Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η γοητεία των δευτερολέπτων (2001). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η γοητεία των δευτερολέπτων (2001). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

Κούκος μονός, γνήσιος και ανόθευτος (β' μέρος)

Μ’ αυτά και περισσότερα, φτάσαμε στην περίοδο που ξύπνησε ο Εγκέλαδος και κυριολεκτικά αποχαλινώθηκε τη νύχτα εκείνη του Ιουνίου. Ακολούθησαν μήνες φόβου και οι επαγγελματίες που παραμελούσαν τη δουλειά τους, είχαν πια ελάχιστη δουλειά για να παραμελήσουν. Η πόλη ήταν ημιπαράλυτη, άλλοι την είχαν κοπανήσει στα χωριά τους ή στα εξοχικά, και άλλοι έμεναν σε πλατείες, προαύλια εκκλησιών και σε κάθε άλλο ανοιχτό χώρο. Ιδανικό πλέον το σκηνικό για να ξεφαντώσει με τη σειρά του ο Τζόγος.

Από τις δυο και τρεις φορές την εβδομάδα, έφτασε η παρέα να παίζει κάθε βράδυ. Μετά το πρώτο σκόρπισμα στις είκοσι Ιουνίου και τον κύριο μετασεισμό στις πέντε Ιουλίου, κάναμε έναρξη στις μεγάλες τετράγωνες σκηνές και συνεχίσαμε σε διαμερίσματα. Από την ανάγκη, είχαμε γίνει όχι μόνο σεισμολόγοι αλλά και ειδικοί ρωγμολόγοι, όπως έλεγε ο Σκοτεινός. Με μια ματιά μπορούσαμε να αποφανθούμε τελεσίδικα αν οι συγκεκριμένες ρωγμές επηρέαζαν τη στατική επάρκεια ή αν ήταν απλώς επιφανειακές στη τοιχοποιία …

Έτσι, στην έντονη συγκίνηση της πόκας μεταγγιζόταν ο ισχυρός υπολανθάνων φόβος του σεισμού. Λες κι έκανες έρωτα με χειροπέδες ή κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη. Τα μέλη της παρέας ήταν, κατά κανόνα, πολύ συμπαθητικά παιδιά αλλά ιδιαίτερα σκληροί ως παίκτες. Ο Σπίνος, για παράδειγμα, ήταν νέος με γνώσεις και συγκρότηση και, όπως υποδηλώνει το παρατσούκλι του, γλυκός και ελκυστικός για το άλλο φύλο. Όταν η καθημερινή του παλινδρόμηση τον έφερνε απ’ τα διάφορα κρεβάτια στο πράσινο τραπέζι, είχε ευθυβολία ελεύθερου σκοπευτή και χαρτοπαικτικό δήγμα βασιλικής κόμπρας. Ανάλογη ήταν και η περίπτωση του Σκοτεινού, που ήταν λογιστής αλλά δεν έμοιαζε. Με το μειλίχιο ύφος του, τα καλαμπούρια και τον αιώνιο φιλικό του τρόπο, κατάφερνε να παραμένει σε διαρκή κατάσταση μπλόφας. Και η σχεδόν μόνιμη απορία των συμπαικτών του ήταν αν είχε δυο εφτάρια ή τέσσερις άσσους.
……………………………………………………..

Σε κάθε είδος παιχνιδιού, αθλήματος ή τέχνης, ίσως και σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, όσο ωριμάζει κανείς από την άσκηση, τις περιπέτειες και τις μπουνιές που τρώει στη μούρη, τόσο καλύτερα αντιλαμβάνεται το νόημα της λιτότητας. Στον έρωτα, για παράδειγμα, που είναι όλα μαζί τα παραπάνω αλλά και η πηγή της ύπαρξης. Οι φιοριτούρες, τα κόλπα και οι διαστροφές προορίζονται για τα παιδάκια ή για ανθρώπους μπουχτισμένους, για ανθρώπους που κάπου έχασαν τον μπούσουλα. Και παραδέρνουν σε αδιέξοδα μονοπάτια, εκλαμβάνοντας το ορντέβρ ως το κυρίως γεύμα και τις υποσημειώσεις ως το κυρίως θέμα.

Έτσι ακριβώς συμβαίνει και στην πόκα. Οι παραλλαγές με τα πολλά χαρτιά στο χέρι και κάτω, είναι ένα πρώτο στάδιο, όπως εκείνα τα βαφτιστά που παίζαμε στην εφηβεία μας και έβγαζαν πενταρέ του άσσου οι τέσσερις από τους έξι. Το φλος ρουαγιάλ είναι η σούπερ γκόμενα των διαφημίσεων, από κοντά μια βαρετή πασαλειμμένη κότα. Το ένα κανταϊφι μπορεί να είναι απείρως πιο απολαυστικό από ολόκληρο ταψί και η σπιτική φασουλάδα χίλιες φορές πιο νόστιμη από τον αστακό. Δυο εφτάρια με άσσο κερδίζουν τα δυο εφτάρια με παπά και τα μεγάλα κόλπα.
……………......................................................

Η παρέα έπαιζε διάφορές παραλλαγές της πόκας, άλλες με τα γνωστά και άλλες με αυτοσχέδια ονόματα, πολλές φορές για καλαμπούρι. Όταν όμως εκείνος που είχε σειρά να μοιράσει, δήλωνε τονίζοντας τις συλλαβές, κούκος μονός, τότε συχνά ακουγόταν στο τραπέζι ένας ψίθυρος δέους. Κι αν το νευρικό σύστημα κάποιου δεν άντεχε εκείνη τη στιγμή, μπορούσε άνετα να πάει πάσο. Αρκεί να μην κέρδιζε, γιατί τότε θα ήταν υπόλογος για καραμπίνα, περίπου έγκλημα καθοσιώσεως.

Στον κούκο τον μονό, όπως τον παίζαμε εμείς, παίρνει ο κάθε παίκτης ένα χαρτί κλειστό. Ακολουθεί το πρώτο χτύπημα. Μετά ανοίγει χαρτί στο τραπέζι για το δεύτερο χτύπημα. Δεύτερο χαρτί στο τραπέζι και τρίτο χτύπημα, τρίτο χαρτί και τέταρτο χτύπημα. Στο σημείο αυτό, μοιράζεται το δεύτερο χαρτί στο χέρι και ακολουθεί το πέμπτο χτύπημα. Τέλος, πέφτουν κάτω, ένα-ένα, άλλα δύο χαρτιά. Σύνολο δύο χαρτιά στο χέρι και πέντε κάτω, σύνολο εφτά χτυπήματα.

Τι έκανε, λοιπόν, κάποιος που έπαιρνε τον άσσο στο χέρι; Περνούσε ντούκου για να παρασύρει μέσα τους υπόλοιπους; Πρωτόγονη σκέψη. Περίμενε τον δεύτερο άσσο, στο χέρι ή κάτω, για να ζευγαρώσει και ύστερα να χτυπήσει; Ακόμη πιο πρωτόγονη. Έτσι την έχουν πατήσει αναρίθμητοι γιατί, όπως γνωρίζει και ο κάθε αρχάριος, οι μεγαλοπρεπείς δύο άσσοι, όσο κι αν φαίνεται άδικο, χάνουν από τα ζεύγη του οκτώ με εξάρια.

Αυτό που έκανε ο τυχερός που έπιανε τον άσσο, ήταν να χτυπήσει δυνατά για να διώξει όσο το δυνατόν περισσότερους και να μειώσει την πιθανότητα να χάσει. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο, δήλωνε το φύλλο του. Εάν βέβαια τον πίστευαν οι άλλοι γιατί θα μπορούσε να χτυπάει και με εφτάρι. Με κάθε χαρτί που μοιραζόταν, τα χτύπημα αυξανόταν για να εξασφαλίσει ο κάτοχος του άσσου το ποτ που είχε ήδη μαζευτεί. Ή να αναγκαστεί ο άλλος να πληρώσει ακριβά το καλύτερο χαρτί που κυνηγούσε. Σε κάποιο σημείο να πάει πάσο ή να βάλει μέσα τα ρέστα του με μειονέκτημα.

Όπως μπορεί κανείς να αντιληφθεί, το πιο ανατριχιαστικό θρίλερ ήταν να μοιραστούν οι τρεις άσσοι και να πέσει ο τέταρτος στο τραπέζι. Τότε κάποιος έβαζε το ρέστα του, με υποθετικό πλεονέκτημα, κι ακολουθούσαν οι άλλοι αναγκαστικά. Όπως και να είχε το πράγμα, ήμασταν όλοι νέοι, οι σφυγμοί μας μπορούσαν άνετα να υπερβούν τους εκατόν πενήντα και το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί ήταν να χάσουν κάποιοι τα λεφτά τους.


Ανάμεσα σ’ αυτούς τους κάποιους ήμουν κι εγώ. Χάνεις μια φορά, χάνεις δεύτερη, χάνεις και τρίτη. Στην ειδική διάλεκτο, αυτό ονομάζεται λούκι. Το λούκι ή γκίνια ή ατυχία διαρκείας ή συνεχής χασούρα χωρίς προηγούμενο και χωρίς οφθαλμοφανή εξήγηση, είναι ο εφιάλτης του χαρτοπαίκτη. Γιατί σιγά-σιγά εξαντλείται η υπομονή του αλλά και τα χρηματικά του αποθέματα. Και τότε είναι ακόμη πιθανότερο να χάσει. Αφού μάλιστα δεν πιάνει κανένα γούρι, ούτε το λαγοπόδαρο, ούτε το αγαπημένο του τσακμάκι, ούτε το ειδικό δώρο της γκόμενας.

Λέει, λοιπόν, άντε και την επόμενη φορά θα ψιλορεφάρουμε. Και κερδίζει. Ακολουθούν ακόμη τρεις-τέσσερις παρτίδες με χασούρα. Κι όσο τον πιάνει το άγχος, ότι πρέπει να κερδίσει οπωσδήποτε (λέξη άγνωστη στον τζόγο), τόσο πιο ριψοκίνδυνος γίνεται και τόσο μειώνονται οι πιθανότητές του να κερδίσει σ’ ένα παιχνίδι που στις φλέβες σου πρέπει να κυλάει ψυκτικό αντί για αίμα. Κι όσο τελειώνουν τα λεφτά του, τόσο ψάχνει και ξαναψάχνει τα συρτάρια, αποσύρει τις όποιες καταθέσεις του, προεξοφλεί αποδοχές, δανείζεται ή σκέφτεται να δανειστεί. Άλλοι έχουν κάνει και πολύ χειρότερα.
…………….....................................................................

Είχα μπει λοιπόν στο λούκι και είχα χάσει ένα σημαντικό ποσό συνολικά, ιδίως για τη δική μας οικονομική κατάσταση. Τουλάχιστον δεν είχα δανειστεί γιατί ποτέ μου δεν ανέχτηκα το χρέος. Αυτό όμως ελάχιστα με παρηγορούσε. Πήγαινα το πρωί στο γραφείο με κεφάλι ασήκωτο και στόμα σαν παπούτσι, τα σκεφτόμουν όλα αυτά και με κατέκλυζε μια αίσθηση ματαιότητας και ξεφτίλας. Έλεγα, δεν μπορεί, το βράδυ θα κερδίσω. Κι έχανα πάλι.

Επιπλέον, το παιχνίδι γινόταν ολοένα πιο στυγνό και απογυμνωμένο. Κόπηκαν πια τ’ αστεία και τα πειράγματα, και τα συμπαθητικά παιδιά έγιναν σιωπηλά έως σκυθρωπά και, από ανταγωνιστικά, σταδιακά μεταμορφώθηκαν σε καθαρά εχθρικά. Σαν αντίπαλα όρνεα ή αιλουροειδή που έχουν αποδυθεί σ’ έναν αδυσώπητο αγώνα όχι μόνο για το θήραμα αλλά και για την ίδια την επιβίωση.

Ταυτόχρονα, άρχισα να ντρέπομαι, εγώ ο αετός και ο πολύπειρος, για την ανικανότητά μου να κερδίσω. Παραβλέποντας ότι και άλλοι ήταν αετοί και πολύπειροι. Να ντρέπομαι για την αδυναμία μου να σταματήσω, να ντρέπομαι για τις λογικοφανείς δικαιολογίες που προέβαλα στη Σοφία. Εκείνη διαμαρτυρόταν ήπια και προσπαθούσε να με πείσει με το αυτονόητο. Ποτέ όμως δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει ιδεολογικά επιχειρήματα κι έδειχνε κατανόηση πραγματική για το πρόβλημά μου, γεγονός που με εξουθένωσε εντελώς. Ο Τζόγος έδειχνε την αποκρουστική πλευρά του προσώπου του.

Κάποια χάραμα, φύγαμε μαζί με τον Γιώργο, τότε βοηθό και τώρα καθηγητή στο πανεπιστήμιο, και πήγαμε να πιούμε τον πικρό καφέ στου Τόττη, με πρησμένο πρόσωπο από την αϋπνία και σαν σκυλιά δαρμένα. Εκεί αράξαμε, ηρεμήσαμε και τα είπαμε όλα. Για τους γνωστούς βιομηχάνους που καταστράφηκαν, για τα σπίτια που έκλεισαν, για τα μύρια όσα έκαναν άλλοι για να ξεπληρώσουν τα χρέη τους. Σαν λαϊκά αναγνώσματα, ιστορίες που θεωρούσαμε ως υποδείγματα βλακείας, ιστορίες που δεν πιστεύαμε ότι υπήρχε περίπτωση ποτέ να μας αφορούν προσωπικά.

Και συμφωνήσαμε ότι ένας και μοναδικός τρόπος υπάρχει να βγει κανείς από το λούκι. Να δεχτεί τη χασούρα και το πλήγμα στον εγωισμό του, να σηκωθεί και να πει, αυτό το έργο εμείς το έχουμε ξαναδεί, πάμε να φύγουμε. Και βγαίνοντας από τη σκοτεινή αίθουσα, να πετάξει εισιτήριο κα πρόγραμμα στον σκουπιδοτενεκέ.

Ήταν ένα πρωινό αψύ μες στη ομίχλη, ένα πρωινό γεμάτο μυρωδιές, κι εμείς κοιτούσαμε τους γλάρους και τα ψαροκάικα, μακριά τη θάλασσα και το Καραμπουρνάκι. Κοιτούσαμε τους περιπατητές της παραλίας, τους ερασιτέχνες ψαράδες που ετοίμαζαν τα σύνεργά τους, κάποιο κορίτσι που περνούσε με το σώμα του να διαγράφεται ερεθιστικό κάτω απ’ το φόρεμα, ζεστό ακόμη απ’ το κρεβάτι. Το κόβουμε; είπαμε ξαφνικά με μια φωνή; Το κόβουμε οριστικά, συμφωνήσαμε και δώσαμε τα χέρια.

Πήρα τηλέφωνο τη Σοφία να της το ανακοινώσω αλλά εκείνη το μόνο που με ρώτησε ήταν αν ήμουν καλά. Γύρισα στο σπίτι, ήπια κι άλλον καφέ και της είπα τα καθέκαστα, με κάθε οδυνηρή λεπτομέρεια. Εκείνη χαμογέλασε, στην αρχή κάπως θλιμμένα είναι η αλήθεια, ύστερα κάπως χαρούμενα. Κι απάντησε, αφού πραγματικά αποφάσισες να σταματήσεις, ας πούμε ότι τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έγινε. Έτσι είναι η Σοφία.

Το ξέρω ότι ακούγεται παράφωνο σ’ αυτή την εποχή, αλλά στις φλέβες μου κυλάει ένας παππούς μικρασιάτης που περιφρονούσε τα έγγραφα και τιμούσε τη χειραψία και τον λόγο του. Η πόκα λοιπόν αποτελούσε παρελθόν. Ανέσυρα απ’ τη μνήμη διάφορα ελεγχόμενα υποκατάστατα και ανακάλυψα καινούρια. Καμιά φορά, με ανεκτές θυσίες και ασήμαντες απώλειες, μπορεί να ευφραίνεται το θηρίο και να απομακρύνεται η πιθανότητα να αγριέψει ξαφνικά.

Τώρα ο Τζόγος χαμογελάει και πάλι. Ίσως για να μου υπενθυμίσει ότι ένα προαιώνιο πρόβλημα δεν λύνεται έτσι απλά. Κι ότι η ζωή, και ιδίως μια ελληνική ιστορία, ποτέ δεν τελειώνει με αγκαλιές και με φιλιά, ενώ δακρύζουν ακόμη και οι μουσικοί της αόρατης ορχήστρας. Ο Τζόγος, ο Εγκέλαδος κι οι άλλοι τύποι του Ολύμπου και των περιχώρων είναι εξέχοντα μέλη της ίδιας φαμίλιας. Έχουν χωρίσει την ψυχή μας σε περιοχές επιρροής και στέλνουν τακτικά τους φουσκωτούς τους να εισπράξουν το τίμημα της προστασίας. Η φύση τους όμως είναι άπληστη και αυτό δεν τους αρκεί. Η επόμενη σύγκρουση και η επόμενη έκρηξη, ο επόμενος μεγάλος σεισμός δεν είναι παρά θέμα χρόνου.

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

κούκος μονός, γνήσιος και ανόθευτος (απόσπασμα)

Ο Εγκέλαδος. Παρά το ηχηρό του όνομα και τους βαρύγδουπους τίτλους, παρά την αρχοντική καταγωγή του ή ακριβώς λόγω της καθαρότητας του αίματος, ο γιος του Τάρταρου και της Γης και αρχηγός των γιγάντων, ήταν ο παροιμιώδης αργόστροφος από τα παιδικά του χρόνια στο σχολείο. Και αργόστροφος βεβαίως συνέχισε να είναι όταν αργότερα στις γιγαντομαχίες εκσφενδόνισε ένα ολόκληρο νησί εναντίον του Δία. Τώρα, άλλοι λένε ότι τον έθαψε ο βασιλιάς των θεών στην Οίτη και άλλοι ότι τον παράχωσε η Αθηνά στη Σικελία, βάζοντας από πάνω του αυτούσιο το ηφαίστειο της Αίτνας. Αυτά παθαίνουν όσοι δεν σκύβουν το κεφάλι στους θεούς, είτε έχουν δίκαιο είτε άδικο, και το γνωρίζουν όλοι από παλιά.

Όποια από τις δύο εκδοχές και να ισχύει, το γεγονός παραμένει ότι, κατά διαστήματα, ο αρχαίος παιδοβούβαλος αφυπνίζεται στην αγκαλιά της μάνας του, θυμάται τις καρπαζιές που έτρωγε αφειδώς απ' τους συμμαθητές του, παρά το μπόι και τη δύναμη του, θυμάται το μίσος του για το γένος των ανθρώπων, και αρχίζει να ωρύεται, άλλοτε να βγάζει φωτιές, δηλητηριώδη αέρια και λάβα από το στόμα του και άλλοτε απλώς να τα κάνει λίμπα στο μαγαζί. Όπως κάθε τραμπούκος, αρχαίος ή σύγχρονος, όταν μεθάει και τον πιάνει το παράπονο. Κι ύστερα πέφτει να κοιμηθεί και πάλι, μπορεί και μιξοκλαίγοντας.

Τα πράγματα όμως δυστυχώς δεν είναι τόσο απλά. Όταν ξυπνάει ένα θηρίο και ανατρέπει τις ισορροπίες, μπορεί να ενοχλήσει και άλλα πλάσματα της ζούγκλας, απείρως πιο επικίνδυνα. Γιατί τον καθυστερημένο γίγαντα που αιφνιδίως εξοργίστηκε, κάπως τον αντιμετωπίζεις. Το πρόβλημα είναι ο ύπουλος, ο σατανικός και ο απρόβλεπτος. Εκείνος που είναι εγκατεστημένος πίσω από τις αμυντικές γραμμές σου. Όπως, για παράδειγμα, το ανήμερο θηρίο του Τζόγου.

Παρά το κακόηχο και παρεφθαρμένο σύγχρονο όνομα του, ο Τζόγος υπήρξε πολύ αρχαιότερος και απείρως επιφανέστερος του Εγκελάδου, καθήμενος από την αρχή του χρόνου στα δεξιά του μεγάλου πνεύματος. Σ' αυτή τη σύντομη, ανέντιμη και βασανιστικά ανιαρή ζωή, ο Τζόγος πάντοτε υπήρξε μια απειροελάχιστη ελπίδα να προσεγγίσεις το απρόσιτο. Γι' αυτό τον προσκυνάνε οι θνητοί και κάνουν άπειρες ανθρωποθυσίες προς τιμήν του. Τη δύναμη του αναγνώρισε με δέος ο Νοστογιέφσκι αλλά και κορυφαίοι επιστήμονες, όπως ο Άϊνστάιν όταν είπε το περίφημο, ο θεός δεν παίζει ζάρια με την ανθρωπότητα. Έως ότου του απαντήσει ο Χώκιν με το άλλο περίφημο, ο θεός όχι μόνον παίζει ζάρια με τον κόσμο αλλά τα ρίχνει και σε σημείο που δεν μπορούμε να τα δούμε.

Όλα λοιπόν άρχισαν με κάτι φοβερές ζαριές του υψίστου πριν δισεκατομμύρια χρόνια. Και έτσι συνεχίζονται. Και ψάξε εσύ με τηλεσκόπια να βρεις τα ζάρια στις εσχατιές του σύμπαντος. Όλα άρχισαν όχι με τον Ιησού, τον Βούδα ή κάποιον άλλο άγγελο, που εμείς οι αγαθιάρηδες λατρεύουμε γιατί αρνήθηκε την ύπαρξη όπως είναι και επέλεξε την ουτοπία, αλλά με τον Τζόγο, γνήσιο και ανόθευτο. Ως την περίοδο των σεισμών, τα είχαμε ψιλοκαταφέρει με τον Τζόγο. Κάτι με αυτοσυγκράτηση και καλοπιάσματα, κάτι με αλυσίδες και κάτι με εξορκισμούς, τον κρατούσαμε υπό έλεγχο. Όταν όμως έφτασε στο αποκορύφωμα το άγριο πάρτι του Εγκέλαδου εις βάρος της γενέθλιας πόλης, ο Τζόγος τα πήρε στο κρανίο με τον αμπντάλη. Έσπασε τις αλυσίδες σαν κλωστές, απέρριψε κάθε λογική προσφορά, κάθε συμβιβασμό και κάθε επίκληση και πλέον τα ζητούσε όλα. Τα ρέστα μας με άλλα λόγια.
.........................................................................................................

Τώρα, να πω ότι έφταιγε ο Λαζαράκης για τη μακρά και ευδόκιμο σταδιοδρομία μου, θα ήταν τουλάχιστον αστείο. Σαν να μεμφόταν ο Νικ δε Γκρηκ το ποταμόπλοιο του Μισσισσιπή. Τα τυχερά παιχνίδια αναπόφευκτα έχουν για πρόσχημα το χρήμα, αλλά δεν είναι παρά ένας ακόμη παθιασμένος έρωτας. Έρωτας καταχωρημένος στη μνήμη των κυττάρων από εκείνον τον σατανικό αρχαίο διδάσκαλο. Οι παίκτες τόχουν μέσα τους να προκαλούν τη μοίρα τους και στη διάρκεια (λέξη κλειδί), όλοι και μηδενός εξαιρουμένου, είναι χαμένοι από χέρι. Όπως και όλοι οι ερωτευμένοι.

Μα να αφήσουν τον τζόγο, έστω κι αν κάποια στιγμή κέρδιζαν ολόκληρο τον κόσμο, θάταν να εγκατασταθούν στη χώρα της θανάσιμης ανίας. Όπως έκανε η πρώτη μου αγάπη, να εγκαταλείψουν την περιπέτεια και τον κίνδυνο για να παντρευτούν τον καλό γαμπρό. Ή την πλούσια κοκκινομάγουλη νύφη απ' το χωριό. Ο έρωτας είναι προορισμένος να χαθεί για πάντα αλλά ακόμη και η ανάμνηση του κάνει το αίμα να ανάβει σαν φωτιά.

Εγώ δεν λέω και ξελέω στη ζωή μου και δεν είμαι από κείνους που πετάνε την πετσέτα στο ρινγκ. Όσους και όσα κάποτε αγάπησα, τα αγαπώ και τώρα. Πάντοτε όμως, με κάτι από το ένστικτο του λύκου, ήξερα να αποφεύγω τα ύπουλα δόκανα και τους αιμοβόρους μολοσσούς του φεουδάρχη και ποτέ μου δεν πάτησα πόδι σε χαρτοπαικτική λέσχη και ασφαλώς ούτε σε καζίνο. Ίσως και γιατί αισθανόμουν μια φυσική αποστροφή για την επιδεικτική χλιδή και ιδίως για τις ευγένειες και περιποιήσεις που προσπαθούν αδέξια να κρύψουν το πεινασμένο βλέμμα των τρωκτικών.

Αφού λοιπόν η πόκα δεν είναι πασιέντζα, ανέλαβα εγώ φιλοτίμως να διδάξω στους συμμαθητές μου τη διαφορά στις μεγάλες τάξεις του γυμνασίου. Και έτσι, με τα κρυφά και τα φανερά ταλέντα, σχηματίστηκαν δυο-τρεις συναρπαστικές παρέες, με κοινό μέλος εμένα βέβαια. Η μία με τον Χοντρό και τον Πολύβιο, διδάκτορες άλλων κρυφών πανεπιστημίων της πόλης, τον Κουνουπίδα και τρεις-τέσσερις μαθητευόμενους. Οι άλλες με τον Κινέζο, τον Αρμένο, το Τσακάλι, τον Μακαρόνα, τον Καμπά, τον Σάββα, αλλά και τον Γάτο, τον Ερρίκο, το Σκουλήκι και μερικούς φίλους φίλων εξωσχολικούς, μόνιμους ή διάττοντες αστέρες.

Μετά την αποφοίτηση, τα πράγματα ουσιαστικά δεν άλλαξαν, παρόλο που αρκετοί μάς εγκατέλειψαν για να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Τη θέση τους πήραν συμφοιτητές απ' το Αριστοτέλειο, ένα μούτρο της νομικής ονόματι Ηρακλής κι άλλα παιδιά με ανάλογα προσόντα. Μια καινούρια ομάδα σχηματίστηκε στον σύλλογο των αποφοίτων με τον Τάσο και τον Γόλη, αλλά και τον ντερμπεντέρη τον Σταυράκη, πριν αναζητήσει την τύχη του στη μαύρη Αφρική.

Ακολούθησε το μεγάλο διάλειμμα του στρατού, που δεν έμεινε εντελώς ανεκμετάλλευτο, κι ύστερα τα ίδια πάλι. Μετά έφυγα εγώ στην Αθήνα κι από κει στην Αγγλία και, όταν γύρισα πέντε χρόνια αργότερα απροπόνητος στη Ζεύξιδος με τη δικτατορία στο απόγειό της, δεν έπρεπε μόνον να πιάσω τη ζωή μου απ' την αρχή, να ανταποκριθώ στις τακτικές προσκλήσεις να διέλθω δι' υπόθεσιν μου από το τμήμα ασφαλείας, αλλά και να προσαρμοστώ στις νέες χαρτοπαικτικές συνθήκες.

Την εποχή εκείνη επανέκαμψαν και άλλοι ξενιτεμένοι, οι παλιοί φίλοι ξανασυναντήθηκαν και οι παρέες βρήκαν τον ρυθμό τους. Εκτός από τον κύκλο του σχολείου, σταδιακά σχηματίστηκε ένας μακρύς κατάλογος κυρίως από δικηγόρους, ασκούμενους και φοιτητές της νομικής, τον Σπίνο, τον Παπάρα, τον Σάκη και τον Τρύφωνα, τον Χαρβάλα και το Αρκουδάκι, τον Θανάση, τον Ηλία, τον Μήνο και τον Σκοτεινό. Έτσι, δυο-τρεις φορές την εβδομάδα, καθώς περπατούσα στην Τσιμισκή για την Κατούνη ακόμη μισοκοιμισμένος, η πρώτη μου σκέψη ήταν πώς να στηθεί το βραδινό παιχνίδι. Μόλις ανέβαινα στο γραφείο και έβαζα στο μπρίκι τον καφέ, έπιανα το τηλέφωνο. Όχι ότι ήταν δύσκολο αφού συνήθως όλοι οι άρρωστοι, μόλις άκουγαν το όνομά μου, αντί για καλημέρα, έλεγαν, μέσα.

Έχω παίξει σε αναρίθμητα σπίτια της πόλης. Στο κέντρο και σε απόκεντρα, συνοικιακά και εξοχικά, σε διαμερίσματα πολυτελείας και σε φοιτητικά δωμάτια, σε σαλόνια, σε αποθήκες, σε πλυσταριά και σε κουζίνες, πάνω σε τραπέζια, σε τραπεζάκια και σε πάγκους. Ή σε δικηγορικά γραφεία, όπου μαζευόμασταν και λέγαμε, άντε να φύγει και ο τελευταίος πελάτης, κι όταν καθυστερούσε, φύγε, ρε πούστη, να το στρώσουμε. Επάνω στους φακέλους των υποθέσεων, πιθανότατα και της δικής τους.

Έχω παίξει με κάθε ενδυμασία και σε κάθε δυνατή στάση του σώματος. Με παντελόνι και πουκάμισο ή χωρίς, με πιτζάμες, με φόρμα ή με σορτάκι, με τα εσώρουχα ή με μαγιό, με αδιάβροχο ή με παλτό, ακόμη και με κοστούμι και λυμένη γραβάτα. Όρθιος στο ένα ή στα δύο πόδια, σκυφτός ή καθισμένος στην πολυθρόνα ή στην καρέκλα με το ένα κωλομέρι στον αέρα, στα γόνατα ή οκλαδόν, μπρούμυτα, γερμένος στο πλευρό ή ανάσκελα.

Κι ανάλογα με την περίπτωση και το χαρμάνι, στο ύπαιθρο και κάτω απ' τ' άστρα, πάνω στο χώμα ή την άμμο, με στρωμένη κουβέρτα ή μουσαμά. Το καλοκαίρι του '54 σε μια σκηνή 2 Χ 2, στο παλιό γήπεδο ποδοσφαίρου της Περαίας, είχαμε ανοίξει με τον Τάσο και τον Γιάννη απ' τη Μητσαίων ένα πλακέ φακό για να διαχέεται το φως και παίζαμε όσο κράτησε η μπαταρία, σχεδόν ο ένας πίσω απ' την πλάτη του άλλου. Τα χαράματα, με μια βουτιά ξελαμπικάρισε το μυαλό μας και ήμασταν ήδη έτοιμοι για την επόμενη παρτίδα.

Ομηρικές μάχες είχαν γίνει στο διαβόητο ημιϋπόγειο μπουρδέλο του Γάτου στην Αρχαιολογικού Μουσείου, που έλαβε την ονομασία του από τις διάφορες γκόμενες που μπαινοέβγαιναν εκεί. Γιατί ο Γάτος, εκτός από τις δικές του αξιοζήλευτες επιδόσεις, ήταν παιδί εξηγημένο και παρείχε κατάλυμα στους φίλους. Όχι, δίλημμα δεν υπήρξε ποτέ για κανένα μας. Προτεραιότητα είχαν οι φίλοι ασυζητητί, ακολουθούσαν τα χαρτιά, και τελευταίες οι γυναίκες. Εξάλλου για τη ρυθμική γυμναστική υπήρχαν κι άλλες ώρες, κυρίως το απόγευμα γιατί, μετά το καρέ, όλοι ήταν κουρασμένοι και θα έπεφτε η σεξουαλική απόδοσή τους. Μερικές φορές λίγο πριν τα χαρτιά, ακούγαμε στο μαγνητόφωνο μέχρι και τον τελευταίο ψίθυρο ή αναστεναγμό από τις πρόσφατες συνευρέσεις του οικοδεσπότη.

Μια άλλη φορά, είχαμε τρεις χαρτοπαικτικές ολονυκτίες στη σειρά. Όταν ξημέρωνε, πήγαινα κατευθείαν στην τράπεζα να ασχοληθώ με άλλα χαρτιά και άλλα νούμερα. Το τελευταίο πρωινό πέρασα από το τότε καφενείο Ερμής κι έπινα τον ένα καφέ μετά τον άλλο, μάταια προσπαθώντας να συνέλθω πριν κατευθυνθώ προς το γραφείο. Είχα και στα καλά καθούμενα μια στύση φοβερή, από εκείνες που εύχεσαι αλλά σπανίως έρχονται την κρίσιμη στιγμή, και έφυγα με το χέρι αναγκαστικά στην τσέπη. Τελικά, μετά μισή ώρα ευσυνειδήτου εργασίας, έπεσε χωρίς να το καταλάβω το κεφάλι μου κι αποκοιμήθηκα βαθιά επάνω στο κατάστιχο.

Τώρα που είμαι γκρίζος έως ασπρομάλλης βετεράνος, εν πολλαίς αμαρτίαις και αμετανόητος, όταν περνάω έξω από παλιό σπίτι κατάκλειστο και σκοτεινό ή από εξοχικό χαμένο κάπου στην ερημιά, βλέπω ολοζώντανα και πάλι μπροστά μου όλα τα ωραία και απαγορευμένα. Τη φιλική παρέα να μαζεύεται κεφάτη και γεμάτη προσμονή, ο καθένας με τα δικά του γέλια και πειράγματα, με την πράσινη τσόχα διπλωμένη και τις πολύχρωμες μάρκες στο κουτί, με σοκολάτες, τσιγάρα, ξηρούς καρπούς και διάφορα ποτά, και να στήνει ένα ατέλειωτο παιχνίδι. Έξω να κάνει κρύο και να βρέχει ή να χιονίζει αλύπητα και το τηλέφωνο να είναι κουκουλωμένο κάτω απ' το πάπλωμα. Κανένας μα κανένας να μην μας ενοχλεί, το παιχνίδι να διανθίζεται με καλαμπούρι και οι στοίβες από τις μάρκες να γυρίζουν γύρω-γύρω στο τραπέζι. Πονάει αυτή η θύμιση. Ή μήπως νοσταλγώ τα νιάτα μου;

Θα πρέπει όμως να ομολογήσω ότι, παρά τη φήμη μου, παρά τα πτυχία και τα διδακτορικά και πλάκα τα παράσημα, παρά τα σεμινάρια που οργάνωσα για τους φερέλπιδες αλλά και τις χαρακτηριστικές ουλές που αποκόμισα από τον άσσο και τον ρήγα στα πεδία των μαχών, ποτέ μου δεν έγινα ο πραγματικά μεγάλος παίκτης της πόκας. Όπως άλλοι που γνωρίζω και δεν ομολογώ. Για να φτάσεις στην κορυφή χρειάζονται βέβαια όσα διαθέτω αλλά κυρίως το ένα που δεν είναι στη δική μου φύση.

Εγώ δεν είμαι ηλεκτρονικός υπολογιστής, εγώ είμαι ερωτευμένος (τώρα χαμογελάει ο Τζόγος) με το παιχνίδι της ζωής σ' όλες του τις παραλλαγές κι από μικρός τρελαινόμουνα να παίρνω το μικρό αλλά και το μεγάλο ρίσκο, που έχει και τη γλύκα του. Κι όσο κι αν προσπαθώ να τιθασεύσω το θηρίο με τη λογική και να παραμείνω ψύχραιμος, πριν και μετά την εμπλοκή, ασυναίσθητα κουνάω την ουρά μου.

Ενώ ο μεγάλος παίκτης είναι κίλερ, ήτοι, ψυχρός δολοφόνος. Κάτι σαν τον εκτελεστή της μαφίας που του δίνουν ένα όνομα, μια φωτογραφία και μια διεύθυνση και εκείνος διεκπεραιώνει επαγγελματικά την αποστολή του. Χωρίς συναισθηματισμούς και συγκινήσεις, παγερός σαν μάρμαρο. Ο μεγάλος παίκτης μελετάει τους αντιπάλους του, την ψυχολογία, τις γκριμάτσες και τις μηχανικές κινήσεις τους, τί κάνουν όταν έχουν καλό χαρτί και πώς μπλοφάρουν, αν ποτέ μπλοφάρουν, ζυγίζει και σταθμίζει τις πιθανότητες σαν μαθηματικός, θυμάται τη σειρά των χαρτιών και πάντα κάνει την καλύτερη δυνατή κίνηση. Ή, με άλλα λόγια, βάζει το κέρδος πάνω απ' τη φιλία και την παρέα, το κέρδος πάνω από το παιχνίδι, το κέρδος πάνω απ' όλα.

.........................................................................................................

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

Η εργασία απελευθερώνει (β' μέρος από δύο)

Αλλά τώρα έπρεπε να αφήσω την τράπεζα και να συμβάλω στην καλύτερη λειτουργία της βιομηχανίας, σχεδιάζοντας ένα ορθολογικό οργανόγραμμα για τη συγκεκριμένη εταιρία. Διεύθυνση πωλήσεων, διεύθυνση παραγωγής, οικονομική διεύθυνση, διεύθυνση προσωπικού, τμήμα προμηθειών. Τα παραλληλόγραμμα συνδέονται με οριζόντιες και κάθετες γραμμές και απεικονίζουν τις διάφορες θέσεις με τον τίτλο τους, την ιεραρχική τους ένταξη και τη συγκριτική τους σπουδαιότητα. Συνοδεύονται από περιγραφές εργασίας, που προδιαγράφουν τα κυριότερα καθήκοντα κάθε θέσης, κι από διαδικασίες ή κανονισμούς, που με τα έντυπά τους καθορίζουν τον ακριβή τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνεται κάθε σημαντική εργασία.

Να πώς παρασύρεται κανείς και χρησιμοποιεί την ξύλινη επαγγελματική διάλεκτο. Να πώς σταδιακά εντάσσεται και αφομοιώνεται και κάποτε αναπόφευκτα εκβράζεται στα τηλεοπτικά παράθυρα. Ήταν σαφές ότι τραβούσα σαν μαγνήτης το κακό και από το τίποτα της Σκύλλας είχα πέσει στις πομφόλυγες της Χάρυβδης. Και ήταν βέβαιο ότι κάποιο τρίτο αποτρόπαιο τέρας θα με περίμενε στην επόμενη γωνία.

Δεν έμενε παρά να ταιριάσουν οι άνθρωποι στις προδιαγραφές και να εφαρμόσουν τα στελέχη τις επιταγές. Έτσι, σαν καλολαδωμένη μηχανή, η εταιρία θα πήγαινε μπροστά, θα αύξανε τον κύκλο εργασιών της, θα εξασφάλιζε περισσότερα κέρδη, κι αργότερα ακόμη περισσότερα. Για το καλό και των εργαζομένων, εννοείται. Τα κέρδη είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας. Παρέχουν τη δυνατότητα να γίνουν επενδύσεις, να δημιουργηθούν καινούριες θέσεις εργασίας, να αυξηθούν οι αμοιβές. Κατά συνέπεια και όπως μας διδάσκουν τα γυαλιστερά περιοδικά, επιτρέπεται να γκρινιάζουμε λιγάκι αλλά πρέπει όλοι να θαυμάζουμε τον βιομήχανο. Να ζηλεύουμε το αρχοντικό του και να μιμούμαστε τη μεγαλοαστική του επίπλωση. Και να λατρεύουμε τον σκύλο του.

Όπως λέγαμε με τον Πολύβιο, όταν συναντηθήκαμε και πάλι στην Αθήνα, να σταματήσεις ξαφνικά έναν από τους γραβατο-κοστουμαρισμένους στην Πανεπιστημίου, και να τον ρωτήσεις, συγνώμη, κύριε, γιατί τρέχετε; Γιατί τα σφιγμένα χείλη, αυτή η ένταση και η αγωνία στο πρόσωπό σας; Μήπως συμβαίνει κάτι τραγικό στο σπίτι σας; (Πέντε δευτερόλεπτα σιγής καθώς θα απολαμβάναμε το βλέμμα του). Αν όμως είναι το δίφραγκο που οσφραίνεστε σαν κυνηγόσκυλο, έχετε δίκαιο, εκεί στο βάθος βρίσκεται, συνεχίστε ταχύτατα με κωλοτούμπες.

Δύσκολο το αυτονόητο κι εκείνος θα είχε βέβαια έτοιμες όλες τις δικαιολογίες του κόσμου. Άλλωστε οι απώλειες σπάνια επισημαίνονται στην αρχή. Οι αόρατες θανάσιμες ζημίες εμφανίζονται χρόνια μετά, με τη νομοτέλεια ενός φυσικού γεγονότος. Αυτόν τον ισολογισμό με συμπαθητική μελάνη, λίγοι είναι σε θέση να τον διαβάσουν, ακόμη λιγότεροι να τον ερμηνεύσουν, και ελάχιστοι να κάνουν κάτι για να τον αλλάξουν.

Σε μια εποχή μεγάλης ανεργίας λοιπόν, εγώ ήμουν ο προνομιούχος. Είχα δουλειά που ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, με τα μέτρα των άλλων, και πολύ καλά αμειβόμενη, με τα δικά μου. Όμως, εγώ τι ήθελα; Ωραία ερώτηση και χρήσιμη όσο το θρυλικό παντεσπάνι της Μαρίας Αντουανέτας. Χρειάζεται βαθύτατη ενδοσκόπηση για να ανακαλύψει κανείς τι θέλει πραγματικά. Χρειάζεται εξέταση που δεν προβλέπεται από καμιά ιατρική υπηρεσία. Ή δεν χρειάζεται απολύτως τίποτα παρά να πετάξει κανείς τις παρωπίδες, να πει κρατείστε τα παραισθησιογόνα και τα σκουπίδια σας, και να βγει από την αυταπάτη της ασφάλειας στον καθαρό αέρα. Είπα καθαρό; Έστω.

Τι ήθελα εγώ; Θα μπορούσα να ήθελα να ανοίγω χαντάκια. Μακρόστενα, λειτουργικά, ποιητικά χαντάκια, και να τοποθετώ ηλεκτρικά καλώδια ή σωλήνες υπονόμων. Να δουλεύω στον τόρνο, στη φρέζα ή την πρέσα. Να πουλάω σάμαλι στους πιτσιρικάδες, αράπικα φιστίκια ή λαϊκά λαχεία. Λέω, θα μπορούσα, όσο απίθανο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως.

Θα μπορούσα να ήθελα να γίνω θερμόμετρο που καταγράφει τη ζεστασιά του κόλπου των κοριτσιών. Την απαλότητα που έχουν τα βελούδινα μαξιλαράκια του. Την ηδύτητα και τη γονιμότητα των υγρών του. Θα μπορούσα να ήθελα να γίνω βυθόμετρο που εξακριβώνει το βάθος των ωκεανών. Ή της ανθρώπινης ψυχής.

Τι επαγγέλεσθε; θα με ρωτούσαν, ιατρός, δικηγόρος, μηχανικός ή οικονομολόγος; Έμπορος ή βιομήχανος; Μήπως φαρμακοποιός, δημόσιος υπάλληλος; Ξέρετε, θα τους απαντούσα με κάθε σοβαρότητα, είμαι ένα αστέρι που φωτίζει τον δρόμο σας. Τρέφομαι με τη λάμψη στο βλέμμα των παιδιών, φορτίζομαι όπως ο χαλαζίας από το φως που εκπέμπουν. Ξέρετε, είμαι ένας εφευρέτης, ανακαλύπτω κάθε στιγμή πώς θα ‘πρεπε να είναι η ζωή, είμαι ένας νοσοκόμος που μεταγγίζει την ουτοπία στις φλέβες σας και σηκώνεστε άλλος άνθρωπος απ’ το κρεβάτι απ’ το γραφείο, από την καθημερινή ηλεκτρική καρέκλα.

Καθόμουν και κοιτούσα λοιπόν απέναντι το αστραφτερό και επιβλητικό οικοδόμημα της τράπεζας, της ίδιας τράπεζας σε άλλο κτίριο, είκοσι χρόνια αργότερα. Την πρόσοψη του ιδρύματος που είχε την εκπληκτική ιδιότητα να σβήνει τα αστέρια του σχολείου και να γιγαντώνει τα αναρριχητικά φυτά. Κοιτούσα και μετρούσα όσα λεβεντόπαιδα θυμόμουν. Τον Θόδωρο που έγινε δικηγόρος, τον Μίμη, το βαρύ κι αμίλητο, που έχασα το ίχνη του, τον Δημήτρη τον ψηλό που αναδείχτηκε ως διακοσμητής, τον Στέφανο που, μετά δαιδαλώδη πορεία, κατέληξε διευθυντής σε άλλη τράπεζα, τον Τάκη που διέπρεψε ως δημοσιογράφος. Τα παιδιά των πιστώσεων εξωτερικού, τον Κώστα, τον Γιώργο, αρχηγό της πρωταθλήτριας ομάδας μπάσκετ του Π.Α.Ο.Κ., και τον Ντίνο που συνέχισαν, τον Τζανέτο με την εκπληκτική ικανότητα στη γραφομηχανή, τον Θωμάκο τον παλαιστή, την Έλλη των καταθέσεων, την Κάρμεν κι όλα τα συμπαθητικά κορίτσια, τόσους και τόσους άλλους. Όπως τα ξαδέρφια απ’ την Αμύντα, τον Γιώργο και τον Αλέκο που τα βρόντηξαν. Έλεγε ο Αλέκος, καλύτερα χαμάλης στο λιμάνι παρά στην τράπεζα με τη γραβάτα.

Όλοι αυτοί πουλούσαν τη ζωή τους. Κι όλους αυτούς η ανάγκη τους σφράγισε το στόμα. Γιατί τα οικονομικά της οικογένειας ήταν περιορισμένα και δεν υπήρχαν άλλες ευκαιρίες εργασίας. Προσπαθούσαν να μην δίνουν αφορμή έως ότου τελειώσουν τις σπουδές τους κι ακολουθήσουν ένα καλύτερο επάγγελμα. Ή είχαν συμβιβαστεί με τη μοίρα τους, με τον μικρό και σίγουρο μισθό και την καλή σύνταξη σε τριάντα χρόνια. Κι αλώνιζαν οι λίγοι αδίστακτοι. Υπό την σκέπη της γενικής διευθύνσεως και με την επίβλεψη του τοπικού δυνάστη.

Υπήρχαν όμως και υψηλά ιστάμενοι που ήταν έντιμοι και ειλικρινείς σαν έφηβοι. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα να ήταν ο πόντιος υποδιευθυντής με το γυάλινο μάτι. Που όταν κραύγαζε ο διευθυντής να παραιτηθώ γιατί είχα τολμήσει να τα πω στα ίσια στον προϊστάμενό μου, με κάλεσε στο γραφείο του και μου συνέστησε πατρικά να μην του κάνω το χατίρι.

Η ζωή είναι μυστήρια και κάποτε πληρώνει με το ίδιο νόμισμα. Και στο ίδιο μεγαλοπρεπές γραφείο του διευθυντή που είχε απέξω κόκκινο και πράσινο φωτάκι για να γνωρίζουν οι πεζοί αν επιτρέπεται η διάβαση. Ιδίως όταν δεχόταν μέσα κάποια γυναίκα. Μια μέρα μπήκε με νταηλίκι κάποιος άγνωστος από την απαγορευμένη είσοδο. Κι όταν εκείνος πετάχτηκε έξαλλος και φώναξε, ποιος είστε εσείς και πώς μπαίνετε έτσι μέσα, ο άλλος του απάντησε παγερά, εγώ είμαι εκείνος που θα καθίσει στη θέση σου, σήκω και φύγε, τώρα.

Με τον νέο διευθυντή και με τα χρόνια, αργά και κοπιαστικά, άλλαξαν βέβαια και οι συνθήκες. Οι μέθοδοι εκσυγχρονίστηκαν (λέξη κομψή), τα πράγματα φαίνονταν πολύ καλύτερα. Κι ας μου έμεινε η εντύπωση ότι, αν είχα σημαδέψει ένα φάκελο, θα τον έβρισκα ολόιδιο ανάμεσα στους υπολογιστές δεκαετίες αργότερα. Κι ας είχε φτάσει ο αρχιχαφιές της εποχής μας στην κορυφή σε μια άλλη τράπεζα. Εδώ γίνονται πρωθυπουργοί και πρόεδροι από τις μυστικές υπηρεσίες, τα καρφιά της τράπεζας θα αποτελούσαν εξαίρεση;

Όταν λοιπόν περίμενα με άπειρη υπομονή τη σειρά μου στο γκισέ, μελετούσα τα παιδιά των καταθέσεων με το έμπειρο και ψυχρό μάτι του βετεράνου. Και τη ζεστή καρδιά του που είναι κρυμμένη. Μελετούσα το νεανικό τους πρόσωπο, τα γένια τους, την άνεση με την οποία κάπνιζαν κι έπιναν τον καφέ τους, αστειεύονταν και γελούσαν, τη σιγουριά που τους έδινε ένα μέλλον εξασφαλισμένο. Μελετούσα την εικόνα που ζωγράφιζε η πλήρης άγνοια ενός θανάσιμου κινδύνου.

Όμως τι να τους πω και τι να καταλάβουν; Ένα μεσημέρι που ήμουν τελευταίος στην ουρά και είχαν ήδη κλείσει τις πόρτες για το κοινό, δεν τους είπα τίποτα από τα αμέτρητα για τον διευθυντή και τις επιδόσεις του. Δεν τους είπα για τις γεμάτες τσάντες που κουβαλούσαν οι
ευπειθέστατοι στο σπίτι τους για να δουλεύουν ως το βράδυ. Τους διηγήθηκα μόνον μια χαριτωμένη ιστορία για τις απλήρωτες υπερωρίες, το απόγευμα στον δεύτερο και τον τρίτο όροφο του κτιρίου. Το περιστατικό με το ανώνυμο τηλεφώνημα και την έφοδο που έκανε η αστυνομία μαζί με την επιθεώρηση εργασίας.

Κανείς δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει την τράπεζα ότι δεν ήταν καλά οργανωμένη. Οι κλητήρες, απ’ τη μοναδική ανοιχτή δίοδο του υπογείου, ειδοποίησαν εγκαίρως τους θύτες και τα θύματα επάνω. Άρπαξαν λοιπόν τα χαρτιά τους και στριμώχτηκαν όλοι πανικόβλητοι στα τούρκικα αποχωρητήρια. Κλείδωσαν και τις πόρτες και ισορρόπησαν πάνω από την τρύπα. Οι νεαροί υπάλληλοι μαζί με τους αυστηρούς μεσήλικες προϊσταμένους, που άντεχαν τη μυρωδιά αλλά δεν άντεχαν τα βλέμματα. Έτσι, περιεργάζονταν για αρκετή ώρα τη γραβάτα τους.

Τα παιδάκια με κοίταξαν σαν απολίθωμα από την εποχή των παγετώνων, γούρλωσαν τα μάτια και κούνησαν το κεφάλι με τα ευγενικά δύσπιστα επιφωνήματα του τουρίστα μπροστά στους λιμοκτονούντες ιθαγενείς. Για δες, τς-τς, πω-πω, και, όχι δα. Με πλήρη αδυναμία να αντιληφθούν όχι μόνον τη δική μας κατάσταση τότε αλλά και τη δική τους στον παρόντα χρόνο.

Βγαίνοντας διακριτικά από την πλαϊνή πόρτα, αναλογίστηκα γι’ ακόμη μια φορά πόσο άχρηστη ήταν η προσωπική μου γνώση και η μνήμη μου για κείνους που ακολουθούσαν. Ο περίφημος μέσος άνθρωπος απεχθάνεται κάθε τι που είναι έξω από το συμβατικό παιχνίδι. Ακόμη κι όταν αυτό στοιχίζει τη ζωή του.

Αποδέχεται (και δικαιολογεί) σαν κάτι φυσιολογικό την μισθωτή ή άλλη εργασία για καθαρά βιοποριστικούς σκοπούς. Αποδέχεται (και επιβάλλει) σαν κάτι φυσιολογικό τις υποκριτικές σχέσεις σε κάθε επίπεδο. Αποδέχεται (και φθονεί) σαν κάτι φυσιολογικό την κάθε είδους καταναλωτική συμπεριφορά. Αποδιώχνει τη σκέψη ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Πραγματικά. Και αυθόρμητα μισεί όποιον πάει να του χαλάσει την τούρτα. Αυτός του φαίνεται σαν τον τρελό που βγαίνει γυμνός στους δρόμους, που κατουράει μέσα στα ασημικά του.

Τι να τους πω και τι να καταλάβουν; Από πού ν’ αρχίσω και σε ποιούς να απευθυνθώ; Στους εικοσάρηδες στην τράπεζα ή στους εφήβους στα λύκεια και τα γυμνάσια; Ή μήπως στα μικρά του δημοτικού και στους αγέννητους; Προσέχετε παιδιά γιατί σας την έχουν στημένη. Με τις θηλυκές και τις αρσενικές πόρνες, με την τηλεόραση, τα αυτοκίνητα, τα γήπεδα, με χίλια δυο ναρκωτικά.

Τι να τους πω και τι να καταλάβουν; Προσέχετε, παιδιά, η ιστορία επαναλαμβάνεται σε χειρότερη εκδοχή. Άοπλος εγώ από μιαν άλλη εποχή, από μια ξένη χώρα, μπορεί να φαίνομαι και γραφικός. Και πόσο με βοήθησε εμένα τον ίδιο αυτή η γνώση; Ίσως να ήταν καλύτερα αν
δεν ήξερα, αν ποτέ μου δεν είχα μάθει. Πως στα συρτάρια της τράπεζας και τις αρχειοθήκες, σ’ ολόκληρο το κύκλωμα των ηλεκτρονικών υπολογιστών, στα ίδια τα θεμέλια της, φωλιάζει ένας θανάσιμος ιός. Ένας ιός που παρασκευάστηκε σε μυστικά εργαστήρια κοινωνικού ελέγχου, πιο επικίνδυνος από την πανούκλα του μεσαίωνα κι από το σύνδρομο της επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας, πιο επικίνδυνος από τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Ένας ιός που προορίζεται αποκλειστικά για τους νέους.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

Η εργασία απελευθερώνει (α΄μέρος από δύο)



Ανασηκώθηκα με μια στυφή γεύση στα χείλη και στήριξα το κεφάλι μου στο δεξί χέρι.
Μπροστά μου ο γυμνός τοίχος, δίπλα μου η ντουλάπα κι από την άλλη το φρέσκο αποτύπωμα
από το σώμα της Σοφίας. Οι κουβέρτες ένα κουβάρι στα πόδια μου από τα στριφογυρίσματα
της νύχτας. Έπρεπε να ξυπνήσω. Σε ένα άδειο σπίτι, με το μυαλό ακόμη φορτωμένο όνειρα,
ανάκατα με τις σκέψεις για τις πρακτικές ασχολίες της μέρας που είχε ήδη αρχίσει.

Κατέβηκα με τη μέση αγκυλωμένη κι έσυρα τα πέλματά μου στο μπάνιο. Χτύπησα απρόσεκτα
το μεγάλο δάχτυλο στη άκρη της πόρτας και χοροπήδησα ολολύζοντας. Έμεινα για λίγο
ακίνητος, απολαμβάνοντας το μούδιασμα του πόνου που αργόσβηνε. Δεν τολμούσα να
αντικρίσω αυτόν τον επισκέπτη από την ξένη χώρα. Με κλειστά τα μάτια, έπλυνα τα δόντια
μου κι έβρεξα τα μαλλιά μου.

Μπροστά στην ανάγκη να ξυριστώ, υποχώρησα και κοίταξα στον καθρέφτη. Ένα ατίθασο
όνειρο είχε σκαλώσει στο αριστερό μου φρύδι. Ένα άλλο ήταν σκαρφαλωμένο στη μύτη μου κι
έκανε περιπαικτικές γκριμάτσες. Ένας μικρός εφιάλτης κρυβόταν πίσω απ’ το αφτί μου και
κάποιοι φόβοι χόρευαν μέσα στα γένια μου. Πώς θα ‘βγαινα έτσι έξω;

Έδιωξα με μια κίνηση τον εφιάλτη, έριξα μπόλικο νερό στα μάγουλά μου, άπλωσα αφρό στους
φόβους μου και με το ξυραφάκι τους παρέσυρα μαζί με τις τρίχες. Στον λαιμό και το πηγούνι
μου εμφανίστηκαν μικρές στάλες αίμα. Πλύθηκα και σκουπίστηκα με τη χνουδωτή πετσέτα.
Κατάπια δύο αναφρανίλ και ένα στελαζίν. Το ταβόρ θα έμενε για αργότερα. Ήμουν ασφαλής;

Προχώρησα προς τη κουζίνα, προστατεύοντας τα δάχτυλά μου, κι έψαξα τα σύνεργα του
καφέ. Του πρώτου από τους αναρίθμητους της ημέρας. Φόρεσα το πουκάμισο, το παντελόνι
σφιχτά στη μέση, τα παπούτσια. Άκουσα το γουργουρητό του νερού που έβραζε και πρόλαβα
τον φουσκωμένο καφέ λίγο πριν χυθεί.

Ισορροπώντας το φλιτζάνι ανάμεσα σε νύστα και καθήκοντα, μπήκα στο σαλόνι και κάθισα
βαριά στο ντιβάνι, απλώνοντας τα πόδια στο τραπεζάκι. Η κουρτίνα ήταν τραβηγμένη αλλά
το φως ελάχιστο. Από κάτω ανέβαιναν φωνές παιδιών, ήχοι από πόρτες που έκλειναν, τα
συνθηματικά κορναρίσματα των σχολικών λεωφορείων. Μάζεψα τα μολύβια, τα χαρτιά και
τα λεξικά μου, και τα έβαλα σε μια σακούλα. Κάθε μου κίνηση εναλλασσόταν με μια γουλιά
καφέ ή με ένα ρούφηγμα απ’ το τσιγάρο. Το νευρικό μου σύστημα ήταν μόνο με μια ατέλειωτη
μέρα μπροστά του, μια μέρα αδυσώπητα ίδια.

Βγήκα στον δρόμο με ηρωική κίνηση και το περιβάλλον ακαριαία με απορρόφησε. Έριξα μια
κυκλική ματιά και άρχισε να οδεύω προς το τέρμα με μυς τεντωμένους ασυναίσθητα.
Αυτοκίνητα άχνιζαν και μούγκριζαν διακεκομμένα σε μια πρωινή προθέρμανση για να
κατακτήσουν τον μόνιμο ρυθμικό τους βόμβο και να προχωρήσουν στην εκκίνηση. Πλαστικές
σακούλες με τις ονομασίες των γειτονικών καταστημάτων ξεπρόβαλλαν από το στόμιο του
μεταλλικού κάδου που έμοιαζε με παραφουσκωμένο βάτραχο, απορρίμματα ήταν
σκορπισμένα τριγύρω απ’ τη νυχτερινή επιδρομή των αδέσποτων σκύλων της περιοχής.

Νωθρές και τροφαντές νοικοκυρές με κοίταζαν αδιάφορα μέσα από μισόκλειστα βλέφαρα.
Τυλιγμένες σε ροζ ή θαλασσί ρόμπες, σ’ ένα υπόλειμμα ζεστασιάς και ηδονής απ’ το κρεβάτι.
Κι ύστερα, ξαναχώνονταν στη θαλπωρή του καλοριφέρ, αφήνοντας τις κουβέρτες να
ανεμίζουν στα μπαλκόνια, σημαίες από το βασίλειο του ύπνου.

Βάδιζα κλωτσώντας χαρτόκουτα και μικρές πέτρες κι αποφεύγοντας επιδέξια τις μεγάλες. Αν
και ήμουν ξεκούραστος, τα πόδια μου υπάκουαν διστακτικά, λες και είχαν βαρεθεί να
σηκώνουν το υπερβάλλον βάρος. Τα σπίτια ήταν κοιμισμένα, ο ουρανός ήταν κοιμισμένος, οι
λιγοστοί διαβάτες ήταν κοιμισμένοι. Ήταν κοιμισμένα και τα τζάμια και οι επιγραφές των
συνοικιακών εμπόρων, τα λιγοστά φυτά που αναριγούσαν απ’ την ψύχρα.

Έφτασα στην αφετηρία μετά ένα μαραθώνιο τριακοσίων μέτρων. Αναμέτρησα το σκυθρωπό
πολυβολείο του σταθμάρχη, τους οδηγούς που χτυπούσαν τα πόδια κάτω κι έτριβαν τα χέρια
τους για να κυκλοφορήσει το αίμα, το ακίνητο όχημα με τους αραιούς συννεφιασμένους
επιβάτες. Μπήκα με γερό πάτημα και έλξη, ανακάλυψα μια μοναχική θέση και θρονιάστηκα.
Καθάρισα το αχνισμένο τζάμι με την παλάμη του δεξιού χεριού, κρέμασα το κεφάλι και περίμενα.

Ο δείκτης των λεπτών έπρεπε να φτάσει στο ακριβές σημείο, το πρόγραμμα των δρομολογίων
έπρεπε απαρέγκλιτα να τηρηθεί. Δεκάδες ιδιωτικά αυτοκίνητα, καθένα με τον οδηγό
μοναδικό επιβάτη, περνούσαν μπροστά από τη μούρη του λεωφορείου και κατευθύνονταν
προς το κέντρο της πόλης. Πέρασε κι ένας ταξιτζής και πήρε ευτυχισμένος τέσσερα
διαφορετικά άτομα με τον ίδιο προορισμό. Τέλος, ο οδηγός σκαρφάλωσε από μπροστά, ο
εισπράκτορας έκλεισε τις πόρτες και έδωσε το σύνθημα, πιέζοντας το κατάλληλο κουμπί.

Ξεκίνημα και τράνταγμα, τράνταγμα και στάση. Το λεωφορείο επιδείκνυε κάποια ζωντάνια,
έστω μηχανική. Με περίμενε όπως πάντα το γραφείο, οι φάκελοι και τα χαρτιά κι έπρεπε να
προσαρμοστώ στην προοπτική αυτή. Στο μεσαίο δάχτυλο μου, το μολύβι είχε σχηματίσει ένα
μεγάλο κάλο βαθυκόκκινο. Το λεωφορείο προχωρούσε, γέμιζε ολοένα μέχρι την υπερπλήρωση
και την ασφυξία, για να αδειάσει αργότερα με λιγοστά τινάγματα.

Οι νυσταλέοι και ράθυμοι επιβάτες σύντομα μεταμορφώθηκαν σε ενεργητικούς ανθρώπους.
Εγώ παρέμεινα για λίγες στάσεις ακόμη κι έβλεπα τα περίπτερα με τους υστερικούς τίτλους
των εφημερίδων, τους υπαλλήλους να σκουπίζουν τις εισόδους των καταστημάτων και να
βρέχουν τα πλακάκια, χέρια να τακτοποιούν το εμπόρευμα στις προθήκες, καφετζήδες να
ελίσσονται ακροβατικά με τον δίσκο φορτωμένο καφέδες και ροφήματα.

Κατέβηκα στη Βενιζέλου και προχώρησα. Το περιβάλλον ήταν τόσο ενδιαφέρον που
βυθίστηκα στον εαυτό μου κι άρχισα να μετράω τα βήματά μου. Από κει ως το γραφείο ήταν,
ας πούμε, διακόσια τριάντα εφτά βήματα. Βήματα κανονικά και χωρίς ζαβολιές. Με
επιτρεπόμενη θετική ή αρνητική απόκλιση τα είκοσι. Αν είχα προβλέψει σωστά, οι πόνοι στο
στήθος δεν θα προέρχονταν από καρδιά ούτε από καρκίνο. Θα οφείλονταν απλώς και μόνον
στους παλιούς μου γνώριμους, το άγχος και την κατάθλιψη.

Πέρασα το επιβλητικό λευκό μαυσωλείο της τράπεζας κι έφτασα στο απέναντι κτήριο
γραφείων. Στο κατάστημα χονδρικής και λιανικής ξεχείλιζαν κουβάδες και γλάστρες,
πλέγματα, βαρέλια, κιβώτια, ποτιστήρια, καπάκια και τασάκια, πλαστικά αντικείμενα για
οικιακή χρήση σε κάθε σχήμα και χρώμα. Καθέτως και οριζοντίως, ακόμη και διαγωνίως,
στην άσφαλτο και πάνω στο πεζοδρόμιο, είχε σχηματιστεί το άλυτο σταυρόλεξο των
σταθμευμένων αυτοκινήτων. Αντί για μαύρα κουτάκια, στα μικρά ανοίγματα είχαν αφεθεί
ποδήλατα, μοτοσικλέτες και μοτοσακό για να αποκλείσουν εντελώς την πρόσβαση.

Γλίστρησα ανάμεσα στα οχήματα, απέφυγα επιδέξια έναν προφυλακτήρα και έναν πλαϊνό
καθρέφτη, έγδαρα ελαφρά τη γάμπα μου σ’ ένα γυαλιστερό εξάρτημα δικύκλου, πήδηξα πάνω
απ’ τον σκουπιδοτενεκέ της εισόδου και μπήκα. Όσο θριαμβευτικά μπορεί να μπαίνει ένας
αγουροξυπνημένος. Μάζεψα την αλληλογραφία απ’ το κουβούκλιο του θυρωρού, κούνησα
αφηρημένα το κεφάλι στους συνεπιβάτες του ασανσέρ, μην επιτρέποντας να βγει απ’ το
λαρύγγι μου ολόκληρη η πρωινή λέξη, εισέπνευσα με κρυφή ηδονή το αιφνίδιο άρωμα του
κοριτσιού με το κίτρινο φόρεμα, μέτρησα έναν-έναν τους ορόφους. Βγήκα και άναψα το φως
του διαδρόμου, πέτυχα με την τρίτη το σωστό κλειδί και άνοιξα την εξώπορτα, σήκωσα την
οικονομική εφημερίδα από κάτω, μπήκα στην κουζίνα και έβαλα επιτέλους το μπρίκι στο διαβολάκι.


Το μέγα πρόβλημα ήταν τι να κάνω τα λίγα λεπτά που χρειαζόταν για να γίνει ο καφές. Αν
βαριόμουν να περιμένω με τα μάτια μισόκλειστα και το κεφάλι κρεμασμένο πάνω απ’ το
μπρίκι, αν εκμεταλλευόμουν την ευκαιρία για ένα γρήγορο κατούρημα, αν απαντούσα σε
κάποιον που είχε την ατυχή έμπνευση να τηλεφωνήσει πριν αράξω στο γραφείο μου, αν
έριχνα μια ματιά στα χαρτιά μου ή άρχιζα να διαβάζω κάποια επαγγελματική επιστολή,
κινδύνευα ν’ ακούσω ξαφνικά το μακρόσυρτο τσίριγμα του καυτού υγρού καθώς ξεχείλιζε.
Και τότε θα έπρεπε να σκουπίσω μπρίκι και τραπεζάκι με υγρό πανί, να πλύνω, να στύψω
και να κρεμάσω το πανί για να στεγνώσει και, το χειρότερο, θα έπρεπε να περιμένω τον καφέ
και πάλι απ’ την αρχή.

Ο ουρανός ήταν φορτωμένος και αναγκάστηκα να ανάψω το φως στις εννιά η ώρα. Το φως
ήταν ένας διακριτικός φίλος στο γραφείο, μετάγγιζε μια ανακουφιστική ζεστασιά στις φλέβες,
μ’ έκανε να μην νιώθω τόσο μόνος. Κι εγώ χρειαζόμουν έναν φίλο. Έναν φίλο ιπποτικό,
γενναιόδωρο κι ανιδιοτελή, όπως ακριβώς τον περιέγραφαν τα ρομαντικά μυθιστορήματα του
προηγούμενου αιώνα.

Άπλωσα πάλι τα χαρτιά μπροστά μου. Συστήματα και διαδικασίες, προγράμματα, ετήσιοι
προϋπολογισμοί και μηνιαίοι απολογισμοί, διάφορες καταστάσεις, έντυπα, έντυπα, έντυπα. Η
λειτουργία μιας σύγχρονης επιχείρησης από κάθε άποψη και με κάθε λεπτομέρεια. Δίπλα μο
υ είχα τον χάρακα, μερικές δεκάδες μολύβια καλοξυμένα και μαρκαδόρους κάθε χρώματος,
πάχους και ποιότητας, μπροστά ανοιχτό το απαραίτητο ημερολόγιο με τις σημειώσεις και τα
τηλέφωνα.

Μετά τον τούρκικο καφέ, ήταν η σειρά του στιγμιαίου. Γέμισα ένα φλιτζάνι σκέτο νεροζούμι
χωρίς γάλα ή ζάχαρη. Απέναντι μου χαμογελούσε ένα αγιορίτικο μοναστήρι, γαντζωμένο στα
κοφτερά βράχια κατακόρυφα πάνω απ’ τη θάλασσα. Κι ένα αγόρι με ξανθιές μπούκλες που
είχε ακουμπήσει το μάγουλο σε παχουλά χεράκια κι είχε ολόκληρο παραδοθεί στον ύπνο.
Κοίταξα την έγχρωμη φωτογραφία κι ύστερα τις γκρίζες αρχειοθήκες, τις βιβλιοθήκες και τα
ράφια. Γύρισα το κεφάλι, κι αυτή τη φορά είπα χωρίς περικοπές την καλημέρα μου στη
Σουζάνα που έμπαινε εκείνη τη στιγμή.

Η γραμματέας του γραφείου μας ήταν γλυκιά, κομψή και μικροκαμωμένη, περικυκλωμένη
από φυτά. Κάθε λογής φυτά με παράξενα ονόματα. Από πόθους και φύκους ως κάκτους,
σπαράγγια, φυλλόδεντρα, τιφενμπάχιες και αλεξανδρινά. Μετά οκτώ χρόνια στην εταιρία
ήταν ένας βετεράνος είκοσι έξι ετών. Ειδικότητά της τα ψιθυριστά τηλεφωνήματα διαρκείας
στις φίλες της για την ανασκόπηση των συμβάντων της προηγούμενης μέρας και ο
αστραπιαίος τρόπος που τελείωνε τη δουλειά. Το δεύτερο όταν ήθελε.

Όταν ήθελε ή όταν δεν εισέπλεαν η Μίκα, η Θάνα και η Σιμόν, η Άννια, η Καίτη και η Δέσπω.
Και η Κατερίνα από το διπλανό γραφείο που έπλεκε με φοβερή ταχύτητα. Η καστανή και οι
μελαχρινές, η κατάξανθη και η κοκκινομάλλα. Κορίτσια συμβατικά και κορίτσια
επαναστατημένα, κορίτσια εργαζόμενα και φοιτήτριες, κορίτσια ελκυστικά, καμιά φορά και
συναρπαστικά, μια έξαρση και ένα διαφορετικό μυστήριο το καθένα. Προορισμένα σύντομα
να προσγειωθούν σε κάποιο γάμο και σε δυο παιδιά, κι αργότερα στη μέση ηλικία.

Η Σουζάνα κι εγώ, λοιπόν, ήμασταν κωπηλάτες σε πλαϊνούς πάγκους της γαλέρας, ενώ το
τύμπανο χτυπούσε ο Ρήγας. Μάλλον σε αργό ρυθμό και με διαλείμματα για να ονειρευόμαστε
τα μακρινά νησιά. Αν πρόσθετες και την παρέα, την κατανόηση και τα βρώμικα που
παραγγέλλαμε από τα σουβλατζίδικα κοντά στα τρίκυκλα της Τσιμισκή, ίσως και να ‘ταν
χρόνια ευτυχισμένα τότε. Αν είχα επιλέξει τη δουλειά μου κι αν ήξερα, έστω και στο περίπου,
τι σημαίνει η λέξη αυτή.


Αριστερά μου το παράθυρο, άπλυτο εδώ και δέκα μέρες, και λίγα μέτρα πιο εκεί, το κεντρικό
κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος, άπλυτο από τη φύση του. Θα βλέπεις την τράπεζα απ’
το απέναντι πεζοδρόμιο, με είχε απειλήσει ο κοντόχοντρος διευθυντής με σφυριχτή φωνή,
κουνώντας το αυστηρό του δάχτυλο. Κι εγώ τον κοιτούσα να ξεφυσάει αναψοκοκκινισμένος
στο ανάκλιντρό του. Κι έβλεπα από τη μια, την επιγραφή στην είσοδο των γερμανικών
στρατοπέδων, η εργασία απελευθερώνει, κι από την άλλη, το γελοίο να βγάζει μάτι μέσα στην
ομίχλη της ανάγκης μου να εργαστώ.

Ο προϊστάμενός μου έλειπε κι είχα καθίσει στην καρέκλα του για να τηλεφωνήσω. Αυτό
συνιστούσε διπλό παράπτωμα και κάποιο από το καλά παιδιά, εντεταλμένο να περιπολεί
στους διαδρόμους, είχε βεβαίως τρέξει να το αναφέρει. Διότι τα προσωπικά τηλεφωνήματα
ήταν απαγορευμένα αλλά και η ίδια η καρέκλα είχε καθαγιαστεί από τα μακροχρονίως
πειθαρχικά οπίσθια του κατόχου της και ήταν ένα σύμβολο απρόσιτο για νεαρούς
υπαλλήλους που είχαν και βεβαρημένο παρελθόν.

Ναι, στα δεκαεννιά μου χρόνια, είχα ήδη βουτηχτεί στην αμαρτία. Μια με τα περιποιημένα
σάντουιτς του καφετζή σε ώρα εργασίας, άλλη με το κάπνισμα, καμιά φορά απρόσεκτα κάτω
απ’ τη μύτη του διευθυντή, και τρίτη και χειρότερη με την ασέβειά μου γενικώς. Και
ειδικότερα, προς τους χονδρέμπορους κρεάτων και ιχθύων, όταν επείγονταν να εισπράξουν
τα εμβάσματα, ακουμπώντας επιδεικτικά στο μάρμαρο του γκισέ χοντρά χέρια και
δαχτυλίδια, κεκοσμημένα με κόκκινες και πράσινες πέτρες.

Εκτός από τις φωνές και τις απειλές, το αποτέλεσμα ήταν να με τιμωρήσει, αναθέτοντάς μου
μονίμως και τα καθήκοντα του ταμειογράφου. Να συμφωνώ, δηλαδή, κάθε μεσημέρι τα χίλια
τόσα εντάλματα εισπράξεων και πληρωμών με τις φυλλάδες των τμημάτων και με το
χρηματικό υπόλοιπο των ταμείων. Με την παραμικρή απροσεξία, δική μου ή άλλου, μπορεί να
έμενα εκεί μέχρι το βράδυ, χτυπώντας και ελέγχοντας τα νούμερα.

Ήταν δουλειά που προηγουμένως έκαναν δύο υπάλληλοι. Κι εγώ, για να προλάβω να φύγω
στην ώρα μου, είχα γίνει ταχυδακτυλουργός με την αρχαία χειροκίνητη αριθμομηχανή. Μα τι
σας έκανε πάλι αυτό το παιδί και το βασανίζετε; δεν κρατήθηκε και ρώτησε μεγαλόφωνα ο
διευθυντής ενός άλλου καταστήματος, όταν με είδε κάποτε ιδρωμένο κάτω από μια θάλασσα
χαρτοταινίες, άσπρα και πράσινα εντάλματα. Υπήρχε όμως και αποζημίωση. Ήταν οι
πικάντικες ιστορίες που έλεγαν οι γέροι κλητήρες, καθώς μετρούσαν τα χαρτονομίσματα με
βρεγμένα δάχτυλα, τα έκαναν δεσμίδες και στοίβαζαν πλάι στα διαχωριστικά.

Σημείωσα ευσυνείδητα την απειλή του χοντρού ως μία ελπιδοφόρο υπόσχεση και φρόντισα να
βγει αληθινή με την παραίτησή μου σε ανύποπτη στιγμή. Εκεί που οι διάδοχοί του είχαν
πιστέψει ότι υποτάχτηκα κι έγινα ένας άψογος υπάλληλος. Εκεί που, όπως έλεγαν, θα μου
έδιναν προαγωγή κατ’ εκλογή για να γίνω λογιστής β’ ή κάτι τέτοιο. Έβλεπα, λοιπόν, την
τράπεζα επιτέλους απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο, απ’ το απέναντι παράθυρο και την απέναντι
οικοδομή, έβλεπα τα αστραφτερά της κρύσταλλα, το επιβλητικό της όγκο, το καθημερινό της
τίποτα που καταλήγει κάποτε στο τίποτα μιας ολόκληρης ζωής.

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Απ' το νησί των θησαυρών στη γενική επιστράτευση (γ΄μέρος)

Φτάσαμε στον Λοφίσκο αργά το βράδυ, ξεφορτώσαμε τα εφόδια και κοιμηθήκαμε όπως- όπως
πάνω στ’ αντίσκηνα και κάτω απ’ τ’ άστρα. Από την άλλη μέρα όμως αρχίσαμε να
οργανώνουμε καλύτερα τα στρατιωτικά και τα υπόλοιπα. Πρώτα-πρώτα, φορέσαμε τις
καλοκαιρινές στολές εκστρατείας, ακόμη και άρβυλα, κι από πρωτόγονη ημίγυμνη φυλή,
αρχίσαμε κάπως να μοιάζουμε με σύγχρονο στρατό. Σηκώσαμε τις σκηνές του λόχου σ’ ένα
θερισμένο πλάτωμα, με το μαγειρείο στην άκρη. Λίγο παραπέρα, στήσαμε τις σκηνές των
αξιωματικών, με πλάι τα επιταγμένα φορτηγά και μπροστά τις κάσες των πυρομαχικών,
σκεπασμένες με αδιάβροχο. Κρεμάσαμε στο δέντρο κι ένα μουσλούκι με καθρέφτη για να
ξυριζόμαστε το πρωί.

Διοικητής του λόχου ήταν ο Μάκης, της ίδιας σειράς αλλά αρχαιότερος από μένα στη Σχολή
Πεζικού στο Ηράκλειο και ήδη υπολοχαγός. Ο Βασίλης είχε υπηρετήσει στην ελληνική
μεραρχία της Κύπρου ως διμοιρίτης των βαρέων όλμων, μόνο που εδώ οι όλμοι του ήταν χωρίς
επικρουστήρες. Ο Απόστολος ήταν διμοιρίτης αντιαρματικών πυροβόλων που έμεναν
ακουμπισμένα στο έδαφος έως ότου αποκτήσουμε τζιπάκια. Ο Τάσος ανέλαβε τα πολυβόλα
των 30 και τα αντιαεροπορικά των 50 χιλιοστών που λειτουργούσαν στην εντέλεια, ενώ ο
Κώστας και ο δάσκαλος τους όλμους μικρότερου διαμετρήματος και τα μπαζούκας. Στους
εφτά έφεδρους αξιωματικούς αναλογούσε συνολικά ένα περίστροφο κι εκείνο χωρίς σφαίρες.
Έτσι, το χρησιμοποιούσαμε για να παίζουμε και, κάπου-κάπου, για να βγάζουμε
αναμνηστικές φωτογραφίες.

Η επιστράτευση και οι στρατιωτικές εντολές είχαν δημιουργήσει μια παράξενη παρέα. Ο
Μάκης, που είχε αρχίσει να γκριζάρει, ήταν σοβαρός και υπεύθυνος υπάλληλος του
οργανισμού λιμένος, ενώ ο Τάσος, σωματώδης και φωνακλάς, παιδί ντόμπρο και καλός φίλος,
ήταν εκτελωνιστής και ιδιοκτήτης δύο νυκτερινών κέντρων πολυτελείας. Ο Βασίλης ήταν
τραπεζικός υπάλληλος και ποιητής ενώ ο Κώστας, με γυαλιά, μούσι και μουστάκι, ήταν
σκέτος τραπεζικός υπάλληλος και, επιπλέον, συλλέκτης στρατιωτικών εμβατηρίων, τα οποία
άκουγε στη τουαλέτα, όπου είχε τη συνήθεια και να τρώει. Ο Απόστολος, ακόμη φοιτητής, μας
διεκτραγωδούσε τα συμβάντα κι επέμενε να αποφανθούμε αν τον αγαπούσε η γκόμενα, ενώ ο
δάσκαλος ήταν αθόρυβος, άχρωμος και άοσμος, σε σημείο που ούτε καν θυμάμαι το όνομά
του.

Τις είκοσι μέρες που μείναμε εκεί, μαζί μας υπηρέτησε και η Σοφία. Ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα
με το λεωφορείο και μας έφερνε διάφορα εδέσματα, χυμούς, γλυκά και φρούτα, ακόμη και
πεπόνι με παγάκια μέσα στο τάπερ. Δεν ήταν δίκαιο, έλεγε, στη πόλη να τα έχουν όλα κι εμείς
εδώ επάνω να ταλαιπωρούμαστε. Μάλιστα, όταν είδε μια σκοτωμένη οχιά και άκουσε τις
καθιερωμένες τερατολογίες, την άλλη μέρα μας προσέφερε ένα ωραίο κουτί ζαχαροπλαστείου
με κόκκινη κορδέλα, που περιείχε μερικά κιλά σκόρδα, δυσεύρετα στην αγορά. Τα
μοιραστήκαμε, τα τρίψαμε και τα σκορπίσαμε γύρω από τις σκηνές για να αισθανθούμε πιο
άνετα. Φαγώσιμα κουβαλούσε και η γυναίκα του Κώστα, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Έτσι,
σπάνια αναγκαζόμασταν να καταφύγουμε στο φαγητό του μάγειρα.

Στην πρώτη πρωινή αναφορά του λόχου, είχα ζητήσει απ’ όλα τα παιδιά να γράψουν όνομα
και τηλέφωνο για να καθησυχάσει η Σοφία τους δικούς τους στη Χαλκιδική. Η Σοφία έκανε
βέβαια πολλά υπεραστικά και επέστρεψε με μηνύματα και ευχές, αλλά η ήδη καλή
ατμόσφαιρα στο λόχο, έγινε τώρα σχεδόν αδελφική. Για χρόνια αργότερα και για κάτι τόσο
απλό, ένας που ήταν ελεγκτής επέμενε να μας βάζει δωρεάν στο σινεμά, άλλοι με
σταματούσαν στον δρόμο για να μου σφίξουν το χέρι. Σε όποιο μέρος της Χαλκιδικής κι αν
πήγαινα, πάντοτε κάποιος με χαιρετούσε εγκάρδια με τον στρατιωτικό μου βαθμό και έπρεπε
να δίνω εξηγήσεις στους φίλους μου.

Ήταν οι μέρες που γύρισε ο Καραμανλής απ’ τη Γαλλία και ορκίστηκε η πολιτική κυβέρνηση.
Η αίσθηση της λύτρωσης ήταν καθολική, ακούστηκαν ζητωκραυγές, μερικοί έβγαλαν στην
επιφάνεια και ανάρτησαν πρόχειρα κάτι τεράστιες φωτογραφίες του. Και βέβαια όλοι
ήμασταν κρεμασμένοι απ’ τα ραδιόφωνα για να μάθουμε τις εξελίξεις στα δύο ζωτικά
προβλήματα. Την εδραίωση της δημοκρατίας και την αντιμετώπιση των Τούρκων. Οι
πληροφορίες που είχαμε ήταν ότι, αν κατέρρεαν οι διαπραγματεύσεις της Γενεύης και γινόταν
το μπαμ, θα φεύγαμε αμέσως για την Ξάνθη και από κει για τα σύνορα. Το μόνο που
μπορούσαμε να ελπίζουμε ήταν ότι και οι Τούρκοι θα διέθεταν ανάλογο εξοπλισμό με τον δικό
μας.

Ήταν φυσικό τα πρακτικά καθήκοντα, η πλάκα και το αραλίκι, η ηλιοθεραπεία, τα χαρτιά
και η κουβέντα, να εναλλάσσονται με τη δίψα για ειδήσεις και να σκιάζονται από την
αγωνία. Ο Βασίλης είχε επισημάνει ένα-δυο φαντάρους, που μας πλησίαζαν έρποντας το
σούρουπο και έστηναν αυτί για ν’ ακούσουν τις συζητήσεις μας και να τις μεταφέρουν στους
υπόλοιπους. Υποτίθεται ότι εμείς ήμασταν καλύτερα ενημερωμένοι.

Οι στρατιώτες διατηρούσαν επαφές με τους συναδέλφους τους από άλλους λόχους και
τάγματα τριγύρω, και το παραδοσιακό ράδιο αρβύλα είχε την τιμητική του. Η μια φήμη έλεγε
ότι επρόκειτο να απολυθούμε τη Δευτέρα, η άλλη ότι φεύγουμε την επομένη για τον Εύρο, η
τρίτη ότι έπρεπε να ετοιμαζόμαστε για να ξεχειμωνιάσουμε στον Λοφίσκο. Κι η χειρότερη απ’
όλες ήταν εκείνη που ανέφερε συγκρούσεις σε μονάδες ανάμεσα σε φιλοχουντικούς και
δημοκρατικούς, ανάμεσα σε μονίμους και εφέδρους.

Στο μεταξύ, η ζωή στο πρόχειρο καταυλισμό ακολουθούσε τον δικό της ανορθόδοξο ρυθμό, με
τις τακτικές επισκέψεις των γυναικών και τους ευχάριστους αιφνιδιασμούς από φίλους και
γνωστούς. Διαπιστώσαμε όμως ότι ως και οι θηλυκές γάτες είχαν εξαφανιστεί από τους
δρόμους που ήταν γεμάτοι επιστρατευμένους. Από τα τζάμια του καφενείου είδαμε κάτι
φάτσες μαχαιροβγάλτη να χορεύουν μερακλωμένες και να σπάζουν πιάτα και μπουκάλια.
Δεν είναι δικοί μας αυτοί, είπε ο Βασίλης.

Ο Μάκης πήγαινε στις συσκέψεις των διοικητών λόχου και συχνά γύριζε συννεφιασμένος,
κουνούσε το κεφάλι του και μας έλεγε ότι δεν πήγαιναν καλά τα πράγματα. Ο Απόστολος
αποτραβιόταν στη γωνιά, βαλαντωμένος από τη σκέψη της γκόμενας, ενώ ο Κώστας
προσπαθούσε να δώσει κέφι στην παρέα. Ο δάσκαλος εξακολουθούσε να παραμένει σχεδόν
αόρατος.

Ο Τάσος είχε αναλάβει, μ’ ένα φορτηγό και μερικούς φαντάρους, να εφοδιάζει το μαγειρείο με
ξύλα από κάποιο κοντινό βουνό, κι ήταν φορές που χανόταν στη Θεσσαλονίκη για τις
μυστηριώδεις υποθέσεις του και μάταια τον ψάχναμε. Όταν γύριζε χαμογελαστός και
ιδρωμένος, έπαιρνε τον Βασίλη για ντουζ λίγο παράμερα, κι έχυναν με το κράνος νερό ο ένας
στον άλλο, κάτω από ξεφωνητά και σφυρίγματα. Από μακριά, ο γυμνός τους κώλος
αντιφέγγιζε ασπρουλιάρικος σε αντίθεση με το μαυρισμένο τους κορμί.

Ο Τάσος είχε επανειλημμένα προσκαλέσει τον Βασίλη κι εμένα να πάμε ένα βράδυ στη
Μπαρμπαρέλλα, πίσω από τα Ηλύσια, και τα γαϊδούρια εμείς τελικά δεν πήγαμε. Έτσι έμεινα
διπλά μετανιωμένος, μια για τον Τάσο που ήταν λεβεντιά, και δεύτερη για τις λαϊκές
τραγουδίστριες που πάντοτε ασκούσαν επάνω μου μια παράδοξη γοητεία. Όχι η Μαρίκα
Νίνου, η Σωτηρία Μπέλλου και οι άλλες παλιές ερμηνεύτριες του είδους, που ήταν ντυμένες
στα σκούρα ως τον λαιμό και στέκονταν ακίνητες κι ανέκφραστες μπροστά στο μικρόφωνο,
ενώ τις συνόδευε από δίπλα το μπουζούκι ή το μπαγλαμαδάκι. Αυτές μου έδιναν την αίσθηση
μιας παρουσίας σχεδόν ανδρικής που σε κάποιο βαθμό διέψευδε μόνον η διαπεραστική και
απόλυτα ελεγχόμενη φωνή τους.

Εκείνες που σκορπούσαν ένα σαγηνευτικό άρωμα θηλυκότητας ήταν οι νεότερες, με χείλη και
μάτια βαμμένα σε σκοτεινές αποχρώσεις, με βραχιόλια και πολύχρωμα φορέματα, και συχνά
ένα ντέφι. Με το ένα πόδι πάνω στο άλλο στην καρέκλα, περικυκλωμένες απ’ τα έγχορδα που
κρατούσαν σκυθρωποί οργανοπαίχτες και παραδομένες στη θωπεία της μουσικής, της
νυχτερινής δροσιάς και του καπνού.

Ακόμη κι όταν τα χαρακτηριστικά τους δεν ήταν ελκυστικά, οι νωχελικές κινήσεις, τα μάτια
που έλαμπαν, κάποιο ξαφνικό χαμόγελο, φόρτιζαν την ατμόσφαιρα. Κάτι πρωτόγονο διέρρεε
απ’ τη βραχνάδα στη φωνή τους και, μέσα από τα λόγια των τραγουδιών χωρίς αγάπες και
λουλούδια, διέγειρε την αρσενική λαχτάρα. Ήταν το θηλυκό που καταδυναστεύεται από
μυστικά πάθη και τα αφήνει να διαφανούν σε μια ανεξέλεγκτη στιγμή έκφρασης.

Αυτός ο ανεξερεύνητος και απαγορευμένος κόσμος ξυπνούσε μέσα μου το σαρκοβόρο. Ήταν
σαν να έβλεπα τα χέρια του σηματωρού να σπαθίζουν τον αέρα στο αντικρινό καράβι. Με
έθελγε η ίδια η αντίθεση κι ο κίνδυνος, με καθόριζε το ζώδιο του σκορπιού που μια υψώνεται
στον ουρανό και μια κατακρημνίζεται στα τάρταρα, έρμαιο στην προδιάθεση της
αυτοκαταστροφής.

Τα βράδια εγκαταλείπαμε τη σκηνή με τον Βασίλη και σκαρφαλώναμε στην άδεια καρότσα
ενός μεγάλου φορτηγού για να κοιμηθούμε στο σκληρό σανίδι και να δραπετεύσουμε για λίγο
από την πραγματικότητα. Ξαπλωμένοι πλάι-πλάι, με τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι και τα
μάτια βυθισμένα στον πεντακάθαρο ουρανό, μιλούσαμε για τη μεγάλη έκρηξη, για τα
ουράνια σώματα, για άλλους κόσμους και μιαν αλλιώτικη ζωή. Ο Βασίλης έλεγε για τα
μυστικά της δημιουργίας και τις μεταμορφώσεις των άστρων, απ’ τη γέννηση ως τον θάνατό
τους, και απαντούσε σε όλες μου τις ερωτήσεις. Κι ύστερα προεκτείναμε και μετατρέπαμε τα
επιστημονικά στοιχεία σε παραμύθια με απεριόριστες δυνατότητες, σε ένα αύριο που θα
επέτρεπε όλα τα όνειρα του ανθρώπου να εκπληρωθούν.


Η πραγματικότητα όμως όχι μόνον παρέμενε αλλά άρχισε και να χειροτερεύει. Η πιο
πρόσφατη και οξύτερη φήμη, που φούντωσε και κυριολεκτικά αναστάτωσε τους λόχους, ήταν
ότι μια μονάδα των Λ.Ο.Κ., πιστή στη δικτατορία, θα χτυπούσε το δικό μας τάγμα των
εφέδρων. Με την εχθρότητα που επικρατούσε μεταξύ μονίμων και εφέδρων από την επταετία
, τα γεγονότα της Κύπρου αλλά και τον τραγέλαφο της επιστράτευσης, δεν ήταν καθόλου
δύσκολο να γίνει πιστευτό ακόμη και το πιο απίθανο σενάριο. Αυτό το σενάριο όμως δεν μας
φάνηκε καθόλου απίθανο. Μάλιστα, είχαμε ήδη συζητήσει το ενδεχόμενο.

Ένα βράδυ, λοιπόν, είδαμε ξαφνικά στα γύρω υψώματα μιαν απροσδόκητη λαμπαδηδρομία.
Να τρέχουν πάνω-κάτω, κρατώντας αναμμένους φακούς και δαυλούς, στρατιώτες από τους
άλλους λόχους, με τους οποίους σύντομα ενώθηκαν και οι δικοί μας. Και να επαναλαμβάνουν
ρυθμικά, όλοι ενωμένοι, είμαστε αδέρφια. Με την έντονη συναισθηματική μας φόρτιση, το
θέαμα και οι εκκλήσεις μέσα στο σκοτάδι μας έκαναν να ανατριχιάσουμε από συγκίνηση. Μας
έκαναν, επίσης, να μαζευτούμε στη σκηνή για σύσκεψη και να λάβουμε αποφάσεις. Με
τέσσερις ψήφους υπέρ, του Μάκη, του Βασίλη, του Τάσου και τη δική μου, και τους άλλους
τρεις αμφιταλαντευόμενους, πρώτα αποφασίσαμε να τοποθετήσουμε πυκνές σκοπιές γύρω απ’
το στρατόπεδο και να αντισταθούμε έτσι και δεχόμασταν επίθεση. Κι ύστερα αποφασίσαμε
ομοφώνως να πάει αμέσως ο Μάκης στο διοικητή του τάγματος και να ζητήσει ενημέρωση.

Αφού συντονίσαμε τα ρολόγια μας, μπήκαμε οι έξι σε ένα τριών τετάρτων, φτάσαμε στο
διοικητήριο και ο Μάκης έφυγε για την αποστολή του, με εμάς έτοιμους να επέμβουμε αν
αργούσε. Πίσω είχε μείνει ο Βασίλης για να κατεβάσει ολόκληρο τον λόχο, αν δεν επιστρέφαμε
σε μια ώρα. Ο Μάκης όμως δεν άργησε να γυρίσει και να μας πει ότι την άλλη μέρα θα
μιλούσε αυτοπροσώπως σε συγκέντρωση του τάγματος.

Έτσι κι έγινε. Το τάγμα ολόκληρο συγκεντρώθηκε το πρωί στον δικό μας χώρο και βούιζε σαν
ποτάμι οργισμένο. Ο συνταγματάρχης δεν χρησιμοποίησε το ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα.
Ενώ αντιμετώπιζε βλέμματα που έκαιγαν από αντιπάθεια, μίλησε με απλότητα και πάθος,
χτυπώντας την αρβύλα του στο χώμα, και έδωσε τον λόγο της στρατιωτικής του τιμής ότι οι
φήμες ήταν ανυπόστατες, κι ότι όλος ο στρατός ήταν ενωμένος σαν γροθιά για να
υπερασπιστεί την πατρίδα. Ήταν εξίσου πειστικός και όταν απάντησε στις ερωτήσεις που του
έθεσαν αξιωματικοί και στρατιώτες.

Την δέκατη Τρίτη του Αυγούστου μας ειδοποίησαν να πάμε στο διοικητήριο γιατί είχε έρθει
διαταγή να απολυθούμε. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, και στηθήκαμε στη σειρά για να
παραλάβουμε το απολυτήριο, χωρίς να το πολυπιστεύουμε. Πράγματι, ενώ ο διοικητής του
τάγματος μας κοίταζε σκυθρωπός, ο υποδιοικητής μας είπε, μπορεί σήμερα να φεύγετε αλλά
πρέπει να παραμείνετε έτοιμοι γιατί υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να σας ανακαλέσουμε
αμέσως. Στο αυτοκίνητο, λέγαμε και ξαναλέγαμε, απολυθήκαμε, τέρμα τέλος. Κανένας όμως
δεν είχε διάθεση να τραγουδήσει.

Το σπίτι μου φάνηκε φιλόξενο, ζεστό, απίστευτα άνετο, ένας μικρός παράδεισος. Απλώθηκα,
τεντώθηκα και χασμουρήθηκα και σύντομα έμαθα ότι οι Τούρκοι έκαναν πάλι προέλαση στην
Κύπρο και ότι ήταν σε εξέλιξη ο δεύτερος Αττίλας. Τότε κατάλαβα τι εννοούσε ο υποδιοικητής
και γιατί μου είχαν φανεί τόσο σκοτεινά και θλιμμένα τα μάτια του συνταγματάρχη.
Τέλειωσαν τα ψέματα, αυτή τη φορά δεν τη γλυτώνουμε, είπα στη Σοφία, θα μας καλέσουν
για να πολεμήσουμε. Και περίμενα το τηλεφώνημα ή το χτύπημα στην πόρτα και την ατομική
πρόσκληση που δεν ήρθε ποτέ.

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Απ' το νησί των θησαυρών στη γενική επιστράτευση (β' μέρος)

Η φάλαγγα όμως είχε ήδη βγει απ’ το χωματόδρομο και ρόλαρε στην άσφαλτο με κατεύθυνση
το Ζαγκλιβέρι, μεταφέροντας ψυχές και θάνατο. Πλάι στη λίμνη που άστραφτε μέσα σε μια
απίστευτη γαλήνη. Κι ενώ ο οδηγός κάθε τόσο μου έριχνε παρακλητικές ματιές. Μπράβο, του
είπα, είσαι εντάξει. Τώρα μπορεί η βελόνα σου να φτάσει τα είκοσι μ.α.ω., αλλά πρόσεχε γιατί
στην ευθεία γίνονται τα ατυχήματα. Πιο άνετος κι εγώ, ξαναβυθίστηκα στις σκέψεις μου.

Όχι, δεν είχα πάει απ’ την Αγγλία κατευθείαν στα Λαγκαδίκια. Πρώτα μου είχαν αφήσει
σημειώματα τέσσερις-πέντε φορές και με καλούσαν στο παράρτημα ασφαλείας του τρίτου.
Εκεί ένας κοντός και χοντρουλός, μια χωριατόφατσα με κρεπ παπούτσια, με ρωτούσε και με
ξαναρωτούσε τι έκανα στην Αγγλία και πού έμενα. Επέμενε να του γράψω και τις διευθύνσεις
μας, έβγαλε από ένα ογκώδες ντοσιέ τους ταχυδρομικούς φακέλους από τα γράμματα που
έστελνα στη μητέρα μου και τις συνέκρινε μπροστά μου. Ο φάκελός μας έχει αποκτήσει
σεβαστές διαστάσεις, είπα αργότερα στη Σοφία. Όμως εκείνη δεν την ενόχλησαν προσωπικά
γιατί, ως άνδρες βεριτάμπλ, απευθύνονταν στον αρχηγό της νόμιμης πια οικογένειας.

Όχι, δεν είχα πάει απ’ την Αγγλία κατευθείαν στα Λαγκαδίκια. Για να βγει αληθινός ο
εφιάλτης μου, με είχαν καλέσει πρώτα για μετεκπαίδευση στη σχολή πεζικού στη Χαλκίδα.
Εκεί ο διοικητής είχε εκφωνήσει στην υποδοχή ένα δεκάρικο υπέρ της εθνικής κυβερνήσεως κι
ενώ εγώ προχωρούσα κατηφής και θολωμένος, εμφανίστηκε πλάι μου εκείνο το χρυσό παιδί, ο
Γιάννης ο Στυλιανού, τρία χρόνια μικρότερός μου στο σχολείο, με αγκάλιασε και μου ψιθύρισε,
μην στενοχωριέσαι, μαζί θα περάσουμε εδώ αυτόν τον μήνα. Κι αν εξαιρούσαμε τις φάτσες
των μονίμων, αν εξαιρούσαμε όσα διασκεδαστικά έως εξοργιστικά έλεγαν όταν επιχειρούσαν
την παραμικρή παρέκβαση από τα στρατιωτικά, πράγματι περάσαμε ωραία οι τρεις μας στην
πόλη με τα γιασεμιά.

Ο Γιάννης, εγώ και η Σοφία, που βρήκε την ευκαιρία να κάνει τα μπάνια της όταν εμείς
λείπαμε στο στρατόπεδο, έστω στα ρηχά λίγο παρακάτω. Επέστρεφα κατά τις τρεις στο
δωμάτιο που νοικιάζαμε, έκανα ένα παγωμένο ντουζ και έπεφτα για ύπνο. Απ’ το απόγευμα
ως αργά το βράδυ, γυρίζαμε σε καφετέριες και εστιατόρια, πηγαίναμε στα θερινά σινεμά με
τις καουμποϊστικες και αστυνομικές ταινίες, κάναμε βόλτες κατά μήκος του πορθμού. Με τα
χταπόδια κρεμασμένα σαν μπουγάδα στην παραλία, βλέπαμε τα νερά να κατεβαίνουν
ορμητικά και ύστερα να γυρίζουν και να κυλούν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Όχι, δεν είχα πάει απ’ την Αγγλία κατευθείαν στα Λαγκαδίκια. Πρώτα μου είχα τηλεφωνήσει
ένας λοχαγός του Α2 με κρητικό επίθετο, που επαναλάμβανε ότι κανονικά θα έπαιρνα
προαγωγή στην εφεδρεία και μπορεί να έφτανα σε ανώτερους βαθμούς και τι κρίμα να χάσω
αυτή την ευκαιρία. Δεν μπόρεσα να καταλάβω τελικά αν απλώς μου επισήμαινε τα
αμαρτήματά μου, αν ήθελε να νουθετήσω τη Σοφία ή αν μου συνιστούσε να χωρίσω για να
εξαγνιστώ και να ξανακερδίσω τον απολεσθέντα παράδεισο.

Από την άσφαλτο, η φάλαγγα μπήκε πάλι σε χωματόδρομο και κάποτε, ρωτώντας, φτάσαμε
στο πυκνό ρέμα του προορισμού μας, κοντά στο χωριό. Έσφιξα το χέρι των παιδιών, τα
ευχαρίστησα και είπα, όλα εντάξει και κανένα πρόβλημα, στον λοχαγό που μας περίμενε
εναγωνίως. Κρύψαμε τα Ρέο, όπως ήταν κατάφορτα με πυρομαχικά, κάτω από πανύψηλα
δέντρα στη κοίτη ενός ξεροπόταμου και σε σημείο όπου δεν θα τα ανακάλυπτε ούτε ιχνηλάτης
των ερυθροδέρμων, κι ύστερα άρχισα να ψάχνω μες στη νύχτα να βρω κάπου να κοιμηθώ,
χωρίς έστω ένα μπουφάν ή μια κουβέρτα. Στο τέλος, ψόφιος απ’ την κούραση, έγειρα στο
χώμα και σκεπάστηκα με ένα παχύ στρώμα από πευκοβελόνες.

Η ίδια ιστορία συνεχίστηκε για δυο μέρες ακόμη, με άλλα φορτηγά και άλλες αποθήκες και
εξοικειώθηκα τόσο πολύ με τα πυρομαχικά που έφτασα να ξαπλώνω πάνω στα κασόνια και
να παίζω με τις χειροβομβίδες λες κι ήταν μανταρίνια. Και το πιο δύσκολο, κέρδισα κάποιο
σεβασμό από τους ζόρικους φορτηγατζήδες, που μου απηύθυναν τον λόγο σεμνά από
απόσταση ασφαλείας και με ελαφρά σκυμμένο το κεφάλι ενώ εγώ ξεκαρδιζόμουν από μέσα
μου. Όταν τα είχα μεταφέρει όλα και νόμισα ότι ξεμπέρδεψα, ο έφεδρος ταγματάρχης με τον
μόνιμο λοχαγό μου είπαν, συγχαρητήρια, επιδείξατε σπουδαία προσόντα, σκεφτόμαστε τώρα
να σας ορίσουμε αξιωματικό οπλισμού του τάγματος.

Εκεί επάνω παραφέρθηκα γιατί δεν φανταζόμουν ότι η περιστασιακή και απρόθυμη γνωριμία
μου με τα πυρομαχικά θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μόνιμη συμβίωση. Δεν φτάνει, δηλαδή,
που με απαυτώσατε τρεις μέρες τώρα; Εγώ είμαι διερμηνέας και ελάχιστα γνωρίζω από
πυρομαχικά, κοιτάξτε και το απολυτήριό μου. Δεν υπήρχε όμως περίπτωση να τη
σκαπουλάρω αν δεν εμφανιζόταν, ως από μηχανής θεός, για να παραλάβει τα πυρομαχικά
μια μοδιστρούλα με τη μέλισσα στο πέτο, δηλαδή, ένας φροντιστής που είχα καταταγεί με
καθυστέρηση.

Ενώ είχα μισήσει τις πευκοβελόνες και πλέον ονειρευόμουν μια σχετικά άνετη θέση σε
γραφείο ή, το πολύ-πολύ, να μου αναθέσουν μια διμοιρία τυφεκιοφόρων, το δίδυμο
συσκέφτηκε και μου ανακοίνωσε ότι τα επόμενα καθήκοντά μου θα ήταν να αναλάβω
υποδιοικητής του λόχου υποστηρίξεως τάγματος. Δεν έχω ιδέα από βαρέα όπλα,
διαμαρτυρήθηκα, ούτε καν θυμάμαι τι μας είχαν διδάξει στο Ηράκλειο πριν δεκατέσσερα
χρόνια. Αυτοί όμως συνέχισαν να με κοιτάνε με βλέμμα τεθωρακισμένου που παρέμενε
αδιάτρητο από κάθε αντιαρματικό, και αναγκάστηκα για μια φορά ακόμη να υποκύψω.

Βγήκα τον δρόμο να ρωτήσω πού βρισκόταν ο λόχος και να βρω κάποιο μέσο μεταφοράς. Να
σου λοιπόν και ξεπροβάλλει από τα δέντρα ένας άλλος ανθυπολοχαγός, πολύ μελαχρινός και
συμπαθητικός, άλλοτε με διστακτικό χαμόγελο και άλλοτε αγριεμένος σαν τον μπόμπο, και
λέει, κι εγώ στον ίδιο λόχο πάω, συνάδελφε. Ήταν ο Βασίλης, που τις νύχτες κοιμόταν πάνω
στις κονσέρβες ενός τριών τετάρτων και τις μέρες την κοπανούσε εδώ κι εκεί, έως ότου τους
πείσει επιτέλους ότι ήταν μάχιμος και δεν έκανε για υπασπιστής του συνταγματάρχη.

Σαλτάραμε λοιπόν σε μια καρότσα με ψωμιά κι όταν φτάσαμε στον λόχο, βρήκαμε τους
άλλους αξιωματικούς κάτω από ένα λουξ, να παίζουν κουμ-καν, με τσιγάρα και ποτά, και
χαχαχά και χουχουχού. Ριζική αλλαγή, θα έλεγα, από τα εμβατήρια και τα συνθήματα, για
να μην αναφέρω τα πυρομαχικά. Συστηθήκαμε και χαρήκαμε πολύ όλοι κι εγώ ακόμη
περισσότερο. Αφού δεν άργησα καθόλου να αποχαιρετήσω τις πευκοβελόνες, να χωθώ σε μια
σκηνή του εφοδιασμού και να κουκουλωθώ με τα χνουδωτά εσωτερικά των μπουφάν. Για να
ρίξω ένα βαθύ και απολαυστικό ύπνο και να συνέλθω.

Την άλλη μέρα ολόκληρο το τάγμα έλαβε εντολή να μετακινηθεί για να καταλάβει
μονιμότερες θέσεις στα υψώματα έξω απ’ τον Λοφίσκο, κάπου ανάμεσα στον Λαγκαδά και τον
Σωχό. Σκαρφαλώσαμε πάλι στα Ρέο και, την ώρα που ξεκινούσαμε, εμφανίστηκε η Σοφία με
τον φίλο μου τον Λάκη. Την ανέβασα αναγκαστικά ανάμεσα σ’ εμένα και τον οδηγό και η
ατέλειωτη φάλαγγα άρχισε να κινείται στους εξοχικούς δρόμους.

Σε αντίθεση με την αφασία που επικρατούσε στη Θεσσαλονίκη, η εμπειρία στα χωριά ήταν
αξέχαστη. Άντρες, γυναίκες και παιδιά είχαν συγκεντρωθεί και μας περίμεναν στις πλατείες.
Δεν έβριζαν και δεν κραύγαζαν συνθήματα. Μια καλοσύνη, μια ευγένεια ήταν διάχυτη στο
οργωμένο πρόσωπό τους, καθώς μας χαιρετούσαν, άπλωναν το χέρι να μας αγγίσουν κι
έλεγαν, τα παιδιά μας που παν να πολεμήσουν για την πατρίδα. Τα κορίτσια είχαν ετοιμάσει
και μας μοίραζαν πακέτα με τρόφιμα, σοκολάτες και γκοφρέτες. Έτσι, μετά το σώμα μου,
άρχισε να ξεπαγώνει και η καρδιά μου.

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2010

Απ' το νησί των θησαυρών στη γενική επιστράτευση (α' μέρος)

Χωματόδρομος στενός, γεμάτος λακκούβες και στροφές ανάμεσα στους θάμνους. Κατωφέρεια
κρυμμένη πίσω απ’ το βουνό, με απότομες χαράδρες, μια αριστερά, μια δεξιά, πολλές φορές κι
από τις δυο πλευρές, κι ένα ματωμένο μισοφέγγαρο να αιωρείται πάνω απ’ την κορφή του
Χορτιάτη. Όπως είχε πια νυχτώσει για τα καλά, τα νερά της λίμνης μακριά στο βάθος
άστραφταν και λαμποκοπούσαν με τον αντικατοπτρισμό της σελήνης.

Οι μηχανές μούγκριζαν κι όλη η φάλαγγα αγκομαχούσε μέσα στη σκόνη, κατεβαίνοντας αργά
προς τον δημόσιο δρόμο με τελικό προορισμό το τάγμα πεζικού. Δύο επιταγμένα ιδιωτικά
φορτηγά σε καλή κατάσταση και πέντε παροπλισμένα στρατιωτικά, που τα είχαν βάλει
μπρος το ίδιο πρωινό. Με αναμμένα τώρα όλα τα φανάρια, τριάντα ως πενήντα μέτρα το ένα
πίσω απ’ τ’ άλλο. Το πόδι συνεχώς πάνω στο φρένο, τα μάτια καρφωμένα μπροστά, τα νεύρα
ατσάλι.

Η φάλαγγα που στριφογύριζε στον χωματόδρομο για μεγάλη λίμνη ήταν βαριά φορτωμένη.
Δεκαοχτώ τόνους πυρομαχικά, βλήματα όλμων κάθε διαμετρήματος εκρηκτικά και
φωτιστικά, βλήματα πυροβόλων άνευ οπισθοδρομήσεως εκρηκτικά και διατρητικά, ρουκέτες,
σφαίρες πολυβόλου, χειροβομβίδες επιθετικές και αμυντικές, νάρκες ατομικές και
αντιαρματικές για τη διμοιρία σκαπανέων, καψούλια, σχοινιά ταχείας και αργής καύσεως,
μια ποικιλία ατέλειωτη.

Οι οδηγοί των φορτηγών σίγουρα δεν διεκδικούσαν θέση ανάμεσα στα πιο πειθαρχικά παιδιά
και, όταν τους έδινες την παραμικρή ευκαιρία, έκαναν πρόθυμα τα σαλτανάτια τους. Γι’ αυτό
είχα εξηγηθεί ξεκάθαρα στον δικό μου, ανεβαίνοντας στο φορτηγό επικεφαλής της φάλαγγας.
Φίλε, δεν έχω καμία διάθεση για αστεία, ούτε γουστάρω δικαιολογίες. Εγώ θα βλέπω
συνεχώς το κοντέρ και, αν ο δείκτης του περάσει έστω και μια φορά τα πέντε μ.α.ω., χάθηκες.
Ύστερα, κάθισα πλάι του και έσφιξα στην αγκαλιά μου, τρυφερά σαν μωρουδάκι, το ξύλινο
κουτί με τους πυροκροτητές μέσα στο ροκανίδι. Γιατί ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνοι και σε κάθε
λακκούβα σκεφτόμουν, τώρα θα γίνουμε όλοι μαζί ένα πυροτέχνημα και θα ψάχνουν μέσα
στα χόρτα τα κομμάτια μας.

Αν και θα ήταν φυσικό, δεν είχα νοσταλγήσει την Αγγλία. Ούτε στιγμή δεν πέρασε από τον
νου μου ότι θα μπορούσα να είχα μείνει εκεί και να αποφύγω τις συνέπειες της δικτατορίας.
Το εδώ και πουθενά αλλού, εδώ όπως και να ‘χει, είχε πια ριζώσει μέσα μου. Όλες τις μέρες
αλλά και τη μέρα αυτή που ήταν, από τα χαράματα, η πιο συγκλονιστική μέρα της ζωής μου.


Μετά τα ταρατατζούμ, τις γενναίες λέξεις και την αναγγελία της γενικής επιστράτευσης,
μετά τα παγωμένα πρόσωπα των ανθρώπων στη γειτονιά, κι αφού είχαμε διασχίσει τους
πλημμυρισμένους από νέους άντρες δρόμους της Θεσσαλονίκης, η Σοφία με τον Βύρωνα με
είχαν αφήσει στην έδρα του συντάγματος στα Λαγκαδίκια. Μέσα στο σκοτάδι και σ’ ένα
πλήθος που λες και ξεχυνόταν από το γήπεδο της Τούμπας μετά τον τελικό του κυπέλου με
τον Άρη.

Όλη τη νύχτα είχα ψοφήσει απ' το κρύο κι ας ήταν είκοσι Ιουλίου. Στην αρχή έκανα βόλτες
πάνω-κάτω και χτυπούσα το πόδια μου στο τσιμέντο ή το χώμα, ύστερα έκλεισα τα μάτια μου
δυο ώρες γέρνοντας στον τοίχο. Κι άλλη μια ώρα ψιλοκοιμήθηκα όρθιος σαν άλογο
ακουμπώντας σ’ ένα κατειλημμένο κρεβάτι, δίπλα σε κάποιον που ροχάλιζε στην αποθήκη.

Όταν ξημέρωσε, οι γραφιάδες άρχισαν να φωνάζουν ονόματα και οι επίστρατοι να
παρουσιάζονται, να παραδίδουν το απολυτήριο και να φεύγουν προς διάφορες κατευθύνσεις.
Και τότε, πάλι από βαριεστιμάρα, έκανα το μοιραίο λάθος. Αντί να βγάλω τον σκασμό και να
λουφάξω, αφού κανένας δεν με ενοχλούσε, πήγα και ρώτησα τι γίνεται με μένα.

Εκεί κοντά ήταν ένας κοντοστούπης μόνιμος λοχαγός, που εξέλαβε την ανία μου ως προθυμία
και είπε, ελάτε κύριε ανθυπολοχαγέ, έχω εγώ μια αποστολή για σας. Ενώ ήδη με έζωναν τα
φίδια, με οδήγησε σ’ έναν κιτρινιάρη έφεδρο ταγματάρχη κι εκείνος ετοίμασε στο άψε-σβήσε
δυο χαρτιά που έκαναν τα πρόχειρα να φαντάζουν σαν αυτοκρατορικά έγγραφα.
Κακογραμμένα με κοινό μολύβι στο πίσω μέρος στρατιωτικών εντύπων, το ένα με
εξουσιοδοτούσε να παραλάβω τα πυρομαχικά του τάγματος από την αποθήκη του
Πανοράματος και το άλλο να εφοδιάσω τα φορτηγά με βενζίνη. Απ’ οποιαδήποτε μονάδα βρεις
στον δρόμο σου, με διαφώτισαν.

Εγώ, λοιπόν, που ποτέ δεν είχα πιάσει τιμόνι στη ζωή μου, πήγα και παρακολουθούσα με δέος
τις μαστοράντζες να προσπαθούν να βάλουν μπρος, πάνω στους τάκους, μερικά Ρέο
πραγματικά ερείπια, που αντιδρούσαν αφήνοντας βρυχηθμούς, πυκνούς καπνούς και καμένα
λάδια. Στο τέλος, το κατάφεραν οι αετοί και βεβαιώθηκαν ότι το κάθε φορτηγό είχε
τουλάχιστον έναν καθρέφτη κι ένα φανάρι. Έλεγξαν και τα φρένα και κούνησαν
διφορούμενα το κεφάλι τους. Μάζεψα τότε τους οδηγούς, δυο-τρεις βαθμοφόρους και καμιά
δεκαπενταριά φαντάρους για να βοηθήσουν στη μεταφορά, καθώς και μερικούς σέρτικους
φορτηγατζήδες με επιταγμένα οχήματα.

Στον δρόμο, σταματούσα σε κάθε στρατιωτική μονάδα για βενζίνη κι όλοι μου έλεγαν ότι δεν
έχουν ή ότι δεν τους περισσεύει. Διασταυρώθηκα με χωρικούς που κουβαλούσαν κάσες με
χειροβομβίδες στις πλατφόρμες των τρακτέρ και μονολόγησα, πάει, τα καλαμπούρια
τελείωσαν, αυτοί είναι αποφασισμένοι να κηρύξουν τον πόλεμο.

Κατέβηκα, λοιπόν, σ’ ένα εξοχικό εστιατόριο για να τηλεφωνήσω στη Σοφία. Όταν άκουσα τη
φωνή της, μπούκωσα, δάκρυσα και χώθηκα στο αποχωρητήριο για να συνέλθω. Έψαξα αλλά
δεν βρήκα τα ηρεμιστικά και τα αγχολυτικά που είχα πάντοτε στις τσέπες σαν φυλαχτό και
αισθανόμουν έτοιμος πια να καταρρεύσω.

Μπορεί να αναγνώριζα στον εαυτό μου άλλες αρετές, κατά βάθος όμως πίστευα ότι είμαι
δειλός, χωρίς να επικαλούμαι πνευματικές ανησυχίες, ευαισθησίες και τις υπόλοιπες
περικοκλάδες. Όμως τη μέρα εκείνη και στο κρίσιμο σημείο, άναψε ξαφνικά και κόρωσε μέσα
μου η οργή και σκόρπισε τη κατάθλιψη. Οργή για την αδυναμία μου, οργή για τη χούντα και
για κάθε κοπρόσκυλο τριγύρω.

Πήγα και έπλυνα το πρόσωπό μου, έχωσα το κεφάλι μου στο παγωμένο νερό μιας δημόσιας
κρήνης και άφησα να βγει στην επιφάνεια το θηρίο που ως τότε κρυβόταν επιδέξια στο
υποσυνείδητο. Να αναλάβει εκείνο και, υπό τον στοιχειώδη μόνο έλεγχο της λογικής, να
χρησιμοποιήσει δεξιά κι αριστερά, σε πολίτες, οπλίτες και αξιωματικούς, κάθε ικανότητά μου,
το θράσος και την απειλή, ακόμη και τη σωματική βία, αν ήταν απαραίτητο.

Εισέβαλα λοιπόν στο γραφείο του συνταγματάρχη, που διοικούσε την αποθήκη πυρομαχικών,
αξύριστος και μαυρισμένος, χωρίς πηλίκιο, με πολιτικό πουκάμισο κι ένα μισοσκισμένο τζιν
παντελόνι, και του ζήτησα βενζίνη, ενώ απέξω τα μεγάφωνα έδιναν ένα μάθημα στους
Τούρκους με κλαρίνα, νταούλια και πολεμικά συνθήματα. Ξέρετε, μου απάντησε
απολογητικά, εμείς έχουμε εδώ λίγη βενζίνη για τις ανάγκες μας, η κεντρική αποθήκη
καυσίμων βρίσκεται στο λιμάνι.

Είχαμε φτάσει στην αποθήκη για να φορτώσουμε, το τάγμα περίμενε τα πυρομαχικά, αλλά
δεν είχαμε βενζίνη να γυρίσουμε. Δεν έχασα λεπτό, πήρα το καλύτερο Ρέο, φόρτωσα τα
μπιτόνια απ’ τα υπόλοιπα, έδωσα τα χαρτιά στον λοχία και του είπα ν’ αρχίσει να φορτώνει,
και τράβηξα κατευθείαν για το λιμάνι. Μπήκαμε στη Θεσσαλονίκη, διασχίσαμε την Τσιμισκή
και πέσαμε πάνω στη καλή χαρά.

Ενώ στα μάτια μου χοροπηδούσαν εικόνες απ’ τους βομβαρδισμούς και την εισβολή στην
Κύπρο, είδα τον κόσμο να κυκλοφορεί ανέμελα στην κεντρική οδό, να κάνει πηγαδάκια και
να ακκίζεται, να μιλάει και να γελάει, να μπαίνει στα καταστήματα πολυτελείας και να
ψωνίζει. Και ένιωσα ότι κάπου τους χαλούσαμε το πάρτι απρόσκλητοι, εμείς οι βρώμικοι και
ταλαιπωρημένοι απ’ τα βουνά και τα λαγκάδια.

Έφτασα στο λιμάνι, φούλαρα το ντεπόζιτο του Ρέο και τα μπιτόνια, υπέγραψα στα τυφλά τα
έγγραφα και όταν γύρισα απογευματάκι στο Πανόραμα, έμεινα άφωνος, βλέποντας άδειες τις
καρότσες των φορτηγών και τον λοχία με τους οδηγούς και τους φαντάρους να είναι
ξαπλωμένοι σε μια συστάδα δέντρων, να μαδάνε χορταράκια, να χαζολογούν και να
ρεμβάζουν. Αγρίεψα τόσο πολύ που ένιωσα να πέφτουν τα κεπέγκια και στο κομμάτι εκείνο
του μυαλού μου που πάντοτε γελούσε με τον εαυτό μου. Όταν με είδε μπροστά του, ο λοχίας τα
έχασε και ψέλλισε κάποια δικαιολογία ενώ εγώ κλωτσούσα το χώμα για να καταπολεμήσω
την παρόρμηση να τον πλακώσω επιτόπου στις μπουνιές.

Τελικά έδωσα διέξοδο, κατεβάζοντας όλα τα καντήλια απ’ το παραβαρδάρειο εικονοστάσιο
των εφηβικών μου χρόνων, προσθέτοντας μάλιστα και μερικούς υβριστικούς
αυτοσχεδιασμούς της στιγμής. Όταν κάπως ξεθύμανα, τους είδα όλους κίτρινους και
μαραμένους, αναλογίστηκα τι μας περίμενε, και είπα, δεν πειράζει, κατά βάθος είστε καλά
παιδιά, πάμε να φορτώσουμε τα πυρομαχικά, να μην μας πιάσει η νύχτα και
γκρεμοτσακιστούμε στα κατσάβραχα μ’ αυτές τις σακαράκες.

Κάναμε τον γύρο της αποθήκης πυρομαχικών, πήραμε στη σειρά τα τολ από λαμαρίνα και τα
μικρά κτίρια με τα κόκκινα κεραμίδια που ξεφύτρωναν στην πλαγιά του βουνού, έτσι γυμνά
και χωρίς δέντρα, χωρίς απόκρυψη, χωρίς καμία παραλλαγή. Ίσως όμως οι υπεύθυνοι να
πίστευαν ότι οι πιλότοι των τουρκικών βομβαρδιστικών θα τα εκλάμβαναν ως κατοικίες
κάποιου ειδυλλιακού χωριού.

Οι κάσες φορτώνονταν μια-μια ή δυο-δυο, ανάλογα με το μέγεθος τους, το βάρος και το
περιεχόμενο, άλλες ολοκαίνουριες, άλλες μισοσαπισμένες απ’ τον καιρό. Άλλες με ένδειξη των
βλημάτων και άλλες χωρίς σήμανση. Οι πιο επικίνδυνες με ιδιαίτερη αβρότητα, οι υπόλοιπες
με έναν ξερό γδούπο στο δάπεδο του φορτηγού.

Και όλοι έβριζαν, από τους αποθηκάριους και τους γραφιάδες ως τους στρατιώτες και τους
οδηγούς, με κάθε ευκαιρία αλλά και χωρίς. Ύστερα έσβηναν οι αντιδράσεις κι έπεφτε
απόλυτη σιωπή, σαν τίποτα πια να μην είχε την παραμικρή σημασία. Όσο για τα μεγάφωνα,
αυτά συνέχιζαν απτόητα στη διαπασών, με διαπεραστικά εμβατήρια και δημοτικά τραγούδια
και με τη λέξη, Τούρκοι, να συνοδεύεται από κάθε δυνατό χαρακτηρισμό.

Όταν κάποτε τελειώσαμε, είχε σουρουπώσει. Έβαλα τα φορτηγά στη σειρά έως έξω απ’ την
πύλη, να περιμένουν με αναμμένες μηχανές, κι εγώ μπήκα στο διοικητήριο για να
ολοκληρώσω το ταχύτερο τις διατυπώσεις. Ο αρμόδιος υπολοχαγός πάλευε με τα χαρτιά
εξουθενωμένος στο γραφείο του, ενώ οι αξιωματικοί των μονάδων αδημονούσαν καθισμένοι
πρόχειρα σ’ ένα παλιό κρεβάτι εκστρατείας, σε μια ξεχαρβαλωμένη καρέκλα, στην άκρη ενός
τραπεζιού.

Εκεί που άνοιγα το τρίτο πακέτο, να καπνίσω ένα τσιγάρο και να χαλαρώσω μια στιγμή, να
‘σου και εμφανίζεται ένας γκριζομάλλης ανθυπασπιστής της χωροφυλακής, δειλά-δειλά μέσα
στο στρατιωτικό περιβάλλον. Ένας ανθυπασπιστής, ίσως της αγορανομίας, με τα γαλόνια
του και τα καλογυαλισμένα του υποδήματα. Ερχόταν, λέει, για να παραλάβει βλήματα για τα
ολμάκια των 60 χιλιοστών του λόχου χωροφυλακής που θα καταλάμβανε προωθημένες
θέσεις στην περιοχή της Ορεστιάδας.

Ο υπολοχαγός σήκωσε το κεφάλι, του έριξε μια πλάγια ματιά με ανάμεικτη την απορία και
την εγκαρτέρηση, και τον έβαλε ευγενικά να περιμένει στη σειρά. Ενώ οι υπόλοιποι τον
περιεργάζονταν με ενδιαφέρον κι εγώ κατέβαλα φιλότιμη προσπάθεια να μην γελάσω, ο
διπλανός μου έφεδρος ανθυπολοχαγός του πεζικού μου ψιθύρισε, σε λίγο θα καλέσουν
προσκόπους και αγροφύλακες.

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

Ταξίδια, αποχαιρετισμοί και καταιγίδες

Κάποια χαράματα, το τραίνο σταμάτησε πλάι στον Αξιό, λίγο πριν τα σύνορα. Ήταν άνοιξη
και όλα τα χρώματα τριγύρω, οι ήχοι και οι μυρωδιές, ένα αηδόνι με την ξύλινη φωνή του, μας
καλωσόριζαν, μιλώντας για αναγέννηση και για πατρίδα. Πατρίδα με τα ωραία της, πατρίδα
με τα στραβά της, έστω με τη μιζέρια της και τη δικτατορία, χώμα και ρίζες και καταγωγή.
Εκείνο που μπορείς να νιώσεις μόνο όταν φας το άψογα συσκευασμένο πλαστικό ψωμί του
ξένου τόπου.

Στάθηκα στο παράθυρο εκστατικός και άφησα ελεύθερα τα μάτια μου, ελεύθερη την ψυχή
μου. Αυτός ήταν ο τόπος μου, αυτή η θάλασσά μου, αυτή ήταν η γλώσσα μου και η γραμμή του
αίματος χιλιάδες χρόνια τώρα, απ’ τα παράλια της Ιωνίας και της Μαύρης Θάλασσας ως τη
μεγάλη πόλη των προσφύγων. Εδώ ήμουν προορισμένος να ζήσω, να γράψω τα βιβλία μου
και να πεθάνω.

Μας περίμεναν γονείς, αδέλφια και φίλοι, ζέστη, σκόνη και φασαρία, οικείες φωνές και
ομιλίες, το αγαπημένο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Μας περίμεναν χιλιάδες αλλαγές. Η μητέρα
μου είχε μετακομίσει στην Παύλου Μελά, ο αδελφός μου στην Άνω Πόλη, ο πατέρας μου είχε
ξαναπαντρευτεί στα γεράματα μια συνταξιούχο δασκάλα και τώρα έμενε στην Εγνατία. Η
αδελφή μου τελείωνε την ιατρική, ο αδελφός της Σοφίας εξακολουθούσε να βρίσκεται
παράνομα στη Ρουμανία με τους γονείς και τα μικρότερα αδέρφια τους, πολλοί από τους
φίλους μου είχαν ολοκληρώσει τις σπουδές τους, είχαν επιστρέψει από τη Γερμανία και τις
άλλες χώρες Ευρώπης και Αμερικής, είχαν υπηρετήσει τη θητεία τους και είχαν αρχίσει να
εργάζονται.

Αφού απολαύσαμε όλους και όλα που είχαμε για χρόνια στερηθεί αναγκαστικά, όλοι και όλα
μας προσκαλούσαν να γυρίσουμε για πάντα. Κι εμείς αποφασίσαμε οριστικά αυτό που ήδη
ξέραμε ότι θα αποφασίσουμε. Να πάμε πίσω, να τακτοποιήσουμε όλες τις εκκρεμότητες, και να
αρχίσουμε τη ζωή μας απ’ την αρχή στη γενέθλια πόλη. Να κλείσει ο κύκλος. Πρώτα όμως
έπρεπε να δει η Σοφία τους δικούς της, εικοσιπέντε χρόνια τώρα πολιτικούς πρόσφυγες στη
Ρουμανία. Ήθελα κι εγώ πολύ να τους γνωρίσω. Η περιπέτεια συνεχιζόταν.

Για βίζα από την Ελλάδα βέβαια ούτε λόγος. Γι’ αυτό και είχαμε σχεδιάσει να μην μπούμε
παράνομα στη Ρουμανία στον ερχομό αλλά στον γυρισμό. Είπαμε το προσωρινό αντίο και
ανεβήκαμε ξανά στο τραίνο. Τα εισιτήρια μας ήταν αλέ ρετούρ Λονδίνο – Θεσσαλονίκη και
ίσχυαν για ένα μήνα. Το επόμενο πρωί κατεβήκαμε στο Βελιγράδι και πληροφορηθήκαμε με
δυσαρέσκεια ότι το τραίνο για το Βουκουρέστι αναχωρούσε στις τέσσερις το απόγευμα.

Η Σοφία πρότεινε να δούμε την πρωτεύουσα της Γιουγκοσλαβίας αλλά εγώ δεν είχα καμία
απολύτως όρεξη για μνημεία και μουσεία. Πήραμε λοιπόν το λεωφορείο για την Τιμισοάρα,
ελπίζοντας να συνεχίσουμε από κει με κάποιο τοπικό τραίνο για το Πιτέστι, όπου ζούσαν οι
γονείς της Σοφίας. Στα σύνορα πέσαμε ευτυχώς σε ένα ξύπνιο Ρουμάνο λοχαγό που αμέσως
κατάλαβε την ειδική αγγλογαλλοϊταλική διάλεκτο, στην οποίο του ζητήσαμε να μην
σφραγίσει τα διαβατήριά μας. Σφράγισε λοιπόν λωρίδες λευκού χαρτιού με τα στοιχεία μας,
τις έβαλε μέσα στα διαβατήρια και μας είπε να τις παραδώσουμε όταν θα βγαίναμε από τη
χώρα.

Φτάσαμε στην Τιμισοάρα μεσημεράκι με λιακάδα, σέρνοντας μιαν ασήκωτη βαλίτσα κι έναν
σάκο, κι από το τέρμα του λεωφορείου, ανεβήκαμε στο τραμ για τον σταθμό του τραίνου.
Συγκινηθήκαμε όταν οι συνεπιβάτες μας επέβαλαν ομοφώνως στον εισπράκτορα να μην μας
πάρει χρήματα για τη σύντομη διαδρομή. Στο γκισέ των πληροφοριών διαπιστώσαμε ότι οι
τέσσερις γλώσσες στις οποίες μπορούσαμε να συνεννοηθούμε ήταν διαφορετικές από τις
τέσσερις γλώσσες που μιλούσε ο υπεύθυνος.

Τα νοήματα, οι χειρονομίες και τα μουγκρητά αποδείχτηκαν μέσα ατελέσφορα και ο Ρουμάνος
ήδη με κοιτούσε σαν ηλίθιο καθώς δεν εννοούσα να παραδεχτώ ότι το 10.30 μμ που έγραφε
στο χαρτί αναφερόταν στο μοναδικό τραίνο για το Πιτέστι, εκείνο που εμείς οι βιαστικοί, με
την εικόνα των πυκνών δρομολογίων στην πεδινή Βρετανία, δεν είχαμε πάρει από το
Βελιγράδι. Αντί λοιπόν για τις προηγούμενες οκτώ ώρες στο Βελιγράδι, αναγκαστήκαμε να
περιμένουμε τις επόμενες οκτώ ώρες στη Τιμισοάρα. Χωρίς ούτε ένα αδιάβαστο βιβλίο, μια
εφημερίδα ή καμιά δεκαριά σταυρόλεξα για να περάσει η ώρα και με μοναδική συντροφιά το
στρατιωτικό απόσπασμα με τα προτεταμένα αυτόματα που βημάτιζε ρυθμικά στους
διαδρόμους του σταθμού.

Αγουροξυπνημένοι στο Πιτέστι το χαράματα, αγκαλιαστήκαμε στην αποβάθρα με τον
Θοδωρή, τον Φίλια και τα λουλούδια τους. Στην είσοδο του σπιτιού, μας περίμενε ανυπόμονα
η υπόλοιπη οικογένεια. Ο Κόλιας που, κατά το τελεσίδικο βούλευμα, ονειροπολούσε
εγκλήματα από τα φοιτητικά του χρόνια, ήταν ο πιο γενναιόδωρος άνθρωπος που είχα
γνωρίσει στη ζωή μου. Μοίραζε την ψυχή του σαν αντίδωρο, κοίταζε πρώτα να τα έχεις εσύ
όλα και ύστερα τον εαυτό του. Ένας γνήσιος μαθητής των πρώτων επαναστατών, όπως
δήλωνε περήφανα ο ίδιος, και ένας γνήσιος μαθητής των πρώτων χριστιανών, όπως ποτέ δεν
θα παραδεχόταν ο ίδιος ή οποιαδήποτε εκκλησία. Ε, πώς να προοδεύσει στη ζωή του ένας
τέτοιος άνθρωπος;

Η Τάνια που ζητούσε πολύ περισσότερα για να σε αποδεχτεί, είπε, εγώ είμαι η μάνα, δάκρυσε,
και αποσύρθηκε στη προετοιμασία του φαγητού. Λίγο δύσκολο να το πιστέψεις ότι αυτή η
ασπρομάλλα με την ποδιά και το γλυκύτατο χαμόγελο ήταν υπεύθυνη ταξιαρχίας στο βουνό.
Σίγουρα όμως ήταν όπως επιθυμούσα να γίνει η Σοφία μετά είκοσι ή τριάντα χρόνια.

Ο Φίλιας, γεννημένος στη Ρουμανία όπως και η Νάντια που σπούδαζε φιλολογία στο
Βουκουρέστι, ήταν ένα έξυπνο και συμπαθητικό παλικαράκι, γοητευμένο από τις
καταναλωτικές σειρήνες της δύσης. Σπούδαζε μουσική και ήδη έπαιζε κιθάρα σε μια μοντέρνα
ορχήστρα. Και ο Θοδωρής ήταν πάντοτε ο ίδιος καλός και ευαίσθητος Θοδωρής, που είχε
μεγαλώσει δουλεύοντας στις σκαλωσιές, με μια αγράμματη γιαγιά και τη Σοφία για
οικογένεια, γνώρισε του γονείς του στα εικοσιτρία και λαχταρούσε να σπουδάσει και να
αναπληρώσει όλα όσα είχε στερηθεί στα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια.

Μείναμε μαζί τους περίπου μια εβδομάδα. Μια ωραία εβδομάδα οικογενειακής ζωής, με όλους
να έχουν χιλιάδες διαφορετικές εμπειρίες και περιπέτειες να διηγηθούν και να γελάσουν ή να
μελαγχολήσουν. Κι εγώ ένιωθα πολύ περίεργα, σαν αυτοί οι άγνωστοι που ακτινοβολούσαν
να είχαν γίνει ακαριαία οι δικοί μου άνθρωποι και το δικό μου αίμα. Ένα βράδυ, με τα
φαντάσματα μου και πάλι να με βασανίζουν, σηκώθηκα και βγήκα στο σαλόνι, όπου ο Κόλιας
διάβαζε όπως πάντα, ξαπλωμένος στο ντιβάνι. Με είδε σκοτεινό κι αμίλητο, μου είπε, τι έχεις
πουλάκι μου, έλα κάτσε εδώ κοντά μου, με αγκάλιασε και με φίλησε στο μέτωπο.

Περιτριγυρίσαμε την πόλη τους, ο Φίλιας μας ξενάγησε στο Βουκουρέστι, είδαμε και τη
Νάντια που έμενε στην πανεπιστημιακή εστία και είχε τα δικά της νεανικά προβλήματα.
Όπως θα ανέφεραν και τα δελτία ειδήσεων, στην αγορά υπήρχε πλήρης επάρκεια αγαθών,
μέτριας όμως έως κακής ποιότητας. Και σε όποιο μαγαζί άρχιζε να διατίθεται κάποιο σπάνιο ή
εκλεκτό είδος, σχηματιζόταν αμέσως μια ουρά πολύ μακρύτερη από τη συνηθισμένη.

Γνωρίσαμε και μερικούς ακόμη πολιτικούς πρόσφυγες που ήταν χωρισμένοι σε δύο ιδεολογικά
στρατόπεδα, φανατικά αλληλομισούμενα. Παίξαμε τάβλι, ήπιαμε ούζο, φάγαμε ψωμί,
ντομάτα και ελιές, μιλήσαμε για την πατρίδα. Και καταλάβαμε καλά ότι η νοσταλγία μας
ήταν πολύ χλωμή μπροστά στη δική τους τραγωδία. Μερικοί είχαν πεθάνει, περιμένοντας την
άδεια να γυρίσουν.

Ακολούθησαν νέοι αποχαιρετισμοί, νέα δάκρυα, νέες ευχές για καλή αντάμωση στην πατρίδα.
Κι ένα βαγόνι που για μια φορά ακόμη μας έκοβε στα δύο. Βελιγράδι και επιβίβαση στον
συρμό της νομιμότητας, Μόναχο και νέα αλλαγή, Οστάνδη και πλοίο, Ντόβερ και άλλο
τραίνο, Λονδίνο και υπόγειος, τραίνο και Λούτον, λεωφορείο και σπίτι. Με την παρήγορη έως
ηδονική σκέψη ότι γυρίζουμε για να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας με την ξένη χώρα.

Μέσα απ’ αυτή την οπτική, η επαρχιακή πόλη της Αγγλίας μας φάνηκε σχεδόν φιλική, το
διαμέρισμά μας μια γλύκα. Δηλώσαμε αμέσως στην εταιρία την παραίτησή μας με
προειδοποίηση δύο μηνών και αρχίσαμε τις προετοιμασίες. Τότε ανέκυψε το θέμα του γάμου.
Ο αυτονόητος στην Αγγλία πολιτικός γάμος ήταν ακόμη νομικά ανυπόστατος στην Ελλάδα.
Καθώς δεν αντέχαμε άλλες ταλαιπωρίες, αναγκαστήκαμε να συμφωνήσουμε αναδρομικά με
τον φίλο που, το προηγούμενο φθινόπωρο, μας είχε επισκεφτεί για λίγο από το Παρίσι και μας
είχε συστήσει, απ’ το μεγάλο αγγούρι που θα τρώγαμε στην Ελλάδα, να προτιμήσουμε το πολύ
μικρότερο της Αγγλίας.

Απευθυνθήκαμε λοιπόν στην Αγία Σοφία του Λονδίνου, εκεί που έκαναν τις θρησκευτικές
τελετές τους τα μέλη της ελληνικής βασιλικής οικογένειας, εφοπλιστές και άλλοι επιφανείς,
ζητήσαμε να μας στείλουν τα αναγκαία πιστοποιητικά από την Ελλάδα, και μια μέρα
συζητήσαμε τα του γάμου με τον συμπαθητικό ιερέα της εκκλησίας. Ενώ μάταια
διαπραγματευόμουν κάποια μείωση του χρόνου της τελετής, η Σοφία, που το θεώρησε αγένεια
, με κλωτσούσε κάτω απ’ το τραπέζι. Ο ιερέας είπε ότι το σημαντικό ήταν η βούλησή μας να
ενωθούμε. Οι βέρες οπωσδήποτε χρειάζονταν αλλά οι μπομπονιέρες δεν ήταν απαραίτητες.
Όσο για τα στέφανα, η εκκλησία είχε ένα ζευγάρι που δάνειζε σε περιπτώσεις όπως η δική μας.

Το προκαθορισμένο Σάββατο λοιπόν, που ήταν και ηλιόλουστο, κατεβήκαμε στο Λονδίνο με το
τραίνο και, αφού κάναμε μια γύρα στην αγορά, βρήκαμε την εκκλησία κλειστή και καθίσαμε
στα σκαλάκια της. Είχαμε αγοράσει ένα ασημένιο δαχτυλίδι για τη Σοφία από πάγκο της
Όξφορντ Στρητ αλλ.ά δυσκολευτήκαμε να βρούμε κρίκο που να χωράει το δικό μου δάχτυλο.
Υποχρεωθήκαμε να καταλήξουμε σε ένα περίεργο δαχτυλίδι που διαλυόταν και, για να μην
έχουμε κανένα ατύχημα κατά την τελετή, το δέσαμε με μια τρίχα απ’ το πορτοκαλί αρκουδάκι
που μας είχε χαρίσει πριν τρία χρόνια η κυρία Πιου. Αυτό θα το δώσεις εσύ στον παπά, είπε η
Σοφία.

Σε λίγο εμφανίστηκε ο νεωκόρος και μας ρώτησε τι περιμέναμε. Για τον γάμο, ψιθυρίσαμε.
Μπα, είπε, δεν ήξερα ότι έχουμε γάμο σήμερα. Και πού είναι το ζεύγος των μελλονύμφων;
Εμείς είμαστε το ζεύγος, τον καταπλήξαμε. Περάστε τότε μέσα να αλλάξετε. Δεν έχουμε
τίποτα να αλλάξουμε, συνεχίσαμε απτόητοι, με αυτά θα παντρευτούμε. Δώστε μου τότε τα
δαχτυλίδια και τα στέφανα. Του εγχείρισα τα δαχτυλίδια, και, πριν συνέλθει από το σοκ, του
έδωσα τη χαριστική βολή, τονίζοντας ότι θα χρησιμοποιούσαμε τα στέφανα της εκκλησίας.

Δεν άργησαν να καταφθάσουν και οι κουμπάροι που, αυτή τη φορά, ήταν ο Γιώργος με τη
Λίτσα, με προσκεκλημένες τη Βιολέτα και τη Ρόζμαρι. Δεν θα ‘λεγα ότι υπήρξε κάτι άλλο
αξιοσημείωτο, εκτός από τις φράσεις που θυμάμαι στο κείμενο της εκκλησίας. Ευλόγησον την
παιδίσκην ταύτην, και, ευλόγησον τα εισόδους και τα εξόδους των. Όταν τελείωσε η τελετή, ο
ιερέας είπε χαμογελαστός, πολύ τον χάρηκα αυτόν τον γάμο, δεν είχε τίποτα το περιττό, σαν
τους πρώτους αποστολικούς γάμους. Δεν χάρηκε μόνον εκείνος αλλά κι εγώ που δικαιώθηκε η
ενστικτώδης μου συμπάθεια προς το πρόσωπό του.

Καταβάλαμε το προβλεπόμενα, λάβαμε το πιστοποιητικό του γάμου μετά πέντε χρόνια κοινής
ζωής με την παιδίσκην, μαζέψαμε το λιγοστά συμπράγκαλα και οδηγήσαμε κουμπάρους και
προσκεκλημένους σε παρακείμενο κυπριακό εστιατόριο, όπου τους κεράσαμε σουτζουκάκια με
ρωσική σαλάτα και τζατζίκι, ήπιαμε ρετσίνα στην υγειά μας και φάγαμε ένα μερακλίδικο
κανταϊφι.

Ο πρώτος γάμος μας ήταν με εκπρόσωπο του κράτους και ο δεύτερος με εκπρόσωπο της
εκκλησίας. Κάτω από τη διακριτική παρακολούθηση στρατού και αστυνομίας. Όμως εμείς
είχαμε τελέσει το μυστήριο πολύ νωρίτερα, σε κάποια ελληνική ακροθαλασσιά κι εκεί είχαμε
ανταλλάξει τους όρκους και τις υποσχέσεις μας. Με τη φυσική ενδυμασία μας και μόνοι με τη
γη, τη θάλασσα και τον ουρανό, τους γνήσιους εκπροσώπους του μεγάλου πνεύματος.

Πίσω στο κοιμισμένο Ντάνστεμπολ, εντείναμε τις προετοιμασίες για την οριστική αναχώρηση.
Καταχωρίσαμε δύο αγγελίες στη τοπική εφημερίδα, την πρώτη για να βρούμε νέο ενοικιαστή
και να μεταβιβάσουμε το ετήσιο συμβόλαιο που δεν είχε εκπνεύσει, και τη δεύτερη για να
εκποιήσουμε έπιπλα και σκεύη. Ταυτόχρονα, ειδοποιήσαμε τους δημόσιους οργανισμούς για
ηλεκτρικό και τηλέφωνο. Πήγα μια μέρα και στο αστυνομικό τμήμα του Λούτον για να
δηλώσω ότι φεύγουμε, λίγο πριν κλείσουμε τέσσερα χρόνια στην Αγγλία και πάρουμε την
κάποτε πολυπόθητη άδεια μόνιμης εγκατάστασης.

Στην Ελλάδα γυρίζετε; ρώτησε τυπικά ο ανοιχτόχρωμος αστυνομικός με κάπως βαριά
προφορά, ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στην ταυτότητά μου. Ωραία χώρα, πρόσθεσε
ευγενικά, παρά τη δικτατορία. Κι ύστερα με αιφνιδίασε. Ξέρετε, κι εγώ αλλοδαπός είμαι.
Αλήθεια; έκανα, κοιτάζοντάς τον με εύλογη δυσπιστία. Ναι, είμαι από τη Σκωτία, επιβεβαίωσε
κατηγορηματικά κι εγώ κούνησα το κεφάλι μου με κατανόηση.

Αποχαιρετίσαμε τον Παύλο και τη Μόλυ, τον Μύρωνα κα τη Ντίνα και τους υπόλοιπους
φίλους μας. Οι συνάδελφοί μου στο γραφείο ήταν ιδιαίτερα ευγενικοί και πολλοί με μακάριζαν
που γύριζα σε μια από τις χώρες των ονείρων τους. Ο Χάρι, ο Μπάρι, ο Μάικ και οι υπόλοιποι,
αλλά και ο Πόλντι, που ανέβηκε από το Λονδίνο, με τα θλιμμένα μάτια του και την
αυστριακή αρχοντιά κάτω απ’ το παλιό αδιάβροχο, και τα είπαμε πίνοντας τον τελευταίο
καφέ κάπου στην εξοχή. Ώστε αυτό ήταν, Τόλη. Αυτό ήταν, φίλε μου, τελείωσε. Ευτυχώς που
υπήρχες κι εσύ.

Ο κύριος Ντονέλ μού έγραψε μια συστατική επιστολή που στην αρχή νόμισα ότι αναφερόταν
σε κάποιο άγνωστό μου άτομο, σχεδόν ιδανικό. Και προσφέρθηκε να με συστήσει στον
Αμερικανό πρόξενο, στον Τομ Πάπας και σε άλλα σημαίνονται πρόσωπα στη Θεσσαλονίκη.
Ντράπηκα γιατί αυτοί ήταν απ’ τους στυλοβάτες της δικτατορίας. Δεν το έδειξα όμως, απλώς
τον ευχαρίστησα για όλα, του έσφιξα το χέρι και του είπα ότι δεν χρειαζόταν, η επιστολή του
έφτανε και με το παραπάνω. Την κράτησα από τότε στο παλιό πράσινο μπαούλο, ως ένα από
τα ενθύμια της ζωής μου στην Αγγλία, και δεν τη χρησιμοποίησα ποτέ.

Οι αγγελίες μας καρποφόρησαν αμέσως. Το διαμερισματάκι μας ήταν νόστιμο και το ενοίκιό
του λογικό, τα έπιπλα μας σχεδόν καινούρια και εμείς απόλυτα διατεθειμένοι να τα δώσουμε
όσο-όσο και να ξεμπερδεύουμε. Έτσι, ο χώρος άρχισε σταδιακά να απογυμνώνεται, όπως είχε
γίνει παλιότερα στην Αθήνα. Την τελευταία βραδιά πριν το ταξίδι της επιστροφής, δεν είχαμε
ούτε καν κρεβάτι και το μακρόστενο παράθυρο ήταν γυμνό αφού είχαμε ήδη διπλώσει τις
κουρτίνες.

Στρώσαμε στο πάτωμα κουβέρτες για να κοιμηθούμε χωρίς να προσέξουμε ότι ο ουρανός ήταν
από νωρίς φορτωμένος μαύρα σύννεφα. Κατά τα μεσάνυχτα, άρχισε ξαφνικά το πανηγύρι. Οι
αστραπές έλαμπαν σαν να εκτοξεύονταν πυροτεχνήματα σ’ ολόκληρο το διάστημα κι
ακολουθούσαν εκκωφαντικές ομοβροντίες κεραυνών. Πάνω απ’ το γκρίζο της πόλης και το
πιο γκρίζο της βροχής, το κόκκινο βαθύ διέγραφε απειλητικά σχήματα με αλλεπάλληλες
εκρήξεις σε δεκάδες σημεία τ’ ουρανού.

Μπροστά στο φαντασμαγορικό αλλά και τρομακτικό αυτό θέαμα, δεν βρήκαμε λέξη να
αρθρώσουμε και κάποια στιγμή πηδήξαμε ενστικτωδώς στον προθάλαμο για να
προφυλαχτούμε. Ίσως ήταν το σπάνιο καιρικό φαινόμενο που ονομάζεται καταιγίδα
κεραυνών, ίσως ο ουρανός να είχε εξοργιστεί που έχανε το θήραμά του, ίσως η χώρα να μας
έδιωχνε για ακόμη μια φορά. Μπορεί όμως και να ήταν μια γιορτή. Μια γιορτή
αποχαιρετισμού με αναμμένους όλους τους πολυελαίους για κάποιους ξένους που η χώρα
θεωρούσε πια δικούς της.

Στο φέριμποουτ από το Φόλκστοουν για το Καλαί και με ήρεμα νερά, κοίταζα το μεγάλο νησί
με τους ανθρώπους του, που εγκαταλείπαμε για πάντα, κι ένιωθα ένα πόνο ανεξήγητο.
Είχαμε γνωρίσει και είχαμε μοιραστεί την καθημερινή ζωή τους, τη χαρά και τη θλίψη, την
περηφάνια και τη μικρότητα, τη μοναξιά τους και τον θάνατο. Και πίσω μας αφήναμε
κομμάτια από τη γούνα μας κι ένα μικρό κομμάτι απ’ την ψυχή μας.

Κοίταζα και σκεφτόμουν τη φορά εκείνη που, γυρίζοντας απ’ την Ισπανία με Βρετανούς
συνταξιδιώτες, διασχίζαμε αντιστρόφως την μεγαλύτερη απόσταση απ’ την Οστάνδη ως το
Ντόβερ. Στη μέση της διαδρομής είχε ξεσπάσει μεγάλη θαλασσοταραχή. Το πλοίο ήταν μικρό
και τα τεράστια κύματα το χτυπούσαν αλύπητα και το έκαναν να σηκώνεται και να
βυθίζεται και κάποτε να στρέφεται απότομα αφήνοντας ανατριχιαστικούς ήχους. Τα ποτήρια
και τα πιάτα του μπαρ έπεφταν και γίνονταν θρύψαλα στο πάτωμα κι εγώ, που δύσκολα με
πιάνει η θάλασσα, είχα αγκαλιάσει τη Σοφία με ανοιχτά τα πόδια και της έλεγα στο αυτί να
κρατηθεί γιατί ο εμετός από ναυτία δεν ωφελεί σε τίποτα.

Όταν κοιτάξαμε τριγύρω, είδαμε ότι δεν είχε μείνει σχεδόν κανένας στο σαλόνι. Είπαμε τότε
να βγούμε για λίγο στο κατάστρωμα και να πάρουμε μια βαθιά ανάσα. Εκεί αντικρίσαμε
καμιά πενηνταριά Εγγλέζους να κάθονται άνετα στις πάνινες πολυθρόνες, αμίλητοι και με
σφιγμένα χείλη, και με τα μάτια καρφωμένα στο χαλκοπράσινο του ουρανού, ακριβώς στο
σημείο όπου λυσσομανούσε η καταιγίδα. Εύθραυστους γέρους και γριές με μια δαντελένια
ισπανική μαντίλα στον λαιμό, μεσήλικες αλλά και νέους και παιδάκια του δημοτικού
σχολείου. Κι όταν μου ξέφυγαν δυο λέξεις για τον χαλασμό, μερικοί με έβρισαν μέσα από τα
δόντια.

Τότε στενοχωρήθηκα και απόρησα, αργότερα κατάλαβα. Κατάλαβα αυτή τη χώρα καλύτερα
απ’ ό, τι αν διάβαζα όλα τα βιβλία της ιστορίας. Πέρα από τη δική μας πίκρα ή αγάπη,
κατάλαβα γιατί οι άντρες έβαφαν κατακόκκινες της εξώπορτες και σφύριζαν χαρούμενα μέσα
στη σκοτεινιά, γιατί οι γυναίκες φορούσαν καπέλα με πολύχρωμα λουλούδια. Χωρίς φωνές
και θρήνους, χωρίς μάταιες επικλήσεις, γιατί κρατούσαν όρθιο το κεφάλι και κοίταζαν
κατάματα την καταιγίδα.