Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλμπατζάλ ή πώς βούλωσα τα μεγάφωνα (1971). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλμπατζάλ ή πώς βούλωσα τα μεγάφωνα (1971). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2022

Αλμπατζάλ ή Πώς Βούλωσα τα Μεγάφωνα

Καθόμουν αναπαυτικά στην πολυθρόνα του γραφείου, πίσω απ' τα τζάμια, στο τέταρτο πάτωμα, στον κεντρικό απόκεντρο δρόμο, παρακολουθώντας αδιάφορα το πλήθος που πηγαινόφερνε στα μαγαζιά. Η βουή που ανέβαινε από κάτω, χαρμάνι από ομιλίες, κραυγές μικροπωλητών, κλάξον και φρεναρίσματα, το μπαστούνι του τυφλού της γωνίας, μου βασάνιζε ασυναίσθητα τ' αυτιά. Δουλειά δεν είχα τόσο το καλύτερο από μέρες τώρα είχα αποφασίσει, αντί να προσπαθώ ν' αυξήσω τα κέρδη, να μειώσω τις ανάγκες μου. Πάει κι αυτό το πρόβλημα, το κλώτσησα σαν άδειο κονσερβοκούτι κι ησύχασα.// ................................................................................................................................................................................................... Εκείνο όμως που τελευταία είχε καταντήσει κυριολεκτικά αφόρητο ήταν το ζήτημα της γλώσσας. Δυόμισι εκατομμύρια άνθρωποι σ' αυτή τη συφοριασμένη πολιτεία χρησιμοποιούν κάθε μέρα τις ίδιες λέξεις, τις ίδιες λέξεις κάθε μέρα, όχι βέβαια ότι τις ακούω απ' όλους αλλά είμαι σίγουρος ότι σηκώνονται το πρωί και λένε καλημέρα, χαίρετε, γεια σας, κι άλλες αηδίες, φθαρμένα υποδήματα, γάντια που τους έρχονται όλους κουτί, για δουλειές, για διασκέδαση, για το τίποτα, χρόνια φοράνε τα ίδια λερωμένα εσώρουχα. Λέξεις κολλημένες σα τρύπια δεκάρα στην άσφαλτο του καλοκαιριού που κανένας δεν νοιάζεται να πετάξει στον υπόνομο.// .......................................................................................................................................................................................................... Οι ξένες γλώσσες αποδείχτηκαν κι αυτές ανώφελες αφού κάθε τους λέξη μου θύμιζε την αντίστοιχη δική μας. Εξάλλου ήταν το ίδιο μεταχειρισμένες καθώς κυκλοφορούσαν σ' αμέτρητα ξένα στόματα. Και το χειρότερο όταν φτάναμε στις αόριστες έννοιες. Τότε πια κανένας δεν ήξερε τι ξεστόμιζε, πάντα με σοβαρό ύφος, ή άλλο έλεγε κι άλλο ήθελε να πει ή ακόμα άλλο ο άλλος καταλάβαινε. Μέσα σ' αυτή τη βαβυλωνία, άρχισα να μην αισθάνομαι καθόλου καλά, οι λέξεις με γρονθοκοπούσαν ασταμάτητα, ένιωθα κάθε μέρα και πιο ματωμένος, έτρεχα στον καθρέφτη κι αντίκριζα την ίδια παράξενη, αγωνιώδη φάτσα χωρίς ίχνος αίμα. Μέχρι που βαρέθηκα.// ...................................................................................................................................................................................................... Έπρεπε να βρω κάποιον τρόπο να φιμώσω τα μεγάφωνα πριν μου στρίψει ολότελα, πάντοτε υποπτευόμουν ότι ένα ποσοστό τουλάχιστον τρέλας μούχανε φορτώσει οι πάσης φύσεως πρόγονοί μου. Από μικρό μ' έτρωγε το σαράκι της φυγής, τ'αλήτικο αίμα μου, οι πολλές μεταναστεύσεις των προπατόρων μου. Μα τούτο το πρόβλημα φυγή δεν σήκωνε, με χτυπούσε κάτω σαν χταπόδι, η μόνη λύση ήταν το στούμπωμα, αλλά πώς; ................................................................................................................................................................................................................. Η πόρτα του γραφείου χτύπησε, μπήκε κάποιος μεσόκοπος. - Έχω κάτι για μετάφραση, μουρμούρισε κουνώντας ένα χαρτί. Τότε μου κατέβηκε η σωτήρια ιδέα. - Αλμπατζάλ, ψιθύρισα. - Ορίστε; παραξενεύτηκε. - Αλμπατζάλ, αλμπατζάλ.// ...................................................................................................................................................................................................... Έκανε δυο βήματα προς τα πίσω κοιτάζοντας δεξιά, αριστερά. Τον κάρφωσα με το βλέμμα. - Αλμπατζάλ, βρυχήθηκα. Τόβαλε στα πόδια. ....................................................................................................................................................................................................... Νιώθω τώρα απέραντη ανακούφιση. Σ' οποιοδήποτε φωνητικό κατασκεύασμα μου πετάξουν κατάμουτρα, έχω την μαγική μου λέξη σαν χούφτα λάσπη που μ' ευστοχία βουλώνει τα μεγάφωνα. Αλμπατζάλ είναι το σύμβολο μου, το όπλο κι η παρηγοριά μου. Μπορεί βέβαια εύκολα να φανταστεί κανείς τις συνέπειες αλλά, αλμπατζάλ, μήπως μπορούμε ποτέ να συνεννοηθούμε πραγματικά; .................................................................................................................................................................................................... Συνήθισα και τα περίεργα βλέμματα, και το κούνημα του κεφαλιού, και τους φίλους μου που τελευταία είναι τρομερά απασχολημένοι. Μόνον εγώ περνάω τώρα το κατώφλι του γραφείου ή κάποιος έρανος για τους τυφλούς. Στις φλέβες μου όμως κυλάει μια απέραντη γαλήνη. Ξέρω ότι είμαι ο άνθρωπος που φάνηκε επιτέλους συνεπής στη ζωή του. ......................................................................................................................................................................................................... (από τη συλλογή διηγημάτων Αλμπατζάλ, 1971)

Σάββατο 11 Ιουλίου 2015

Άγχος στο Δυτικό Λονδίνο


ένα σιδερένια καράβι
στην πλατεία μας περιμένει
καρφωμένο
με λεπτούς ναύτες χωρίς μάτια
αμίλητοι θα ταξιδέψουμε
η ζωή μας θα γλιστράει δίπλα
αφήνοντας την ψευδαίσθηση της κίνησης
                              (Οι άταφοι, 1966)


          Ένα μαυροπούλι με κίτρινο ράμφος κρέμεται στο κλαδί του δέντρου. Απ' το σπασμένο τζάμι περιεργάζομαι τον έξω κόσμο, καθισμένος αναπαυτικά στη λεκάνη. Το γκρίζο διάγραμμα των σπιτιών και πίσω απ' τις σοφίτες το πάρκο όπου το καλοκαίρι παίζι κάθε Κυριακή η ορχήστρα του δήμου. Μια λυγερή αφρικάνα απλώνει πολύχρωμα εσώρρουχα. Η έβδομη στέγη στη σειρά είναι κατάφορτη γλάστρες κόκκινες, πορτοκαλιές και πράσινες. Η βροχή άρχισε να ξαναπέφτει σε ριπές. Τα ρούχα κυματίζουν. Κάποιος πίνει καφέ απέναντι. Βράδιασε ήδη.        
          Φυλάω την επιστροφή στα βάθη του νου σαν φιλάργυρος που ξέρει ότι ο θησαυρός του αυξάνει σ' αξία αλλά ταυτόχρονα φοβάται μήπως, ανοίγοντας μια μέρα το σεντούκι, ανακαλύψει ένα σωρό ξερά φύλλα. Ώρες ατέλειωτες της ξενητιάς, ώρες ατέλειωτες των χαμένων ψευδαισθήσεων. Γεύση σπατάλης που παραμονεύει αδίστακτα όσους ανόητα μετρούν τον χρόνο.

          Έίμαι στη άκρη του σκοινιού, αφέθηκα να γλιστρήσω χρόνια τώρα, κι έχω ανάγκη ενός θαύματος, οι μικρές αποφάσεις είναι πια ανώφελες, καθυστερούν μόνο την ηχηρή πτώση. Όσο πιο απεγνωσμένα ζητάω αυτή τη λύση, τόσο πιο απίθανη φαίνεται και η λογική μου λέει πως είναι αδύνατη.  Κάποτε με μάγευε να περπατάω άσκοπα στους δρόμους του Λονδίνου, ν' αφήνομαι στη γοητεία των χρωμάτων, ανάμεσα σε ανθρώπους άγνωστους κι αδιάφορους. Σέρνοντας τα πόδια σε σωρούς ξερά φύλλα κι αναμετρώντας τη σιγή ομοιόμορφων σπιτιών. Μ' άπληστα μάτια καλωσόριζα τις καταπράσινες πεδιάδες της Αγγλίας, τις πολιτείες που ανταπέδιδαν οπτικά σήματα στο βουητό του τραίνου.

           Πρωί και στον υπόγειο διαβάζω τρεις φορές τις διαφημίσεις, διαπιστώνω λύνοντας το σχετικό τέστ ότι θα μπορούσα να γίνω προγραμματιστής ηλεκτρονικών υπολογιστών, μετράω τ' αποτσίγαρα στο δάπεδο. Χρονομετρώ προσεκτικά το διάστημα απ' τον ένα σταθμό στον άλλο, αφαιρώ εκείνους που μπαίνουν από το δεξιά πόρτα από εκείνους πυυ βγαίνουν από την αριστερή και καταλήγω σε αρνητικό αριθμό.
          Στην έξοδο ξαφνικά συνέρχομαι. Και τώρα; Να πάω στο γραφείο, επιμένει μια κουτή φωνή. Φύγε, μια άλλη με παρακινεί με αιώνια ανεπιτυχή  αφροσύνη. Αποτέλεσμα η μόνιμη καθυστέρηση. Και οι ζαλάδες. Οι πόνοι στο στήθος. Τα χαπάκια. Μπορεί βέβαια να οφείλονται και στον καιρό.
          Θάρρος, λέω μέσα μου στο ασανσέρ.Κάνε κάτι, σκέφτομαι ανοίγοντας τα συρτάρια. Χτυπάει το τηλέφωνο και παραλίγο να απαντήσω ελληνικά. Στηρίζω το αριστερό μου πόδι στο κάτω συρτάρι κι αναβάλλοντας τους ηρωισμούς επανέρχομαι στην πραγματικότητα. Μια μέρα ακόμη μείον.

           Το μεσημέρι τρώμε σάντουιτς στο Χάιντ Παρκ. Έστω κι αν βρέχει. Έχω αποκτήσει την ικανότητα να επισημαίνω αμέσως τα στεγνά κομμάτια κάτω από τους κορμούς της προτιμήσεώς μου.  Σήμερα κάνει μια απολαυστική λιακάδα και για άπειρη φορά παρακολουθώ τις χήνες να γλιστράνε στο νερό και να καταδύονται. Κάποιος έχει προσελκύσει καμιά εικοσαριά μοιράζοντας κομματάκια ψωμί. Οι θόρυβοι της τεράστιας πολιτείας φτάνουν σαν πυροβολισμοί σε μαξιλάρι κι οι μυρωδιές ευνουχισμένες. Χρειάζεται μεσογειακό, βαρβαρικό σπέρμα να ηλεκτρίσει τον υποτονικό ρυθμό, να διαρρήξει τις ραφές και τις παρυφές της γαλήνης.
            Γυρίζουμε στο γραφείο. Αρχίζω να σκαλίζω τους φακέλους και πάλι λες και ψάχνω κάτι ενδιαφέρον. Κατά διαστήματα πάω στην αίθουσα του βάθους και πιάνω συζητήσεις πάνω σε άσχετα θέματα με τον αυστριακό συνάδελφο κι ένα μεσήλικα αμερικανό.

            Τους τελευταίους μήνες είμαστε χωρίς τηλεόραση.Είχε παραπαλιώσει. Τώρα μας λείπει η καθημερινή μας δόση. Η τηλεόραση και το τσιγάρο συνεργάζονται αρμονικά κι ευνουχίζουν το άτομο. Παγώνουν το σπέρμα, σε μετατρέπουν σε παθητικό, εξαρτημένο ελατήριο.
            Μπροστά μας ένας μακρύς χειμώνας. Πρέπει να τον περάσουμε μ' εγκαρτέρηση, σαν φαγητό ανούσιο που καταπίνεις για να σε δυναμώσει ή για να μετρήσεις τη διάρκεια της ανοχής και της αντοχής σου. Ελπίζοντας σε κάποια ανταμοιβή.

             Συμβιβαστήκαμε με την ιδέα ότι θα μείνουμε άλλους έξι μήνες στη σοφίτα. Κολλήσαμε αποκόμματα εφημερίδων και φωτογραφίες στους τοίχους. Αγοράσαμε δυο-τρεις δίσκους. Βουλώσαμε τις χαραμάδες με κουρελόπανα. Δημιουργήσαμε ένα μικρό απόθεμα νομίσματα για τον μετρητή του γκαζιού.
             Χτες βράδυ ξυπνήσαμε αλαφιασμένοι από ένα μπλε φως που αναβόσβηνε στο κιτρινισμένο από την πολυκαιρία χαρτί του τοίχου. Σκαρφαλώσαμε στο παράθυρο. Δυο πυροσβεστικές αντλίες κι άνθρωποι με πολύχρωμες στολές. Λες κι είχαν ξεπηδήσει από παιδική φαντασία. Άσκηση ετοιμότητας. Φωτιές δεν καίνε στη γειτονιά μας ούτε για τους πυροσβέστες.

              Στη χαύνωση μεταξύ ύπνου και ξύπνου, κοντά οχτώ η ώρα το πρωί, έφτασαν δυνατές φωνές από το κεφαλόσκαλο. Αρνήθηκα στην αρχή να αντιδράσω αλλά τελικά άνοιξα τα μάτια.
               - Όχι εσένα, τον άντρα, τον άντρα, ακούστηκε η στριγγή φωνή της ιρλανδέζας.
               - Τι στο διάολο της ήρθε πρωί πρωί;
               Τίναξα τα σκεπάσματα κι έψαξα τις παντόφλες. Με δυσκολία μπήκαμε στο δωμάτιο του πατέρα της.
                Ο ταλαίπωρος ο γεράκος είχε πέσει τη νύχτα απ' το κρεβάτι κι έφραζε την πόρτα. Τον θυμάμαι ακόμη τόσο έντονα. Στο πρόσωπό του μια έκφραση δέους κι απορίας. Παγεράδα στα μάτια ποι κοιτούσαν χωρίς να βλέπουν. Το στόμα του έχασκε ορθάνοιχτο μ' ένα μοναδικό δόντι σαν φύλακα σ' έρημο δεσμωτήριο.
               - Σήκωσέ τον να τον βάλουμε στο κρεβάτι, πρόσταξε η νοικοκυρά.
               ¨Πήρα μηχανικά το λιπόσαρκο σώμα στην αγκαλιά και το απέθεσα στα σεντόνια. Είχε κιόλας ξυλιάσει. Όταν προσπαθούσαμε να ισιώσουμε τα πόδια και πατούσαμε τα γόνατα, σηκώνονταν από τη μέση κι επάνω. Κείνη ακριβώς τη στιγμή της υπέρτατης αμηχανίας, εισόρμησε η γριά.
               - Τι συμβαίνει; τσίριξε.
               - Της εξήγησε με μισόλογα.
               - Θα του δώσω το φιλί της ζωής ... φέρε λίγο κονιάκ .. τώρα θα συνέλθει ...
               - Μαμά, έσκουξε με προσποιητή οδύνη η ιρλανδέζα, νομίζω ότι ... πέθανε.
               - Σώπα, μη λες τέτοια πράγματα, την έκοψε η γρια σαν να είχε ειπωθεί κάτι ανήκουστο.
               Ακολούθησαν στιγμές απερίγραπτες. Η γριά πάσχιζε να του δώσει πνοή με το σουρωμένο στόμα της, του έτριβε το στήθος και τα πόδια, τον μάλωνε.
                - Δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό, δεν θα μ' αφήσεις μόνη. Γιατί δεν με φώναξες να σε βοηθήσω;
                Κρυφά, διστακτικά, σαν παρείσακτος, βγήκα από το δωμάτιο κι ανέβηκα επάνω. Ύστερα από ένα τέταρτο, άκουσα τη βαριά,επίσημη φωνή του γιατρού  Το περασμένο βράδυ από τη λαϊκή γειτονιά μας είχε περάσει ο άγγελος του θανάτου./

               Η δεξιά βρύση στάζει με ρυθμό δέκα σταγόνες το λεπτό, η αριστερή μόνον επτά. Κάθε τόσο συντονίζονται και μπερδεύονται με τους χτύπους του ρολογιού. Στο τραπέζι είναι αφημένο ένα σκουριασμένο ανοιχτήρι κονσέρβας.
               Η τελευταία μύγα του καλοκαιριού βγήκε από το παράθυρο. Αθόρυβα που πεθαίνουν οι μύγες. Ανακουφιστικά. Χάνονται μια στιγμή, παύουν να υπάρχουν.
               Σε λίγο θα ακούσουμε για το εμπορικό ισοζύγιο, τις παρελάσεις των καθολικών από τις συνοικίες των διαμαρτυρομένων ή των διαμρτυρομένων από τις συνοκίες των καθολικών και την άνοδο ή πτώση της στερλίνας. Θα μας δοθούν ακριβείς στατιστικές για τα θύματα του πολέμου και της αβιταμίνωσης. Θα μάθουμε πόσοι τραυματίστηκαν στις πορείες διαμαρτυρίας, πόσοι επισκέφτηκαν το νεογέννητο αρκουδάκι στον ζωολογικό κήπο.
               Πρέπει να κατεβάσω τις σακκούλες με τα σκουπίδια. Σήμερα έληξε η απεργία. Χτες ήταν οι δάσκαλοι, αύριο οι ανθρωκωρύχοι. Πολύ τις συνηθίσαμε τις απεργίες.
                Ώρα να λύσω το σταυρόλεξο της βραδινής εφημερίδας. Θα αρχίσω δεκαπέντε δευτερό-λεπτα πριν για να καλύψω τον χρόνο που χάνω καπνίζοντας και πίνοντας καφέ. Απόλυτη τιμιότητα στη λύση των σταυρολέξων. Το ρεκόρ στέκει στα οκτώ λεπτά και τριάντα δεύτερα. Τις τελευταίες δέκα μέρες μετατοπίσαμε τέσσερις φορές το ετοιμόρροπο κρεβάτι μας, τις ντουλάπες και το κομο-δίνο με το καταθλιπτικό καφέ χρώμα. Κάποια αλλαγή.

                Θυμάμαι τον Πλατεία Δικαστηρίων βουτηγμένη στη βροχή, τη θαμπή πινακίδα  του αστυνομικού τμήματος.Ακουμπούσα το μέτωπο στο τζάμι και ώρα πολλή με υπνώτιζε η ερημιά του τοπίου. Τα μελαγχολικά μέγαρα που λες και δεν κατοικούνταν από ανθρώπους με σάρκα και οστά αλλά από στοιχειά με λούκια γιά φλέβες και καρδιά μιαν υδραντλία. Η βροχή κατέβαζε πέτρες και λάσπη απ' την πάνω πόλη και τ' απίθωνε στα πόδια μας, να φτιάξουμε χαβούζες, να τσαλα-βουτήσουμε με απόλαυση. Σ' ολόκληρη την κατοπινή ζωή μου δεν ένιωσα τόση ευτυχία. Ονόματα θολά, μορφές τυφλές, σβησμένες στον πηγαιμό του χρόνου.

                Σήμερα έχουν απεργία οι οδηγοί του υπογείου και φάλαγγα κατ' άτομο η ουρά σε κάθε στάση λεωφορείου. Το δελτίο ειδήσεων της προηγουμένης μας είχε προειδοποιήσει και, μια και υπήρχε ατράνταχτη δικαιολογία, σηκωθήκαμε λίγο αργότερα. Παίρνουμε τον δρόμο με τα πόδια, μετά κουρασμένοι πηδάμε σε περαστικό λεωφορείο. Κατεβαίνουμε ένα χιλιόμετρο πριν το γραφείο και μ'αργό βήμα φτάνουμε την ώρα του καφέ.
                Επιστρέφοντας το βράδυ, μια είδηση στην εφημερίδα τραβάει την προσοχή μου. Διάσημος καθηγητής τίθεται επικεφαλής της ομάδας που είναι υπεύθυνη για τον χειρισμό τεράστιου υπό κατασκευή τηλεσκοπίου, προορισμένου να συλλάβει μηνύματα που εκπέμφθηκαν από τα άκρα του σύμπαντος πριν οκτώ δισεκατομμύρια χρόνια και ταξιδεύουν προς τη Γη με την ταχύτητα του φωτός. Δεδομένού ότι η Γη δημιουργήθηκε πριν μόλις τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια, τα μηνύματα προηγούνται κατά πολύ της υπάρξεώς της.
                Η ιδέα με συναρπάζει. Πρέπει να εξετάσω το θέμα εξαντλητικά, να επισημάνω τις δυνατότητες και να προχωρήσω αμέσως. Παραμερίζω τους φυσικούς περιορισμούς και παραβλέπω τις ανθρώπινες αδυναμίες. Λεπτομέρειες ασήμαντες όταν υπάρχει η καύσιμη ύλη.

               Το επόμενο πρωί, η διαδικασία ξυρίσματος, πλυσίματος, ντυσίματος και δουλειάς μου φαίνεται ακόμα πιο ανιαρή. Είναι ευτυχώς Παρασκευή. Το Σάββατο παίρνω τη μεγάλη απόφαση. Μεσάνυχτα παρά πέντε βγαίνω στη στέγη από το παράθυρο της κουζίνας. Χαμηλός κάθιδρος ουρανός με βαθύχρωμες ανταύγειες.Ούτε ένα άστρο. Από μακριά ακούγονται φωνές και τραγούδια. Βαθιά εισπνοή. Το μέτωπό μου καίει. Είμαι ωστόσο ήρεμος. Το βάρος και ο πόνος στο στήθος έχουν εξαφανιστεί. Η τροχιά της ζωής μου παίρνει απροσδόκητη κλίση. Είναι έτος πρώτο, μήνες πρώτος, μέρα και ώρα πρώτη. Πρώτο λεπτό και δευτερόλεπτο χωρίς παρελθόν ή μέλλον.
              Κατέχομαι στην αρχή από κείνη την ανατριχιαστική αίσθηση της πτώσης και της προσμονή της αναπόφευκτης πρόσκρουσης, που αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο πολλών ονείρων. Μα αυτή είναι εκπλήρωση ονείρου. Διασχίζω το διάστημε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και βλέπω τη γη να απομακρύνεται στο χάος. Με προσμένουν άγνωστοι κόσμοι, άστρα μυριάδες. Πλανήτες και διάττοντες. Άφωνα, λαμπερά ουράνια σώματα. Ηλιακά συστήματα και γαλαξίες. Νεφελοειδείς απροσμέτρητοι. Θα κινηθώ ελεύθερα πάνω από ζωή και θάνατο. Το σώμα μου βέλος που εκτο-ξεύτηκε στο διάστημα, αφήνοντας το ανθρώπινο πάθος στον γνωστό τόπο και χρόνο. Θα δεχτώ τη μουσική του απείρου και θα συμμετάσχω συνειδητά στη λειτουργία του.  Θα αγγίσω αόρατος μέχρι τώρα διαστάσεις.

               Όταν φτάσει στο τέρμα του ανθρώπινου δρόμου, το αποκορύφωμα του παραλόγου, και συνεχίσεις να κινείσαι, δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Έσπασα με μια τελειωτική κίνηση τον φλοιό της ζωής με την απόφαση που η καρδιά μου διψούσε χρόνια ατέλειωτα. Πήδηξα στο κενό μια σπάνια στιγμή που ατόνησαν οι φυσικοί νόμοι, πραματοποίησα ένα τεράστιο άλμα στην αγκαλιά του απεριόριστου.Ταξιδεύω με ταχύτητα μεγαλύτερη από το φως γιατί εκείνο πυρετό δεν έχει. Κάποτε θα συναντήσω το μήνυμα που ταξιδεύει απο τα μύχια του σύμπαντος και όταν το αποκρυπτογραφήω, θα εξαφανιστώ οριστικά, ηδονικά, αδιάφορα στο χάος.

                                       Το φως των ματιών σου πίσω στη Γη
                                       Πώς θα διασχίσω το άπειρο
                                       Για τ' όραμα του πυρετού μου
                                       Χωρίς τις άκρες των δαχτύλων σου;

              Περνάω σφυρίζοντας τη σελήνη με τ' ανθρώπινα απορρίματα. Μάταια κατασκευάσματα με το ανάλογο μέτρο φαντασίας. Πώς μπορείς να πραγματοποιήσεις το ατέρμονο ταξίδι με υλικά πεπερασμένα, με διασπασμένη την εσωτερική ενότητα και κατατμημένο το τραγούδι του ακατα-μέτρητου; Το τραγούδι από μυριάδες χορδές που ενώνουν άστρο με άστρο.
               Πρώτος σταθμός ο ζωοδότης ήλιος. Θα αναβαπτισθώ στη φλεγόμενη μάζα του και, από ήλιο σε ήλιο, θα καλύψω το άπειρο. Τόσα χρόνια δεχόμουνα ελάχιστο μέρος της ακτινοβολίας του, τώρα θα πληρωθούν τα σωθικά μου/Φως και φωιά, θερμοκρασία τριανταπέντε εκατομμυρίων βαθμών θα με υπερφορτίσει μέσα στη μήτρα της ενέργειας. Πλέω στη φωτόσφαιρα ηδονικά. Περνάω μέσα σπό τη χρωμόσφαιρα και αναπνέω αέρια ζωογόνα. Χάνομαι.  Αναλύομαι στα συστατικά μου στοιχεία. Φλέγομαι, πυρώνομαι, ρευστοποιούμαι. Μετατρέπομαι κι ανασχηματίζομαι πιοτερο ακέραιος παρά ποτέ. Αποθηκεύω ενέργεια. Η καρδιά μου διαστέλλεται, γίνεται πηγή και κινητήρια δύναμη. Τα μπράτσα μου χαλυβδώνονται, αρπάγες του ανέγγιχτου. Ο εγκέφαλος φορτίζεται, φλογίζεται, πάλλεται σαν χορδή έτοιμη να δεχτεί άγγιγμα και να δώσει μουσική. Ξαναγεννιέμαι. 
                

Σάββατο 25 Απριλίου 2015

Πέντε εκδοχές για μιαν ασήμαντη παράβαση


Το τραίνο είχε αφήσει πίσω την πολιτεία και γλιστρούσε στις ράγες με ολοένα αυξανόμενη ταχύτητα. Μπαμπακερά σύννεφα αιωρούνταν στον ουρανό κι άλλαζαν σχήμα με κάθε πνοή του ανέμου.

Κύριος            :  Απαγορεύεται το κάπνισμα.
Καπνιστής      :  (Προσηλωμένος έξω απ' το παράθυρο) ...
Κύριος            :  Είπα απαγορεύεται το κάπνισμα.
Καπνιστής      : ... το κάπνισμα.
Κύριος            :  Ασφαλώς.
Καπνιστής      :   Και τι θέλετε;
Kύριος            :  (Δείχνοντας με ανυπομονησία τη σχετική πινακίδα): Να σβήσετε το τσιγάρο.
Καπνιστής       :  Αμέσως (Ρίχνει τη γόπα κάτω και ανάβει άλλο τσιγάρο).
Kύριος            :  Είστε θρασύς. Θα αναγκαστώ να φωνάξω τον ελεγκτή.
Καπνιστής      :  (Τραβάει βαθιά ρουφηξιά) ...

Ο κάμπος γυμνός, θερισμένος, και στο βάθος του ορίζοντα γκρίζα, πετρώδη βουνά. Απόγευμα προχωρημένο.

Ελεγκτής      : Παρακαλώ να σβήσετε το τσιγάρο. Να μην ξανακαπνίσετε παρά μόνον στον διάδρομο. Καπνιστής    : Και να χάσω τη θέα;
Ελεγκτής      : Μα γιατί το κάνετε αυτό;
Καπνιστής    : Θέλω να μελετήσω τις αντιδράσεις σας.
Ελεγκτής     :  Θα καλέσω την αστυνομία.
Καπνιστής    : Υπάρχει στο τραίνο;
Ελεγκτής       : Αν συνεχίσετε, θα το διαπιστώσετε αμέσως.
Καπνιστής     : Επιθυμώ να το διαπιστώσω πέρα από κάθε αμφιβολία.

Η αμαξοστοιχία μπήκε σε τούνελ. Έντονη μυρωδιά από θειάφι πλημμύρισε το κουπέ.

Αστυνομικός :  Τα στοχεία σας.
Κύριος           : Να του΄κάνετε μήνυση.
Αστυνομικός  : Γνωρίζω καλά τα καθήκοντά μου. (Στον Καπνιστή): Την ταυτότητά σας.
Καπνιστής     :  (Κάνει ότι ψάχνεται) : Φαίνεται ότι την ξέχασα.
Αστυνομικός:  Ταξιδεύετε χωρίς ταυτότητα; Είναι ανήκουστο.
Κύριος          :  Θα είναι ύποπτος.
Καπνιστής     :  Όταν συγκρίνω τον εαυτό μου με την ταυτότητα, δεν βρίσκω και μεγάλη ομοιότητα.
Κύριος           : Ομολογεί ότι έχει πλαστή ταυτότητα.
Αστυνομικός :  Πώς λέγεστε;
Καπνιστής     :  Αντώνης.
Αστυνομικός    Επίθετο.
Καπνιστής       :Όχι, όνομα.
Αστυνομικός  :(Έντονα): Πώς είναι το επίθετό σας;
Καπνιστής      : Αντωνίου.
Αστυνομικός  : Διεύθυνση;
Καπνιστής       ΄Ανευ μονίμου.
Αστυνομικός  : Επάγγελμα;
Καπνιστής      : Άνευ μονίμου.
Ελεγκτής        : Είναι σαφώς ύποπτος.
Αστυνομικός  : Γιατί δεν συμμορφωθήκατε με τη σύσταση του Ελεγκτού;
Καπνιστής      : Πάσχω από ανίατη ασθένεια, τι είναι μια μικρή παράβαση;
Αστυνομικός   : Λυπάμαι αλλά θα με ακολουθήσετε στο τμήμα μόλις φτάσουμε στην πόλη.
Καπνιστής       : Και μέχρι τότε;
Αστυνομικός   : Θα παραμείνετε στο κουπέ.
Καπνιστής       : Δεν έχω καμία διάθεση να βγω.
Αστυνομικός    (Εκνευρισμένος): Δεν με ενδιαφέρουν οι διαθέσεις σας.
Καπνιστής       : (Ανάβει τσιγάρο) ...
Κύριος-Ελεγκτής (Με μια φωνή) : Καπνίζει πάλι !!
Αστυνομικός     (Χάνει την ψυχραιμία του και τεντώνει το δάχτυλο): Να πάψεις να καπνίζεις. Δεν επιτρέπεται.
Καπνιστής      (Φσάει τον καπνό): Δεν έχετε άδικο.
Αστυνομικός  (Μην μπορώντας να συγκρατηθεί, του αφαιρεί το τσιγάρο και το πετάει έξω από το παράθυρο):      Θα σου δείξω εγώ.
Κύριος           : Μπράβο.
Καπνιστής      (Τους δείχνει μια άλλη επιγραφή): Σύμφωνα με τους κανονισμούς, απαγορεύεται να πετάτε αναμμένα τσιγάρα έξω από το τραίνο. Θα προκαλέστε πυρκαϊά.
Ελεγκτής      : Τι να πει κανείς; Άμα δεν υπάρχει συνείδηση.

Στο μεταξύ, αρκετοί περίεργοι κάνουν σχόλια στον διάδρομο. Ο Καπνιστής ανάβει πάλι τσιγάρο και καπνίζει αδιάφορα  κοιτάζοντας το τοπίο.

Επιβάτης      : Μα γιατί δεν βγαίνετε στον διάδρομο να καπνίσετε;
Καπνιστής    : Είμαι υπό κράτηση. Δεν ακούσατε τον κύριο αστυνομικό;
Επιβάτες       : Είναι υπό κράτηση !
Αστυνομικός  (Επεμβαίνει): Σας παρακαλώ να επιστρέψετε στις θέσεις σας.

(Φεύγουν οι επιβάτες και ο ελεγκτής. Ο αστυνομικός κάθεται κοντά στην πόρτα).

Καπνιστής      (Aνοίγει το πακέτο και το απλώνει στον αστυνομικό): Τσιγάρο;
Αστυνομικός: Δεν έχετε συναίσθηση της θέσης σας; Αδυνατώ να εξηγήσω τη συμπεριφορά σας.
Κύριος         :  Είστε αναρχικός;
Καπνιστής    :  Τι θα λέγατε αν κάποιος συνένοχός μου λήστευε τους επιβάτες ενώ είσαστε απασχολημένος μαζί μου;
Αστυνομικός   (Χαμογελάει ανήσυχα) : Χμ ...

Τρία διαπεραστικά σφυρίγματα, το τραίνο έκοψε για λίγο ταχύτητα και ξεχύθηκε πάλι στην πεδιάδα. Το φεγγάρι φάνταζε κατακόκκνο στο διάστημα.

Καπνιστής     :  Σε λίγη ώρα φτάνουμε.
Kύριος           :  Και τότε επιτέλους θα δώσετε λόγο των πράξεών σας.
Καπνιστής      : Μη γίνεστε μελοδραματικός. Ένα πρόστιμο είναι. Πόσο πιο συναρπαστικό όμως να ήμουν κι εγώ αστυνομικός και να σας παρακολουθούσα για εμπόριο ναρκωτικών !
Κύριος              (Ταραγμένος): Εμένα;
Καπνιστής      :  Ναι, δεν έρχεστε από τα σύνορα;
Κύριος            : Τι σχέση έχει το κάπνισμα;
Καπνιστής       : Το αντιπαθείτε παθολογικά. Ήθελα την παρουσία του οργάνου χωρίς να υποπτευθείτε τίποτα.
Κύριος            : Δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Καπνιστής      :  Ούτε ότι αντιπαθείτε το κάπνισμα;
Κύριος            : ... ναι, βέβαια.
Καπνιστής      :  Δεν λέγεστε Οσμάν Σουλεϊμάνοβιτς;
Κύριος            : Πώς ξέρετε το όνομά μου;
Καπνιστής      :  Είναι στη βαλίτσα. Εκείνη την παραφουσκωμένη. Πολλά στοιχεία εις βάρος σας, κύριε Οσμάν. Ακόμη και η παρεμπόδιση αστυνομικού οργάνου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος.
Κύριος           : Το κάπνισμα;
Καπνιστής      :  Βεβαίως.
Κύριος            : Μα δεν είστε αστυνομικός.
Καπνιστής      : Δεν εξετάζουμε την πραγματικότητα αλλά τις δυνατότητες.

Το τραίνο έφτασε στον σταθμό. Συνωστισμός στον διάδρομο και φωνές μικροπωλητών.

Αστυνομικός : Ακολουθείστε με.
Καπνιστής     : Θα έρθει και ο Οσμάν;
Αστυνομικός : Ναι, ως μάρτυς.
Καπνιστής     : Θα το πάρουν είδηση οι δημοσιογράφοι;
Αστυνομικός :  Ένα πταίσμα;
Καπνιστής     :  Μην υποτιμάτε τη δύναμη της διαφημίσεως. Φανταστείτε τους τίτλους των εφημερίδων : ΦΑΝΑΤΙΚΟΣ ΚΑΠΝΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΚΑΣ ΧΨ ΑΓΝΟΕΙ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ. Εντυπωσιακό !
Αστυνομικός : Μη μου πείτε τώρα ότι αυτός ήταν ο λόγος.
Καπνιστής     : Ο λόγος; Ποιος μπορεί να τον ξέρει;  Μόνον εκδοχές υπάρχουν, πιθανότητες, ποσοστά. Και πίσω από την κάθε μια, άλλες τόσες.
Αστυνομικός : H αλήθεια όμως είναι μία.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Ο Χαχόλος


        Δυο βήματα απ' τον υπόγειο, έλεγε η αγγελία. Η σήραγγα μαύρη απ' την καπνιά, γεμάτη συνθήματα, επικλήσεις, ονόματα. Στην έξοδο ένας μικρός πουλούσε ελληνικές εφημερίδες.
       - Θα πάρετε το νούμερο οχτώ, απέναντι.
        Δέκα λεπτά με το λεωφορείο και πέντε με τα πόδια και φτάσαμε. Ένα ηλικιωμένο κεφάλι με κούκο πρόβαλε στο παραθυράκι της σοφίτας. Τράβηξα το δάχτυλο από το κουδούνι.
         Ακούστηκαν ρυθμικοί κρότοι στην ξύλινη σκάλα κι η βαρειά πόρτα άνοιξε. Στρόγγυλο πρόσωπο κακοξυρισμένο, χοντρά κανονικά χαρακτηριστικά,  ρούχα δουλειάς΄με μπογιές, σκόνες και λεκέδες. Κρατούσε μια αρμαθιά κλειδιά.
         - Μας στέλνει ο κ. Γκραντ.
         - Ναι, ναι, εντάξει, μουρμούρισε σαν να μονολογούσε. Είναι η καγκελωτή πόρτα απ' την άλλη πλευρά.

         Το σχετικά φτηνό ενοίκιο της Ιρλανδέζας κι η αιώνια αδράνειά μου μας είχαν καθηλώσει στη σοφίτα σχεδόν τρία χρόνια. Με τη μετακίνηση όμως της εταιρίας έπρεπε να μεταφερθούμε στην επαρχία ή στο βόρειο Λονδίνο κοντά στον σταθμό του τραίνου. Έτσι δεν θα 'χα παρά δυο-τρεις στάσεις με τον υπόγειο, πενήντα χιλιόμετρα με τραίνο και είκοσι λεπτά με λεωφορείο. Το βράδυ επιστροφή.
         Μια ακόμη προσπάθεια με τα μεγάλα γραφεία του Λονδίνου είχε την ίδια τύχη. Δωμάτια, διαμερίσματα και σπίτια, βρώμικα και καταθλιπτικά όταν δεν ήταν απρόσιτα σε τιμή ή απόσταση.
Κι από πάνω οι σκρόφες των δεκαοχτώ με μια σειρά καρτέλες και ύφος καρδιναλίου. Λες και δεν ζητούσες στέγη πανάκριβη αλλά μια μικρή βοήθεια. Αρχίσαμε να σκαλίζουμε τις συνοικιακές εφημερίδες. Ανακαλύψαμε ένα ετοιμόρροπο γραφείο κάποιου ευγενέστατου κυρίου Γκραντ, ινδικού προϊόντος της πάλαι ποτέ βρετανικής αυτοκρατορίας. Έτσι κάναμε τη γνωριμία του Ίσλινγκτον, όπου είναι χαμηλότερα τα ενοίκια και το περιβάλλον αρκετά πιο τραχύ.

       - Περάστε, είπε ο μελλοντίκός μας σπιτονοικοκύρης.
       - Είναι διακοσμητής, είχε τονίσει με άψογη προφορά ο κ. Γκραντ. Μάλλον οικοδόμος, καταλήξαμε. Μπήκαμε σ' ένα ευρύχωρο φωτεινό δωμάτιο με λουλουδένιο χαρτί στους τοίχους.
        - Αυτό είναι το σαλόνι.
        Ενθουσιαστήκαμε σιωπηλά. Η κρεββατοκάμαρα και η μικροσκοπική κουζίνα στο βάθος ενός απέραντου θολωτού διαδρόμου. Θα μοιραζόμασταν μπάνιο και καμπινέ με την ηλικιωμένη κυρία που έμενε στο διπλανό. Μπροστά ένας υποτυπώδης κήπος, πίσω αυλη με οπωροφόρα δέντρα. Ένας τεράστιος μαύρος γάτος πέρασε με νωχέλεια και χάρη, κοιτάζοντάς μας με μισόκλειστα, ερευνητικά και ταυτόχρονα αδιάφορα μάτια σαν αναγκαίο κακό.
        Η κουζίνα του γκαζιού είχε μισό δάχτυλο σκουριά και σημαντική διαφυγή.
        - Να αφήνετε το παράθυρο ανοιχτό μέχρι να τη διορθώσουμε, είπε ο κ. Στανίεβιτς, κάτοικος Αγγλίας από 25ετίας και Βρετανός υπήκοος.
        - Τους Ρώσους λένε Χαχόλους; ρώτησε η Σοφία.
         Μετά συζήτηση μισής ώρας, συμφωνήσαμε ότι είμασταν καλοί άνθρωποι. Μπορούσαμε λοιπόν να μεταφερθούμε σε έξι-εφτά μέρες. Μας πήρε ενοίκιο και για την εβδομάδα που μεσολαβούσε.
        - Δεν θα πω στον Γκραντ ότι το νοικιάσατε, πρότεινε. Μην του δώσετε προμήθεια.
        - Καλός είναι κι αυτός, είπε αργότερα η Σοφία.
        - Ο Χαχόλος; τόλμησα.
        - Ο Χαχόλος! θριαμβολόγησε.

        Η πρώτη μας κατοικία ήταν πολύ κοντά στο κέντρο. Σε συγκρότημα από βικτωριανά μέγαρα που το επιχειρηματικό δαιμόνιο αγνώστων ιδιοκτητών και η αιώνια κρίση στέγης είχαν μετατρέψει σε αυτοτελή δωμάτια με υποτυπώδη μέσα μαγειρέματος. Το ενοίκιο έξι ως οκτώ λίρες την εβδομάδα, ανάλογα με το μέγεθος και την αθλιότητα του δωματίου.
        Μέναμε στο τρίτο πάτωμα. Πριν χειμωνιάσει, νόμιζα ότι τα μεγάλα παράθυρα αποτελούσαν το μοναδικό πλεονέκτημα. Μοιραζόμασταν μπάνιο και αποχωρητήριο μ' ένα ζευγάρι Αυστραλών, τον Ινδό με ανεξάντλητη συλλογή τουρμπάνια και καλοχτενισμένη γενειάδα και μια νεαρή Αγγλίδα που, τυλιγμένη σε φτηνή γούνα, άφηνε υγρά αποτυπώματα και πόθους. Φυσικά το χρησιμοποιούσαν και οι πολυάριθμοι επισκέπτες. Όταν ερχόταν η σειρά μας για το μπάνιο, μισό κουτί απορρυπαντικό αδυνατούσε να διαλύσει τρία στρώματα γλίτσας. Στο ισόγειο δυο Πακιστανοί, πάνω κάποιος που το κρεββάτι του έτριζε. Τους υπόλοιπους δεν τους γνωρίσαμε κατά κανένα τρόπο. Ανακαλύψαμε τη σοφίτα της Ιρλανδέζας τρεις μήνες αργότερα.

      Ο Χαχόλος συχνά αράδιαζε αγριόμηλα στο περβάζι. Σαν ανοίγαμε το παράθυρο της κουζίνας για να φύγει η μυρωδιά του γκαζιού, έμπαιναν χρυσόμυγες και μέλισσες. Παρασκευή βράδυ που ερχόταν να εισπράξει το ενοίκιο, άρχισε ατέλειωτες ιστορίες για τα πατρικά κτήματα στην Πολωνία πάνω στα ρωσσικά σύνορα, για το χωριό που γεννήθηκε και χίλια δυο άλλα. Σε μια διάλεκτο που χρειαζόταν διερμηνέα.
      Το σπίτι χτισμένο στην κορυφή ενός λόφου το έπιανε ο αέρας από παντού. Έτριζε τότε και κλυδωνιζόταν σαν ιστιοφόρο. Η γειτονιά μας ανάμεσα στην πανσπερμία της εργατιάς και των μαύρων, το λαϊκό και πολυδαίδαλο Ίσλινγκτον και το ακριβό, αριστοκρατικό και λευκό Χάιγκεϊτ. Όσο προχωρούσε το κύμα των γόνιμων Κυπρίων, Αφρικανών, Ινδών και Πακιστανών, οι Άγγλοι τρέπονταν σ' άλλες συνοικίες του Λονδίνου. Πολυάριθμα αγγελτήρια πωλήσεως διακοσμούσαν τους κήπους.

      Ένας ξένος κυκλοφορεί με την προέλευσή σου σαν σωματικό ελάττωμα, καμπούρα ή κομμένη μύτη. Αν είναι σκουρόχρωμος ή μαύρος, η κατάστασή του αγγίζει το τραγικό.
      - Ευχαριστώ, σενιόρ, είπε μ' ένα μικρό χαμόγελο αυτοθαυμασμού ο αστυνομικός όταν δηλώσαμε την αλλαγή κατοικίας.Η προσφώνηση φαίνεται ότι κάλυπτε όλους τους μη Βρετανούς λευκούς.
        Η συγκάτοικός μας κυρία Μάρτιν, μια ασπρομάλλα ύπαρξη γύρω στα εξήντα, δεν είχε εγκαταλείψει κοκεταρία και θηλυκότητα. Ήταν δασκάλα πιάνου και η διακριτική μουσική τα απογεύματα αποτελούσε ευχάριστη αλλαγή στη διαρκή κακοφωνία από το επάνω πάτωμα.
        - Είναι Εβραία, δεν το ξέρετε; μας είπε ένα βράδυ εμπιστευτικά ο Χαχόλος.

        Έξι πηρούνια και τέσσερα κουτάλια συμπλήρωναν την κατάσταση επίπλων και ειδών που υπογράψαμε. Η ηλεκτρική σόμπα στο υπνοδωμάτιο ήταν χαλασμένη και κρυώναμε. Δεν αποφύγαμε όμως να πληρώσουμε τον λογαριασμό του ηλεκτρικού για τον μήνα πριν μπούμε στο διαμέρισμα. Επέμενε τόσο πολύ που τον βαρέθηκα.
         Γυρίζοντας ένα βράδυ μετά ένα μήνα, παρατήρησα σωρό τα τούβλα πλάι σε μια σκαλωσιά. Ο Χαχόλος μαστόρευε. Στο σαλόνι μας χτύπησε έντονη μυρωδιά. Ανάψαμε το φως και βρήκαμε, σε ακτίνα δυο μέτρων από το παλιό τζάκι που κάλυπτε η σόμπα του γκαζιού, ένα παχύ στρώμα σκόνης. Παρά τη δυσφορία μας, δεν αποδώσαμε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός. Το επόμενο βράδυ ολόκληρο το δωμάτιο ήταν βουτηγμένο στη στάχτη. Καρέκλες, πολυθρόνες, τραπέζι, καναπές, βιβλία, δίσκοι. Ο Χαχόλος που προσέτρεξε στις κραυγές μας, φάνηκε ειλικρινά στενοχωρημένος. Πριν δυο μέρες με την ανεμοθύελλα είχα γκρεμιστεί η καμινάδα κι ευτυχώς που δεν περνούσε κανένας την ώρα εκείνη. ΄Έτσι εξηγούντας τα τούβλα. Φώναξε τη μικρή του κόρη και με εντατική εργασία δύο ωρών καθάρισαν το δωμάτιο. Η μυρωδιά όμως είχε επικαθήσει παντού κι έμεινε για πολλές μέρες.

        Τα πρωινά του Σαββάτου ή της Κυριακής διαβάζαμε ξαπλωμένοι στην πολυθρόνα και συχνά αφήναμε το βλέμμα πέρα στον κάτω μαχαλά. Ήταν οι στιγμές της νοσταλγίας στη γειτονιά των ξένων. Όταν ξεπρόβαλλε ο σπάνιος εκείνος ήλιος, φωνές παιδιών πλημμύριζαν την ατμόσφαιρα. Οι αχτίδες παιχνίδιζαν στις πολύχρωμες στέγες, στα βουβά αυτοκίνητα και τα προαύλια των σπιτιών. Απ' το όχημα του πλανόδιου παγωτατζή η μουσική έφτανε σαν σπαραγμός για πάντα χαμένου καλοκαιριού στην υγρή χώρα του βορρά.

         Σε δυο μήνες, το καθημερινό πηγαινέλα με εξάντλησε ψυχικά και σωματικά. Αποφασίσαμε να μεταφερθούμε στην πολιτεία των φορτηγών, το θλιβερό Λούτον. Νοικιάσαμε ένα μικροσκοπικό αλλά καινούριο διαμέρισμα κοντά στα εργοστάσια συναρμολογήσεως αυτοκινήτων. Το συμβόλαιο όμως με τον Χαχόλο ήταν για έξι μήνες. Όταν τελικά του φανερώσαμε τα σχέδιά μας, του κακοφάνηκε αλλά έδειξε, παράδοξα, κατανόηση. Με μόνο αντάλλαγμα να ακούσουμε υπομονετικά ώρα ολόκληρη τις ατέλειωτες αφηγήσεις του.
        Πρωί τη μέρα που φύγαμε άφησα στο κατώφλι της κ. Μάρτιν ένα κουτί γλυκά με την καινούρια διεύθυνση και την παράκληση να μας στέλνει τα γράμματα. Μια βδομάδα αργότερα, διαπιστώσαμε ότι δεν το είχε βρει. Σαν επισφράγισμα της εφήμερης γνωριμίας μας, το είχε βουτήξει ο Χαχόλος.  

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Ταξίδι στο Λίβερπουλ


           Το παμπάλαιο εξαγωνικό ρολόι φάνταζε χωρίς λεπτοδείκτη. Πολύχρωμες φωτεινές επιγραφές αναβόσβηναν αδιάκοπα και από κρυμμένα μεγάφωνα ξεχύνονταν βραχνή μουσική. Στις ράγες αγκομαχούσε ακόμα η ατμομηχανή.
            Ατέλειωτος ο γυρισμός στο Λονδίνο. Κείνο τ' ανάλαφρο μεθύσι, άρωμα γυναίκας αγαπημένης σαν στρώνει το μαγικό χαλί του κρασιού και τυλίγει τα χέρια της γύρω σου, μυγδαλιά ανθισμένη στα χιόνια του Γενάρη. Μια-δυο φορές προσπάθησε να κοιμηθεί, μα τον κρατούσε ο παράλογος φόβος πως η λάμψη που τον πλημμύριζε  θα χανόταν σαν αντικείμενο παιδικού ονείρου. Ήταν στιγμές που την άφηνε ν' αλαργέψει και την ξεχνούσε. Όταν πάλι η χαρά προδίδονταν στο πρόσωπό του, κρυβόταν για να αποφύγει τα περίεργα βλέμματα.

            Μήνες και χρόνια το βάσανο της αβάσταχτης προσμονής. Χωρίς βεβαιότητα, μόνη εγγύηση μια σκουριασμένη ελπίδα και το πείσμα που τη συντηρούσε. Λιποψύχησε πολλές φορές. Όμως, καθώς αυτή η μικρή, η απειροελάχιστη πιθανότητα ήταν η μοναδική, αποκτούσε διαστάσεις τεράστιες.
             Κάποιος απέναντι κρατούσε εφημερίδα.

                                        «ΤΕΤΡΑΓΩΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΓΗ
                                  ΦΡΟΝΕΙ ΔΙΑΣΗΜΟΣ ΕΠΙΣΤΉΜΩΝ»

            Συγκέντρωσε το βλέμμα. «Διάσημος επιστήμων απεκάλυψε χθες ότι πληροφορίαι διαβιβασθείσαι εις την Γην υπό δορυφόρου επιβεβαιούν ότι ο πλανήτης μας έχει τέσσαρας γωνίας. Επίσης διεπιστώθη ότι η Γη δεν έχει σχήμα αχλαδιού ούτε ελλειψοειδές εις τον Ισημερινόν». 
            - Μπορώ να ταξιδέψω κυριολεκτικά στις τέσσερις γωνιές του κόσμου, μονολόγησε χαμηλόφωνα και γέλασε.

           Κατέβηκε αργά από το βαγόνι. Φόρεσε το φθαρμένο πράσινο αδιάβροχο και κράτησε την ομπρέλα στο αριστερό χέρι. Προχώρησε στη έξοδο του σταθμού αγνοώντας τα ταξί. «ΕΙΚΟΣΤΗ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΟΠΑΓΊΔΑΣ», κραύγαζαν κάτι αφίσες με τεράστια γράμματα.
           - Και τελευταία, είπε με πάθος. Δεν θα πήγαινε καν στο γραφείο. Χωρίς εξήγηση, αποχαιρετισμούς, ούτε μια λέξη.
            Άρχισε να βαδίζει άσκοπα. Ψιλόβρεχε όπως πάντα. Στη μέσα τσέπη φύλαγε την επιταγή με το μεγάλο νούμερο. Τι πιθανότητες έδιναν οι μαθηματικοί να κερδίσει κανείς ένα τέτοιο ποσό; Μια στα εξακόσια εκατομμύρια περίπου. Είχε χιονίσει στη Βόρεια Αγγλία κι αναβλήθηκαν μερικοί αγώνες. Δυο-τρεις γερές εκπλήξεις. Το μοναδικό δελτίο με οκτώ ισοπαλίες. Απίθανες συμπτώσεις.
            Πέρασε έξω από ένα ζαχαροπλαστείο. Σειρές στολισμένα κέικ, τούρτες και ζαχαρωτά. Η ροδοκόκκινη χοντρή με την άσπρη ποδιά δεν προλάβαινε να γεμίζει σακούλες. Τσάι με γάλα και γλυκά, τι συνήθεια !
             Η εταιρία προγνωστικών ποδοσφαίρου με έδρα το Λίβερπουλ πλήρωνε τους τυχερούς στον τόπο διαμονής τους ή στην πρωτεύουσα. Προκειμένου για σημαντικό κέρδος, διοργάνωνε μάλιστα γιορτή σε ακριβό ξενοδοχείο και προσκαλούσε κάποια γνωστή ηθοποιό να δώσει τις επιταγές.
             Στάθηκε δίπλα στον φανοστάτη μπροστά από μια τράπεζα και την αναμέτρησε με το βλέμμα. Αύριο το πρωί δίχως άλλο, είπε.Το είχε τάξει στον εαυτό του να πάει στο Λίβερπουλ. Το περίμενε κάθε Σάββατο, το λογάριαζε όλη την εβδομάδα, το ανανέωνε με κάθε αποτυχία. Πήδηξε σε ένα κόκκινο λεωφορείο και ανέβηκε στο επάνω πάτωμα. Κάθισε μπροστά και απλώθηκε. Θαυμάσιος τρόπος να δει κανείς το Λονδίνο.
             Έβγαλε τον φάκελο και τον κράτησε ανάμεσα στον δείχτη και τον αντίχειρα. Τράβηξε αργά την επιταγή. Την περιεργάστηκε προσεκτικά. Συλλάβισε τις λέξεις, μέτρησε τους αριθμούς. Ποσό, κωδικός αριθμός, υποκατάστημα τραπέζης, αριθμός λογαριασμού, αριθμός επιταγής. Σφραγίδες και δύο υπογραφές. Και πάνω με χοντρά γράμματα το όνομα της εταιρίας προγνωστικών.

             Ο οδηγός φρενάρισε απότομα. Ένα μαλλιαρό σκυλί πήδηξε στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Μπορούσε. Να μείνει στο καλύτερο ξενοδοχείο. Να αγοράσει το πολυτελέστερο αυτοκίνητο. Ένα μεγάλο σπίτι σε καλή περιοχή επιπλωμένο με απλό και ακριβό γούστο. Αφού βέβαια ταξιδέψει παντού. Σε μακρινές χώρες, σε εξωτικά νησιά.
             - Τέρμα. Όλοι έξω, φώναξε ο εισπράκτορας.
             Να διασκεδάσει, να απολαύσει τη ζωή με κάθε τρόπο. Να μπει στα μαγαζιά, να τα σηκώσει ολόκληρα. Να αγοράσει την ίδια την εταιρία στην οποία δούλευε.
             Πέρασε έξω από το σινεμά της γειτονιάς του. Ο δρόμος με τα ομοιόμορφα, παρδαλά σπίτια σαν να είχε ξεπηδήσει από τετράδιο ιχνογραφίας του δημοτικού.
             Ναι,μπορούσε τώρα. Να δώσει για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ίσως ένα ποσό σημαντικό. Να βοηθήσει, φίλους, γνωστούς, συγγενείς. Και τι δεν μπορούσε να κάνει !
             Μπήκε στο δωμάτιο του κι άναψε το φως. Γλυκά, χαρούμενα χρώματα, απλά, φτηνά έπιπλα. Η μεγάλη αναπαυτική πολυθρόνα. Κοιμήθηκε έναν ύπνο βαθύ χωρίς όνειρα.

             Το άλλο πρωί σηκώθηκε νωρίς. Πήγε στην τράπεζα πρώτα να καταθέσει την επιταγή και να τακτοποιήσει όλες τις λεπτομέρειες. Δεν άφησε καμία εκκρεμότητα.
              Αγόρασε καινούρια εργαλεία και προμήθειες και γύρισε κοντά στις δώδεκα το μεσημέρι. Πέρασε από τη χαμηλή πόρτα στο εργαστήριο και ακούμπησε στον φαρδύ πάγκο.
               Ο φλεγματικός διευθυντής στην τράπεζα είχε γουρλώσει τα μάτια. Τόσα μόνο θα έπαιρνε τον μήνα; Όσο περίπου ο μισθός του; Ίσως κάποιο μικροποσό παραπάνω κατά διαστήματα.
              Είχε τώρα όλο τον καιρό στη διάθεσή του. Ποτέ πια δεν θα έκανε την ηλίθια δουλειά του γραφιά. Κοίταξε με απέχθεια τα γυαλισμένα παντελόνια του. Άγγισε με στοργή ένα-ένα τα σύνεργα, τον πηλό, τον φούρνο. Θα έπλαθε την ίδια τη γη με τη φαντασία, τη σκέψη και τα χέρια του. Θα της έδινε χρώματα ονείρου, χρώματα αγάπης και λευτεριάς. Κι ίσως κάποτε, κοντά σε όλα τ' άλλα,  κι αυτή να του έδινε αρκετά για να ζήσει.
   

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

Διάλογος


- Καλημέρα.
                                                                  Δυο δέσμιοι της τρέλας ...
- Πώς πάν' τα κέφια;
                                                              ... διαπληκτιζόμενοι ή χαριεντιζόμενοι ...
- Η σύζυγος;
                                                              ... έφτασαν στο γνωστό αποτέλεσμα ...
- Τα παιδιά;
                                                              ... του απαγχονισμού του ενός υπό του άλλου. 
- Όλοι μια χαρά, δόξα τω θεώ. !
                                .                              ...Το αποτρόπαιο και προσβλητικόν ...
- Κι οι δουλειές;
                                                               ....δια την κοινωνίαν τούτο έγκλημα ...
  - Μεγάλη κίνηση στην αγορά.
                                                               ....συνέβη στο Δημόσιο Ψυχιατρείο ...
-  Βρέχει πάλι.
                                                                .... μέσα στο μπάνιο ...
- Άνοιξαν και τα σχολεία.
                                                               ... στις 7 Οκτωβρίου.
- Πώς πάει ο γιος σας με τα μαθήματα;
                                                                   Οι άνθρωποι που τα σκοτάδια ...
- Ο δικός μου πέρασε ιλαρά.
                                                                .. διετάραξαν τον φωτεινό κύκλο 
                                                                   της συνειδήσεώς τους ...
- Τώρα είναι καλά.
                                                                ... δεν έχουν πια καμιά ελπίδα ...
- Μόνο που δεν τρώει και μας στενοχωρεί.
                                                                .. να σωθούν δρασκελώντας τη βαριά πόρτα 
                                                                    του ψυχιατρείου.
- Είναι καλός στα μαθηματικά.
                                                                    Ο εισαγγελεύς της έδρας ...
- Δεν τα καταφέρνει όμως στην έκθεση.
                                                                  ... εχαρακτήρισεν το ψυχιατρείον ως επίγειον κόλασιν.
- Λέω να αρχίσω τα παιδιά αγγλικά φέτος.
                                                                   Και γιατί δεν γίνονται ενέργειες στο Υπουργείο                                                                                                     Προνοίας να αυξηθεί το προσωπικόν; 
- Τι τα θέλετε, μια γλώσσα είναι απαραίτητη στην εποχή μας.
                                                                    Γίνονται και παραγίνονται αλλά χωρίς αποτέλεσμα. 
- Θα δούμε το ματς στην τηλεόραση.
                                                                   Ο φύλακας-νοσοκόμος εκείνη τη στιγμή απουσίαζε. 
- Έχουμε μεγάλη ομάδα.
                                                                   Οι τριάντα και πλέον ψυχοπαθείς του θαλάμου ...
- Πάμε για πρωτάθλημα.
                                                                  ... παρακολούθησαν με έξαλλον ενθουσιασμό, 
                                                                      επευφημίες και χειροκροτήματα ...
- Ναι, αλλά μας αδίκησε ο διαιτητής.
                                                                  ... όλας τας θεαματικάς φάσεις του δράματος.
- Πάλι μου έδωσε κλήση εκείνος ο τροχονόμος.
                                                                      Αυτά και πολλά άλλα ελέχθησαν χθες ...
- Μεγάλο το πρόβλημα με το παρκάρισμα.
                                                                 ... ενώπιον του Τριμελούς ...
- Είναι χρήσιμο το πλυντήριο, απαραίτητο.
                                                                   ... όπου εδικάζοντο δύο νοσοκόμοι-φύλακες ..
- Εγώ αγοράζω ελληνικά προϊόντα.
                                                                   .... δι΄ανθρωποκτονίαν εξ αμελείας.
- Που λέτε βρήκα μια καινούρια ταβέρνα.
                                                                       Πλημμελής η περίθαλψις ...
- Κάτι σπεσιαλιτέ καταπληκτικές.
                                                                    ... και πενιχρά τα μέσα ...
- Απίθανη μελιτζανοσαλάτα.
                                                                    ...συντηρήσεως των ασθενών.
- Καλό παιδί, επιστήμων και από οικογένεια.
                                                                      Ο δράστης απηλλάγη πάσης κατηγορίας 
                                                                      λόγω της ασθενείας του. 
- Τι γάμος όμως !!
                                                                      Οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι 
                                                                       ένας φύλακας δεν είναι δυνατόν ...
- Του έδωσε σπίτι και μετρητά.
                                                                   ... να ελέγχει 130 ασθενείς ...
- Η γυναίκα είναι για το σπίτι, φίλε μου.
                                                                   ... όταν αυτοί είναι διεσπαρμένοι σε πολλούς
                                                                       θαλάμους ανά είκοσι ή τριάντα.
- Εμείς ήμασταν διαφορετικοί.
                                                                      Το δικαστήριο έκρινε ότι η ευθύνη 
                                                                      δεν περιορίζετο μόνον ...
- Σας αφήνω και όπως είπαμε.
                                                                 .... στους δύο κατώτερους λειτουργούς
                                                                      αλλά αγκάλιαζε ...
- Αντίο. Χαιρετισμούς.
                                                                   ... ολόκληρο τον κοινωνικό και κρατικό
                                                                       μηχανισμό και τους αθώωσε. *

* Είδηση που δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες στο τέλος της δεκαετίας του 1960. 

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

απόσπασμα από το βιογραφικό σημείωμα της κυρίας χουάιτ-ντυπόν-σμιτ


                                                                                Έξω ο άνεμος φυσούσε δυνατά,
                                                                                τα άγρια ζώα ούρλιαζαν και ψάχνανε
                                                                                να βρούνε στο σκοτάδι την τροφή τους,
                                                                                ενώ εκείνη ήταν μέσα σ' ένα καθαρό
                                                                                σπίτι και ζεστό !
                                                                                Τι ωραία που είναι να είσαι νοικοκυρά!
                                                                                έλεγε τότε μόνη της η κοτούλα.

                                                                                          (από παιδικό παραμύθι)


«Για να βρεις το στρατόπεδο, πρέπει να μυρίσεις τον αέρα. Οι σκιές που συναντάς στον δρόμο δεν ξέρουν τίποτα, δεν καταλαβαίνουν. Το πρόβλημά τους, που κάθε μέρα επαναλαμβάνεται, είναι να βρουν και να βάλουν στο στόμα τους ένα ψίχουλο, μια μπουκιά. Τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία»

                                                                                                    (οι εφημερίδες)  

Η Μόδα :  Το βαθύτερο από τα χρώματα. Εκείνο που ο Σαιν Λωράν είπε πως κρύβει στοχασμό και 
                  μυστήριο. Βαρύ μεταξωτό κρεπ, μακρύ ως τη γη, που τυλίγει και ανάγλυφο διαγράφει το
                  σώμα. Μπλούζες κρουαζέ, με αποκαλυπτική διαφάνεια. Μαύρες κάλτσες με έντονη ραφή.
                  Και, προπαντός, ταφτάς ! Ναι, είναι το κατεξοχήν καινούργιο ύφασμα. Ο ξεχασμένος       
                  ταφτάς που θροϊζει καθώς περπατάς. Οι προβλέψεις λένε πως θα κατέβει ακόμη και στον
                  δρόμο.    
Τρίτη     :  Ορεκτικά, σαλάτα.
                  Μακαρόνια ογκρατέν
                 Σνίτσελ. Αρακάς βουτύρου
                 Πουτίγκα αγγέλων - καφές,
Τα μάτια : Σκιά σε χρώμα άσπρο στο κάτω βλέφαρο, σκιά πράσινη στο επάνω βλέφαρο. Η πράσινη
                   προεκτείνεται προς τους κροτάφους και μεγαλώνει έτσι το μάτι. Το άι-λάινερ είναι σε
                   χρώμα γκρι-πράσινο και ακολουθεί γραμμή του ματιού. Οι βλεφαρίδες τονίζονται με
                   μάσκαρα σε χρώμα πράσινο ή καφέ. Τα φρύδια, λεπτά καμπυλωτά, συμπληρώνονται με
                   μολύβι καφέ.

«Ογδόντα εκατομμύρια παιδιών ηλικίας κάτω των πέντε ετών υποσιτίζονται, τα μισά αποθνήσκουν προ της σχολικής ηλικίας, τα μισά των όσων επιζούν δεν φοιτούν εις τα σχολεία, ο αναλφαβητισμός δεν παύει αυξανόμενος.
                                                                                             (οι εφημερίδες) 

Πέμπτη   : Μπριζόλες μαρινάτες
                  Πατάτες τηγανητές
                  Σαλάτα. Κρέμα καραμελέ.
                  Καφές.
Η μόδα   : Γυναίκα με πλατινένια σκαλωτά μαλλιά, με φαρδείς ώμους και τονισμένη μέση, βαθιά
                 ανοίγματα στη φούστα, που αποκαλύπτουν γυμνούς τους μηρούς έως ψηλά. Τυλιγμένη με
                 απαλά βελούδα, υφάσματα που γλιστρούν και λάμπουν, σατέν φορτωμένα με ντελικάτα
                 λουλούδια. Ψηλά τακούνια, μαύρες κάλτσες με ραφή. Για μια φορά ακόμη, ο Σαιν Λωράν
                 δημιουργεί ένα στυλ κι ένα τύπο γυναίκας με μυστήριο.

«Εκατομμύρια ανθρώπων συρρέους εις τας πόλεις εις αναζήτησιν μιας εργασίας και ενός μέσου συντηρήσεως αλλά καταλήγουν να διαβιούν εις αποκρουστικάς και ρυπαράς παράγκας».

                                                                                               (οι εφημερίδες)

Τα μάτια   : Ένα παιχνίδι χρωμάτων με σκιές σε αποχρώσεις οτυ μαργαριταριού, καφέ, γκρι-μπλε,
                    τιρκουάζ, πράσινο. Πρώτα τοποθετείται η σκιά στο χρώμα του μαργαριταριού που
                    καλύπτει ολόκληρο το βλέφαρο. Το καφέ τοποθετείται στην εσωτερική πλευρά του
                    επάνω βλεφάρου και στο κάτω βλέφαρο. Με το υπόλοιπα χρώματα σχηματίζονται τόξα,
                    που ξεπερνούν και καλύπτουν τα φρύδια. Μια λεπτή γραμμή άι-λάινερ και μάσκαρα
                    μαύρο ολοκληρώνουν το μακιγιάζ.

«Η μη βελτίωσις της σιτίσεως οφείλεται εις το γεγονός ότι αι λαϊκαί μάζαι του τρίτου κόσμου είναι τόσον πτωχαί ώστε δεν δύνανται να αγοράσουν τας τροφάς των οποίων έχουν ανάγκη, έστω και όταν
οι τροφαί αυταί είναι διαθέσιμοι τις επαρκείς ποσότητας».
                                                                                                (οι εφημερίδες)

Τα μάτια   : Σκιές σε χρώματα μπλε, γκρι ή πράσινο γκρι, τοποθετούνται κυκλικά γύρω από το μάτι.
                    Η γραμμή του άι-λάινερ έχει χρώμα καφέ και καλύπτει τα 3/4 του κάτω και επάνω
                    βλεφάρου, αρχίζοντας από τη μέση του ματιού. Οι βλεφαρίδες σε χρώμα μαύρο ή καφέ.                                                                               
Σάββατο    : Μπριζόλες χοιρινές σχάρας.
                     Λάχανο βουτύρου
                     Σαλάτα. Φρούτο
                     Καφές
Η μόδα     :   Διακόσια πενήτνα μοντέλα ! Κολεξιόν που μακρηγόρησε χωρίς καθόλου φλυαρίες ....
                     Ο μαιτρ δήλωσε πως θέλησε να δώσει λύσεις σε όλες τις γυναίκες απ' όλες τις
                     κοινωνικές τάξεις, για όλες τις στιγμές. Κι όπως πάντα πρόσφερε ένα φεστιβάλ
                     φαντασίας. Στα φορέματα, τα κεντημένα με τρύπες, στα πόντσο, στις κάπες με
                     φράντζα, στις σαζίμπλ, στις τυνίκ με βαθιά πλαϊνά ανοίγματα, στα χονδρά κολάν.

«Δεν παύει να διευρύνεται το χάσμα μεταξύ των ευπορούντων κατοίκων της γης και των άλλων. Οι ευπορούντες διακρίνονται δια την ικανότητά των όπως αυξάνουν ταχέως το μερίδιόν των. Σημαντικά ποσοστά από τα τρόφιμα που καταναλίσκονται στας βιομηχανικάς χώρες εισάγονται από τον τρίτον κόσμον»
                                                                                          (οι εφημερίδες)
΄Κυριακή   : Ορεκτικά. Σαλάτα
                     Ρύζι πιλάφι άσπρο
                     Κοτόπουλο φερμιέρ
                     Κρέμα καραμελέ
                     Καφές
Τα μάτια    : Σκιές σε χρώματα Abricot, Amethyset. Η πρώτη μπαίνει κοντά στις βλεφαρίδες, η
                     δεύτερη σε ένα μπλε ζεστό, ξεκινά από την εσωτεινή γωνά του ματιού, καλύπτοντας
                     όλο το μάτι. Σκιά μωβ μπαίνει στο τόξο του φρυδιού. Άϊ -λάινερ σύρριζα στις
                     βλεφαρίδες, που είναι μακριές και μαύρες, βαμμένες με καινούργιο μάσκαρα σε
                     στερεοποιημένη μορφή.

«Απομένουν ακόμη και εις τας πλούσιας περιοχάς της γης τεράστιαι ζώναι ένδειας, εξαθλιώσεως, ανεργίας και ανικανοποίητων επιθυμιών».
                                                                                         (οι εφημερίδες)

Οι μεγάλοι προσωπολόγοι δημιουργούν τον νέο τύπο της γυναίκας. Τα μάτια είναι συνήθως αμυγδαλωτά, τονίζονται με ελαφριά μόνο γραμμή άί-λάινερ και πολλές σκιές, σε χρώματα γκρι, μπλε, καφέ, περλέ, βιολέ, μωβ, πράσινο, που σχηματίζουν κύκλους ή τρίγωνα γύρω από τα μάτια. Η γυναίκα του 1972 εγκατελειψε τα αθώο παιδικό της πρόσωπο. Έγινε μυστηριώδης, θηλυκή, θελκτική, γοητεύτική !!
 

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

η μεγάλη απόφαση

                                                                 
                                                                                               Βραχνές φωνές
                                                                                               αποχαμενες πριν την άρθρωση
                                                                                               στου μπετόν τους σπόνδυλους ...                 
                                                                                                                         Οι Άταφοι


        Αδύνατον να αντιδράσει στη δύναμη που αδυσώπητα τον τραβούσε προς τα κάτω. Ισορρόπησε. Το αεροπλάνο είχε πέσει σε κενό αέρος. Ξεκούμπωσε το κολλάρο. Έλυσε με σπασμωδικές κινήσεις τη γραβάτα. Το στόμα του ήταν στεγνό.
       - Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες να προσδέσουν τις ζώνες ασφαλείας, ακούστηκε η μεταλλική φωή.
        Του φάνηκε πως ο αριστερός κινητήρας ακριβώς έξω απ΄το παράθυρο δεν δούλευε κανονικά. Το αίσθημα της ανησυχίας, η ακαθόριστη απειλή που χωρίς αιτία τον βασάνιζε σπό μέρες, άρχισε να παίρνει συγκεκριμένη μορφή.
        - Κάτι δεν πάει καλά, ψιθύρισε ο διπλανός.
         Έπνιξε μιαν ακατάσχετη παρόρμηση να πεταχτεί επάνω, ν' ανοίξει δρόμο με τις γροθιές, να τρέξει να κρυφτεί κάπου. Σκούπισε τα ιδρωμένα χέρια του στο παντελόνι.
          - Τι συμβαίνει; ψέλλισε.
          Ο άλλος σήκωσε τους ώμους.
           - Γιατί δεν μας λένε τίποτα;
           Πάντα φοβόταν το αεροπλάνο. Ένιωθε έξω από το στοιχείο του. Να τώρα που είχε παγιδευτεί σαν ηλίθιος μεταξύ ουρανού και γης, μετέωρος και ανυπεράσπιστος. Μακριά από το φιλικό περιβάλλον. Μόνος με εκατόν είκοσι ξένους.
            «Σας ομιλεί ο κυβερνήτης. Λόγω της σφοδράς κακοκαιρίας, το αεροπλάνο θα επιστρέψει εις το αεροδρόμιον»
            Οι αεροσυνοδοί εμφανίστηκαν στον διάδρομο. Του φάνηκε ότι προσπάθούσαν να κρύψουν την ανησυχία κάτω από επαγγελματικό χαμόγελο και τυπικό ενδιαφέρον. Παλιολαμαρίνες βαρυφορτωμένες καύσιμα, αποσκευές και ανθρώπους, σκέφτηκε. Γιαυτό διαλύονται σαν φούσκες. Αν είχα πάρει το ωραίο μου το τραίνο, τώρα θα κάπνιζα καθισμένος αναπαυτικά στο παράθυρο, χαζεύοντας λιβάδια και αγελάδες.
          Μια εκκωφαντική έκρηξη συγκλόνισε το αεροσκάφος. Ετερόκλιτα αντικείμενα σκορπίστηκαν από τα ράφια. Πήγε να σηκωθεί αλλά τον συγκράτησε η ζώνη ασφαλείας. Με τρεμάμενα χέρια άναψε τσιγάρο και το έσβησε σχεδόν αμέσως, διαλύοντας την κάφτρα. Είχε πάρει χαπάκια αλλά ένιωθε ναυτία. Ξεδίπλωσε μηχανικά τη σακκούλα. Κακοκαιρία, λέει. Κάποιος τρελός με βόμβα. Θυμήθηκε τις ιστορίες που είχαν πρόσφατα απασχολήσει τον τύπο.
       - Χάθηκα, συλλογίστηκε. Είμαι πολύ νέος για να πεθάνω. Τριανταεφτά, τριανταέξι και μισό. Είδε το όνομά του στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας. Τη γυναίκα του στα μαύρα. Πώς πεθαίνει κανείς άραγε όταν πέφτει το αεροπλάνο; Χάνει τις αισθήσεις του με την πρόσκρουση, κομματιάζεται ή καίγεται ζωντανός μέσα σε φριχτή αγωνία; Δεν θυμάταν να 'χε διαβάσει πώς ακριβώς επέρχεται το μοιραίο. Οι ατέλειωτες δουλειές, τ' απραγματοποίητα σχέδια. Οι προσδοκίες. Και οι συμβιβασμοί. Αναπόφευκτοι. Η ζωή είναι σκληρή, χρειάζεται τετράγωνη λογική, αποφασιστικότητα, ρεαλισμό. Προ πάντων όχι συναισθηματισμούς. Είχα κάνει τις αβαρίες του, είχε φθαρεί απ' τον αγώνα. Είναι αρκετό αντάλλαγμα η επίτυχία.
         Σαν από κάποιον άλλο κόσμο άκουσε τις υστερικές φωνές μιας γυναίκας. Ένα παιδάκι έκλαιγε, κάποιος είχε λιποθυμήσει. ΉΘελε να πάει στο καμπινέ. Πάσχισε να συγκρατηθεί.
         Το χρήμα, η δύναμη είναι το παν. Χρειάζονται βέβαια θυσίες. Πέτυχε όμως τον στόχο του. Θυμήθηκε το είκοσί του χρόνια. Τότε πίστευε σ' έναν καλύτερο κόσμο. Τρέμω για το τομάρι μου και τα αγαθά μου, μονολόγησε πικρά. Και είμαι συνεπής. Έτσι που κατάντησα, είμαι συνεπής. Στο κάτοπτρο του φόβου, αντίκρισε τη ζωή του με απέχθεια. Πάντα όμως υπάρχει καιρός. Ή όχι;
           «... άνωθεν του αεροδρομίου. Παρακαλούνται οι κ.κ. επιβάται όπως ακολουθήσουν κατά γράμμα τας οδηγίας του ιπτάμενου προσωπικού».
           Φάνηκαν κάτω τ' ατέλειωτα οικοδομικά τετράγωνα της πρωτεύουσας. Δέντρα, νιόχτιστα σπίτια, δρόμοι, ένα υπαίθριο λούνα παρκ, κίνηση, σιγουριά. Τι δεν θα'δινε να βρίσκεται εκεί όπως τόσοι άλλοι. Να περπατάς σ' έναν εξοχικό δρόμο την άνοιξη, τι υπέρτατη ευτυχία.     
           Το αεροπλάνο έκανε μερικούς κύκλους για να εξαντλήσει τα καύσιμα κι άρχισε ύστερα να χάνει ύψος. Έκλεισε τα μάτια, τα άνοιξε, τα ξανάκλεισε. Έσκυψε και συσπειρώθηκε. Θα γίνω άλλος άνθρωπος, αποφάσισε.
             Ολόκληρο το σώμα του βρισκόταν σε υπερένταση. Και η τελευταία ίνα. Οι ρόδες άγγιξαν τον διάδρομο προσγειώσεως, το αεροπλάνο τινάχτηκε, τραντάχτηκε βίαια, χοροπήδησε κι ακινητοποιήθηκε περιτριγυρισμένο από πυροσβεστικές αντλίες, νοσοκομειακά αυτοκίνητα, το προσωποκό του αεροδρομίου.
             Για λίγο δεν σάλεψε. Μετά σηκώθηκε μουδιασμένος. Τεντώθηκε. Πέρασε το δεξί χέρι πάνω απ' τα μαλλιά του. Κούμπωσε το κολλάρο κι έσιαξε τη γραβάτα. Τίναξε το ένα πόδι κι ύστερα το άλλο. Γερός, ανέγγιχτος. Έγλειψε τα χείλη. Σκούπισε μ' ένα μαντίλι το μέτωπό του.
            - Δεν υπάρχει πλέον ουδείς κίνδυνος. Περάστε, παρακαλώ.
           Έτρεμε ακόμη καθώς κατέβαινε τις σκάλες. Η καταιγίδα είχε κοπάσει. Ο καθαρός, ψυχρός αέρας της θάλασσας του 'κανε καλό. Προχώρησε στην άσφαλτο και βαθμιαία το βήμα του έγινε σταθερό, σίγουρο. Το μυαλό ξεκαθάρισε, ένιωσε μιαν απέραντη ευδαιμονία. Τράβηξε βαθειά εισπνοή. Γύρω του άλλοι ταραγμένοι, χαρούμενοι επιβάτες. Στιγμές αδυναμίας, σκέφτηκε. Νεύρα είναι αυτά, ο βραχνάς πέρασε. Η προσγείωση ήταν τέλεια. Αν ήταν εκεί ο πιλότος, θα τον φιλούσε.

           Στην αίθουσα αναμονής πολύχρωμα φώτα, κίνηση, θόρυβος, ζεστασιά. Κατευθύνθηκε σ' ένα τηλεφωνικό θάλαμο. Σχημάτισε τον αριθμό με νηφαλιότητα και αδημονία.
            - Είχαμε μια μικρή περιπέτεια, τίποτα το σοβαρό. Έτσι για ν' ανάψουν τα αίματα. Άκου. Εκείνα τα γραμμάτια να διαμαρτυρηθούν αμέσως  ... Όχι, δεν μπορούμε να περιμένουμε. Ετοίμασε κα την αγωνή εξώσεως. Θα βρίσκομαι στο γραφείο τις οχτώ το πρωί δίχως άλλο.             
 

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Κύκλος


Το γδάρσιμο στο κεφάλι, πιότερο εκνευρισμός παρά πόνος, τ' άγγιζε συχνά με τις άκρες των
 δαχτύλων ψηλαφώντας το πηγμένο αίμα. Μέχρι το γόνατο στο νερό με τη δυσάρεστη αίσθηση του
 βρεμμένου. Ακόμη να ρίξουνε το σχοινί. Τύχη που το πηγάδι δεν ήταν γεμάτο αν και το καλοκαίρι
 είχε πια περάσει. Τύχη οι άνθρωποι τριγύρω έτοιμοι να τρέξουν σε βοήθεια. Μια καθυστέρηση είναι
 βέβαια αναπόφευκτη, μέχρι νάβρουν τ' απαραίτητα σύνεργα. Η σκέψη τον ανακούφιζε καθώς
κοιτούσε το μισοφωτισμένο άνοιγμα περιμένοντας.

Αυτά τ' αφύλαχτα πηγάδια που χάσκουνε τη νύχτα στον δρόμο είναι συχνά επικίνδυνα κι ανάγκη νάναι
 κανείς προσεχτικός. Παράξενο ν' αμελήσουν να το σκεπάσουν. Με το γλίστρημα και το απότομο
 πέσιμο ούτε κατάλαβε πόσο ήτανε βαθύ., Το αναμετρούσε τώρα ολάκερο. Πρώτη φορά γνώριζε
πηγάδι από κοντά. Είχε ακούσει για μικρά παιδιά που πνίγηκαν ενώ παίζανε, για βάτραχους με κίτρινη
 κοιλιά που βγάζανε παράξενες κραυγές, για γάτες φουσκωμένες με τρίχωμα κολλημένο σα με
 ψαρόκολλα. Στη σιγή τούτες οι ιστορίες φαίνονταν ξένες κι απίστευτες. Ακόμα δεν μπορούσε να
χωνέψει πώς βρέθηκε έτσι, παγιδευμένος κι ανήμπορος, να προσμένει κάποια βοήθεια.

Το σκοτάδι έγινε ξάφνου πιο πηχτό. Σήκωσε το κεφάλι αναζητώντας το άνοιγμα. Μάταιος κόπος. Δεν
 ξεχώριζε τίποτα. Ποιος έσβησε το λυχνάρι; Αέρας; Κάποιο χέρι μοχθηρό; Έστω ελάχιστο, κάποιο
φως είναι απαραίτητο. Πραγματικά άρχισε πάλι να θαμποφέγγει. Δυο-τρία μέτρα πιο πάνω λάμπα με
 φυτίλι άφηνε μια λόγχη φως μέσα στον καπνό. Ήταν παραίσθηση; Οφθαλμαπάτη; Επιθυμίας προέχταση;

Πόνος διαπεραστικός στο δεξί του χέρι σκόρπισε τις εικασίες. Από ένστιχτο το τράβηξε απότομα. Το
 σκοτάδι δεν άφηνε να ξεχωρίσει το πληγωμένο μέρος. Έψαξε για στήριγμα. Ένα σκουριασμένο
 σίδερο, ένα σκαλοπάτι φυτεμένο πιο πάνω. Χούφτωσε το σίδερο με προσοχή και, πατώντας με την
 άκρη του ποδιού σε μια μικρή εσοχή, σήκωσε το κορμί μισό μέτρο. Έπιασε το σκαλοπάτι και
 πλησίασε το φως με μεγάλη προσπάθεια. Τέντωσε να δει το πονεμένο χέρι, μα την ίδια στιγμή
ξεκόλλησε το σκαλοπάτι απ' τη μουχλιασμένη πέτρα κι έπεσε παρασέρνοντας τη λάμπα, μ' όλο το
 βάρος ανάσκελα στα λασπόνερα. Κατάπιε αρκετό πριν προλάβει να κλείσει το στόμα. Με δυσκολία
 σηκώθηκε στα πόδια, σε χειρότερη κατάσταση τώρα. Λαχταρούσε να βρίσει, να χτυπήσει, να
ξεσπάσει κάπου, μα ήτανε μόνος στη σιγή με τον εαυτό του, μουσκεμένος και τυφλός μέσα στη
 νύχτα και κρύωνε. Τότε άρχισε η αμφιβολία να τρυπώνει μέσα του. Μήπως δεν έρθει βοήθεια;
Μήπως τον ξεχάσανε;

Η δυσφορία από το στομάχι μέχρι το στήθος ολοένα και πιο πιεστική. Όταν το βάρος έφτασε στον
 λαιμό, ξέρασε με αναστεναγμό δυο φορές, τρεις, ώσπου άδειασε ολότελα κι έμεινε πια χωρίς
δύναμη. Άρχισε να φωνάζει. Απότομα το σκοτάδι φωτίστηκε, μια ακαθόριστη μορφή φάνηκε πάνω
και τούγνεψε να περιμένει. Ζήτησε με σπασμένη φωνή να τον βγάλουν από κει μέσα γιατί ήταν
άρρωστος και κρύωνε και δεν μπορούσε πια. Ο άλλος αποκρίθηκε κάτι ακατάληπτο. Ξαναφώναξε.
Καθώς γύρισε το πρόσωπο, του φάνηκε πρασινόμαυρος σαν τεράστιος βάτραχος με μάτια
εξογκωμένα και πηγούνι μυτερό. Με νοήματα τούδωσε να καταλάβει ότι έπρεπε να περιμένει κι
 άλλο, πως για την ώρα τίποτα δεν μπορούσε να γίνει, δεν υπήρχαν τα μέσα, κι ύστερα αυτά τα
 πράγματα παίρνουν χρόνο, δεν φτάνει ένας άνθρωπος για τόσο βαρύ καθήκον. Η παντομίμα
τελείωσε. Το φως ξεμάκρυνε. Πάλι μόνος, χωρίς ίχνος ανθρώπινης παρουσίας.

Αισθάνθηκε ξαφνικά το νερό στο στέρνο. Φούσκωνε αργά και ύπουλα. Μα τι γινόταν; Συγκοινωνούσε το πηγάδι με ρυάκι, έπαιρνε νερό θαλασσινό; Δεν ήταν δυνατόν. Κι όμως. Ο βυθός ποτέ δεν ήταν
 σταθερός, μα τώρα τον τραβούσε ανήλεα προς τα κάτω. Προσπάθησε απελπισμένα κάπου να
στηριχτεί, γαντζώθηκε και ξεκόλλησε χούφτες λάσπη. Το νερό είχε φτάσει στον λαιμό. Ούρλιασε με
 μανία, με θυμό, με τρόμο. Ούρλιασε με απόγνωση. Κανένα χέρι βοήθειας, απόκριση καμιά.
Πατούσε στις μύτες των ποδιών καθώς το νερό είχε φτάσει σχεδόν στα χείλια. Αυτό ήταν. Η γεύση
μοναχά της λάσπης και του χαμού. Πικρός ένας θάνατος και παράλογος στ' αχρησιμοποίητο πηγάδι.

Το νερό σταμάτησε. Τραβήχτηκε στο στήθος, τη μέση, τα γόνατα. Έκανε ένα βήμα μπροστά μη
 πιστεύοντας στην τόση τύχη. Λούστηκε στο φως. Ένα τεράστιο στρόγγυλο φεγγάρι έκλεινε σχεδόν
το άνοιγμα. Πεθύμησε να γελάσει κείνη τη στιγμή, να τραγουδήσει, πόνεσε μέσα του απ' τ'
ασυγκράτητο κύμα της χαράς. Και βέβαια υπήρχε ελπίδα καθώς το φεγγάρι σηκώθηκε στον ουρανό
και πλημμύρισε με τη λάμψη του το πηγάδι. Όταν το νερό κατεβαίνει, η ελπίδα γυρίζει στην καρδιά
του ανθρώπου. Η βοήθεια αν αργούσε, σίγουρα τελικά θα ερχόταν.Έπρεπε στ' αλήθεια να ελπίζει.
Ακόμα και το πηγάδι έμοιαζε λιγότερο αποκρουστικό κάτω από το φως της νύχτας. Στηρίχτηκε στον τοίχο και κοίταξε τον ουρανό.

Κάτι γλιστερό του τύλιξε τα δάχτυλα. Τίναξε το χέρι του στον αέρα. Ένα κατάμαυρο λεπιδωτό
 σκουλήκι έπεσε στο νερό. Ανατρίχιασε. Πάντοτε τα σιχαινόταν. Τα τοιχώματα ήταν φαίνεται γεμάτα
από δαύτα. Άρχισ πάλι να ιδρώνει στη σκέψη μιας καινούριας φρίκης.

Ακούστηκαν φωνές. Δυο άντρες φάνηκαν να σκύβουν κρατώντας ένα χοντρό σκοινί. Επιτέλους.
Άνθρωποι με κοινά πρόσωπα γεμάτα ανησυχία και ενδιαφέρον. Μπορούσε να αισθανθεί την ανάσα
τους να του χαϊδεύει το πρόσωπο.

Το σκοινί έπεσε δίπλα. Τ' άδραξε με λαχτάρα. Το τύλιξε σφιχτά στη μέση του. Η άνοδος άρχισε,
 αργή, επίπονη. Κάρφωνε τα παπούτσια δω κι εκεί, προσπαθώντας με ωθήσεις να βοηθήσει τους
ανθρώπους που τραβούσαν. Βήμα με βήμα, πόντο με πόντο. Για λίγο το ανέβασμα σταμάτησε. Είχαν
 λαχανιάσει. Ξανάρχισαν. Το χείλος πλησίαζε, κόντευε. Μια προσπάθεια ακόμη και πιάστηκε, γαντζώθηκε. Τέσσερα χέρια τον τράβηξαν έξω.

Πατούσε σε έδαφος στέρεο. Ο εφιάλτης είχε τελειώσει οριστικά. Μουσκεμένος από βούρκο κι
ιδρώτα, εξουθενωμένος, ράκος σωστό, κάθισε κάτω βαριανασαίνοντας. Οι άλλοι στάθηκαν δίπλα του
 με συμπόνια.
- Μα γιατί αργήσατε τόσο; ρώτησε κι αναλογίστηκε πόσο ήταν αχάριστος.
- Ούτε είκοσι λεπτά, είπε ο ένας. Δεν υπήρχε σκοινί και πού να ψάχνεις μέσα στη νύχτα. Πάλι
 τυχερός στάθηκες.
- Ναι, τυχερός. Ευχαριστώ. Όχι, δεν θέλω άλλη βοήθεια, θαρρώ πως θα τα καταφέρω.

Στηρίχτηκε στα πόδια του. Περπάτησε με δυσκολία. Σα ξεμόύδιασε, κίνησε για το σπίτι. Μπάνιο
 ζεστό. φαγητό, ύπνος σε καθαρά σεντόνια. Στη σκέψη του κρεβατιού τον έπιασε σχεδόν ίλιγγος. Το
φεγγάρι είχε κρυφτεί πίσω από τα σύννεφα καθώς τάχυνε το βήμα του. Αριστερά ξεχώρισε μια
 συστάδα δέντρων που του φάνηκε γνωστή. Πίσω της ακούστηκε πάλι γαύγισμά σκύλου. Άγνωστο
 γιατί, γεννήθηκε μέσα του ανησυχία,κάτι σαν υποψία. Ούτε κατάλαβα πώς γλίστρησε κι άρχισε να
πέφτει. Στον αέρα ακόμη, άστραψε μέσα του η αλήθεια. Είχε διαγράψει ένα τέλειο κύκλο.

Ανορθώθηκε με τρομερό κόπο. Έπιασε το μέτωπό του κι έκλαψε πικρά γι' αρκετή ώρα. Το πρόσωπο
 του λερωμένο, ματωμένο, κάθιδρο. Τα μέλη του έτρεμαν, η καρδιά του χτυπούσε με μανία. Ήταν το
τέλος; Άδειος, βουβός, μόνος, κοίταξε τη μαυρίλα γύρω του. Έσφιξε τα δόντια. Με πόνους σ'
ολόκληρο το κορμί άρχισε αργά να σκαρφαλώνει.