Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2021

Μια αγάπη για το καλοκαίρι ή Ο έρωτας στην εφηβεία

 

                                                                                                            Marc Chagall, The lovers

 

Μη φαντασθείτε νησί του Αιγαίου,  σπίτι εξοχικό ή μακρινό ξενοδοχείο, ούτε καφενεδάκι πλάι στη θάλασσα με χρυσή αμμουδιά. Καλοκαιράκι βέβαια αλλά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης με κτίρια γραφείων, μαγαζιά ανοιχτά, κοσμοπλημμύρα και έστω λίγα αυτοκίνητα, κάπου προς το τέλος της δεκαετίας του 1950.                                                                                                                                 

           Η Έφη ήτανε χαριτωμένη και ελκυστική, έξυπνη, δυναμική  και σκωπτική.  Δικαίωνε, δηλαδή, απόλυτα τα δεκαέξι της χρόνια. Κι  ακόμη, είχε πεθάνει πολύ νέος ο πατέρας της ενώ εγώ είχα άλλου είδους οικογενειακά προβλήματα. Μόλις είχα αποφοιτήσει από το Ανατόλια κι εκείνη θα πήγαινε στην πέμπτη τάξη το φθινόπωρο.  Η τάξη μας των αγοριών έκανε πάρτι με τη δική της τάξη των κοριτσιών, μια και πέφταμε μικροί για τις συμμαθήτριες μας  Πώς ακριβώς τα φτιάξαμε, μετά διάφορα πειράγματα και διαξιφισμούς, δεν θυμάμαι τώρα μετά από τόσα χρόνια, θυμάμαι όμως άλλες απίθανες λεπτομέρειες.                                                                                                                                                 

            Αφού είχα κάνει λοιπόν μια βόλτα στους πέντε θερινούς κινηματογράφους γύρω-γύρω στη Πλατεία Αριστοτέλους και είχε δει   τις φωτογραφίες του έργου στις εισόδους τους,  σκέφτηκα να πάρω ένα τηλέφωνο την Έφη. Με τον φόβο πάντα μήπως απαντήσει η μαμά της, σχημάτισα λοιπόν τον αριθμό της σε ένα θάλαμο.

-         Δεν μπορώ να βγω απόψε, μου είπε η Έφη, έλα εσύ στο σπίτι μου. Θα σε περιμένω στην ταράτσα της οικοδομής.               

             Δεν ήταν μόνο πρόσκληση αλλά και πρόκληση, επικίνδυνη φυσικά για τα ήθη της εποχής  αλλά και ρομαντική,  και φυσικά ήταν αδύνατον να την αφήσω αναπάντητη.   Είπα λοιπόν «εντάξει, έρχομαι, σε δέκα λεπτά θα είμαι εκεί», περπάτησα στην Τσιμισκή, έφτασα στη προέκταση της και βρήκα την πολυκατοικία της. Ελάχιστες πολυκατοικίες είχαν ασανσέρ την εποχή εκείνη κι έτσι άρχισε να σκαρφαλώνω τις σκάλες των  τεσσάρων ή πέντε ορόφων. Σε κάποια στροφή, είδα ένα κεφάλι ώριμης γυναίκας να με κοιτάζει καχύποπτα από το παραθυράκι της εξώπορτας και ένα δεύτερο λίγο ψηλότερα.

           Έφτασα λοιπόν κάποτε στην κορυφή της σκάλας και βγήκα στην ταράτσα.  Η Τσιμισκή απλωνόταν κάτω φωτισμένη ως το τέρμα της προς τη Δωδεκανήσου.  Και η Έφη; Τη διέκρινα σε λίγο να χαμογελάει  μισοκρυμμένη  στη γωνία.  Την πλησίασα, αγκαλιαστήκαμε  κι αρχίσαμε τα φιλιά.  Φιλιά που είναι ακόμη πιο ηδονικά όταν γίνονται σε συνθήκες παρανομίας και μάλιστα από εφήβους. Πριν καλά –καλά ζεσταθούμε και λειτουργήσει το μυαλό μας προς κάτι το παραπάνω ερωτικά,  ακούστηκαν φωνές από τη σκάλα.

-         Ωχ, οι γειτόνισσες θα σε είδαν, είπε εκείνη μισοειρωνικά και κάπως τρομαγμένη, καλύτερα να μην μας πιάσουν εδώ.  Συμφώνησα, απέσπασε μια τελευταία δόση νέκταρ από τα χείλη της και βγήκα έξω, να κατεβώ τις σκάλες τη φορά αυτή. Σε ένα κεφαλόσκαλο με σταμάτησαν τρεις γυναίκες.

             -Τι θέλατε, κύριε, στην ταράτσα μας; με ρώτησαν με βλέμμα απειλητικό.                                                                                                                                       – Ξέρετε, είμαι ζωγράφος, ψέλλισα εγώ, και ήθελα να δω τη θέα της πόλης από ψηλά, ενώ σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα να είχα πει ακόμη μεγαλύτερη βλακεία.                                                                                                                                    - Να ξέρετε ότι αν ήταν οι άντρες εδώ, θα γινόταν φασαρία, μου τόνισαν εκείνες με μια φωνή.                                                                                                                                                                                                                                   

         Πέρασα ευγενικά ανάμεσα τους και την κοπάνησα ενώ  στο μυαλό μου χοροπηδούσαν εικόνες από αγριεμένους πατεράδες, προστάτες του  οικογενειακού ασύλου. Βγήκα και πάλι στην Τσιμισκή, πήρα βαθιά ανάσα και περπάτησα προς την Αριστοτέλους στην αντίθετη αυτή τη φορά κατεύθυνση, αποφασισμένος να χωθώ σ’ ένα σινεμά και δω το οποιοδήποτε έργο για να χαλαρώσω.  Έφτασα στον ίδιο θάλαμο της πλατείας και ξαναπήρα τηλέφωνο την Έφη. Απάντησε σκασμένη στα γέλια.

- Σας άκουσα, είπε, σας άκουσα, είσαι ζωγράφος, έτσι;  

 -  Πάλι καλά να λες, δικαιολογήθηκα.                                                                                       

– Δεν φαινόταν πάντως αλήτης το παιδί,  είπε κάποια γειτόνισσα μετά τα διάφορα απειλητικά, με παρηγόρησε η Έφη. 

          Το αφήσαμε λοιπόν το θέμα εδώ για τη βραδιά εκείνη, συμφωνήσαμε να συναντηθούμε μια άλλη μέρα με πιο ομαλές συνθήκες κι εγώ χώθηκα στο σινεμά μου και έβλεπα στην οθόνη περισσότερο το περιστατικό παρά το έργο.

         Και πέρασαν τα χρόνια όπως στα έργα. Η εφηβική αυτή αγάπη για το καλοκαίρι κράτησε από μακριά σχεδόν μια ολόκληρη ζωή με πολλά άλλα απίστευτα περιστατικά και την ατυχία μόνιμη επωδό της. Την Έφη δεν την ξέχασα, νομίζω ότι ούτε εκείνη εμένα. Μένει στη μνήμη μου  σαν μια τόσο αγνή, τόσο ρομαντική και ωραία ιστορία που τη σεβάστηκε  ο χρόνος ενώ εμάς τους ίδιους μας τιμώρησε αλύπητα. Έτσι δεν συμβαίνει συχνά;

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: