καφέ και για κουβέντα, το βλέπαμε σε μια γωνιά,
ξενυχτισμένο και βαλαντωμένο να την περιμένει.

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό περιστατικό της ενηλικίωσης του Μεζέ να ήταν όταν, χώνοντας
τη μουσούδα του στη βλάστηση, συνέλαβε ένα ποντικάκι. Πάνω από μία ώρα απ’ το
μπαλκόνι, βλέπαμε την επίδειξή του και καταλάβαμε πραγματικά τι σημαίνει να παίζει η
γάτα με το ποντίκι. Το πετούσε στον αέρα και το άφηνε να προσγειωθεί στα νύχια του, το
έφερνε στο στόμα του, το ψιλοδάγκωνε και ύστερα το άφηνε, έκανε τον αδιάφορο ή τον
μισοκοιμισμένο κι όταν εκείνο πήγαινε να δραπετεύσει, με ένα άλμα το γράπωνε δυο βήματα
παρακάτω.

Θαυμάσαμε, απορήσαμε, γελάσαμε. Ύστερα εγώ θυμήθηκα τον ίδιο τον Μεζέ μικρό κι
ανυπεράσπιστο και μελαγχόλησα. Κατεβήκαμε στη θάλασσα αλλά η περιέργεια δεν μ’ άφηνε.
Όταν γυρίσαμε, κατέβηκα κάτω και έψαξα τριγύρω στην έρημη αυλή. Ο γάτος είχε παίξει το
γνωστό παιχνίδι του αλλά δεν είχε φάει το ποντικάκι. Το βρήκα σε μια ρίζα δέντρου εκεί
κοντά, σκοτωμένο με μια νυχιά πέρα ως πέρα στην κοιλιά.

Το τέλος του καλοκαιριού είναι πάντοτε δύσκολο. Αυτό το τέλος όμως ήταν δυσκολότερο. Η
Μυρτώ αποφάσισε να δώσει τον Μεζέ σε ένα σπίτι του χωριού για να μην μένει έξω νηστικός.
Η Μπουμπού θα την έβγαζε λίγο πολύ με το ίδιο καθεστώς. Το αποτέλεσμα; Νομίζω τον
επόμενο Φεβρουάριο, μάθαμε ότι είχαν βρει τη σκύλα πεταμένη κοντά στο γήπεδο. Την είχαν
σκοτώσει κάπου αλλού, της είχαν δέσει τα πόδια με σύρμα, και την είχαν σύρει με τρακτέρ ως
τον σκουπιδότοπο.

Χρειάστηκαν μήνες για να βρούμε το θάρρος να πούμε στον Νίκο την αλήθεια. Και τότε χωρίς
λεπτομέρειες. Τουλάχιστον βολεύτηκε ο Μεζές, παρηγορηθήκαμε. Είναι πιο σκληρός αυτός,
δεν έχει ανάγκη. Τον είχε μάλιστα δει η Άρτεμη σε κάποια αυλή και τον φώναξε, και ένα
κοριτσάκι από μέσα είπε, μαμά, είναι μια κυρία εδώ και χαϊδεύει τη γάτα μας. Τουλάχιστον
βολεύτηκε ο Μεζές. Έως ότου μας ενημερώσει λίγο αργότερα κάποια ντόπια γειτόνισσα.
Σκυλιά και γάτες; Τίποτα δεν υπάρχει στο χωριό. Τα φαρμάκωσαν όλα.

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

μαθητής και μαθητευόμενος

Υπήρξα κάποτε αρσενικό βαρύ κι ασήκωτο. Με την όραση και την ομιλία μου απόλυτα
εξαρτημένες απ’ την καφεϊνη και τη νικοτίνη. Για να ανοίξω τα μάτια και πολύ αργότερα το
στόμα μου, χρειαζόταν μια σκυθρωπή διαδικασία προσαρμογής στη μέρα από τη νύχτα.
Σκου-ντουφλούσα στις γωνιές του κρεβατιού, αναστέναζα στο μπάνιο, μούγκριζα στην
κουζίνα. ΄Η και τα τρία μαζί. Πλενόμουν και ξυριζόμουν με τυφλό σύστημα (το πιο δύσκολο
πληκτρολόγιο), συχνά έκοβα στη βιασύνη μου την ελιά κάτω απ’ τη μύτη και έβαζα,
βρίζοντας, καπνό για να σταματήσει το αίμα. Υπνοβατούσα ψάχνοντας τα ρούχα μου, και
ύστερα στον δρόμο, στο λεωφορείο, στην κάθοδο για το γραφείο. Επικοινωνούσα με ποικίλες
χειρονομίες, νεύματα και μισές λέξεις με φίλους, γνωστούς και συναδέλφους, κάπνιζα
αλλεπάλληλα τσιγάρα κι έπινα έναν, δυο, τρεις καφέδες, τούρκικους και γαλλικούς.
Θεωρούσα το ξυπνητήρι όργανο βασανισμού κι άρχιζα να ανέχομαι το τηλέφωνο μετά τις
δέκα το πρωί.

Η λεπτή παιδική φωνή από το διπλανό δωμάτιο μού έκοψε απότομα την τελευταία και πιο
γλυκιά φάση του ύπνου μαζί με το χουζούρι.
- Μαμάαα.
Πέταξα τις κουβέρτες από πάνω μου και σηκώθηκα ακαριαία, βγήκα ξυπόλητος στο μάρμαρο,
μπήκα ξυπόλητος στο σανίδι, πλησίασα και στάθηκα πάνω απ’ το ξύλινο κρεβατάκι. Μόλις με
είδε εκείνος, σκοτείνιασε και δήλωσε κοφτά:
- Μαμά μου λέλω.
Άνοιξα τις κουρτίνες διάπλατα για να γεμίσει το ανατολικομεσημβρινό δωμάτιο από τον
χειμωνιάτικο ήλιο. Πίσω και δίπλα του, όλα τα χρώματα κι οι ζωγραφιές, το ποίημά του στην
κορνίζα, η μεγάλη φωτογραφία του στον τοίχο, τα παιδάκια και το γατί της αφίσας, ακόμη
και το πλαστικό αρκουδάκι της μουσικής, μου έκλειναν το μάτι.
- Έλα, αγόρι μου, να πούμε καλημέρα στα σπουργίτια μέσα στα πεύκα, εδώ κάτω απ’ το
μπαλκόνι σου.
- Εγώ λέλω μαμούλα.
- Η μαμά είχε δικαστήριο σήμερα και έφυγε νωρίς. Έλα να πιεις εσύ το γάλα που σου έχει
ετοιμάσει η μαμά κι εγώ τον καφέ μου, παρέα.
Το κατάξανθο κεφαλάκι μισοσηκώθηκε από το μαξιλάρι και το καστανά μάτια κάτω απ’ τη
φράντζα του με αναμέτρησαν επιφυλακτικά.
- Λαλείο;
- Ναί, Νικολάκη, ο μπαμπάς θα πάει στη δουλειά του κι εσύ στο σχολείο.
- Δε λέλω λαλείο.
- Πρέπει, μικρό μου.

Σαν να πήρε ξαφνικά μια δύσκολη απόφαση, ανασηκώθηκε και άπλωσε τα παχουλά χεράκια
του, γεμάτα ελιές. Τον έφερα στην αγκαλιά μου πάνω απ’ τα κάγκελα και τον απέθεσα
μαλακά στο απέναντι ντιβάνι.
- Βαβάσουμε;
- Πρώτα θα ντυθούμε, ο μπαμπάς που έχει γένια θα ξυριστεί, θα φάμε το πρωινό μας, κι όταν
είμαστε έτοιμοι, περιμένοντας το σχολικό, θα διαβάσουμε κι ένα παραμύθι.
- Εγώ λέλω δύο.
- Εντάξει, δύο.
- Λέλω βαβάσουμε τώα.

Αργά και προσεκτικά, του έβγαλα το βαθύ γαλάζιο κουκούλι ή υπνόσακο και τις κόκκινες
πιτζάμες, αργά και προσεκτικά το πήγα στον νιπτήρα και του έπλυνα το πρόσωπο, αργά και
προσεκτικά τον σκούπισα, πήρα ένα- ένα από πλάι τα έτοιμα ρούχα και τον έντυσα, του
φόρεσα και του έδεσα τα μποτάκια, ενώ χασμουριόμασταν κι οι δύο βαθιά. Ενώ του έβαζα το
μπλουζάκι, έγειρε ξαφνικά και με φίλησε στο μάγουλο. Έσκυψα κι εγώ και έτριψα τη μύτη
μου στη δική του, χάιδεψα τα μαλλιά του.
- Λέλω κικίνητα, πολλά κικίνητα.

Κατούρησε μόνος του στη λεκάνη, εγώ ξυρίστηκα στα γρήγορα χωρίς ατυχήματα, πήγαμε
μετά παραδίπλα στην κουζίνα και καθίσαμε αντικριστά στη γωνία του τραπεζιού. Ο μαθητής
του νηπιαγωγείου μερικούς μήνες πριν τα τρία και ο μαθητευόμενος μπαμπάς μερικά χρόνια
μετά τα σαράντα. Του έφερα καμιά δεκαριά αυτοκινητάκια, εκείνος τα έβαλε αμέσως στη
σειρά στην άκρη της φορμάικας κι εγώ έβαλα τον καφέ μου στο μπρίκι. Με τα μάτια στα
πολύχρωμα αυτοκίνητα, κατέβασε το γάλα του που περιείχε μια κουταλιά βούτυρο, μια
κουταλιά μέλι και ένα χτυπημένο αυγό.

Παίξαμε ύστερα με την ελαφριά κι αθόρυβη μπάλα στο σαλόνι. Καθώς του έλεγα τα
παραμύθια αγκαλιά στον καναπέ, του έβαλα σταγόνες στη μύτη και του χτένισα τα μαλλιά.
Αγαπούσε ιδιαίτερα την ιστορία με τον λύκο και την Κοκκινοσκουφίτσα. Που άλλοτε την
έλεγε Κοκκιλαλίτα και άλλοτε κόκκινη βαλίτσα. Για να τον βοηθήσει να ξεχωρίζει τη
βαλίτσα απ’ την Κοκκινοσκουφίτσα, που κατά σύμπτωση ήταν και το όνομα του παιδικού
σταθμού στο Πανόραμα, η Σοφία είχε επινοήσει μια μικρή ιστορία. Πήρε λοιπόν, ο Νίκος την
κόκκινη βαλίτσα, έβαλε μέσα τα ρούχα και τα τετράδια του, έπιασε με το ένα χέρι τον
μπαμπά του και με το άλλο την μαμά του, και βγήκε έξω για να πάει στην Κοκκινοσκουφίτσα.
Και τη βαλίτσα που την έβαλε, την είχε αιφνιδιάσει ο Νίκος, στο βαβάλι του;

Μερικούς μήνες αργότερα, τον ρώτησα, λοιπόν, τι θέλεις να σου πάρει ο μπαμπάς, Νίκο, τώρα
που κλείνεις τα τρία, ένα δώρο και μεγάλο ή πολλά δώρα και μικρά; Με κοίταξε με μια λάμψη
στα ματάκια του και απάντησε αστραπιαία, πολλά δώρα και μεγάλα. Στα τέσσερα του
χρόνια, όταν κατεβαίναμε από την Τούμπα στο κέντρο της πόλης, ήθελε οπωσδήποτε να
δίνουμε βοήθεια σε όλους τους ζητιάνους στη σειρά. Και όταν, μέσα στον συνωστισμό της
Τσιμισκή, παρέλειψα κάποτε να σταματήσω σε μια γριά, μου ζήτησε αυστηρά τον λόγο, δεν
πείστηκε με τίποτα από τις εξηγήσεις μου και επέμενε να γυρίσουμε πίσω οπωσδήποτε και να
της δώσουμε.

Στα έξι του στο δημοτικό, ένας νεαρός δάσκαλος της γυμναστικής μου είπε ότι του είχε κάνει
εντύπωση ο Νίκος γιατί ήθελε πάντοτε να γίνεται το δίκαιο και το σωστό. Τη μέρα εκείνη το
στήθος μου είχε φουσκώσει μέσα στο ταξί κι είχα ένα κόμπο στον λαιμό, δεν μπορούσα
να βγάλω λέξη. Ήδη ήταν αδύνατον να απαντήσω στις ερωτήσεις του. Όταν με κοιτούσε με
απόλυτη εμπιστοσύνη, εμένα τον μεγάλο και τον δυνατό, που ήμουν ικανός να λύσω τα
προβλήματα, με μια κίνηση του χεριού να διώξω όλους τους εφιάλτες.

Γιατί να μην παίζω με τα όπλα, μπαμπά; Γιατί τα παιδάκια εκείνα στην τηλεόραση είχαν
πρησμένη την κοιλιά τους; Γιατί δεν τους στέλνουμε τρόφιμα εμείς που έχουμε πολλά; Αφού
πήγαμε με τη μαμά στην πορεία ειρήνης και είχε τόσο πολύ κόσμο, δεν θα ξαναγίνει, πόλεμος,
ε, μπαμπά; Τι είναι η ραδιενέργεια, μπαμπά; Ένας φίλος μου είπε ότι έχει στο ψωμί και στο
γάλα.

Αυτά όμως θα ακολουθούσαν. Τώρα ήταν ακόμη δυόμισι χρονών και κάτι, ήταν έτοιμος, η
ώρα ήταν εννιά παρά δέκα κι απέξω ακούστηκε η κόρνα του λεωφορείου. Βλέποντας το
κίτρινο όχημα του παιδικού σταθμού να απομακρύνεται, έμεινα σκεφτικός, πριν πάρω τον
δρόμο για το γραφείο. Σκεφτόμουν την πρώτη μέρα του στον παιδικό σταθμό.

Είχε πέσει πανικός στην οικογένεια. Ο παππούς του είχε προφασιστεί δουλειά, η γιαγιά του θα
φρόντιζε το μωρό του γιου της, η Σοφία είχε όπως πάντα δικαστήριο. Κι ο κλήρος είχε πέσει
στον γενναίο που θα αναλάμβανε να παραδώσει στη συνοδό τον μικρό και χαϊδεμένο μας.
Εκείνος ήταν βέβαιος ότι θα πήγαινα μαζί του. Μόλις όμως η πόρτα του λεωφορείου έκλεισε
και με είδε να τον χαιρετάω πίσω απ’ τα τζάμια, ξέσπασε σε γοερά κλάματα. Όχι του
πείσματος ή του θυμού που θα μ’ άφηναν αδιάφορο, τα απελπισμένα κλάματα που με έκαναν
να φύγω με σκυμμένο το κεφάλι.

Άλλες φορές όμως σκεφτόμουν την αγάπη. Ένα-ένα όλους μας στην οικογένεια, τη στενή και
την ευρύτερη. Τις δασκάλες του και τ’ άλλα παιδάκια, τα κορίτσια, που στην έκτη του
δημοτικού του έγραψαν στο λεύκωμά του, στο πιο γλυκό παιδί της τάξης. Τη Θοδωρούλα που,
μόλις τον έβλεπε από μακριά στο νηπιαγωγείο, έτρεχε και του τραβούσε ένα φιλί στο
μάγουλο.

Τι καταπίεση λοιπόν παλιά στην τράπεζα, τι φτώχεια και δικτατορία, τι ζωή στον ξένο τόπο,
τι εχθρικό περιβάλλον, τι άγχος και κατάθλιψη. Τα δύσκολα ήταν τώρα, αυτή ήταν η μεγάλη
ευθύνη και η μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής μας, να μεγαλώσουμε ένα παιδί σε έναν τέτοιο
κόσμο. Ύστερα γύρισα και κοίταξα τα πεύκα στο διπλανό οικόπεδο.

Ναι, υπήρξα κάποτε αρσενικό βαρύ κι ασήκωτο. Με το κεφάλι ελαφρά κατεβασμένο και τις
αντιδράσεις μου απόλυτα εξαρτημένες από τις ουσίες και τα κέφια μου. Υπνοβατούσα το
πρωί και δεν μιλούσα, δεν άκουγα, δεν έβλεπα. Δεν άκουγα τα τιτιβίσματα, δεν έβλεπα τα
πυκνά πεύκα, το κούνημα του κεφαλιού και το χτύπημα της ουράς, το φτεροκόπημα, τα
σπουργίτια να μου λένε καλημέρα μέσα στον χειμώνα.

Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

τα σπουδαία και τα σημαντικά

- Πες αλεύρι, είχε απαντήσει ο Ρήγας στην καλημέρα μου, μισανοίγοντας την πόρτα του
γραφείου φουριόζος και χαμογελαστός. Αλεύρι, είπα βλακωδώς για να μην του χαλάσω το
χατίρι. Η Τζαμαχιρία σε γυρεύει. Έπεσαν οι υπογραφές για τη δουλειά της τεχνικής εταιρίας.
Ετοιμάσου λοιπόν να πας στην Αφρική.
- Δεν χρειάζεται, είχε απαντήσει την άλλη μέρα ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας στην
ερώτησή μου για συνάλλαγμα. Όλα είναι εισαγόμενα. Δεν υπάρχει λαϊκή τέχνη, ξυλόγλυπτα,
δερμάτινα, αναμνηστικά, δεν υπάρχει απολύτως τίποτα. Μονάχα φελάχοι και κοκκινόχωμα.
- Κυρίως δύο πράγματα πρέπει να ξεχάσεις όταν έρχεσαι εδώ, θα απαντούσε, επιτόπου στο
Τομπρούκ πέντε μέρες αργότερα ο πόντιος και μουστακαλής οικονομικός διευθυντής,
προεξοφλώντας τις επιθυμίες μου. Τα οινοπνευματώδη ποτά και τις γυναίκες.

Ως γνήσιος χαρτοπόντικας, με την κινητικότητά μου σε μηδενικά επίπεδα, και ως θύμα
αιωνίων αντιφάσεων, είχα γενικά αιφνιδιαστεί, είχα ειδικά χαρεί για τη δουλειά, και είχα
ειδικότερα ενοχληθεί από την άμεση προοπτική του ταξιδιού. Ενώ ένιωθα και κάποια
προσμονή για το άγνωστο που σύντομα θα εξερευνούσα. Εγώ θα πήγαινα στην αρχή της
εξάμηνης περιόδου ανάθεσης για να αποτυπώσω πλήρως, όπως λέγαμε, την υπάρχουσα
κατάσταση, με συλλογή στοιχείων και με συνεντεύξεις, και για να συζητήσω τα οργανωτικά
προβλήματα και τις διαδικασίες ελέγχου με στελέχη και διοίκηση. Κι αφού στην επιστροφή τα
μελετούσαμε μαζί και άρχιζαν να διαφαίνονται κάποιες λύσεις, ο Ρήγας θα έκανε τη δεύτερη
και τελική επίσκεψη για να ελέγξει, να επιβεβαιώσει και να οριστικοποιήσει τις προτάσεις
μας.

Κάτι τέτοια τριγύριζαν σκουντουφλώντας στο μυαλό μου το απόγευμα εκείνο του Ιουνίου,
καθώς ρουφούσα και φυσούσα τον καπνό μοιρολατρικά στην αίθουσα αναμονής του
ανατολικού αεροδρομίου και περιεργαζόμουν με ενδιαφέρον δυο-τρεις σκουρόχρωμους
νεαρούς με φουντωτά μαλλιά, που επέβλεπαν την εργασία στο γκισέ των Λιβυκών
Αερογραμμών. Καθώς και μερικές πολυπληθείς και πρωσικά πειθαρχημένες μουσουλμανικές
οικογένειες με τις χαρακτηριστικές ενδυμασίες μεγάλων και μικρών. Ενώ, ταυτόχρονα, μου
έσφιγγε το στομάχι ο παλιός μου φόβος για τα αεροπλάνα και ήδη νοσταλγούσα αφόρητα την
άνεση του γραφείου μου και ιδίως την άδεια θέση μου στο τραπέζι της βραδινής πόκας. Κι ενώ
έριχνα θλιμμένες ματιές στον χαλκοπράσινο ουρανό πάνω απ’ την πίστα έξω και στον
δυνατό αέρα που σήκωνε κλαδιά και ανέμιζε χαρτιά μέσα σε σύννεφα σκόνης.

Όταν επιτέλους εμφανίστηκε το αεροπλάνο απ’ τη Βεγγάζη και μπήκε απ’ την ουρά του
σκάφους το πολύχρωμο πολυεθνικό μπουλούκι, εγώ τελευταίος, κατά τη συνήθειά μου, για να
μην διαγκωνίζομαι, είδα στο βάθος τον ιδιοκτήτη της εταιρίας να μου δείχνει σειρές τα
κεφάλια στις μπροστινές θέσεις και να μου γνέφει να καθίσω όπου βρω. Αυτό και έκανα και
αμέσως ήρθε η ελκυστική βρετανίδα αεροσυνοδός, σήκωσε το διπλανό μου κάθισμα στον
διάδρομο και δήλωσε ότι ήταν κατειλημμένο.

Δεν είχα καν προλάβει να χαρώ, όταν εμφανίστηκε ένας ταλαίπωρος κι αποχαμένος
Αιγύπτιος με εξαιρετικά αμφίβολης λευκότητας κελεμπία, κατέβασε το κάθισμα και
απλώθηκε αναπαυτικά. Μόλις τον αντιλήφθηκε, η αεροσυνοδός έσπευσε και του είπε
επιτακτικά ότι καθόταν στη δική της θέση. Αυτή μιλούσε βέβαια αγγλικά, εκείνος θα μιλούσε
αραβικά, αν είχε αποτολμήσει να ψελλίσει οτιδήποτε, μπερδεύτηκε και με τη ζώνη του. Μετά
αλλεπάλληλες ατελέσφορες προσπάθειες, η κοπέλα τον βαρέθηκε και, με βλέμμα δολοφονικό
και έκφραση αυθεντικής αριστοκρατικής αηδίας, τον βοήθησε να δέσει τη ζώνη του, του
συνέστησε να πάψει να είναι τόσο ενοχλητικός και μου τον άφησε για σιωπηλή παρέα.

Αριστερά μου, γέμιζε θέση, μπράτσα του καθίσματος και το μισό παράθυρο ένας τετράγωνος
και λακωνικός βετεράνος εργοδηγός της εταιρίας, που μου μετάγγιζε ακούσια κάποια
αίσθηση ασφάλειας καθώς το αεροπλάνο τελικά απογειώθηκε μέσα στην κακοκαιρία. Έξω οι
κινητήρες μούγκριζαν με όλη τους τη δύναμη, μούγκριζε κι η καταιγίδα με μανία, μέσα μου
μούγκριζε απειλητικά το θηρίο του φόβου αλλά, στα παράλια της Πελοποννήσου, η άτρακτος
τρύπησε ξαφνικά τα σύννεφα και οριζοντιώθηκε κάτω από έναν λαμπρό ήλιο. Έτσι
κατάφερα κι εγώ να ανακτήσω κάποια στοιχειώδη ισορροπία. Μισή ώρα αργότερα, η δυτική
πλευρά της Κρήτης διαγράφηκε ολοκάθαρα σε μια γαλάζια θάλασσα, με το πράσινο της
πεδιάδας, το γκρίζο των βουνών και το άσπρο των κυμάτων σε ειδυλλιακό συνδυασμό.

Όταν προσεγγίσαμε την Αφρική και κινηθήκαμε παράλληλα με τις ακτές, με βαθμιαία κάθοδο
προς το μεγάλο λιμάνι, διέκρινα και πάλι να φυσάει δυνατά σ’ ένα απέραντο γυμνό τοπίο και
μερικά κοπάδια άγριων ζώων να φεύγουν τρομαγμένα. Προσγειωθήκαμε ομαλά στο
αεροδρόμιο της Βεγγάζης και οι τελωνειακοί μου φάνηκαν φυσιολογικά κακόμοιροι, σε
αντίθεση με κάτι νταγκλαράδες κοκκινοσκούφηδες παράμερα που μας αναμετρούσαν με
βλοσυρή έπαρση. Αυτοί είναι από την προσωπική φρουρά του Γκαντάφι, μου ψιθύρισε στ’
αυτί ο εργοδηγός.

Ο τελωνειακός άνοιξε στον πάγκο την ελάχιστα ενδιαφέρουσα βαλίτσα μου και, χωρίς
δεύτερη κουβέντα (ή μάλλον χωρίς πρώτη), αφαίρεσε το μισοδιαβασμένο Βήμα που είχα
αγοράσει στη Θεσσαλονίκη το πρωί, λες και περιείχε οδηγίες για την κατασκευή εκρηκτικών
μηχανισμών. Είχα κι ένα βιβλίο του Πλασκοβίτη που ξεφύλλισε με περιέργεια, ενώ
απολάμβανε το απορημένο βλέμμα μου, δεν ανακάλυψε φωτογραφίες ή κάτι άλλο
ανατρεπτικό και ευαρεστήθηκε να μου το επιστρέψει.

Στην έξοδο μας τύλιξε ο καυτός αέρας του τίποτα. Και μας περίμενε ευπειθής ο οδηγός, τον
ιδιοκτήτη, τον εργοδηγό κι εμένα, με μια μεγάλη μερσεντές της εταιρίας και μπισκοτάκια με
κανέλα ή γεμιστά με σοκολάτα. Διασχίσαμε αργά ένα τμήμα της πόλης πριν βγούμε στην
καινούρια, ασφαλτοστρωμένη και άνετη εθνική οδό για το Τομπρούκ. Όπως σε κάθε ταξίδι
μου στο άγνωστο, κοιτούσα με μάτια ορθάνοιχτα αυτόν τον αλλότριο κόσμο τριγύρω, αλλά
τη φορά αυτή η συγκίνηση μου κράτησε πέντε λεπτά και το ενδιαφέρον μου άλλα δέκα. Στο
τέταρτο επάνω, δέχτηκα μια ισχυρή μετωπική επίθεση από τον πανικό που εκδηλώθηκε ως, τι
γυρεύω εγώ εδώ, και, είναι αδύνατον να δραπετεύσω.

Χώμα, σκόνη, γυμνοί δρόμοι και γκρίζες οικοδομές και, κάπου κάπου, ένα λυμφατικό δεντράκι
να αγωνίζεται απελπισμένα να επιβιώσει. Κάτι που θύμιζε την πρόσφατη ελληνική
πραγματικότητα ήταν οι τεράστιες πράσινες αψίδες (τι λένε, ρε παιδιά;) που προφανώς
εκθείαζαν το καθεστώς και νουθετούσαν τους πολίτες σε άπταιστα αραβικά Οι πάσης
φύσεως επιγραφές ήταν βέβαια και πάλι στα αραβικά, με ιερογλυφικά ήταν γραμμένες οι
ονομασίες και οι αριθμοί των δρόμων, ακόμη και οι πινακίδες των αυτοκινήτων. Αισθάνθηκα
ξαφνικά απόλυτα εξαρτημένος σα μωρό παιδί και λαχτάρησα μια ταμπέλα με λατινικούς
χαρακτήρες, που να διαβάζεται και ας μην καταλάβαινα ούτε λέξη.

Είχε ήδη πέσει ένα αδιαπέραστο σκοτάδι κι ενώ ο διευθύνων σύμβουλος επέμενε φορτικά να
συζητήσουμε για τη συντήρηση των μηχανημάτων και για τον έλεγχο των ανταλλακτικών
στις αποθήκες, που ήταν εγκατεσπαρμένες στα διάφορα εργοτάξια, εγώ έκανα το μοιραίο
λάθος να καταβροχθίσω μισό πακέτο μπισκότα. και να διψάσω αναπόφευκτα σαν
ναυαγός. Ψάξαμε λοιπόν επανειλημμένα για νερό στα πεντακόσια περίπου χιλιόμετρα της
παραθαλάσσιας διαδρομής απ’ τη Βεγγάζη ως το Τομπρούκ. Το περίφημο Τομπρούκ του
δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, το Τομπρούκ κοντά στα σύνορα με την Αίγυπτο, στο σημείο
όπου είχαν ήδη γίνει συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο χώρες.

Ολοταχώς μέσα στο άγνωστο, με προορισμό το άγνωστο και πάλι, σε μια διαδρομή που, όπως
θα διαπίστωνα στην επιστροφή, εκτός από βράχια, πέτρες και κοκκινόχωμα, είχε, ως
βλάστηση μοναδική, και τρεις (και όχι τέσσερις) συστάδες δέντρων. Ενώ από απέναντι μας
τύφλωναν οι προβολείς των φορτηγών και τον δρόμο διέσχιζαν κάθετα αγρίμια, μικρά και
μεγαλύτερα.

Σε ένα μπλόκο με άδεια βαρέλια πετρελαίου, όπου έκαιγαν φωτιές για φωτισμό και για το
τσουχτερό νυχτερινό κρύο, μας σταμάτησαν νεαροί πολιτοφύλακες με ευρωπαϊκή ενδυμασία
για να ελέγξουν τα διαβατήριά μας. Με την πρώτη ματιά, κούνησαν το κεφάλι τους, μας χαι-
ρέτισαν πιο διαχυτικά και μας τα επέστρεψαν χαμογελώντας πλατιά και λέγοντας, τυχεροί
άνθρωποι που έρχεστε από τη Γιουνανία.

Εμείς συνεχίσαμε απτόητοι, με ξεραμένα χείλη, να ψάχνουμε για νερό. Της βρύσης ή
εμφιαλωμένο, κρύο ή χλιαρό, θολό ή διαυγές, νεράκι πόσιμο του αλλάχ. Παρακάμψαμε
μεγάλες πόλεις που ήταν κατάφωτες με σπάταλη μεγαλοπρέπεια αλλά από νερό ούτε στάλα.
Οι βρύσες σ’ ένα βενζινάδικο αποπειράθηκαν να τραγουδήσουν αλλά η επίδοσή τους
περιορίστηκε σε ένα ρέψιμο βραχνό. Θα έχει πάθει κάποια βλάβη το σύστημα άντλησης,
πιθανολόγησαν οι συνταξιδιώτες μου. Πετρέλαιο έχουν άφθονο, το νερό όμως είναι από
πηγάδι ενώ το εμφιαλωμένο εισάγεται, όπως εισάγονται και όλα τ’ άλλα προϊόντα από το
κράτος και τις ξένες εταιρίες, με ενημέρωσαν. Θα πιούμε μόλις φτάσουμε στο Τομπρούκ, με
παρηγόρησαν.

Έτσι κι έγινε. Κάποτε φτάσαμε στο μεγάλο διαμέρισμα που νοίκιαζε η εταιρία και πατήσαμε
πάλι χώματα στην είσοδο, στα κεφαλόσκαλα, στην πόρτα και στον προθάλαμο, σε μια
πολυκατοικία που είχε βέβαια καθαριστεί το ίδιο πρωινό. Το χώμα έμπαινε από κάθε άνοιγμα
και χαραμάδα, έμπαινε και κατέστρεφε ακόμη και τις μηχανές των αυτοκινήτων και, αντί να
ψάχνουν συνεργείο για επισκευή, στα δύο χρόνια τα πετούσαν κι αγόραζαν από τη Γερμανία
καινούρια και αδασμολόγητα.

Στο διαμέρισμα όμως βρήκαμε νερό. Νερό χλιαρό που είχαν ήδη βράσει σε έναν τέντζερη
(μάθημα πρώτο και σπουδαιότερο για τον τύφο) κι ήπια μέχρι σκασμού με την κουτάλα γιατί
δεν άντεχα να περιμένω το ψυγείο. Το ίδιο βράδυ πήγαμε στον καταυλισμό της εταιρίας και
ανακαλύψαμε τους συμπατριώτες μας στο εστιατόριο να βρίσκονται στο φρούτο, μετά το
φαγητό του Έλληνα μάγειρα, και να παρακολουθούν στην τηλεόραση, με κέφι και
ζητωκραυγές, έναν αγώνα του πρωταθλήματος ποδοσφαίρου απ’ την Αθήνα. Πιάνουμε
καθαρά τους σταθμούς σε ευθεία γραμμή από τη θάλασσα, επιβεβαίωσαν.

Ο κάθε εργαζόμενος είχε περιποιηθεί και στολίσει το λιτό δωματιάκι του με το προσωπικό του
γούστο. Πάνω απ’ τα πολύχρωμα στρωσίδια, κυριαρχούσαν οι οικογενειακές φωτογραφίες,
ένα μωρό που άπλωνε τα χέρια, κάποια φτηνά διακοσμητικά και οι ημίγυμνες γυναίκες απ’
τα εξώφυλλα των περιοδικών. Παραδίπλα, το τραπεζάκι με το πλαστικό κάλυμμα, ένα μπρίκι
του καφέ με κύπελλο ή φλιτζάνι, ένα τσίγκινο σταχτοδοχείο, και μια πετσέτα να κρέμεται απ’
το καρφί. Όλα ωραία, οργανωμένα, όλα πολιτισμένα, περίπου όπως στις σύγχρονες
αγροτικές φυλακές.

Την άλλη μέρα το πρωί, γνώρισα και επισήμως στα γραφεία το διοικητικό προσωπικό και,
σταδιακά, τους εξειδικευμένους τεχνίτες, οδηγούς και χειριστές μηχανημάτων, κυρίως
Έλληνες. Έλληνες αφεντικά και τουλάχιστον τριπλάσια αμειβόμενους από κάθε αφρικανό ή
ασιάτη με αντίστοιχα καθήκοντα. Από Ινδούς, Πακιστανούς, Αιθίοπες, Αιγύπτιους και
μερικούς Λίβυους για βοηθητικές κυρίως εργασίες. Γνώρισα και τον Ιμπραήμ, ένα ντόπιο
λιπόσαρκο γερόντιο με λιγδιάρικη κελεμπία, που είχε μάθει τα στοιχειώδη ελληνικά για να
εκτελεί τα καθήκοντα του καφετζή. Με την κραυγή, Ιμπραήμ, καφέ και νερό, σε ένα
πεντάλεπτο κατέφθανε αθόρυβα στωικός και ημίκυρτος, κρατώντας σε αβέβαια δάχτυλα τον
τούρκικο καφέ, ανεξακρίβωτης ποιότητας στη φυσική μαυρίλα του, και το θολό νερό σ’ ένα
ποτήρι κατάλληλο για μάθημα γεωγραφίας.

Αυτοί που έρχονται εδώ, χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, με πληροφόρησε ο μάγκας και
εξηγημένος οικονομικός διευθυντής. Σ’ εκείνους που πανικοβάλλονται και τα βροντάνε κάτω
από την πρώτη εβδομάδα, στους περισσότερους που καταφέρνουν ν’ αντέξουν από ένα
εξάμηνο ως δύο χρόνια, και τους λίγους μπαρουτοκαπνισμένους βετεράνους που κλείνουν
την πενταετία. Αυτός εδώ που βλέπεις, πρόσθεσε δείχνοντας κάποιον με ανυπόκριτο
θαυμασμό, είναι ο πρωταθλητής μας με μια επταετία. Η εταιρία μάς τα παρέχει σχεδόν όλα,
και να θέλεις δεν έχεις που να ξοδέψεις τα λεφτά, κι έτσι πουλάμε τη ζωή μας και
αποταμιεύουμε τον μισθό μας σε συνάλλαγμα για κάτι καλύτερο αργότερα στην πατρίδα.

Όπως διαπίστωσα τις επόμενες μέρες, περιδιαβάζοντας την πόλη και τα προάστια και ιδίως
διασχίζοντας την ερημιά από εργοτάξιο σε εργοτάξιο, ο πακτωλός του συναλλάγματος, που
κέρδιζε η χώρα από τις εξαγωγές του πετρελαίου, διοχετευόταν σε δρόμους, πολιτικά και
στρατιωτικά αεροδρόμια, συγκροτήματα κατοικιών και κάθε είδους έργα που εκτελούσαν, σε
υψηλή ποιότητα και με τεράστιο περιθώριο κέρδους, ξένες τεχνικές εταιρίες, κυρίως
μεσογειακές. Και όχι μόνον στην παραθαλάσσια έρημο του χώματος αλλά και στην πιο
αφιλόξενη έρημο της άμμου στα ενδότερα.

Όσο κι αν έψαξα στην κεντρική αγορά της αρκετά μεγάλης πόλης, δεν βρήκα απολύτως
τίποτα που να μου κινήσει έστω και κατ’ ελάχιστον το ενδιαφέρον. Αυτά που υπήρχαν, εκτός
από τα λιγοστά εισαγόμενα, ήταν σκέτη θλίψη και, στην καλύτερη περίπτωση, μου θύμιζαν
μαγαζιά στο βαρδάρι τη δεκαετία του πενήντα. Και οι άνθρωποι; Μου φάνηκαν απόμακροι
και συμπαθητικοί, σκυφτοί και ταλαιπωρημένοι, τυλιγμένοι στη μιζέρια τους και τη
μονοτονία.

Απ’ το πρωί ως το μεσημέρι και το απόγευμα, η ώρα περνούσε άνετα στο γραφείο ή στην
ύπαιθρο, με την ακαριαία ζεστασιά και συντροφικότητα των ομοεθνών, με το καλαμπούρι
και τα άπειρα παράδοξα του ξένου τόπου που, σε κάθε επιφώνημά μου, προθυμοποιούνταν να
μου εξηγήσουν υπομονετικά οι πεπειραμένοι. Ενώ από το επιβλητικό κάδρο στον τοίχο μας
επέβλεπε όλους, με αυστηρό ύφος μέσα στο καφτάνι του, ο Γκαντάφι. Του οποίου το όνομα
μου είχαν απ’ την αρχή συστήσει φιλικά να μην προφέρω, ακόμη και για εγκώμια.

Η ώρα περνούσε άνετα με τη δουλειά και τους καφέδες του Ιμπραήμ. Συμπλήρωση
ερωτηματολογίων, συγκέντρωση εντύπων και στοιχείων, αντιπαραβολή, ερωτήματα,
συνεντεύξεις και διευκρινήσεις, επισήμανση και συζήτηση των προβλημάτων. Το ελληνικό
φαγητό μεσημέρι και βράδυ στο εστιατόριο ήταν άφθονο και καλής ποιότητας ενώ το
μουσουλμανικό προσωπικό είχε τον δικό του χώρο και τον δικό του μάγειρα.

Περιηγήθηκα όλες τις εγκαταστάσεις, τα εργοτάξια και τις διάφορες αποθήκες. Το λατομείο με
τους εκσκαφείς και τους θραυστήρες του, την παραγωγή της πίσσας, την επίστρωση και
ασφαλτόστρωση δρόμων ατέλειωτων που οδηγούσαν στον ορίζοντα και στο πουθενά.
Κοίταζα και ρωτούσα περισσότερο από καθήκον και πολύ λιγότερο από περιέργεια ενώ μέσα
μου φούντωνε μια θανάσιμη ανία.

Όταν άρχιζε να σουρουπώνει, ο χρόνος έκοβε κι αυτή την ελάχιστη ταχύτητα του, όλα
γίνονταν ακόμη πιο ανούσια και βαρετά, η ζωή προσαρμοζόταν στο ράθυμο τοπίο της
μεγάλης βορειοαφρικανικής χώρας. Συγκεντρωνόμασταν στο διαμέρισμα και
προσπαθούσαμε να τη βγάλουμε με την κουβέντα, τα πρώτα επιφυλακτικά συμπεράσματα
για τα οργανωτικά προβλήματα της εταιρίας και με ανώδυνο χαρτάκι μερικές φορές.

Φυσικό ήταν οι δέκα μέρες της διαμονής να μου φανούν ατέλειωτες και να διερωτώμαι πώς θα
κατόρθωνα να επιβιώσω, αν χρειαζόταν να μείνω περισσότερο. Με τους ντόπιους της
συνεργάτες, η εταιρία τακτοποίησε στο άψε σβήσε τα του διαβατηρίου και τα υπόλοιπα
διαδικαστικά και τα πεντακόσια χιλιόμετρα της επιστροφής ήταν πιο σύντομα και πιο
αισιόδοξα με το φως της μέρας. Ιδίως όμως με την άμεση προοπτική της αναχώρησης για την
Ελλάδα.

Ανέβηκα στο αεροπλάνο, φορτωμένος φακέλους και χαρτιά, που θα μελετούσα καλύτερα στο
γραφείο, και δεν ήθελα ούτε καν να γυρίσω πίσω το κεφάλι. Όταν απογειωθήκαμε, η
θάλασσα κάτω άρχισε να μου μεταδίδει μιαν αίσθηση χαλάρωσης και λύτρωσης. Άραξα
βαθιά σιωπηλός και απολάμβανα την ίδια μου την προσμονή ενώ, μπροστά μου, κάποιος
άλλος Έλληνας, από κατασκευαστική εταιρία στα ενδότερα της χώρας, κελαηδούσε
ασυγκράτητος και δήλωνε ότι δεν θα γύριζε όσα λεφτά και να του έδιναν.

Όταν το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο Ελληνικό, μας περίμεναν συγκλονιστικές εκπλήξεις.
Το πολυπλόκαμο τέρας του τσιμέντου είχε μεταμορφωθεί σε μια μυρωμένη κηπούπολη και τα
νευρόσπαστά του σε οικείους και ευγενικούς ανθρώπους. Κάποιος με έσπρωξε από δίπλα και
το εξέλαβα σαν φιλικό άγγιγμα με τον αγκώνα, δυο γυναίκες συζητούσαν για εξόχως
συναρπαστικά θέματα μόδας, τ’ αυτί μου έπιασε ένα, ρε μαλάκα, στον περίγυρο που μου
φάνηκε σχεδόν ποιητικό.

Και τώρα τι θα έκανα; Τα σπουδαία και τα σημαντικά βεβαίως. Πρώτα πρώτα, θα άκουγα
και θα καταλάβαινα τις ομιλίες τριγύρω μου, μετά θα διάβαζα τις επιγραφές, θα αγόραζα μια
εφημερίδα, θα έπινα ένα ποτήρι δροσερό νερό. Θα έβγαινα στο μπαλκόνι και θα έβλεπα
δέντρα από κάτω. Θα άραζα αναπαυτικά, βρε αδελφέ, στη λεκάνη της τουαλέτας με πλάι μου
το χαρτί υγείας και όχι καθιστός στα γόνατα με πλάι μου το λάστιχο του νερού. Αυτά θα
έκανα. Κι άλλα πολλά ανάλογα και εξίσου συναρπαστικά , αυτά που μόλις πρόσφατα είχα
ανακαλύψει.