Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2022

Αλμπατζάλ ή Πώς Βούλωσα τα Μεγάφωνα

Καθόμουν αναπαυτικά στην πολυθρόνα του γραφείου, πίσω απ' τα τζάμια, στο τέταρτο πάτωμα, στον κεντρικό απόκεντρο δρόμο, παρακολουθώντας αδιάφορα το πλήθος που πηγαινόφερνε στα μαγαζιά. Η βουή που ανέβαινε από κάτω, χαρμάνι από ομιλίες, κραυγές μικροπωλητών, κλάξον και φρεναρίσματα, το μπαστούνι του τυφλού της γωνίας, μου βασάνιζε ασυναίσθητα τ' αυτιά. Δουλειά δεν είχα τόσο το καλύτερο από μέρες τώρα είχα αποφασίσει, αντί να προσπαθώ ν' αυξήσω τα κέρδη, να μειώσω τις ανάγκες μου. Πάει κι αυτό το πρόβλημα, το κλώτσησα σαν άδειο κονσερβοκούτι κι ησύχασα.// ................................................................................................................................................................................................... Εκείνο όμως που τελευταία είχε καταντήσει κυριολεκτικά αφόρητο ήταν το ζήτημα της γλώσσας. Δυόμισι εκατομμύρια άνθρωποι σ' αυτή τη συφοριασμένη πολιτεία χρησιμοποιούν κάθε μέρα τις ίδιες λέξεις, τις ίδιες λέξεις κάθε μέρα, όχι βέβαια ότι τις ακούω απ' όλους αλλά είμαι σίγουρος ότι σηκώνονται το πρωί και λένε καλημέρα, χαίρετε, γεια σας, κι άλλες αηδίες, φθαρμένα υποδήματα, γάντια που τους έρχονται όλους κουτί, για δουλειές, για διασκέδαση, για το τίποτα, χρόνια φοράνε τα ίδια λερωμένα εσώρουχα. Λέξεις κολλημένες σα τρύπια δεκάρα στην άσφαλτο του καλοκαιριού που κανένας δεν νοιάζεται να πετάξει στον υπόνομο.// .......................................................................................................................................................................................................... Οι ξένες γλώσσες αποδείχτηκαν κι αυτές ανώφελες αφού κάθε τους λέξη μου θύμιζε την αντίστοιχη δική μας. Εξάλλου ήταν το ίδιο μεταχειρισμένες καθώς κυκλοφορούσαν σ' αμέτρητα ξένα στόματα. Και το χειρότερο όταν φτάναμε στις αόριστες έννοιες. Τότε πια κανένας δεν ήξερε τι ξεστόμιζε, πάντα με σοβαρό ύφος, ή άλλο έλεγε κι άλλο ήθελε να πει ή ακόμα άλλο ο άλλος καταλάβαινε. Μέσα σ' αυτή τη βαβυλωνία, άρχισα να μην αισθάνομαι καθόλου καλά, οι λέξεις με γρονθοκοπούσαν ασταμάτητα, ένιωθα κάθε μέρα και πιο ματωμένος, έτρεχα στον καθρέφτη κι αντίκριζα την ίδια παράξενη, αγωνιώδη φάτσα χωρίς ίχνος αίμα. Μέχρι που βαρέθηκα.// ...................................................................................................................................................................................................... Έπρεπε να βρω κάποιον τρόπο να φιμώσω τα μεγάφωνα πριν μου στρίψει ολότελα, πάντοτε υποπτευόμουν ότι ένα ποσοστό τουλάχιστον τρέλας μούχανε φορτώσει οι πάσης φύσεως πρόγονοί μου. Από μικρό μ' έτρωγε το σαράκι της φυγής, τ'αλήτικο αίμα μου, οι πολλές μεταναστεύσεις των προπατόρων μου. Μα τούτο το πρόβλημα φυγή δεν σήκωνε, με χτυπούσε κάτω σαν χταπόδι, η μόνη λύση ήταν το στούμπωμα, αλλά πώς; ................................................................................................................................................................................................................. Η πόρτα του γραφείου χτύπησε, μπήκε κάποιος μεσόκοπος. - Έχω κάτι για μετάφραση, μουρμούρισε κουνώντας ένα χαρτί. Τότε μου κατέβηκε η σωτήρια ιδέα. - Αλμπατζάλ, ψιθύρισα. - Ορίστε; παραξενεύτηκε. - Αλμπατζάλ, αλμπατζάλ.// ...................................................................................................................................................................................................... Έκανε δυο βήματα προς τα πίσω κοιτάζοντας δεξιά, αριστερά. Τον κάρφωσα με το βλέμμα. - Αλμπατζάλ, βρυχήθηκα. Τόβαλε στα πόδια. ....................................................................................................................................................................................................... Νιώθω τώρα απέραντη ανακούφιση. Σ' οποιοδήποτε φωνητικό κατασκεύασμα μου πετάξουν κατάμουτρα, έχω την μαγική μου λέξη σαν χούφτα λάσπη που μ' ευστοχία βουλώνει τα μεγάφωνα. Αλμπατζάλ είναι το σύμβολο μου, το όπλο κι η παρηγοριά μου. Μπορεί βέβαια εύκολα να φανταστεί κανείς τις συνέπειες αλλά, αλμπατζάλ, μήπως μπορούμε ποτέ να συνεννοηθούμε πραγματικά; .................................................................................................................................................................................................... Συνήθισα και τα περίεργα βλέμματα, και το κούνημα του κεφαλιού, και τους φίλους μου που τελευταία είναι τρομερά απασχολημένοι. Μόνον εγώ περνάω τώρα το κατώφλι του γραφείου ή κάποιος έρανος για τους τυφλούς. Στις φλέβες μου όμως κυλάει μια απέραντη γαλήνη. Ξέρω ότι είμαι ο άνθρωπος που φάνηκε επιτέλους συνεπής στη ζωή του. ......................................................................................................................................................................................................... (από τη συλλογή διηγημάτων Αλμπατζάλ, 1971)

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2021

Φιλόλογοι με δίδαξαν και με μεγάλωσαν ....

«Αυτός ο ανθρωπάκος με το καφέ κοστούμι ήταν ένα μυστήριο κάτω από το αμείλικτο φως της σχολικής ζωής. Μια τάξη εφήβων που όλα τα χλεύαζε, σε κείνον ήταν πρόθυμη όλα να τα συγχωρήσει. Να συγχωρήσει ότι είχε γυναίκα καθηγήτρια και δυο παιδιά με αρχαία ελληνικά ονόματα, να συγχωρήσει τις συμβάσεις και τις αδυναμίες του. Και να αισθάνεται ταυτόχρονα ότι δεν υπάρχει τίποτα για να του συγχωρήσει. Ενώ παρακολουθούσε και την παραμικρή γκριμάτσα του, έβρισκε εξαιρετικά χαριτωμένο το μπερεδάκι του, ρουφούσε τις καυστικές παρατηρήσεις του. Και τον είχε εκλέξει σύμβουλο της τάξης ομόφωνα και δια βοής..................................................................................΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄ Εκείνος έκανε απλώς τα καθημερινά. Διάβαζε αρχαία ή νέα ελληνικά, διάβαζε ποίηση και πεζογραφία, και δεν απήγγειλε ποτέ. Έκανε τις επισημάνσεις του, έλεγε τις απόψεις του, μιλούσε για τις εμπειρίες του, όμως την περισσότερη ώρα άκουγε. Τους άκουγε, τους πρόσεχε, ενδιαφερόταν για τον πρώτο και για τον τελευταίο μαθητή. Και μια ματιά του αρκούσε όταν, καμιά φορά, σε κάποιο από τα εξημερωμένα τώρα θηρία ξυπνούσαν τα αρχέγονα ένστικτα.............................................................................................................΄................................................................................ Αν ήταν ναύαρχος θα γελούσαν, αν ήταν πλοίαρχος θα τον αμφισβητούσαν, αν ήταν άλλος αξιωματικός του ναυτικού, θα αντιμετώπιζε τη δολοφονική ειρωνεία της τάξης. Αν ήταν μόνον ένας άξιος φιλόλογος, ένας ανώτερος, μια εξουσία, θα περιορίζονταν σε μηχανικές κινήσεις. Εκείνος όμως κατείχε επάξια τον μεγαλύτερο βαθμό στο ναυτικό, τον βαθμό που του είχαν απονείμει οι παλιότεροι και που απαιτούσε το ήθος της τάξης......................................................................................................................................................................................................... Ήταν ο Μούτσος, ο δικός τους μούτσος. Αυτός που πρόφερε τις μαγικές λέξεις για να γαληνέψει η μανιασμένη θάλασσα. Ένας αλχημιστής της καθημερινότητας που κατείχε τη μυστική φόρμουλα, ίσως από την αρχαιότητα, για να μετατρέψει κάθε κοινό μέταλλο σε χρυσάφι. Ή μια συνηθισμένη ώρα διδασκαλίας σε συναρπαστική εξερεύνηση. Κι έτσι να οδηγήσει το καράβι της εφηβείας τους σε κάποιο άγνωστο αλλά ασφαλές λιμάνι. Έτσι να προστατέψει από τους άλλους και ιδίως από τον ίδιο τους τον εαυτό την, κάτω από σκληρό περίβλημα, σχεδόν απόλυτη αθωότητα της ηλικίας τους............................................................................................................................................................................................ (απόσπασμα από το διήγημα Ο μεγαλύτερος βαθμός στο ναυτικό της συλλογής Νόστος, 2000) ............................................................................................................................................................................................................ Έχω αδυναμία στους φιλόλογους. Φιλόλογοι, έλληνες και ξένοι, κυρίως αμερικανοί, με δίδαξαν και με μεγάλωσαν, φιλόλογοι μετέφρασαν τα ποιήματά μου σε ξένες γλώσσες, φιλόλογοι μελέτησαν και έκριναν τη λογοτεχνική μου εργασία, φιλόλογοι με ανθολόγησαν και με βράβευσαν, φιλόλογοι έπαιξαν από πολλές απόψεις σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, δυο φορές με παρουσίασαν στον σύλλογό τους στη Θεσσαλονίκη, μία στο Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. και άλλη μία στη στη Βέροια, στους φιλόλογους της Ημαθίας. Και ένας νεώτερος φιλόλογος, ο Φώτης Συμεωνίδης, γύρισε ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή μου με τίτλο «Σ'΄αγαπώ-Ελογοκρίθη», που προβλήθηκε πριν μερικές μέρες στο 17ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης............................................................................................................................................................................... Στην σύγχρονη ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας, ο κατάλογος των φιλόλογων που ήταν ταυτόχρονα σπουδαίοι ποιητές και πεζογράφοι είναι ατέλειωτος. Από τα χρόνια του Ανατόλια, θα μνημονεύσω τον αγαπημένο μας Τάσο Γεωργοπαπαδάκο, για τον οποίο έγραψα το παραπάνω διήγημα χωρίς ίχνος υπερβολής, και τους Νίκο Παπαχατζή, Θόδωρο Μαυρόπουλο, Χρήστο Φράγκο, Λάμπρο Παραρά, Γιώργο Μιχαλόπουλο. Και τους αξέχαστους αμερικανούς φιλόλογους Billy Compton και Osborn Smallwood................................................................................................................................................................................................. Τι έμεινε τελικά από όλα αυτά; Να εκπληρώσει κανείς τον προορισμό του, να είναι συνεπής, να τιμήσει εκείνο που του δόθηκε. Έτσι μπορώ για μια φορά ακόμη να γυρίσω τώρα στους φιλόλογους των εφηβικών μου χρόνων αλλά και σε όλους τους φιλόλογους της ζωής μου, να τους ευχαριστήσω με όλη μου την καρδιά και να τους πω ότι δικαίωσα τις προσδοκίες τους, ότι φάνηκα συνεπής στη ζωή μου. Τόσο απλά. Ευχαριστώ................ ............................................................................................................................................................

Δευτέρα 26 Ιουλίου 2021

Ο έρωτας στην εφηβεία

Μη φαντασθείτε νησί του Αιγαίου, σπίτι εξοχικό ή μακρινό ξενοδοχείο, ούτε καφενεδάκι πλάι στη θάλασσα με χρυσή αμμουδιά. Καλοκαιράκι βέβαια αλλά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης με κτίρια γραφείων, μαγαζιά ανοιχτά, κοσμοπλημμύρα και έστω λίγα αυτοκίνητα, κάπου προς το τέλος της δεκαετίας του 1950.................................................................................................................................................................................................... Η Έφη ήτανε χαριτωμένη και ελκυστική, έξυπνη, δυναμική και σκωπτική. Δικαίωνε, δηλαδή, απόλυτα τα δεκαέξι της χρόνια. Κι ακόμη, είχε πεθάνει πολύ νέος ο πατέρας της ενώ εγώ είχα άλλου είδους οικογενειακά προβλήματα. Μόλις είχα αποφοιτήσει από το Ανατόλια κι εκείνη θα πήγαινε στην πέμπτη τάξη το φθινόπωρο. Η τάξη μας των αγοριών έκανε πάρτι με τη δική της τάξη των κοριτσιών, μια και πέφταμε μικροί για τις συμμαθήτριες μας Πώς ακριβώς τα φτιάξαμε, μετά διάφορα πειράγματα και διαξιφισμούς, δεν θυμάμαι τώρα μετά από τόσα χρόνια, θυμάμαι όμως άλλες απίθανες λεπτομέρειες................................................................................................................. .................................................................... Αφού είχα κάνει λοιπόν μια βόλτα στους πέντε θερινούς κινηματογράφους γύρω-γύρω στη Πλατεία Αριστοτέλους και είχε δει τις φωτογραφίες του έργου στις εισόδους τους, σκέφτηκα να πάρω ένα τηλέφωνο την Έφη. Με τον φόβο πάντα μήπως απαντήσει η μαμά της, σχημάτισα λοιπόν τον αριθμό της σε ένα θάλαμο........................................................................................................................................................................................... - Δεν μπορώ να βγω απόψε, μου είπε η Έφη, έλα εσύ στο σπίτι μου. Θα σε περιμένω στην ταράτσα της οικοδομής.............................................................................................................................................................................................. Δεν ήταν μόνο πρόσκληση αλλά και πρόκληση, επικίνδυνη φυσικά για τα ήθη της εποχής αλλά και ρομαντική, και φυσικά ήταν αδύνατον να την αφήσω αναπάντητη. Είπα λοιπόν «εντάξει, έρχομαι, σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί», περπάτησα στην Τσιμισκή, έφτασα στη προέκταση της και βρήκα την πολυκατοικία της. Ελάχιστες πολυκατοικίες είχαν ασανσέρ την εποχή εκείνη κι έτσι άρχισε να σκαρφαλώνω τις σκάλες των τεσσάρων ή πέντε ορόφων. Σε κάποια στροφή, είδα ένα κεφάλι ώριμης γυναίκας να με κοιτάζει καχύποπτα από το παραθυράκι της εξώπορτας και ένα δεύτερο λίγο ψηλότερα.Έφτασα λοιπόν κάποτε στην κορυφή της σκάλας και βγήκα στην ταράτσα. Η Τσιμισκή απλωνόταν κάτω φωτισμένη ως το τέρμα της προς τη Δωδεκανήσου. Και η Έφη; Τη διέκρινα σε λίγο να χαμογελάει μισοκρυμμένη στη γωνία. Την πλησίασα, αγκαλιαστήκαμε κι αρχίσαμε τα φιλιά. Φιλιά που είναι ακόμη πιο ηδονικά όταν γίνονται σε συνθήκες παρανομίας και μάλιστα από εφήβους. Πριν καλά –καλά ζεσταθούμε και λειτουργήσει το μυαλό μας προς κάτι το παραπάνω ερωτικά, ακούστηκαν φωνές από τη σκάλα...........................................................................................................................................................................΄..........΄΄΄΄ - Ωχ, οι γειτόνισσες θα σε είδαν, είπε εκείνη μισοειρωνικά και κάπως τρομαγμένη, καλύτερα να μην μας πιάσουν εδώ. Συμφώνησα, απέσπασε μια τελευταία δόση νέκταρ από τα χείλη της και βγήκα έξω, να κατεβώ τις σκάλες τη φορά αυτή. Σε ένα κεφαλόσκαλο με σταμάτησαν τρεις γυναίκες. -Τι θέλατε, κύριε, στην ταράτσα μας; με ρώτησαν με βλέμμα απειλητικό................................................................... ..................................................................................................................................................................................................... – - Ξέρετε, είμαι ζωγράφος, ψέλλισα εγώ, και ήθελα να δω τη θέα της πόλης από ψηλά, ενώ σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα να είχα πει ακόμη μεγαλύτερη βλακεία............................................................................................................................................................................................... - Να ξέρετε ότι αν ήταν οι άντρες εδώ, θα γινόταν φασαρία, μου τόνισαν εκείνες με μια φωνή.............................................................................................................................................................................................. ...... Πέρασα ευγενικά ανάμεσα τους και την κοπάνησα ενώ στο μυαλό μου χοροπηδούσαν εικόνες από αγριεμένους πατεράδες, προστάτες του οικογενειακού ασύλου. Βγήκα και πάλι στην Τσιμισκή, πήρα βαθιά ανάσα και περπάτησα προς την Αριστοτέλους στην αντίθετη αυτή τη φορά κατεύθυνση, αποφασισμένος να χωθώ σ’ ένα σινεμά και δω το οποιοδήποτε έργο για να χαλαρώσω. Έφτασα στον ίδιο θάλαμο της πλατείας και ξαναπήρα τηλέφωνο την Έφη. Απάντησε σκασμένη στα γέλια....................................................................................................................................................................................................... - Σας άκουσα, είπε, σας άκουσα, είσαι ζωγράφος, έτσι;............................................................................... ................................ - Πάλι καλά να λες, δικαιολογήθηκα................................................................................................................................................................ ........................... – Δεν φαινόταν πάντως αλήτης το παιδί, είπε κάποια γειτόνισσα μετά τα διάφορα απειλητικά, με παρηγόρησε η Έφη...................... ............................................................................................................................................................................................................. Το αφήσαμε λοιπόν το θέμα εδώ για τη βραδιά εκείνη, συμφωνήσαμε να συναντηθούμε μια άλλη μέρα με πιο ομαλές συνθήκες κι εγώ χώθηκα στο σινεμά μου και έβλεπα στην οθόνη περισσότερο το περιστατικό παρά το έργο....................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................... Και πέρασαν τα χρόνια όπως στα έργα. Η εφηβική αυτή αγάπη για το καλοκαίρι κράτησε από μακριά σχεδόν μια ολόκληρη ζωή με πολλά άλλα απίστευτα περιστατικά και την ατυχία μόνιμη επωδό της. Την Έφη δεν την ξέχασα, νομίζω ότι ούτε εκείνη εμένα. Μένει στη μνήμη μου σαν μια τόσο αγνή, τόσο ρομαντική και ωραία ιστορία που τη σεβάστηκε ο χρόνος ενώ εμάς τους ίδιους μας τιμώρησε αλύπητα............................ ...................................................................................................................................................................................... (δημοσιεύτηκε στην ανθολογία των Εκδόσεων Καστανιώτη, Θερινοί έρωτες, 2021)

Τετάρτη 2 Ιουνίου 2021

Επέμβαση ανοιχτής καρδιάς

είμαι ένας Σάυλωκ παράξενος/ σας δίνω την ψυχή μου δώρο/ και παίρνω τη δική σας την ψυχή/ προσάναμμα μιας φωτιάς πάντα καινούριας/ .................................................................................................................................................................................................... - ..... Η Βικτωρία έδωσε τα ποιήματά σου στους μαθητές της», μου είπε στο τηλέφωνο ο Ανδρέας. «Δεν θα σου πω πόσοτους άρεσαν, μίλησε καλύτερα με εκείνη». . - «Δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο τους άρεσαν»,μου είπε η Βικτωρία και πάλι στο τηλέφωνο λίγη ώρα αργότερα. «Θα αφήσω εκείνους να σου το δείξουν στην εκδήλωση που έχουμε οργανώσει. Ελπίζω να έρθεις μαζίμε τη Σοφία»............................................................................................................................................................... Ήταν κάτι που δυσκολεύτηκα να πιστέψω. Τεράστια έκπληξη και μυστήριο μαζί. Καταρχήν, δεν νόμιζα ότι η Βικτωρία αγαπούσε ιδιαίτερα την ποίησή μου ή ότι συμπαθούσε καν εμένα τον ίδιο. Τόσοι και τόσοι καθιερωμένοι ποιητές υπάρχουν, παλιοί και νεώτεροι, γιατί να δώσει τα δικά μου ποιήματα στους μαθητές της; Και τι θα καταλάβαιναν οι εργαζόμενοι άνδρες και γυναίκες από εικοσιπέντε ως εξήντα πέντε χρονών, που είχαν περάσει δια πυρός και σιδήρου στη ζωή τους και μόλις τώρα τους δινόταν η δυνατότητα στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας να πάρουν το απολυτήριο του γυμνασίου; Ίσως να είχαν ακούσει κάποτε για τον Σολωμό ή τον Καβάφη, δεν είχαν όμως καμία απολύτως εξοικείωση με τη σύγχρονη ποίηση. Κάτι που βεβαίως θεωρούσα απαραίτητο για να καταλάβει κανείς, να εκτιμήσει και να απολαύσει την ποίηση.....................................................................................΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄΄.............................................. Με αυτές τις σοβαρές επιφυλάξεις, ενημέρωσα τη Σοφία και ξεκινήσαμε να βρούμε το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας για να παρακολουθήσουμε την εκδήλωση. Ήταν κάπου στην Εθνικής Αμύνης. Φτάσαμε, ανεβήκαμε τις σκάλες και οδηγηθήκαμε σε μια κατάμεστη αίθουσα. Εκεί γνωριστήκαμε με τη συμπαθητική διευθύντρια και είδαμε τη Βικτωρία, φωτεινή και κεφάτη, αξιαγάπητη, να συντονίζει τα πάντα. Λες και είχε μεταμορφωθεί από απλή φιλόλογος σε ένα πλάσμα περίπου μαγικό................................................................................΄......................................................................................................... Μετά από σύντομους προλόγους και παρουσιάσεις, εικοσιπέντε μαθητές, καθισμένοι σε τραπεζάκια που είχαν σχηματίσει ένα μεγάλο Π, άρχισαν να διαβάζουν, ο καθένας από ένα ποίημα μου της απόλυτης επιλογής του. Και τα διάβαζαν καλά, με δυνατή φωνή, χωρίς κόμπιασμα και λάθη, με ελεγχόμενη συγκίνηση. Ενώ οι συμμαθητές τους στο ακροατήριο άκουγαν βουβοί κι αθόρυβοι και, κατά διαστήματα, ξεσπούσαν σε χειροκροτήματα................................................................................................................................................................................... Εγώ παρακολουθούσα προσεκτικά και δυσκολευόμουν να πιστέψω, αυτή τη φορά αυτό που έβλεπα. Ομολογώ ότι κάπου μέσα μου καμάρωνα αλλά η αμηχανία μου υπερίσχυε σαφώς. Αυτή η αμηχανία χτύπησε κόκκινο στο τέλος της εκδήλωσης. Όταν άρχισαν να έρχονται ένας-ένας αρκετοί μαθητές, ώριμοι άντρες και γυναίκες, για να μου πουν πόσο σημαντικό για κείνους ήταν το ποίημα που διάβασαν και να μου σφίξουν το χέρι ή να μου κρατήσουν και τα δύο χέρια. Μια αναγνώστρια μου είπε, μάλιστα, «αυτό το ποίημα είναι η ζωή μου», ενώ μια άλλη με κοίταζε με δάκρυα στα μάτια. Ενώ εγώ ψέλλιζα ένα «χαίρομαι» ή ένα «ευχαριστώ» και τους ανταπέδιδα τη χειραψία με ένα χαμόγελο ή και ένα χτύπημα στην πλάτη.................................................................................................................................................................. .......................... -«’Ασε τα περί αμηχανίας», άκουσα μέσα μου να με ειρωνεύεται ο κυνικός εαυτός μου, «καμαρώνεις σαν τογύφτικο σκεπάρνι». Ε, ναι, καμάρωνα μέσα στην αμηχανία μου και ενώ διερωτόμουν αν είχα κοκκινίσει ύστερα από τόσα χρόνια. Δεν τόλμησα όμως να ρωτήσω τη Σοφία. Τα υπόλοιπα, ερωτήσεις, απαντήσεις, αμοιβαίες ευχαριστίες και τα παρόμοια, δεν διέφεραν ουσιαστικά από τα καθιερωμένα και δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Σημασία έχει το γεγονός ότι, η συναισθηματική αυτή κορύφωση, η συγκλονιστική εμπειρία άλλαξε την άποψη και την οπτική μου για την ποίηση. Με την εξαίρεση ποιημάτων εσκεμμένα δυσνόητων, που κι εγώ ο ίδιος συχνά δεν καταλαβαίνω, το πρωταρχικό στοιχείο δεν είναι η εξοικείωση με την ποίηση, είναι ο δεκτικός άνθρωπος με την ανοιχτή καρδιά. Στην ανοιχτή καρδιά των ταλαιπωρημένων από τη ζωή ανθρώπων είχαν επέμβει τα ποιήματά μου με τα εκπληκτικά αυτά αποτελέσματα. Και όχι μόνο τα δικά μου βέβαια αλλά πιθανότατα και άλλων ποιητών, αν δινόταν στους μαθητές η ευκαιρία να τα διαβάσουν............................................................................................................................................................................. Φεύγοντας από το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας με μια αίσθηση ευφορίας κι ενώ κρατούσα σφιχτά το χέρι της Σοφίας που συνέχιζε να με μακαρίζει, μου ήρθαν στον νου οι στίχοι του πρόωρα χαμένου ποιητή και φίλου Ανέστη Ευαγγέλου. «Είναι πολλά τ’ αδέρφια μου, δεν είμαι μόνος». ..................................................................................................................................................................................................... (απ΄τη σλλογή Η λέσχη της κόκκινης ή γαλαζιας αλεπούς, 2020)

Κυριακή 11 Απριλίου 2021

Άλλοι μαζεύουν γραμματόσημα

Άλλοι μαζεύουν γραμματόσημα, θαυμάζουν την εκτύπωση, τη σπανιότητα των χρωμάτων, τις λέξεις σε γλώσσες οικείες ή εξωτικές, προσεκτικά τα πιάνουν με μια τσιμπίδα και ένα- ένα τα τοποθετούν πίσω απ' τη ζελατίνα. Άλλοι μαζεύουν πίνακες ζωγραφικής, άλλοι μαζεύουν σπάνια νομίσματα, παλιά βιβλία, το κάθε τι που κίνησε την περιέργεια, ίσως την απληστία τους. Σπιρτόκουτα και λίρες, μπιμπελό, χρυσαφικά και αυτοκίνητα πολυτελή μιας άλλης εποχής, ένας κατάλογος που φτάνει ως τις πιστωτικές κάρτες και τους τραπεζικούς λογαριασμούς και βέβαια δεν εξαντλείται εκεί. ........ ........................................................ Όλοι αυτοί, από τους πιο κοινούς ως τους πιο πλούσιους και εκλεπτυσμένους συλλέκτες, έχουν ένα γνώρισμα χαρακτηριστικό. Λαχταράνε τα αντικείμενα, θέλουν να τα κρατήσουν, τους συναρπάζει η σκέψη της ιδιοκτησίας. Μπορεί και να 'ναι αυτό ανθρώπινο και φυσικό και πώς μπορεί κανείς στις μέρες μας να φέρει αντίρρηση, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για το αντίκρισμα μιας ολόκληρης ζωής που τελικά δωρίζεται στο κράτος για να ολοκληρωθεί η δόξα και η προσφορά και να διδάσκονται οι μεταγενέστεροι....... .................................................................................... ........... .................. Ομολογώ ότι είμαι κι εγώ ένας συλλέκτης. Μπορώ μάλιστα να ισχυριστώ με ακλόνητα επιχειρήματα πως ακέραιος ο πλούτος που έχουν συσσωρεύσει όχι μόνον οι ιδιώτες μα και τα κρατικά μουσεία και πινακοθήκες δεν προσεγγίζει καν σε αξία τη δική μου συλλογή. Μια συλλογή που μεγαλώνει συνεχώς και διευρύνεται. Κι όμως δεν έχω συστήματα συναγερμού ηλεκτρονικά ούτε πάνοπλους φρουρούς για να τη διαφυλάξω. Δεν την κρατάω σε υπόγειες θυρίδες και τα απρόσβλητα χρηματοκιβώτια κάποιας τράπεζας μα ούτε στο σαλόνι ή το δωμάτιό μου. Και προ παντός και πάνω απ' όλα, δεν τη θέλω καν αποκλειστικά δική μου. Πώς θα μπορούσα αφού εκτείνεται σε παρελθόν, παρόν και μέλλον, αφού είναι εγκατεσπαρμένη στις πέντε ηπείρους αυτού του κόσμου και πιο μακριά; Πώς θα μπορούσα αφού είναι απόλυτα προσιτή στον καθένα, μεγάλο ή μικρό, φτωχό ή πλούσιο, λευκό ή κίτρινο ή μελαψό ή μαύρο; Αφού από τη φύση της είναι προορισμένη να μην ανήκει σε έναν μα σε πολλούς;................................................... .................................................................................. Είναι απλή υπόθεση να αποκτήσει κανείς μια τέτοια συλλογή. Θα πρέπει, πρώτα-πρώτα, να έχει κληρονομήσει κάποια αστάθμητη προδιάθεση από προγόνους βοσκούς Σαρακατσαναίους, παππούδες Μικρασιάτες πρόσφυγες και πλάνητες Θρακιώτες από τη Μαύρη Θάλασσα. Μετά, θα πρέπει να έχει διαβάσει μερικές χιλιάδες βιβλία, να έχει περάσει μέσα απ' όλα τα καμίνια της σύγχρονης ζωής, να μάτωσε για να κερδίσει πλήρη την αίσθηση της ματαιότητας. Οι εμπειρίες αυτές και τα σημάδια που άφησαν θα πρέπει να τον έχουν οπλίσει με θάρρος πέρα από την απόγνωση και να έχουν σφυρηλατήσει μια ματιά παρθενική στον κόσμο. Που σημαίνει αιρετική, βέβηλη, ανατρεπτική. Από κει και πέρα, δεν χρειάζεται παρά λίγη τύχη, μια ανοιχτή καρδιά που δέχεται τον άνθρωπο και πολύ πείσμα. Έτσι, χωρίς καλά-καλά να το αντιληφθεί, κάποιο πρωί θα διαπιστώσει πως αξιώθηκε να γίνει κάτοχος μιας εξαίσιας συλλογής σαν τη δική μου............................ ................................................................................... Η συλλογή μου, ένα φαντασμαγορικό μωσαϊκό με άρωμα μεθυστικό της άνοιξης, αποτελείται από πολλά κομμάτια, καθένα και μοναδικό. Θα αναφέρω μόνο μερικά και, αν θέλετε, μπορείτε εσείς να ψάξετε τα άλλα που είναι καλά κρυμμένα μπροστά στα μάτια σας. Τους δυο δάσκαλους που με γέννησαν και μ' έβαλαν στη φωτιά από τα παιδικά μου χρόνια, τον δάσκαλο της εφηβείας μου που όπως το λάδι και το φως προσωρινά γαλήνευε τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, τον Τζίντου Κρισναμούρτι της ωριμότητάς μου που μου έδειξε τον δρόμο που δεν υπάρχει. Ένα κορίτσι που μου φανέρωσε την αγάπη όταν εγώ δεν καταλάβαινα και πήγε εντελώς χαμένο σ' αυτές εδώ τις γειτονιές. Κάποιον Τζούνιορ από τις Δυτικές Ινδίες που γνώρισα σ' ένα λεωφορείο της Κοπεγχάγης, κάποιον Πόλντι Αυστριακό που δούλευε μαζί μου στο Δυτικό Λονδίνο, κάποιον ανώνυμο, βραχνό, τετράγωνο γίγαντα από τα βάθη της Ασίας που, ενώ κοιτούσαμε μπουλούκι τους τρούλους των εκκλησιών στη Μόσχα, με ρώτησε από πού έρχομαι, επανέλαβε έκπληκτος την εθνικότητά μου στον γιο του κι ύστερα έσφιξε το χέρι μου, με χτύπησε στην πλάτη. Κι ακόμα, την Αϊλάτι Ασμάγα απ' τον πλανήτη Αχαράνι που ταξίδεψε είκοσι έτη φωτός για να με συναντήσει, τον Γιάννη Μάριο που μας βασάνιζαν μαζί στην τράπεζα κι εκείνος πέθανε στη πιο γλυκιά του νιότη και είναι ως τώρα αδύνατο να βρω πού έχει ξαναγεννηθεί, κι ένα αγόρι που κάθε βράδυ χρόνια τώρα προσέχω την ανάσα του όταν κοιμάται. Θα μπορούσα να προσθέσω και πολλούς άλλους που, από το πριν και το μετά, διαλύουν τη γελοία ψευδαίσθηση του χρόνου, ωραίοι και άτρωτοι μου δίνουν την πνοή τους..................................................................................... ................. ................................................... Ποτέ δεν θα μπορέσω να μιλήσω με επάρκεια έστω και για μια από τις συναρπαστικές κόκκινες και μαύρες ψυχές που γνώρισα. Άγριες και ατίθασες σαν τον άνεμο που κατεβαίνει από την κοιλάδα του Αξιού, γαλήνιες με ρεύματα μυστικά σαν τη φθινοπωρινή θάλασσα. Άλλοτε σαν το ζεστό ψωμί κι άλλοτε ανεξιχνίαστες σαν τους βυθούς όπου ενεδρεύουν. Και τη Σοφία, αστέρι ανεκτίμητο της συλλογής μου, αρχή και τέλος της........................................................................................ .................................. ................... Άλλοι μαζεύουν γραμματόσημα, άλλοι μαζεύουν χρήματα και πράγματα κάθε λογής. Εγώ δεν θέλω τίποτα. Ούτε έχω τίποτα στο κράτος να δωρίσω. Το μόνο που λαχτάρησα είναι να σπαρταράει η ζωή στην ανοιχτή μου παλάμη. Μετανάστης εγώ προσωρινός από το βασίλειο του Πλούτωνα, γυμνή μετράω την ψυχή μου μ' άλλες ψυχές.

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021

Μια αγάπη για το καλοκαίρι ή Ο έρωτας στην εφηβεία

 

                                                                                                            Marc Chagall, The lovers

 

Μη φαντασθείτε νησί του Αιγαίου,  σπίτι εξοχικό ή μακρινό ξενοδοχείο, ούτε καφενεδάκι πλάι στη θάλασσα με χρυσή αμμουδιά. Καλοκαιράκι βέβαια αλλά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης με κτίρια γραφείων, μαγαζιά ανοιχτά, κοσμοπλημμύρα και έστω λίγα αυτοκίνητα, κάπου προς το τέλος της δεκαετίας του 1950.                                                                                                                                 

           Η Έφη ήτανε χαριτωμένη και ελκυστική, έξυπνη, δυναμική  και σκωπτική.  Δικαίωνε, δηλαδή, απόλυτα τα δεκαέξι της χρόνια. Κι  ακόμη, είχε πεθάνει πολύ νέος ο πατέρας της ενώ εγώ είχα άλλου είδους οικογενειακά προβλήματα. Μόλις είχα αποφοιτήσει από το Ανατόλια κι εκείνη θα πήγαινε στην πέμπτη τάξη το φθινόπωρο.  Η τάξη μας των αγοριών έκανε πάρτι με τη δική της τάξη των κοριτσιών, μια και πέφταμε μικροί για τις συμμαθήτριες μας  Πώς ακριβώς τα φτιάξαμε, μετά διάφορα πειράγματα και διαξιφισμούς, δεν θυμάμαι τώρα μετά από τόσα χρόνια, θυμάμαι όμως άλλες απίθανες λεπτομέρειες.                                                                                                                                                 

            Αφού είχα κάνει λοιπόν μια βόλτα στους πέντε θερινούς κινηματογράφους γύρω-γύρω στη Πλατεία Αριστοτέλους και είχε δει   τις φωτογραφίες του έργου στις εισόδους τους,  σκέφτηκα να πάρω ένα τηλέφωνο την Έφη. Με τον φόβο πάντα μήπως απαντήσει η μαμά της, σχημάτισα λοιπόν τον αριθμό της σε ένα θάλαμο.

-         Δεν μπορώ να βγω απόψε, μου είπε η Έφη, έλα εσύ στο σπίτι μου. Θα σε περιμένω στην ταράτσα της οικοδομής.               

             Δεν ήταν μόνο πρόσκληση αλλά και πρόκληση, επικίνδυνη φυσικά για τα ήθη της εποχής  αλλά και ρομαντική,  και φυσικά ήταν αδύνατον να την αφήσω αναπάντητη.   Είπα λοιπόν «εντάξει, έρχομαι, σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί», περπάτησα στην Τσιμισκή, έφτασα στη προέκταση της και βρήκα την πολυκατοικία της. Ελάχιστες πολυκατοικίες είχαν ασανσέρ την εποχή εκείνη κι έτσι άρχισε να σκαρφαλώνω τις σκάλες των  τεσσάρων ή πέντε ορόφων. Σε κάποια στροφή, είδα ένα κεφάλι ώριμης γυναίκας να με κοιτάζει καχύποπτα από το παραθυράκι της εξώπορτας και ένα δεύτερο λίγο ψηλότερα.

           Έφτασα λοιπόν κάποτε στην κορυφή της σκάλας και βγήκα στην ταράτσα.  Η Τσιμισκή απλωνόταν κάτω φωτισμένη ως το τέρμα της προς τη Δωδεκανήσου.  Και η Έφη; Τη διέκρινα σε λίγο να χαμογελάει  μισοκρυμμένη  στη γωνία.  Την πλησίασα, αγκαλιαστήκαμε  κι αρχίσαμε τα φιλιά.  Φιλιά που είναι ακόμη πιο ηδονικά όταν γίνονται σε συνθήκες παρανομίας και μάλιστα από εφήβους. Πριν καλά –καλά ζεσταθούμε και λειτουργήσει το μυαλό μας προς κάτι το παραπάνω ερωτικά,  ακούστηκαν φωνές από τη σκάλα.

-         Ωχ, οι γειτόνισσες θα σε είδαν, είπε εκείνη μισοειρωνικά και κάπως τρομαγμένη, καλύτερα να μην μας πιάσουν εδώ.  Συμφώνησα, απέσπασε μια τελευταία δόση νέκταρ από τα χείλη της και βγήκα έξω, να κατεβώ τις σκάλες τη φορά αυτή. Σε ένα κεφαλόσκαλο με σταμάτησαν τρεις γυναίκες.

             -Τι θέλατε, κύριε, στην ταράτσα μας; με ρώτησαν με βλέμμα απειλητικό.                                                                                                                                       – Ξέρετε, είμαι ζωγράφος, ψέλλισα εγώ, και ήθελα να δω τη θέα της πόλης από ψηλά, ενώ σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα να είχα πει ακόμη μεγαλύτερη βλακεία.                                                                                                                                    - Να ξέρετε ότι αν ήταν οι άντρες εδώ, θα γινόταν φασαρία, μου τόνισαν εκείνες με μια φωνή.                                                                                                                                                                                                                                   

         Πέρασα ευγενικά ανάμεσα τους και την κοπάνησα ενώ  στο μυαλό μου χοροπηδούσαν εικόνες από αγριεμένους πατεράδες, προστάτες του  οικογενειακού ασύλου. Βγήκα και πάλι στην Τσιμισκή, πήρα βαθιά ανάσα και περπάτησα προς την Αριστοτέλους στην αντίθετη αυτή τη φορά κατεύθυνση, αποφασισμένος να χωθώ σ’ ένα σινεμά και δω το οποιοδήποτε έργο για να χαλαρώσω.  Έφτασα στον ίδιο θάλαμο της πλατείας και ξαναπήρα τηλέφωνο την Έφη. Απάντησε σκασμένη στα γέλια.

- Σας άκουσα, είπε, σας άκουσα, είσαι ζωγράφος, έτσι;  

 -  Πάλι καλά να λες, δικαιολογήθηκα.                                                                                       

– Δεν φαινόταν πάντως αλήτης το παιδί,  είπε κάποια γειτόνισσα μετά τα διάφορα απειλητικά, με παρηγόρησε η Έφη. 

          Το αφήσαμε λοιπόν το θέμα εδώ για τη βραδιά εκείνη, συμφωνήσαμε να συναντηθούμε μια άλλη μέρα με πιο ομαλές συνθήκες κι εγώ χώθηκα στο σινεμά μου και έβλεπα στην οθόνη περισσότερο το περιστατικό παρά το έργο.

         Και πέρασαν τα χρόνια όπως στα έργα. Η εφηβική αυτή αγάπη για το καλοκαίρι κράτησε από μακριά σχεδόν μια ολόκληρη ζωή με πολλά άλλα απίστευτα περιστατικά και την ατυχία μόνιμη επωδό της. Την Έφη δεν την ξέχασα, νομίζω ότι ούτε εκείνη εμένα. Μένει στη μνήμη μου  σαν μια τόσο αγνή, τόσο ρομαντική και ωραία ιστορία που τη σεβάστηκε  ο χρόνος ενώ εμάς τους ίδιους μας τιμώρησε αλύπητα. Έτσι δεν συμβαίνει συχνά;

 

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2020

Δείκτης νοημοσύνης (I.Q.)

 

 

 

Ομολογώ ότι βρίσκομαι σε πλήρη σύγχυση. Καθότι, και στην ωριμότητά μου τώρα, δεν έχω
καταλάβει σε πιο άκρο ανήκω, εάν είμαι έξυπνος ή ηλίθιος, νοήμων, εύστροφος, ή σκέτος
βλαξ. Κάποτε νόμιζα ότι αυτά τα πράγματα είναι ξεκαθαρισμένα στη ζωή μας. Ότι είναι
εμφανής από νωρίς ο βαθμός ευφυίας, ο περίφημος δείκτης νοημοσύνης, με ελάχιστα
περιθώρια βελτίωσης. Το κάθε παιδί απ’ το σχολείο αποδέχεται αναγκαστικά το πεπρωμένο
του και ανάλογα πορεύεται. Με τη συναισθηματική και την κοινωνική ωριμότητα,
και ποικίλες άλλες εκλεπτύνσεις και μετρήσεις, να έχουν επινοηθεί από τους
επιστήμονες ως κάποιου είδους παρηγοριά ή μέθοδο διαφυγής από την αμείλικτη
κληρονομημένη αλήθεια.

Οι αριθμοί βεβαίως ουδέποτε είναι απόλυτοι, υπάρχουν και αστάθμητοι παράγοντες. Στην
καθιερωμένη όμως κλίμακα, από το μοναχικό 50-70 του κρετίνου έως το εξ ορισμού 100
του μέσου όρου, στα πέριξ του οποίου συνωστίζεται η ανθρωπότητα, έως τα υψηλότερα
επίπεδα νοημοσύνης και το ερημικό 160-180 και πλέον του ιδιοφυούς, το υποκειμενικό
στοιχείο δεν μπορεί να ξεπερνά τις δέκα έως είκοσι μονάδες. Έτσι νόμιζα.

Τα μάτια μου κουράστηκαν και θόλωσαν, έχω ανατρέξει στη σοφία όλου του κόσμου, οι
τοίχοι, τα πατώματα, κάθε επιφάνεια και ντουλάπι του σπιτιού μου, στενάζουν από
αναρίθμητα βιβλία, πολιτικά, ιστορικά, επιστημονικά, λογοτεχνικά (έγραψα κι από
πάνω μερικά δικά μου), χρόνια εργάστηκα, έζησα και ταξίδεψα σε ξένες χώρες. Τίποτα
και κανένας όμως δεν μου έλυσε την απορία. Ούτε οι δάσκαλοί μου, οι φιλόσοφοι ή
ποιητές, η ίδια η φύση, ούτε καν οι καφενόβιοι, τα πολύστροφα παιδιά της πιάτσας, με
την καθαρή ματιά και τη σκληρή γλώσσα, οι χίλιοι δυο από κάθε γωνιά του κόσμου που
γνώρισα και συμπάθησα κατά καιρούς.

Επειδή οι θεωρίες είναι άπειρες και ανέξοδες (ο καθένας λέει ότι του κατέβει) και
μόνη αξιόπιστη από αρχαιοτάτων χρόνων παραμένει η πράξη, τείνω να καταλήξω στο πικρό
συμπέρασμα ότι, ναι, είμαι βλάκας. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το γεγονός ότι αδυνατώ να
αποφύγω τα κραυγαλέα σεσημασμένα ναρκοπέδια και να ακολουθήσω την πεπατημένη; Να
εφαρμόσω τους νόμους, τους κανόνες, τις διατάξεις, να αναγνωρίσω τις λεγόμενες
κοινωνικές συνθήκες και να ενταχθώ ασφαλώς στο σύνολο. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το
γεγονός ότι έχω κάνει τόσα λάθη στη ζωή μου; Από μεγάλα έως τεράστια, χονδροειδή,
μεσαίου μεγέθους και μικρότερα. Και όχι μόνον πρωτότυπα ούτε απλές επαναλήψεις, αλλά
ολόκληρα σήριαλ λαθών με αναρίθμητα επεισόδια. Και όλα τα βιβλία μου δεν είναι παρά
κεφάλαια από το ένα και μοναδικό βιβλίο με γενικό τίτλο, Η θλιβερή ιστορία των λαθών
μου.

Θυμάμαι την αυθόρμητη και ομόφωνη προτροπή των μεγαλύτερων που είχαν υποφέρει τα
πάνδεινα από προσφυγιά και εξουσία. «Πρόσεξε, να είσαι έξυπνος στη ζωή σου». Λες και
η ευφυία ήταν διάβαση για τους πεζούς και έπρεπε να βαδίζω αρχικά μέσα στα καρφιά ή
μέσα στις λευκές γραμμές αργότερα, να μένω στήλη άλατος στο κόκκινο ανθρωπάκι και να
έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα για να μη με κόψει κανένα αυτοκίνητο. ΄Η ασφαλιστήριο
συμβόλαιο που εκδίδει εταιρία με δωρικούς κίονες στην είσοδο κατά παντός κινδύνου της
ζωής.

Θυμάμαι κι εκείνη τη στριμμένη θεία μου την Παναγιώτα, ράφτρα θρακιώτισσα στις
φτωχικές 40 Εκκλησιές της προσφυγιάς, που μάλλον μ’ αγαπούσε με τον δικό της τρόπο,
να διαφωνεί σφυριχτά με το συγγενολόι, σφίγγοντας τις καρφίτσες στα λεπτά της χείλη.
«Αφήστε το ήσυχο το παιδί, βρε καρακάξες, εσύ είσαι καλός, αγόρι μου, δεν είσαι;»
Σίγουρα και δεν ήξερε τι έλεγε η καημένη. Σε κανένα σχολείο δεν μας δίδαξαν ποτέ ότι
η ευθύτητα είναι το αντίθετο της ευφυϊας.

Αργότερα πρόσεξα ότι άλλαξε η προτροπή από θετική σε αρνητική (αντί,«να είσαι
έξυπνος»,έγινε, «πρόσεξε να μην είσαι βλάκας»). Φαίνεται ότι έφταιγαν και οι
απαράδεκτές μου επιδόσεις. Πέρασε μια περίοδο από τη γκριμάτσα απογοήτευσης και
κάποια αμφιβολία («βλάκας είσαι;») για να καταλήξει στο κατηγορηματικό και ανίατο
στάδιο («μα εσύ είσαι βλάκας»). Κατά το οποίο προστέθηκε ως κωδωνοκρουσία η υπόμνηση
του θείου μου τάδε, που τον έστησαν στον τοίχο, και του μεγαλύτερου ξαδέλφου μου
δείνα, που τον έστειλαν στα ξερονήσια, και η δυσοίωνη παροιμία («θα πας κι εσύ σαν
το σκυλί στ’ αμπέλι»).

Παρατηρώντας, λοιπόν, το παιδικό μου περιβάλλον και, στη συνέχεια, προϊσταμένους και
συναδέλφους στο γραφείο, διδάχτηκα ότι όσοι γείτονες κάθονταν στ’ αυγά τους ήταν
ευφυείς και όσοι έκαναν ωραίες κωλοτούμπες ευφυέστεροι, ενώ στα υψίπεδα της
νοημοσύνης ήταν αραγμένοι, από τη μια, ο άτεγκτος διευθυντής της τράπεζας που
πλούτισε από μίζες και προμήθειες και, από την άλλη, ο αρχοντικός κεντρικός ταμίας
που συστηματικά έδινε λειψά τα ρέστα στους πελάτες. Αυτό το οροπέδιο υπήρξε πάντοτε
εξαιρετικά ευρύχωρο για να υποδεχτεί πλείστους όσους διακεκριμένους συμπολίτες μου σε
κάθε τομέα, στην επιστήμη και τα γράμματα, στην πολιτική και τις επιχειρήσεις.
Ευνούχους επιδέξιους με τα γνωστά μεταξωτά βρακιά. Αυτούς που βλέπουν οι άλλοι στο
ανάκλιντρό τους και αποφαίνονται με θαυμασμό, «έξυπνος άνθρωπος ο κύριος ... » τάδε.
Ο πιο έξυπνος, μάλιστα, ο κορυφαίος που γνώρισα, ήταν ο ιδιαίτερος του διευθυντή,
ένας νεαρός καρά τάδε, αρχιχαφιές αγέρωχος, που περιφερόταν στους διαδρόμους με τα
χέρια διπλωμένα στο στήθος, παρατηρούσε, σημείωνε και ανέφερε αδιακρίτως
προïσταμένους και απλούς υπαλλήλους, και έφτασε τριάντα χρόνια αργότερα στη θέση του
γενικού διευθυντή μιας άλλης μεγάλης τράπεζας.

Εκείνο που με μπέρδευε, που διαρκώς με εμπόδιζε να συμβιβαστώ με την αφόρητη βλακεία
μου και να ησυχάσω επιτέλους, είναι ότι υπήρχαν πάντοτε και μερικοί που με θεωρούσαν
έξυπνο (προφανώς εξίσου βλάκες). Και, επιπλέον, οι ποικίλες και πολύπλοκες
δοκιμασίες, γνώσεων, λέξεων, αριθμών και σχημάτων, που μονότονα συμφωνούσαν με αυτούς
τους μερικούς (μαύρη παρηγοριά).

Ως βλαξ αυθεντικός, λοιπόν, σε διαρκή αμφιβολία έζησα τη ζωή μου. Ταλαιπωρήθηκα,
υπέφερα και πόνεσα, και, έτσι ανεπίδεκτος μαθήσεως και ανίατος, χωρίς λεφτά και δόξα,
χωρίς δεξιώσεις, υποκλίσεις, βραβεία, παράσημα και μεγαλόσταυρους (τι να σου κάνει
ένα κούνημα της ουράς ή ένα χαμόγελο;), πήρα κουτσά στραβά την τελευταία στροφή στο
αμπέλι και βγήκα με το αγύριστο κεφάλι μου στη μοιραία ευθεία.

Τζάμπα πήγε η λαχτάρα γονέων και συγγενών, δωρεάν οι προτροπές και παραινέσεις,
χαμένα τα πολυετή αναλυτικά μαθήματα από ραδιοφώνου και τηλεοράσεως, σε τόπους
εργασίας και κοινωνικές συναναστροφές. Ανάμεσα στους ξεροκέφαλους (καλή παρέα)
που είχαν κάποτε αποπειραθεί να πάνε αντίθετα σ' αυτό το ρεύμα (τι λέω, τη
νομοτέλεια),ήταν κάτι ταλαίπωροι φιλόλογοί μου στο σχολείο (ολέθρια επίδραση στην
ευεπίφορή μου εφηβεία) που πρόφεραν με ευλάβεια τη λέξη αρετή, κι επέμεναν στην
ονειροφαντασία τους με τρεις κι εξήντα.

Ομολογώ αβίαστα προφορικώς και εγγράφως ότι εξακολουθώ να βρίσκομαι σε πλήρη
σύγχυση. Σύγχυση που ασφαλώς και δεν μπορώ (ούτε προτίθεμαι) να επικαλεστώ σε κανένα
δικαστήριο και ιδίως στο υπέρτατο εκείνο που δεν διαθέτει εφετείο, δεν αναγνωρίζει
ελαφρυντικά, ούτε εκδίδει αποφάσεις με αναστολή. Που απλώς εφαρμόζει όσα με απόλυτη
σαφήνεια προέβλεψε άγνωστος και παντελώς ακατανόητος νομοθέτης. Δηλαδή, όπως κι εγώ
ακόμη τελικά αντιλήφθηκα, στη ζωή αυτή να ανταμείβεται ο έξυπνος, ενώ ο βλαξ να
εναποθέτει τις προσδοκίες του στην επόμενη. Που όταν μάλιστα αδυνατεί να την
πιστέψει, μένει και χωρίς την τελευταία ελπίδα.



Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2020

Σ' αγαπώ - Ελογοκρίθη !

  σ’ αγάπησα

 σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια

στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν 

πίσω από οδοφράγματα σ’ αγάπησα

 

Ο Φώτης είναι φιλόλογος. Συμπαθητικός, σοβαρός  και δραστήριος. Σε ένα επάγγελμα που κυριαρχείται από τις γυναίκες, είναι ένας από τους λίγους άνδρες φιλολόγους που παρακολουθούν τη ζωντανή  λογοτεχνία της εποχής μας. Ο Φώτης λοιπόν με κάλεσε στο σχολείο του, κάπου στο Ωραιόκαστρο για τα τόσο γνωστά και καθιερωμένα. Παρουσίαση, δυο λόγια από μένα, ανάγνωση μερικών ποιημάτων μου, και, κυρίως, απαντήσεις στα πολλά ερωτήματα των μαθητών.

          Λίγο αργότερα, ο Φώτης ήρθε στην παρουσίαση ενός βιβλίου μου στην Κεντρική Βιβλιοθήκη. Όταν τελείωσε η εκδήλωση και φεύγαμε όλοι, ο Φώτης με πλησίασε, μου είπε ότι είναι και ερασιτέχνης κινηματογραφιστής και μου πρότεινενα γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή μου. Αιφνιδιάστηκα.  Δεν περίμενα βέβαια κάτι τέτοιο και αμφέβαλα αν η προσωπική μου ιστορία θα παρουσίαζε ενδιαφέρον σε ένα ευρύτερο κοινό. Με τιμά η πρότασή σου, απάντησα και θα έλεγα γιατί όχι, δεν ξέρω όμως πώς θα γίνει αυτό. Αφού καταρχήν συμφωνείς, ας βρεθούμε να το συζητήσουμε, είπε ο Φώτης.

       Ήρθαν λοιπόν ένα βράδυ στο σπίτι ο Φώτης με τη Βάσω, καθηγήτρια κι εκείνη, και μιλήσαμε για το ντοκιμαντέρ. Του περιέγραψα σε εντελώς αδρές γραμμές την περιπέτεια της ζωής μου και του έδειξα φωτογραφίες από διάφορες φάσεις της για να κάνει ένα αρχικό πλάνο των γυρισμάτων. Είχαμε  ήδη συζητήσει αρκετά κατά την επίσκεψη μου στο σχολείο του και ήξερε τις βασικές μου θέσεις. Είχε διαβάσει και μερικά βιβλία μου.

         Το ντοκιμαντέρ θα είχε τίτλο «Σ’ αγαπώ-Ελογοκρίθη, Η αλήθεια του ποιητή Τόλη Νικηφόρου», από το τηλεγράφημα της Σοφίας κατά τη δικτατορία, που το είχα κάνει εξώφυλλο βιβλίου το 1980. Η διάρκεια του θα ήταν μια ώρα περίπου και θα γυριζόταν με ελάχιστα έξοδα, ουσιαστικά χωρίς λεφτά. Στο τελευταίο αυτό ο Φώτης επέμενε. Θα συμμετείχαν η  Σοφία, η Βάσω και η Μαρία, μια συμπαθητική φίλη τους, αλλά κι ένας μικρός ανεψιός του Φώτη που θα έπαιζε τον ρόλο του παιδιού που υπήρξα κάποτε εγώ. Τη μουσική επένδυση θα αναλάμβανε ο Άρης, ένας νέος πολύ αξιόλογος συνθέτης. 

         Και άρχισαν τα γυρίσματα. Ο Φώτης με πήγε από την φορτισμένη με αναμνήσεις και παιδικά τραύματα γειτονιά μου στην Αγνώστου Στρατιώτου και την Πλατεία Δικαστηρίων, τώρα Πλατεία Αρχαίας Αγοράς, περπατήσαμε στη Μητσαίων και την Αμύντα, είδαμε μερικές παλιές βουβές οικοδομές να στέκονται στη θέση τους με μουντζουρωμένες τις εισόδους,  περάσαμε έξω από το παλιό μου δημοτικό σχολείο και από την Αγίας Σοφίας φτάσαμε ως την Πλατεία Μακεδονομάχων. 

          Με πήγε και στο Ανατόλια μαζί με τον Ντίνο, παλιό συμμαθητή και φίλο, στα κτίρια, στα δρομάκια και τα γήπεδα, στην για πάντα χαμένη νιότη μας. Με πήγε και στο κέντρο, με πήγε και στα Κάστρα, με πήγε στο Πανόραμα και στην κυριακάτικη  συνάντηση των παλιών συμμαθητών, με πήγε στη  Λέσχη Ανάγνωσης της Κάτω Τούμπας, σχεδόν παντού με πήγε. Για να μιλήσω για οτιδήποτε σημαντικό είχε σχέση με τη ζωή μου. Κι ας του έλεγα ότι εγώ δεν είμαι ηθοποιός και αισθάνομαι περίεργα να με στήνουν συνεχώς απέναντι στον φακό.  

         Η αλήθεια είναι ότι, όταν μου είχε γίνει η πρόταση, είχα σχηματίσει μια εντελώς διαφορετική εικόνα για τι θα περιείχε το ντοκιμαντέρ. Νόμιζα ότι θα γίνονταν κυρίως πλάγιες αναφορές στη ζωή και τα βιβλία μου, με σαφώς μικρότερη  κατά διαστήματα δική μου παρουσία. Ο Φώτης όμως το έβλεπε αλλιώς και, μια και είχα μπει στο παιχνίδι, έπρεπε να ακολουθήσω τις οδηγίες του σκηνοθέτη.

        Είπα λοιπόν όσα προλάβαινα να πω, διάβασα και μερικά ποιήματα στο σπίτι κάτω από το παραθυράκι, μπροστά στον υπολογιστή, στο υπνοδωμάτιο και αλλού, ήμουν λίγο σφιγμένος αλλά για μια φορά ακόμη ο εαυτός μου. Και το ντοκιμαντέρ κάποτε ολοκληρώθηκε με  κάποια βοήθεια στο μοντάζ από τους αρμόδιους. Ολοκληρώθηκε, υποβλήθηκε και εγκρίθηκε για να προβληθεί στο 15ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ στο Λιμάνι. Ήταν Μάρτιος του 2015. 

         Την ημέρα της προβολής πήγαμε όλοι μαζί, βρήκαμε και μερικούς φίλους και γνωστούς να περιμένουν και μπήκαμε τελικά στο κατάμεστο αμφιθέατρο. Προηγήθηκε ένα ντοκιμαντέρ για τα νοσοκομεία και τα προβλήματά τους και, όταν ήρθε η σειρά μας, παρακολούθησα για πρώτη φορά τον εαυτό μου στη μεγάλη οθόνη με έντονη την αίσθηση του εξωπραγματικού.  Δεν μπορώ να πω ότι ήμουν ικανοποιημένος, από την παρουσία μου και περίμενα εναγωνίως τις αντιδράσεις. Το ντοκιμαντέρ χειροκροτήθηκε, υποθέτω από κάποιους τυπικά και από άλλους ουσιαστικά, ήρθαν και μερικοί φίλοι εκεί που καθόμασταν και μου έδωσαν συγχαρητήρια, ενώ λίγο μετά αναγκάστηκα να κατεβώ κάτω για να σταθώ απέναντι στο κοινό και να απαντήσω στις ερωτήσεις.

        Υπήρχε δίπλα μου κι ένας ικανός διερμηνέας της αγγλικής για τους ξένους θεατές και, μετά τις πρώτες κουβέντες, βαρέθηκα να περιμένω και έκανα το λάθος να τον παραμερίσω εντελώς αυθόρμητα και να απαντάω εγώ στα αγγλικά. Αμέσως μετά συνειδητοποίησα ότι τώρα θα είχαν πρόβλημα όσοι Έλληνες θεατές δεν ήξεραν αγγλικά.

       Η κυρίως συζήτηση όμως έγινε με τον γιατρό του ντοκιμαντέρ που είχε προηγηθεί. Αυτό που άφησε σαφώς να  υπονοηθεί στην ερώτησή του, που ήταν και τοποθέτηση ταυτόχρονα, ήταν ότι η ποίηση δεν είχε θέση σε ένα ντοκιμαντέρ και στο φεστιβάλ, όταν υπήρχαν τόσα και τόσα απείρως σοβαρότερα προβλήματα υγείας και ιατρικής περίθαλψης.

       Του απάντησα ότι σέβομαι απόλυτα και εκτιμώ το ιατρικό λειτούργημα και είμαι βέβαιος ότι είναι καλός γιατρός αλλά  ο κόσμος δεν είναι ασπρόμαυρος τετράγωνος και μονοσήμαντος, η ζωή είναι πολύχρωμη και πολυδιάστατη και η κάθε μορφή τέχνης  πηγάζει από την ψυχή και αποτελεί ζωτική ανάγκη του ανθρώπου.  Η θέση μου αυτή κέρδισε τα θερμά χειροκροτήματα του κοινού αλλά και την παραδοχή του ίδιου του έντιμου γιατρού που ήρθε στο τέλος και δώσαμε τα χέρια.

        Η μικρή αυτή αψιμαχία ήταν κάποιου είδους συνέχεια  του ερωτήματος αν μπορεί να γραφεί ποίηση μετά το Άουσβιτς. Η  εκ των προτέρων τελεσίδικη επιβεβαίωση είχε έρθει από τους ίδιους τους κρατούμενους στο κολαστήριο με τους στίχους που βρέθηκαν γραμμένοι στους τοίχους του. Ναι, όσο πιο πυκνή είναι η νύχτα και πιο φρικτή η κόλαση, τόσο πιο απεγνωσμένα το ανθρώπινο πνεύμα θα αναζητά την ελευθερία και την αξιοπρέπεια. Την έκφραση.

        Με το τέλος του Φεστιβάλ, το ντοκιμαντέρ προβλήθηκε σε αίθουσες βιβλιοθηκών, σε βιβλιοπωλεία και σχολεία, το αγόρασε και η ΕΡΤ3 και το προέβαλε τρεις φορές. Σε μερικές από τις προβολές αυτές ήμασταν παρόντες και ο Φώτης με μένα για να απαντήσουμε σε ερωτήσεις. Έγιναν και ζωηρές συζητήσεις. Και το ντοκιμαντέρ πέρασε στην ιστορία.

        Αν ήταν να κάνω τώρα, τέσσερα έως πέντε χρόνια αργότερα μια νηφάλια αποτίμηση, θα έλεγα ότι το ντοκιμαντέρ  ήταν μια φιλότιμη προσπάθεια με μηδαμινά μέσα που δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο Φώτης έδωσε και την ψυχή του και είχε μερικά ωραία σκηνοθετικά ευρήματα, η μουσική του Άρη ήταν εξαιρετική, ο μικρός ήταν θαυμάσιος κι εμείς οι υπόλοιποι κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Το ντοκιμαντέρ ήταν ειλικρινές και πέρα για πέρα αληθινό αλλά υστερούσε στο μοντάζ και στην τεχνική επεξεργασία γενικότερα. Το «χωρίς λεφτά» του Φώτη μας είχε κοστίσει ακριβά ! Το βασικότερο του όμως μειονέκτημα, κατά τη γνώμη μου, ήταν η δική μου υπερβολική παρουσία.

         Αν κάτι είναι να μείνει, ελπίζω αυτό να είναι εκείνη η προσωπική μου αλήθεια, η αλήθεια καθώς κοιτάζω πάντα τον άλλο στα  μάτια. Έμεινε και η φιλία μου με τον Φώτη και τη Βάσω και η φιλική διάθεση μου  προς τους άλλους όταν τύχει να τους δω. Αυτό σίγουρα είναι κέρδος καθαρό και χωρίς επιφυλάξεις.