Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2022
Αλμπατζάλ ή Πώς Βούλωσα τα Μεγάφωνα
Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2021
Φιλόλογοι με δίδαξαν και με μεγάλωσαν ....
Δευτέρα 26 Ιουλίου 2021
Ο έρωτας στην εφηβεία
Τετάρτη 2 Ιουνίου 2021
Επέμβαση ανοιχτής καρδιάς
Κυριακή 11 Απριλίου 2021
Άλλοι μαζεύουν γραμματόσημα
Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021
Μια αγάπη για το καλοκαίρι ή Ο έρωτας στην εφηβεία
Marc Chagall, The lovers
Μη
φαντασθείτε νησί του Αιγαίου, σπίτι
εξοχικό ή μακρινό ξενοδοχείο, ούτε καφενεδάκι πλάι στη θάλασσα με χρυσή
αμμουδιά. Καλοκαιράκι βέβαια αλλά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης με κτίρια
γραφείων, μαγαζιά ανοιχτά, κοσμοπλημμύρα και έστω λίγα αυτοκίνητα, κάπου προς
το τέλος της δεκαετίας του 1950.
Η Έφη ήτανε χαριτωμένη και ελκυστική, έξυπνη, δυναμική και σκωπτική. Δικαίωνε, δηλαδή, απόλυτα τα δεκαέξι της χρόνια. Κι ακόμη, είχε πεθάνει πολύ νέος ο πατέρας της ενώ εγώ είχα άλλου είδους οικογενειακά προβλήματα. Μόλις είχα αποφοιτήσει από το Ανατόλια κι εκείνη θα πήγαινε στην πέμπτη τάξη το φθινόπωρο. Η τάξη μας των αγοριών έκανε πάρτι με τη δική της τάξη των κοριτσιών, μια και πέφταμε μικροί για τις συμμαθήτριες μας Πώς ακριβώς τα φτιάξαμε, μετά διάφορα πειράγματα και διαξιφισμούς, δεν θυμάμαι τώρα μετά από τόσα χρόνια, θυμάμαι όμως άλλες απίθανες λεπτομέρειες.
Αφού είχα κάνει λοιπόν μια βόλτα στους πέντε θερινούς κινηματογράφους γύρω-γύρω στη Πλατεία Αριστοτέλους και είχε δει τις φωτογραφίες του έργου στις εισόδους τους, σκέφτηκα να πάρω ένα τηλέφωνο την Έφη. Με τον φόβο πάντα μήπως απαντήσει η μαμά της, σχημάτισα λοιπόν τον αριθμό της σε ένα θάλαμο.
- Δεν μπορώ να βγω απόψε, μου είπε η Έφη, έλα εσύ στο σπίτι μου. Θα σε περιμένω στην ταράτσα της οικοδομής.
Δεν ήταν μόνο πρόσκληση αλλά και πρόκληση, επικίνδυνη φυσικά για τα ήθη της εποχής αλλά και ρομαντική, και φυσικά ήταν αδύνατον να την αφήσω αναπάντητη. Είπα λοιπόν «εντάξει, έρχομαι, σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί», περπάτησα στην Τσιμισκή, έφτασα στη προέκταση της και βρήκα την πολυκατοικία της. Ελάχιστες πολυκατοικίες είχαν ασανσέρ την εποχή εκείνη κι έτσι άρχισε να σκαρφαλώνω τις σκάλες των τεσσάρων ή πέντε ορόφων. Σε κάποια στροφή, είδα ένα κεφάλι ώριμης γυναίκας να με κοιτάζει καχύποπτα από το παραθυράκι της εξώπορτας και ένα δεύτερο λίγο ψηλότερα.
Έφτασα λοιπόν κάποτε στην κορυφή της σκάλας και βγήκα στην ταράτσα. Η Τσιμισκή απλωνόταν κάτω φωτισμένη ως το τέρμα της προς τη Δωδεκανήσου. Και η Έφη; Τη διέκρινα σε λίγο να χαμογελάει μισοκρυμμένη στη γωνία. Την πλησίασα, αγκαλιαστήκαμε κι αρχίσαμε τα φιλιά. Φιλιά που είναι ακόμη πιο ηδονικά όταν γίνονται σε συνθήκες παρανομίας και μάλιστα από εφήβους. Πριν καλά –καλά ζεσταθούμε και λειτουργήσει το μυαλό μας προς κάτι το παραπάνω ερωτικά, ακούστηκαν φωνές από τη σκάλα.
- Ωχ, οι γειτόνισσες θα σε είδαν, είπε εκείνη μισοειρωνικά και κάπως τρομαγμένη, καλύτερα να μην μας πιάσουν εδώ. Συμφώνησα, απέσπασε μια τελευταία δόση νέκταρ από τα χείλη της και βγήκα έξω, να κατεβώ τις σκάλες τη φορά αυτή. Σε ένα κεφαλόσκαλο με σταμάτησαν τρεις γυναίκες.
-Τι θέλατε, κύριε, στην ταράτσα μας; με
ρώτησαν με βλέμμα απειλητικό. – Ξέρετε, είμαι ζωγράφος, ψέλλισα εγώ, και
ήθελα να δω τη θέα της πόλης από ψηλά, ενώ σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα να είχα
πει ακόμη μεγαλύτερη βλακεία.
- Να ξέρετε ότι αν ήταν οι άντρες εδώ, θα
γινόταν φασαρία, μου τόνισαν εκείνες
με μια φωνή.
Πέρασα ευγενικά ανάμεσα τους και την κοπάνησα ενώ στο μυαλό μου χοροπηδούσαν εικόνες από αγριεμένους πατεράδες, προστάτες του οικογενειακού ασύλου. Βγήκα και πάλι στην Τσιμισκή, πήρα βαθιά ανάσα και περπάτησα προς την Αριστοτέλους στην αντίθετη αυτή τη φορά κατεύθυνση, αποφασισμένος να χωθώ σ’ ένα σινεμά και δω το οποιοδήποτε έργο για να χαλαρώσω. Έφτασα στον ίδιο θάλαμο της πλατείας και ξαναπήρα τηλέφωνο την Έφη. Απάντησε σκασμένη στα γέλια.
- Σας άκουσα, είπε, σας άκουσα, είσαι ζωγράφος, έτσι;
- Πάλι καλά να λες, δικαιολογήθηκα.
– Δεν φαινόταν πάντως αλήτης το παιδί, είπε κάποια γειτόνισσα μετά τα διάφορα απειλητικά, με παρηγόρησε η Έφη.
Το αφήσαμε λοιπόν το θέμα εδώ για τη βραδιά εκείνη, συμφωνήσαμε να συναντηθούμε μια άλλη μέρα με πιο ομαλές συνθήκες κι εγώ χώθηκα στο σινεμά μου και έβλεπα στην οθόνη περισσότερο το περιστατικό παρά το έργο.
Και πέρασαν τα χρόνια όπως στα έργα. Η εφηβική αυτή αγάπη για το καλοκαίρι κράτησε από μακριά σχεδόν μια ολόκληρη ζωή με πολλά άλλα απίστευτα περιστατικά και την ατυχία μόνιμη επωδό της. Την Έφη δεν την ξέχασα, νομίζω ότι ούτε εκείνη εμένα. Μένει στη μνήμη μου σαν μια τόσο αγνή, τόσο ρομαντική και ωραία ιστορία που τη σεβάστηκε ο χρόνος ενώ εμάς τους ίδιους μας τιμώρησε αλύπητα. Έτσι δεν συμβαίνει συχνά;
Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2020
Δείκτης νοημοσύνης (I.Q.)
Ομολογώ ότι βρίσκομαι σε πλήρη σύγχυση. Καθότι, και στην ωριμότητά μου τώρα, δεν έχω
καταλάβει σε πιο άκρο ανήκω, εάν είμαι έξυπνος ή ηλίθιος, νοήμων, εύστροφος, ή σκέτος
βλαξ. Κάποτε νόμιζα ότι αυτά τα πράγματα είναι ξεκαθαρισμένα στη ζωή μας. Ότι είναι
εμφανής από νωρίς ο βαθμός ευφυίας, ο περίφημος δείκτης νοημοσύνης, με ελάχιστα
περιθώρια βελτίωσης. Το κάθε παιδί απ’ το σχολείο αποδέχεται αναγκαστικά το πεπρωμένο
του και ανάλογα πορεύεται. Με τη συναισθηματική και την κοινωνική ωριμότητα,
και ποικίλες άλλες εκλεπτύνσεις και μετρήσεις, να έχουν επινοηθεί από τους
επιστήμονες ως κάποιου είδους παρηγοριά ή μέθοδο διαφυγής από την αμείλικτη
κληρονομημένη αλήθεια.
Οι αριθμοί βεβαίως ουδέποτε είναι απόλυτοι, υπάρχουν και αστάθμητοι παράγοντες. Στην
καθιερωμένη όμως κλίμακα, από το μοναχικό 50-70 του κρετίνου έως το εξ ορισμού 100
του μέσου όρου, στα πέριξ του οποίου συνωστίζεται η ανθρωπότητα, έως τα υψηλότερα
επίπεδα νοημοσύνης και το ερημικό 160-180 και πλέον του ιδιοφυούς, το υποκειμενικό
στοιχείο δεν μπορεί να ξεπερνά τις δέκα έως είκοσι μονάδες. Έτσι νόμιζα.
Τα μάτια μου κουράστηκαν και θόλωσαν, έχω ανατρέξει στη σοφία όλου του κόσμου, οι
τοίχοι, τα πατώματα, κάθε επιφάνεια και ντουλάπι του σπιτιού μου, στενάζουν από
αναρίθμητα βιβλία, πολιτικά, ιστορικά, επιστημονικά, λογοτεχνικά (έγραψα κι από
πάνω μερικά δικά μου), χρόνια εργάστηκα, έζησα και ταξίδεψα σε ξένες χώρες. Τίποτα
και κανένας όμως δεν μου έλυσε την απορία. Ούτε οι δάσκαλοί μου, οι φιλόσοφοι ή
ποιητές, η ίδια η φύση, ούτε καν οι καφενόβιοι, τα πολύστροφα παιδιά της πιάτσας, με
την καθαρή ματιά και τη σκληρή γλώσσα, οι χίλιοι δυο από κάθε γωνιά του κόσμου που
γνώρισα και συμπάθησα κατά καιρούς.
Επειδή οι θεωρίες είναι άπειρες και ανέξοδες (ο καθένας λέει ότι του κατέβει) και
μόνη αξιόπιστη από αρχαιοτάτων χρόνων παραμένει η πράξη, τείνω να καταλήξω στο πικρό
συμπέρασμα ότι, ναι, είμαι βλάκας. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το γεγονός ότι αδυνατώ να
αποφύγω τα κραυγαλέα σεσημασμένα ναρκοπέδια και να ακολουθήσω την πεπατημένη; Να
εφαρμόσω τους νόμους, τους κανόνες, τις διατάξεις, να αναγνωρίσω τις λεγόμενες
κοινωνικές συνθήκες και να ενταχθώ ασφαλώς στο σύνολο. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το
γεγονός ότι έχω κάνει τόσα λάθη στη ζωή μου; Από μεγάλα έως τεράστια, χονδροειδή,
μεσαίου μεγέθους και μικρότερα. Και όχι μόνον πρωτότυπα ούτε απλές επαναλήψεις, αλλά
ολόκληρα σήριαλ λαθών με αναρίθμητα επεισόδια. Και όλα τα βιβλία μου δεν είναι παρά
κεφάλαια από το ένα και μοναδικό βιβλίο με γενικό τίτλο, Η θλιβερή ιστορία των λαθών
μου.
Θυμάμαι την αυθόρμητη και ομόφωνη προτροπή των μεγαλύτερων που είχαν υποφέρει τα
πάνδεινα από προσφυγιά και εξουσία. «Πρόσεξε, να είσαι έξυπνος στη ζωή σου». Λες και
η ευφυία ήταν διάβαση για τους πεζούς και έπρεπε να βαδίζω αρχικά μέσα στα καρφιά ή
μέσα στις λευκές γραμμές αργότερα, να μένω στήλη άλατος στο κόκκινο ανθρωπάκι και να
έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα για να μη με κόψει κανένα αυτοκίνητο. ΄Η ασφαλιστήριο
συμβόλαιο που εκδίδει εταιρία με δωρικούς κίονες στην είσοδο κατά παντός κινδύνου της
ζωής.
Θυμάμαι κι εκείνη τη στριμμένη θεία μου την Παναγιώτα, ράφτρα θρακιώτισσα στις
φτωχικές 40 Εκκλησιές της προσφυγιάς, που μάλλον μ’ αγαπούσε με τον δικό της τρόπο,
να διαφωνεί σφυριχτά με το συγγενολόι, σφίγγοντας τις καρφίτσες στα λεπτά της χείλη.
«Αφήστε το ήσυχο το παιδί, βρε καρακάξες, εσύ είσαι καλός, αγόρι μου, δεν είσαι;»
Σίγουρα και δεν ήξερε τι έλεγε η καημένη. Σε κανένα σχολείο δεν μας δίδαξαν ποτέ ότι
η ευθύτητα είναι το αντίθετο της ευφυϊας.
Αργότερα πρόσεξα ότι άλλαξε η προτροπή από θετική σε αρνητική (αντί,«να είσαι
έξυπνος»,έγινε, «πρόσεξε να μην είσαι βλάκας»). Φαίνεται ότι έφταιγαν και οι
απαράδεκτές μου επιδόσεις. Πέρασε μια περίοδο από τη γκριμάτσα απογοήτευσης και
κάποια αμφιβολία («βλάκας είσαι;») για να καταλήξει στο κατηγορηματικό και ανίατο
στάδιο («μα εσύ είσαι βλάκας»). Κατά το οποίο προστέθηκε ως κωδωνοκρουσία η υπόμνηση
του θείου μου τάδε, που τον έστησαν στον τοίχο, και του μεγαλύτερου ξαδέλφου μου
δείνα, που τον έστειλαν στα ξερονήσια, και η δυσοίωνη παροιμία («θα πας κι εσύ σαν
το σκυλί στ’ αμπέλι»).
Παρατηρώντας, λοιπόν, το παιδικό μου περιβάλλον και, στη συνέχεια, προϊσταμένους και
συναδέλφους στο γραφείο, διδάχτηκα ότι όσοι γείτονες κάθονταν στ’ αυγά τους ήταν
ευφυείς και όσοι έκαναν ωραίες κωλοτούμπες ευφυέστεροι, ενώ στα υψίπεδα της
νοημοσύνης ήταν αραγμένοι, από τη μια, ο άτεγκτος διευθυντής της τράπεζας που
πλούτισε από μίζες και προμήθειες και, από την άλλη, ο αρχοντικός κεντρικός ταμίας
που συστηματικά έδινε λειψά τα ρέστα στους πελάτες. Αυτό το οροπέδιο υπήρξε πάντοτε
εξαιρετικά ευρύχωρο για να υποδεχτεί πλείστους όσους διακεκριμένους συμπολίτες μου σε
κάθε τομέα, στην επιστήμη και τα γράμματα, στην πολιτική και τις επιχειρήσεις.
Ευνούχους επιδέξιους με τα γνωστά μεταξωτά βρακιά. Αυτούς που βλέπουν οι άλλοι στο
ανάκλιντρό τους και αποφαίνονται με θαυμασμό, «έξυπνος άνθρωπος ο κύριος ... » τάδε.
Ο πιο έξυπνος, μάλιστα, ο κορυφαίος που γνώρισα, ήταν ο ιδιαίτερος του διευθυντή,
ένας νεαρός καρά τάδε, αρχιχαφιές αγέρωχος, που περιφερόταν στους διαδρόμους με τα
χέρια διπλωμένα στο στήθος, παρατηρούσε, σημείωνε και ανέφερε αδιακρίτως
προïσταμένους και απλούς υπαλλήλους, και έφτασε τριάντα χρόνια αργότερα στη θέση του
γενικού διευθυντή μιας άλλης μεγάλης τράπεζας.
Εκείνο που με μπέρδευε, που διαρκώς με εμπόδιζε να συμβιβαστώ με την αφόρητη βλακεία
μου και να ησυχάσω επιτέλους, είναι ότι υπήρχαν πάντοτε και μερικοί που με θεωρούσαν
έξυπνο (προφανώς εξίσου βλάκες). Και, επιπλέον, οι ποικίλες και πολύπλοκες
δοκιμασίες, γνώσεων, λέξεων, αριθμών και σχημάτων, που μονότονα συμφωνούσαν με αυτούς
τους μερικούς (μαύρη παρηγοριά).
Ως βλαξ αυθεντικός, λοιπόν, σε διαρκή αμφιβολία έζησα τη ζωή μου. Ταλαιπωρήθηκα,
υπέφερα και πόνεσα, και, έτσι ανεπίδεκτος μαθήσεως και ανίατος, χωρίς λεφτά και δόξα,
χωρίς δεξιώσεις, υποκλίσεις, βραβεία, παράσημα και μεγαλόσταυρους (τι να σου κάνει
ένα κούνημα της ουράς ή ένα χαμόγελο;), πήρα κουτσά στραβά την τελευταία στροφή στο
αμπέλι και βγήκα με το αγύριστο κεφάλι μου στη μοιραία ευθεία.
Τζάμπα πήγε η λαχτάρα γονέων και συγγενών, δωρεάν οι προτροπές και παραινέσεις,
χαμένα τα πολυετή αναλυτικά μαθήματα από ραδιοφώνου και τηλεοράσεως, σε τόπους
εργασίας και κοινωνικές συναναστροφές. Ανάμεσα στους ξεροκέφαλους (καλή παρέα)
που είχαν κάποτε αποπειραθεί να πάνε αντίθετα σ' αυτό το ρεύμα (τι λέω, τη
νομοτέλεια),ήταν κάτι ταλαίπωροι φιλόλογοί μου στο σχολείο (ολέθρια επίδραση στην
ευεπίφορή μου εφηβεία) που πρόφεραν με ευλάβεια τη λέξη αρετή, κι επέμεναν στην
ονειροφαντασία τους με τρεις κι εξήντα.
Ομολογώ αβίαστα προφορικώς και εγγράφως ότι εξακολουθώ να βρίσκομαι σε πλήρη
σύγχυση. Σύγχυση που ασφαλώς και δεν μπορώ (ούτε προτίθεμαι) να επικαλεστώ σε κανένα
δικαστήριο και ιδίως στο υπέρτατο εκείνο που δεν διαθέτει εφετείο, δεν αναγνωρίζει
ελαφρυντικά, ούτε εκδίδει αποφάσεις με αναστολή. Που απλώς εφαρμόζει όσα με απόλυτη
σαφήνεια προέβλεψε άγνωστος και παντελώς ακατανόητος νομοθέτης. Δηλαδή, όπως κι εγώ
ακόμη τελικά αντιλήφθηκα, στη ζωή αυτή να ανταμείβεται ο έξυπνος, ενώ ο βλαξ να
εναποθέτει τις προσδοκίες του στην επόμενη. Που όταν μάλιστα αδυνατεί να την
πιστέψει, μένει και χωρίς την τελευταία ελπίδα.

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2020
Σ' αγαπώ - Ελογοκρίθη !
σ’ αγάπησα
σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια
στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν
πίσω από οδοφράγματα σ’ αγάπησα
Ο Φώτης είναι φιλόλογος. Συμπαθητικός, σοβαρός και δραστήριος. Σε ένα επάγγελμα που κυριαρχείται από τις γυναίκες, είναι ένας από τους λίγους άνδρες φιλολόγους που παρακολουθούν τη ζωντανή λογοτεχνία της εποχής μας. Ο Φώτης λοιπόν με κάλεσε στο σχολείο του, κάπου στο Ωραιόκαστρο για τα τόσο γνωστά και καθιερωμένα. Παρουσίαση, δυο λόγια από μένα, ανάγνωση μερικών ποιημάτων μου, και, κυρίως, απαντήσεις στα πολλά ερωτήματα των μαθητών.
Λίγο αργότερα, ο Φώτης ήρθε στην παρουσίαση ενός βιβλίου μου στην Κεντρική Βιβλιοθήκη. Όταν τελείωσε η εκδήλωση και φεύγαμε όλοι, ο Φώτης με πλησίασε, μου είπε ότι είναι και ερασιτέχνης κινηματογραφιστής και μου πρότεινενα γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή μου. Αιφνιδιάστηκα. Δεν περίμενα βέβαια κάτι τέτοιο και αμφέβαλα αν η προσωπική μου ιστορία θα παρουσίαζε ενδιαφέρον σε ένα ευρύτερο κοινό. Με τιμά η πρότασή σου, απάντησα και θα έλεγα γιατί όχι, δεν ξέρω όμως πώς θα γίνει αυτό. Αφού καταρχήν συμφωνείς, ας βρεθούμε να το συζητήσουμε, είπε ο Φώτης.
Ήρθαν λοιπόν ένα βράδυ στο σπίτι ο Φώτης με τη Βάσω, καθηγήτρια κι εκείνη, και μιλήσαμε για το ντοκιμαντέρ. Του περιέγραψα σε εντελώς αδρές γραμμές την περιπέτεια της ζωής μου και του έδειξα φωτογραφίες από διάφορες φάσεις της για να κάνει ένα αρχικό πλάνο των γυρισμάτων. Είχαμε ήδη συζητήσει αρκετά κατά την επίσκεψη μου στο σχολείο του και ήξερε τις βασικές μου θέσεις. Είχε διαβάσει και μερικά βιβλία μου.
Το ντοκιμαντέρ θα είχε τίτλο «Σ’ αγαπώ-Ελογοκρίθη, Η αλήθεια του ποιητή Τόλη Νικηφόρου», από το τηλεγράφημα της Σοφίας κατά τη δικτατορία, που το είχα κάνει εξώφυλλο βιβλίου το 1980. Η διάρκεια του θα ήταν μια ώρα περίπου και θα γυριζόταν με ελάχιστα έξοδα, ουσιαστικά χωρίς λεφτά. Στο τελευταίο αυτό ο Φώτης επέμενε. Θα συμμετείχαν η Σοφία, η Βάσω και η Μαρία, μια συμπαθητική φίλη τους, αλλά κι ένας μικρός ανεψιός του Φώτη που θα έπαιζε τον ρόλο του παιδιού που υπήρξα κάποτε εγώ. Τη μουσική επένδυση θα αναλάμβανε ο Άρης, ένας νέος πολύ αξιόλογος συνθέτης.
Και άρχισαν τα γυρίσματα. Ο Φώτης με πήγε από την φορτισμένη με αναμνήσεις και παιδικά τραύματα γειτονιά μου στην Αγνώστου Στρατιώτου και την Πλατεία Δικαστηρίων, τώρα Πλατεία Αρχαίας Αγοράς, περπατήσαμε στη Μητσαίων και την Αμύντα, είδαμε μερικές παλιές βουβές οικοδομές να στέκονται στη θέση τους με μουντζουρωμένες τις εισόδους, περάσαμε έξω από το παλιό μου δημοτικό σχολείο και από την Αγίας Σοφίας φτάσαμε ως την Πλατεία Μακεδονομάχων.
Με πήγε και στο Ανατόλια μαζί με τον Ντίνο, παλιό συμμαθητή και φίλο, στα κτίρια, στα δρομάκια και τα γήπεδα, στην για πάντα χαμένη νιότη μας. Με πήγε και στο κέντρο, με πήγε και στα Κάστρα, με πήγε στο Πανόραμα και στην κυριακάτικη συνάντηση των παλιών συμμαθητών, με πήγε στη Λέσχη Ανάγνωσης της Κάτω Τούμπας, σχεδόν παντού με πήγε. Για να μιλήσω για οτιδήποτε σημαντικό είχε σχέση με τη ζωή μου. Κι ας του έλεγα ότι εγώ δεν είμαι ηθοποιός και αισθάνομαι περίεργα να με στήνουν συνεχώς απέναντι στον φακό.
Η αλήθεια είναι ότι, όταν μου είχε γίνει η πρόταση, είχα σχηματίσει μια εντελώς διαφορετική εικόνα για τι θα περιείχε το ντοκιμαντέρ. Νόμιζα ότι θα γίνονταν κυρίως πλάγιες αναφορές στη ζωή και τα βιβλία μου, με σαφώς μικρότερη κατά διαστήματα δική μου παρουσία. Ο Φώτης όμως το έβλεπε αλλιώς και, μια και είχα μπει στο παιχνίδι, έπρεπε να ακολουθήσω τις οδηγίες του σκηνοθέτη.
Είπα λοιπόν όσα προλάβαινα να πω, διάβασα και μερικά ποιήματα στο σπίτι κάτω από το παραθυράκι, μπροστά στον υπολογιστή, στο υπνοδωμάτιο και αλλού, ήμουν λίγο σφιγμένος αλλά για μια φορά ακόμη ο εαυτός μου. Και το ντοκιμαντέρ κάποτε ολοκληρώθηκε με κάποια βοήθεια στο μοντάζ από τους αρμόδιους. Ολοκληρώθηκε, υποβλήθηκε και εγκρίθηκε για να προβληθεί στο 15ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ στο Λιμάνι. Ήταν Μάρτιος του 2015.
Την ημέρα της προβολής πήγαμε όλοι μαζί, βρήκαμε και μερικούς φίλους και γνωστούς να περιμένουν και μπήκαμε τελικά στο κατάμεστο αμφιθέατρο. Προηγήθηκε ένα ντοκιμαντέρ για τα νοσοκομεία και τα προβλήματά τους και, όταν ήρθε η σειρά μας, παρακολούθησα για πρώτη φορά τον εαυτό μου στη μεγάλη οθόνη με έντονη την αίσθηση του εξωπραγματικού. Δεν μπορώ να πω ότι ήμουν ικανοποιημένος, από την παρουσία μου και περίμενα εναγωνίως τις αντιδράσεις. Το ντοκιμαντέρ χειροκροτήθηκε, υποθέτω από κάποιους τυπικά και από άλλους ουσιαστικά, ήρθαν και μερικοί φίλοι εκεί που καθόμασταν και μου έδωσαν συγχαρητήρια, ενώ λίγο μετά αναγκάστηκα να κατεβώ κάτω για να σταθώ απέναντι στο κοινό και να απαντήσω στις ερωτήσεις.
Υπήρχε δίπλα μου κι ένας ικανός διερμηνέας της αγγλικής για τους ξένους θεατές και, μετά τις πρώτες κουβέντες, βαρέθηκα να περιμένω και έκανα το λάθος να τον παραμερίσω εντελώς αυθόρμητα και να απαντάω εγώ στα αγγλικά. Αμέσως μετά συνειδητοποίησα ότι τώρα θα είχαν πρόβλημα όσοι Έλληνες θεατές δεν ήξεραν αγγλικά.
Η κυρίως συζήτηση όμως έγινε με τον γιατρό του ντοκιμαντέρ που είχε προηγηθεί. Αυτό που άφησε σαφώς να υπονοηθεί στην ερώτησή του, που ήταν και τοποθέτηση ταυτόχρονα, ήταν ότι η ποίηση δεν είχε θέση σε ένα ντοκιμαντέρ και στο φεστιβάλ, όταν υπήρχαν τόσα και τόσα απείρως σοβαρότερα προβλήματα υγείας και ιατρικής περίθαλψης.
Του απάντησα ότι σέβομαι απόλυτα και εκτιμώ το ιατρικό λειτούργημα και είμαι βέβαιος ότι είναι καλός γιατρός αλλά ο κόσμος δεν είναι ασπρόμαυρος τετράγωνος και μονοσήμαντος, η ζωή είναι πολύχρωμη και πολυδιάστατη και η κάθε μορφή τέχνης πηγάζει από την ψυχή και αποτελεί ζωτική ανάγκη του ανθρώπου. Η θέση μου αυτή κέρδισε τα θερμά χειροκροτήματα του κοινού αλλά και την παραδοχή του ίδιου του έντιμου γιατρού που ήρθε στο τέλος και δώσαμε τα χέρια.
Η μικρή αυτή αψιμαχία ήταν κάποιου είδους συνέχεια του ερωτήματος αν μπορεί να γραφεί ποίηση μετά το Άουσβιτς. Η εκ των προτέρων τελεσίδικη επιβεβαίωση είχε έρθει από τους ίδιους τους κρατούμενους στο κολαστήριο με τους στίχους που βρέθηκαν γραμμένοι στους τοίχους του. Ναι, όσο πιο πυκνή είναι η νύχτα και πιο φρικτή η κόλαση, τόσο πιο απεγνωσμένα το ανθρώπινο πνεύμα θα αναζητά την ελευθερία και την αξιοπρέπεια. Την έκφραση.
Με το τέλος του Φεστιβάλ, το ντοκιμαντέρ προβλήθηκε σε αίθουσες βιβλιοθηκών, σε βιβλιοπωλεία και σχολεία, το αγόρασε και η ΕΡΤ3 και το προέβαλε τρεις φορές. Σε μερικές από τις προβολές αυτές ήμασταν παρόντες και ο Φώτης με μένα για να απαντήσουμε σε ερωτήσεις. Έγιναν και ζωηρές συζητήσεις. Και το ντοκιμαντέρ πέρασε στην ιστορία.
Αν ήταν να κάνω τώρα, τέσσερα έως πέντε χρόνια αργότερα μια νηφάλια αποτίμηση, θα έλεγα ότι το ντοκιμαντέρ ήταν μια φιλότιμη προσπάθεια με μηδαμινά μέσα που δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο Φώτης έδωσε και την ψυχή του και είχε μερικά ωραία σκηνοθετικά ευρήματα, η μουσική του Άρη ήταν εξαιρετική, ο μικρός ήταν θαυμάσιος κι εμείς οι υπόλοιποι κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Το ντοκιμαντέρ ήταν ειλικρινές και πέρα για πέρα αληθινό αλλά υστερούσε στο μοντάζ και στην τεχνική επεξεργασία γενικότερα. Το «χωρίς λεφτά» του Φώτη μας είχε κοστίσει ακριβά ! Το βασικότερο του όμως μειονέκτημα, κατά τη γνώμη μου, ήταν η δική μου υπερβολική παρουσία.
Αν κάτι είναι να μείνει, ελπίζω αυτό να είναι εκείνη η προσωπική μου αλήθεια, η αλήθεια καθώς κοιτάζω πάντα τον άλλο στα μάτια. Έμεινε και η φιλία μου με τον Φώτη και τη Βάσω και η φιλική διάθεση μου προς τους άλλους όταν τύχει να τους δω. Αυτό σίγουρα είναι κέρδος καθαρό και χωρίς επιφυλάξεις.





