<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198</id><updated>2012-01-09T14:40:50.733+02:00</updated><category term='Τα μάτια του πάνθηρα (1996)'/><category term='Η γοητεία των δευτερολέπτων (2001)'/><category term='Ονειροπολών εγκλήματα (1976)'/><category term='Πλατεία Δικαστηρίων'/><category term='Νόστος (2000)'/><category term='Ο δρόμος για την Ουρανούπολη'/><category term='Εγνατία οδός (1973)'/><category term='Αλμπατζάλ ή πώς βούλωσα τα μεγάφωνα (1971)'/><category term='2008'/><title type='text'>Η γοητεία των δευτερολέπτων</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>μωβ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11184191192838970554</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp1.blogger.com/_4fCItSrqu4A/SGNAIGCMPsI/AAAAAAAAAUU/mF62hGoDLl0/S220/menu_02.gif'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>53</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-1725004415664446181</id><published>2012-01-09T12:23:00.002+02:00</published><updated>2012-01-09T14:40:50.751+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Πλατεία Δικαστηρίων'/><title type='text'>O πρώτος θάνατος</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-0eP508J0Ycc/Twrf6SwBWRI/AAAAAAAAFDU/GMb6CjBCqvc/s1600/german+soldier.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="489" src="http://3.bp.blogspot.com/-0eP508J0Ycc/Twrf6SwBWRI/AAAAAAAAFDU/GMb6CjBCqvc/s640/german+soldier.jpg" width="640" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;Η μητέρα του είχε σταθεί μπροστά στην πόρτα του μπάνιου σε μια απελπισμένη προσπάθεια να&lt;br /&gt;&amp;nbsp;κρύψει το πολύτιμο δωμάτιο, αλλά ο Γερμανός αξιωματικός δεν ξεγελάστηκε. Η καθαριότητα,&lt;br /&gt;πρωταρχική παράδοση και υποχρέωση για τους εκπροσώπους του Τρίτου Ράιχ, μοιραία οδηγούσε&lt;br /&gt;στην επίταξη. Τους έστειλαν λοιπόν σ’ ένα ημιυπόγειο στη γωνία Παύλου Μελά και Ζεύξιδος,&lt;br /&gt;απέναντι ακριβώς από την κομαντατούρ. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βέβαια μετά από πενήντα τόσα χρόνια, όσο κι αντιστέκεται η μνήμη, τα γεγονότα ξεθωριάζουν. Εδώ&lt;br /&gt;&amp;nbsp;τόσοι και τόσοι άνθρωποι, πάνω στην αστραφτερή τους νιότη, μπήκαν στο χώμα και ξεχάστηκαν, &lt;br /&gt;τι ν’ απομείνει απ’ το μικρόσωμο, αλήτικο σκυλάκι, το πρώτο σκυλάκι που είχε, το πρώτο και το&lt;br /&gt;τελευταίο. Είχαν πάει για λίγο καιρό σε συγγενείς τους στην Περαία για ν’ αποφύγουν τους&lt;br /&gt;βομβαρδισμούς των Εγγλέζων και όταν γύριζαν έτρεχε πίσω τους κουνώντας την ουρά του και&lt;br /&gt;γαυγίζοντας. Το ζήτησε επίμονα και δεν του χάλασαν χατίρι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν έμοιαζα καθόλου με τα σημερινά σκυλιά της ράτσας και της μόδας, τόσο καλοθρεμμένα με&lt;br /&gt;&amp;nbsp;εδικές τροφές, με το γυαλιστερό τους τρίχωμα, τόσο όμορφα αν και γεμίζουν τα πεζοδρόμια με&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ακαθαρσίες. Μα μήπως έμοιαζε η εποχή, μήπως έμοιαζαν αυτοί οι&amp;nbsp;ίδιοι; Ήταν σπάνια τα αυτοκίνητα&lt;br /&gt;&amp;nbsp;και δεν υπήρχαν καταστήματα πολυτελείας στη γειτονιά, τα παιδιά ήταν χλομά κι αδύνατα, όχι &lt;br /&gt;βέβαια από δίαιτα, οι λέξεις άγχος και αλλοτρίωση μέσα τον πλούτο ήταν άγνωστες, όσο οικείες ήταν&lt;br /&gt;&amp;nbsp;η πείνα και το χουνί, ο φόβος και ο θάνατος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα σκυλάκι που κουνάει την ουρά του φιλικά κι έχει μια υγρή, τρυφερή μουσούδα σημαίνει πολλά&lt;br /&gt;για ένα μικρό παιδί. Όλη τη μέρα έπαιζαν μαζί στον δρόμο, τη νύχτα κοιμόταν στο χαλάκι της εισόδου,&lt;br /&gt;ένας αστείος φύλακας μπροστά στις απειλές της εποχής. Αν του είχε δώσει όνομα θα ήταν κοινότατο&lt;br /&gt;κι αυτό όπως ο κάτοχος του. Το μόνο που ξεκάθαρα θυμάται είναι τα μάτια του. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γερμανός έκανε μανούβρες με τη μοτοσικλέτα και, πάνω στην πιο μεγάλη χαρά του παιχνιδιού,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;πάτησε το σκυλί. Εκείνο σύρθηκε μέχρι τη μεγάλη εξώπορτα του μεγάρου, έβγαλε κάτι μακρόσυρτες&lt;br /&gt;&amp;nbsp;παραπονιάρικες φωνούλες κι εκεί, αργά κι επώδυνα, ξεψύχησε. Οι γείτονες είχαν κάνει έναν κύκλο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;γύρω του κι εκείνος έκλαιγε βουβά, τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του, στο στόμα του &lt;br /&gt;η αλμυρή τους γεύση και η συντέλεια του κόσμου. Ήρθε σε λίγο κι ο Γερμανός και στάθηκε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;λυπημένος πάνω από το σκυλί. Δεν το ήθελε, ήταν ολοφάνερο. Είναι γνωστό εξάλλου πόσο οι&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Γερμανοί αγαπούν τα ζώα, ποτέ τους δεν διανοήθηκαν να τους κάνουν κακό. Κάτι ακατάληπτο&lt;br /&gt;μουρμούρισε στη γλώσσα του κι ύστερα έφυγε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνάντησε τον θάνατο πολλές φορές στη ζωή του αλλά αυτός ο πρώτος θάνατος τον σφράγισε από&lt;br /&gt;&amp;nbsp;τότε. Ακόμα κι όταν έφυγαν οι Γερμανοί και γύρισαν στο πατρικό του σπίτι στην Πλατεία&lt;br /&gt;Δικαστηρίων, στεκόταν με το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι, έβλεπε έξω την άγρια χειμωνιάτικη βροχή&lt;br /&gt;&amp;nbsp;και τον σκεφτόταν. Είχε για κείνον κάτι ψηλό και δυνατό, κάτι ξανθό, κάτι περίλυπο. Ξένος κι&lt;br /&gt;&amp;nbsp;αλλότριος αυτός, στιγμές-στιγμές πιστεύει ότι κι ο ίδιος θα λυπάται για τη φύση του. Γιατί, δεν&lt;br /&gt;&amp;nbsp;μπορεί, κάποιον κάπου κι αυτός θα αγαπάει, θα τρέμει η&amp;nbsp;ψυχή του μην τον χάσει. Αυτή η λύπη του&lt;br /&gt;έφτανε σε κείνον και τον άγγιζε βαθύτατα κι έσκυβε με τη φαντασία του να κρατήσει το κεφαλάκι του&lt;br /&gt;&amp;nbsp;σκυλιού που ξεψυχούσε αλλά και το δικό του το κεφάλι το ξανθό, σαν κάποιος που καταλαβαίνει,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ίσως φίλος, ίσως-ίσως αδελφός. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-1725004415664446181?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/1725004415664446181/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=1725004415664446181&amp;isPopup=true' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/1725004415664446181'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/1725004415664446181'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2012/01/o.html' title='O πρώτος θάνατος'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-0eP508J0Ycc/Twrf6SwBWRI/AAAAAAAAFDU/GMb6CjBCqvc/s72-c/german+soldier.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-4365066728444371124</id><published>2011-12-08T12:12:00.004+02:00</published><updated>2011-12-08T16:04:41.153+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Πλατεία Δικαστηρίων'/><title type='text'>Τα παιδιά της γειτονιάς</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-G4DzYuQlFYU/TuDDYRxxpbI/AAAAAAAAFAU/lbCPYpTz4CA/s1600/Lytras.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="427" src="http://3.bp.blogspot.com/-G4DzYuQlFYU/TuDDYRxxpbI/AAAAAAAAFAU/lbCPYpTz4CA/s640/Lytras.jpg" width="640" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;i&gt;&amp;nbsp;«Τα κάλαντα» του Νικηφόρου Λύτρα&lt;/i&gt;&lt;br /&gt;&lt;div class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;Για εκείνον δεν υπήρχε άλλη γιορτή. Οι αργίες ήταν βέβαια πολλές και ευπρόσδεκτες, την άνοιξη με&lt;br /&gt;&amp;nbsp;το Πάσχα, το καλοκαίρι με τις διακοπές στη θάλασσα, το φθινόπωρο με τα βαθιά ηδονικά του&lt;br /&gt;&amp;nbsp;χρώματα, τις εθνικές επετείους με λόγους, στρατιωτικές μπάντες και παρελάσεις. Όλα ωραία στον&lt;br /&gt;&amp;nbsp;δικό τους χρόνο, ανάσα ζωτική απ’ το μαγγανοπήγαδο, εκδρομές, συγγενείς και φίλοι, πανηγύρια,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;εκλεκτά εδέσματα, τα πάντα. Όμως πραγματική γιορτή υπήρξε πάντα μόνο μία. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απ’ τον Νοέμβρη άρχιζε να αχνοφέγγει η προσμονή. Κι όσο πλησίαζαν οι μέρες, όσο το κρύο&lt;br /&gt;ξυπνούσε το αίμα και τα χιόνια έστηναν τον γνώριμο λευκό διάκοσμο, τόσο πιο έντονα άστραφταν&lt;br /&gt;μέσα του οι αναμνήσεις, αναβίωνε ο χαμένος παράδεισος της γειτονιάς. Δεύτερος όροφος Αγνώστου&lt;br /&gt;Στρατιώτου με Μητσαίων γωνία, μπροστά του η απέραντη και κακοτράχαλη τότε Πλατεία&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Δικαστηρίων, στη μέση ένα λυμφατικό παρκάκι τριγυρισμένο με συρματοπλέγματα, στο βάθος η&lt;br /&gt;ονειρική Παναγία Χαλκέων, από το χώμα να αναδύεται στο φως, λίγο πιο κάτω τα λουτρά &lt;br /&gt;Παράδεισος, λίγο πιο πάνω το Εργατικό Κέντρο και ο Άη Δημήτρης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και πάνω απ’ όλα άρχοντας ο χειμωνιάτικος βαρδάρης, θηρίο παγερό και ασυγκράτητο, να κατεβαίνει&lt;br /&gt;&amp;nbsp;απ’ την κοιλάδα του Αξιού, να αφήνει τις προφυλακές του να ξεχυθούν στην Αριστοτέλους ως τη&lt;br /&gt;&amp;nbsp;θάλασσα και τα ψαροχώρια στην απέναντι ακτή, με μια πνοή να καταλαμβάνει γη κι ουρανό. Να&lt;br /&gt;&amp;nbsp;σκορπίζει τα σύννεφα, να στροβιλίζει χαρτιά και σκόνη, να κάνει τους διαβάτες να σκύβουν το κεφάλι&lt;br /&gt;&amp;nbsp;βαθιά μέσα στα πέτα. Να αναμετρά τα σκοτεινά μέγαρα και να μπαίνει ουρλιάζοντας στις πίσω αυλές,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;να πετάει κάτω γλάστρες και να αναποδογυρίζει καρέκλες, τεντζερέδες, ετερόκλητα αντικείμενα, να&lt;br /&gt;&amp;nbsp;βροντάει τις πόρτες, τα ανασφάλιστα παντζούρια, να μπαίνει από κάθε άνοιγμα και χαραμάδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνος να τα ακούει όλα, όλα να τα βλέπει από το παρατηρητήριό του, θαμπώνοντας το τζάμι με το&lt;br /&gt;&amp;nbsp;χνώτο του κι αφήνοντας τα ίχνη απ’ την παλάμη και τα δάχτυλα, να κρύβει στην καρδιά του μια&lt;br /&gt;&amp;nbsp;προσμονή μεθυστική σαν μπίλιες ολοκαίνουριες, σαν τζιτζιλόνια στις τσέπες του κοντού&lt;br /&gt;&amp;nbsp;πανταλονιού. Να ανασαίνει το άρωμα, να αισθάνεται στα χείλη του τη γεύση, να τον τυλίγει σαν κύμα&lt;br /&gt;&amp;nbsp;η θαλπωρή. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αποβραδίς να ζητάει απ’ τον πατέρα του να τον ξυπνήσει οπωσδήποτε το πρωί της παραμονής, να&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ντύνεται τουρτουρίζοντας πριν ακόμα εκείνος φέρει τα ξύλα για τη φωτιά, ακόμη νυσταγμένος να&lt;br /&gt;&amp;nbsp;βγαίνει χαράματα στη γειτονιά με τα άλλα πιτσιρίκια. Σε σκάλες που ανεβοκατέβαιναν, σε πόρτες που&lt;br /&gt;&amp;nbsp;χτυπούσαν και σπάνια δεν τους άνοιγαν, σε πρόσωπα προσφυγικά, σκαμμένα, σε μαυροφορεμένες&lt;br /&gt;&amp;nbsp;χαμογελαστές γιαγιάδες πλάι στη σόμπα. Για κάλαντα παράφωνα με το τρίγωνο και μ’ όλη τους την&lt;br /&gt;&amp;nbsp;καρδιά, για ευχές, σταφίδες, κουλουράκια, κανένα μανταρίνι, για πενταροδεκάρες. Και για να&lt;br /&gt;&amp;nbsp;νοικιάσει μετά ποδήλατο απ’ τον κυρ-Βασίλη, να κάνει και να ξανακάνει τη γύρα των δύο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;τετραγώνων, απ’ τη Φιλίππου στην Αγνώστου Στρατιώτου, στην Ολύμπου, στην Αμύντα κι τέλος στη&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Μητσαίων με τα κουδούνια και στα δυο χερούλια να ηχούν θριαμβευτικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το βράδυ της παραμονής να ακούγεται ξαφνικά το ποδοβολητό στις σκάλες και τα μουσικά&lt;br /&gt;&amp;nbsp;προμηνύματα από τη χορωδία των φίλων του μεγάλου του αδελφού. Να χτυπάει ύστερα το κουδούνι,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;«καλησπέρα σας, κύριε Νίκο», και «να τα πούμε;». Να ψάλλουν δυνατά τα κάλαντα με ακορντεόν &lt;br /&gt;και φυσαρμόνικα και μ’ ένα καραβάκι στα χέρια του μεσαίου, ενώ από το βάθος του σπιτιού τους&lt;br /&gt;φώτιζαν αχνά τα κεράκια του δέντρου κι εκείνος έτρεχε να κρυφτεί πίσω απ’ την πλάτη του πατέρα&lt;br /&gt;&amp;nbsp;του. «Και του χρόνου, και του χρόνου, παιδιά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Του χρόνου που δεν ξανάρθε ποτέ από τότε. Όπως ποτέ δεν ένιωσε ξανά κείνο το τρέμουλο, δεν&lt;br /&gt;&amp;nbsp;αναδύθηκε υγρό κείνο το θάμπωμα στα μάτια. Κι ας πέρασαν πολλά Χριστούγεννα, όλη του η ζωή&lt;br /&gt;&amp;nbsp;σχεδόν. Κι ας έψαξε μες στην ψυχή και μ’ όλη την ψυχή του να τα ξαναβρεί. Στην πόλη του και σε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ταξίδια, σε μέρη μικρά και μεγαλύτερα, στα ξένα. Σε τεράστια έλατα στολισμένα, σε πλούσια σπίτια, &lt;br /&gt;σε λεωφόρους με χίλια χρώματα, σε καταστήματα κατάφωτα που ξεχείλιζαν από ακριβά τρόφιμα,&lt;br /&gt;ρούχα, παιχνίδια, χίλια δυο αγαθά. Σε εκκλησίες και λειτουργίες κάθε δόγματος, σε χρυσάφια κι&lt;br /&gt;ασήμια, σε καταπληκτικές ορχήστρες και σε ουράνιες παιδικές χορωδίες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η αλήθεια ήταν ότι, ναι, συχνά ένιωθε ικανοποίηση, ακόμη και χαρά. Τη λειψή όμως, συγκρατημένη&lt;br /&gt;&amp;nbsp;χαρά του μεγάλου, που όλα τα έχει διαβάσει, όλα τα έχει δει κι όλα τα έχει ζήσει. Εκείνου που,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ανεπαίσθητα, έχει πετρώσει μέσα του ένας κόμπος, που κάτι απροσδιόριστο του σφίγγει από παλιά το&lt;br /&gt;&amp;nbsp;στήθος, τον εμποδίζει και τον σταματά. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτά σκεφτόταν και πάλι φέτος καθώς πλησίαζαν οι μέρες, αυτά που είχε κουραστεί να σκέφτεται και&lt;br /&gt;&amp;nbsp;μάταια να περιμένει. Τώρα που είχε μείνει πια μόνος και τα χιόνια απ’ το καμπαναριό είχαν σκεπάσει&lt;br /&gt;&amp;nbsp;το κεφάλι του. Με αυτά λοιπόν τα μακρινά, μια πίτσα κι ένα μπουκάλι κρασί, με την πλαστική ευτυχία&lt;br /&gt;&amp;nbsp;στο πρόγραμμα της τηλεόρασης τον πήρε εκείνο το βράδυ, γερμένο στον καναπέ, ένας βαθύς και&lt;br /&gt;&amp;nbsp;άβολος ύπνος χωρίς όνειρα. Και δεν ήταν καθόλου παράξενο ότι ξύπνησε το πρωί της παραμονής απ’&lt;br /&gt;&amp;nbsp;το κουδούνι της εξώπορτας, σκεβρωμένος και άδειος. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έφτιαξε βιαστικά τα ρούχα του, έψαξε για ψιλά, και άνοιξε την πόρτα. Κι έμεινε με το στόμα ανοιχτό.&lt;br /&gt;&amp;nbsp;«Να τα πούμε, κύριε;» ακούστηκε το τιτίβισμα απ’ έξω. Είδε σκούφους, μπουφάν, κασκόλ, είδε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;μυτούλες κόκκινες και σκανταλιάρικα χαμόγελα, μάτια να λάμπουν. Και είδε να φορούν τις μαγικές&lt;br /&gt;&amp;nbsp;τους μπότες. Ταυτόχρονα, του φάνηκε πως είδε τον Τάκη τον ψηλέα απ’ την παλιά του γειτονιά, &lt;br /&gt;πλάι του τον Αχιλλάκο τον αδύνατο με τα σημάδια από τη μπάλα στα καλάμια, κι από την άλλη τον&lt;br /&gt;Γιάννη και τον Τάσο να του νεύουν συνωμοτικά. «Ε, όχι, δα», συνήλθε, «θα είμαι ζαλισμένος ακόμη&lt;br /&gt;&amp;nbsp;από τον ύπνο, αυτά είναι τα αλβανάκια από απέναντι, αγόρι και κορίτσι, κι οι άλλοι δύο μπόμπιρες, τα&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ελληνόπουλα της κυρά Μαρίας από πάνω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αμφέβαλλε ακόμη κι όταν λύθηκε ο κόμπος, όταν έσπασαν τα φράγματα, όταν τον τύλιξε η χαρά και&lt;br /&gt;το μεθυστικό άρωμα από τότε. Αμφέβαλλε έως ότου τους αναγνώρισε όλους οριστικά μέσα στον&lt;br /&gt;χρόνο, έως ότου παραδέχτηκε «ναι, είναι ο Τάκης, ο Αχιλλέας και οι άλλοι», έως ότου άνοιξε&lt;br /&gt;αυθόρμητα μια τεράστια αγκαλιά και τύλιξε όλα τα παιδιά, έως ότου, κλαίγοντας και γελώντας &lt;br /&gt;κι εκείνος σαν παιδί, τους είπε, «να τα πείτε, να τα πείτε». &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χριστούγεννα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-4365066728444371124?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/4365066728444371124/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=4365066728444371124&amp;isPopup=true' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/4365066728444371124'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/4365066728444371124'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2011/12/blog-post.html' title='Τα παιδιά της γειτονιάς'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-G4DzYuQlFYU/TuDDYRxxpbI/AAAAAAAAFAU/lbCPYpTz4CA/s72-c/Lytras.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-3913267186935643975</id><published>2011-10-16T15:11:00.002+03:00</published><updated>2011-10-22T15:09:14.572+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Πλατεία Δικαστηρίων'/><title type='text'>Το δέντρο του δικού τους δάσους</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-7DlxnI80xjw/TqKyT2bQ_OI/AAAAAAAAE98/ZYDLkH8h5yI/s1600/22-10-2011+2-59-57+%25CE%25BC%25CE%25BC.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="440" src="http://2.bp.blogspot.com/-7DlxnI80xjw/TqKyT2bQ_OI/AAAAAAAAE98/ZYDLkH8h5yI/s640/22-10-2011+2-59-57+%25CE%25BC%25CE%25BC.jpg" width="640" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;Η Αγνώστου Στρατιώτου και η Μητσαίων ήταν η γειτονιά&amp;nbsp;τους. Απέναντι ακριβώς από το τέταρτο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;αστυνομικό τμήμα και κάτω απ’ τον Αϊ Δημήτρη και το Εργατικό Κέντρο στην Ολύμπου. Περί τα τέλη&lt;br /&gt;&amp;nbsp;της δεκαετίας του 1940, πολύ πριν ανακαλυφθεί η αρχαία αγορά και όταν η Πλατεία Δικαστηρίων ήταν&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ακόμη μια απέραντη γυμνή και κακοτράχαλη αλάνα με ένα λυμφατικό πάρκο στη μέση, περιφραγμένο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;με αγκαθωτά συρματοπλέγματα. Εκεί, οι τέσσερα-πέντε χρόνια μεγαλύτεροί τους, όπως ο αδερφός&lt;br /&gt;του, ήταν οι ήρωες τους, οι ακόμη πιο μεγάλοι πρόσωπα μυθικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν, λοιπόν, απ’ την εξώπορτά του στην οδό Αγνώστου Στρατιώτου 4, ως την άλλη στην οδό Μητσαίων&lt;br /&gt;&amp;nbsp;3, ήταν δεν ήταν πενήντα μέτρα, από τα δέκα δικά του χρόνια ως τα εικοσιδύο του Τηλέμαχου&lt;br /&gt;&amp;nbsp;μεσολαβούσε μια άβυσσος. Η άβυσσος που υπάρχει απ’ τον πιτσιρικά του 22ου τότε δημοτικού&lt;br /&gt;&amp;nbsp;σχολείου, γωνία Αγίας Σοφίας και Φιλίππου, απ’ την πάνινη μπάλα ή τη φωνή απ’ τον δρόμο «μαμά, τι&lt;br /&gt;&amp;nbsp;φαγητό έχουμε», ως τον έφεδρο ανθυπολοχαγό του εθνικού στρατού κάπου στα βουνά της Ηπείρου, σ’&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ένα θανάσιμο αγώνα με «Τ’ αγρίμια του άλλου δάσους». &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι, τον Τηλέμαχο τον άκουγε, ίσως και να τον έβλεπε καμιά φορά από μακριά, όταν έπαιζε με την&lt;br /&gt;τσακαλοπαρέα μπίλιες, αγιούτο, κρυφτόμπικο και χίλια δυο άλλα αυτοσχέδια παιχνίδια στο χώμα έξω&lt;br /&gt;&amp;nbsp;απ’ το παράπλευρο γκαράζ του Μπεμπελέκου, μα δεν τον γνώριζε. Γνώριζε λίγο τη μητέρα του στο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;παράθυρο του ισόγειου διαμερίσματος, γνώριζε λιγότερο τον Άγι, τον μικρότερο αδερφό του, μα&lt;br /&gt;&amp;nbsp;εκείνος ήταν ψίθυρος μακρινός, ένα δέος. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον γνώρισε από σπόντα, περίπου εικοσιπέντε χρόνια αργότερα, μέσα στη δικτατορία και λίγο μετά&lt;br /&gt;&amp;nbsp;την επιστροφή του απ’ το Λονδίνο. Περνούσε ένα απόγευμα έξω απ’ το βιβλιοπωλείο του&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Αναγνωστάκη, όταν ο Μανόλης τον φώναξε και του είπε, «ο Συνεργάτης Α. που σου έγραψε την&lt;br /&gt;&amp;nbsp;κριτική στον Ελληνικό Βορρά για το Αλμπατζάλ, είναι ο Αλαβέρας. Να του τηλεφωνήσεις και να τον&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ευχαριστήσεις». &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Του τηλεφώνησε, τον ευχαρίστησε, τον επισκέφτηκε στο γραφείο του στη Βενιζέλου και έτσι&lt;br /&gt;γνωρίστηκαν από κοντά, ενήλικες και οι δύο πλέον. Ο Τηλέμαχος θυμόταν τον πατέρα του, ήξερε την&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ιστορία της οικογένειάς τους, ενώ τη δική του ύπαρξη μάλλον την είχε καταλάβει απ’ τα διηγήματά&lt;br /&gt;&amp;nbsp;του. Ακολούθησε η γνωριμία του με τη Ρούλα, η γνωριμία του Τηλέμαχου με τη Σοφία, η μετάβαση&lt;br /&gt;&amp;nbsp;απ’ τον πληθυντικό στον ενικό, η φιλία. Μεταξύ όλων τους. Ακολούθησαν περίπου τριανταπέντε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;χρόνια στενής συνεργασίας&amp;nbsp;τους στη Νέα Πορεία, στο διοικητικό συμβούλιο της Εταιρίας Λογοτεχνών,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;στην επιμέλεια της έκδοσης πολλών βιβλίων του. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα μπορούσε άνετα να γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο για όλα αυτά και για πολλά άλλα. Και πάλι να&lt;br /&gt;&amp;nbsp;αφήσει τα μισά απ’ έξω. Δεν πρόκειται βέβαια ποτέ να το χωνέψει ότι ο Τηλέμαχος δεν θα είναι εκεί.&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Ψηλός, ευγενικός, αυστηρός&amp;nbsp;μα και οικείος, περιτριγυρισμένος από βιβλία, περιοδικά, χειρόγραφα,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;εκείνος που ήξερε σχεδόν τους πάντες και τα πάντα στον χώρο τους κι εκείνος που αισθανόταν &lt;br /&gt;ταγμένος να υπηρετήσει απαρέγκλιτα το «δέον» στη λογοτεχνία. Δεν πρόκειται να χωνέψει ποτέ ότι&lt;br /&gt;&amp;nbsp;δεν θα μπορεί πλέον, περνώντας απ’ τη Βενιζέλου, να ανεβεί επάνω για έναν καφέ και μια φιλική&lt;br /&gt;&amp;nbsp;κουβέντα. Για να τον ακούσει να του διαβάζει ένα καινούριο διήγημά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έμαθε πολλά απ’ τον Τηλέμαχο. Έμαθε για τη γειτονιά τους, για κείνους που είχαν προηγηθεί, για όσα&lt;br /&gt;&amp;nbsp;είχαν γίνει στην Κατοχή και αργότερα. Γεγονότα και λεπτομέρειες απίθανες απ’ τα βιβλία του και&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ιδίως προφορικά απ’ τον ίδιο. Έμαθε για τις παλιές λογοτεχνικές παρέες στην πόλη τους, έμαθε ότι το&lt;br /&gt;&amp;nbsp;«καλό» είναι μεγάλη κουβέντα για ένα βιβλίο, έμαθε ακόμα να μην υποκύπτει στις ευκολίες, να είναι&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ο πρώτος και ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού του. Να προσπαθεί να τιθασεύσει την οργή που&lt;br /&gt;&amp;nbsp;φούντωνε μέσα του απ’ την προκλητική αδικία, από την άγνοια και την ανοησία στον περίγυρο, την&lt;br /&gt;&amp;nbsp;περίφημη «ελληνική πραγματικότητα». Άσχετα αν ήταν αδύνατον να τα εφαρμόσει πάντοτε κι αν, &lt;br /&gt;με την έκρηξή του, έχανα συχνά το δίκιο του. Έμαθε ακόμη να συνεργάζεται αρμονικά με έναν αληθινό&lt;br /&gt;&amp;nbsp;επαγγελματία της τέχνης, που είχε διαφορετική οπτική, διαφορετική στάση στη ζωή. Έμαθε. Κι ας&lt;br /&gt;&amp;nbsp;αμφισβητούσε τα πάντα, κι ας πίστευε ότι δεν είχε πια τίποτα να μάθει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όχι ότι δεν είχαν τις διαφωνίες τους ή και τα λάθη και ότι δεν είχε επικρατήσει μεταξύ τους για ένα&lt;br /&gt;διάστημα μια βουβαμάρα. Όμως, πάντοτε υπερίσχυε η εκτίμησή του για&amp;nbsp;τον Τηλέμαχο&amp;nbsp;και η δική του&lt;br /&gt;&amp;nbsp;τρυφερότητα για τον μικρότερο. Πάντοτε υπερίσχυε όχι η οποιαδήποτε λογοτεχνική σκοπιμότητα ή&lt;br /&gt;&amp;nbsp;συμφέρον, αλλά η ζεστασιά, η θαλπωρή της γειτονιάς, κάτι σαν το καθαρό χαλάκι στην εξώπορτα,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;εκείνο το φευγαλέο άρωμα απ’ τα περασμένα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλα αυτά τα χρόνια, τον υπερασπίστηκε όπως μπορούσε στο δίκιο του κι εκείνος υπερασπίστηκε το&lt;br /&gt;&amp;nbsp;δικό του. Χάρη δεν θέλησε ποτέ και χάρη εκείνος δεν του έκανε. Εκτός ίσως από την κατανόηση, την&lt;br /&gt;εγκαρτέρηση που έδειχνε στις απόλυτες αντιλήψεις του και σε μερικά ξεσπάσματά του. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και κάθεται και σκέφτεται τώρα τι ήταν ο Τηλέμαχος και τι έχει απομείνει, τι θα απομείνει από τον&lt;br /&gt;ίδιο και το έργο του. Συχνά έλεγε σκωπτικά ότι «στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν στρατιώτες, όλοι είναι&lt;br /&gt;στρατηγοί». Συχνά έλεγε ακόμη ότι «όσο ζει κανείς, έχει καλώς, όταν πεθάνει, όλοι βιάζονται να τον&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ξεχάσουν». Κι έφερνε για παράδειγμα τον σπουδαίο Σπανδωνίδη και άλλους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ε, λοιπόν, πέρα απ’ την οποιαδήποτε αποτίμηση των ειδικών για το έργο του και τη γενικότερη&lt;br /&gt;&amp;nbsp;προσφορά του, για κείνον ο Αλαβέρας ήταν ένας κυβόλιθος. Από κείνους που θεμελιώνουν μια&lt;br /&gt;&amp;nbsp;συνέχεια στον μεγάλο δρόμο της λογοτεχνίας. Μπορεί όσοι βαδίζουν αργότερα αυτόν τον &lt;br /&gt;δρόμο να μην τον προσέχουν ιδιαίτερα, να θεωρούν τη θέση και τη δύναμή του φυσική και αυτονόητη.&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Ωστόσο, αυτός και μερικοί ακόμη σαν κι αυτόν είναι που στηρίζουν τα δικά τους βήματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ύστερα, με τρόπο παράξενο, έρχεται στο μυαλό του ένα παιδί της γειτονιάς που πια μεγάλωσε, το&lt;br /&gt;&amp;nbsp;χαμόγελο που προσπαθεί να κρύψει και η λάμψη στα μάτια του που δεν κρύβεται. Αυτό είναι που&lt;br /&gt;&amp;nbsp;επιμένει και η φράση «έλα τώρα, ρε μπαγάσα». Και λέει τότε ότι ο Τηλέμαχος ήταν ένα ψηλό δέντρο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;με βαθιές ρίζες, που αντλεί απ’ τη γη κι&amp;nbsp;από τον ουρανό. Το δέντρο του δικού τους δάσους. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-3913267186935643975?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/3913267186935643975/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=3913267186935643975&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/3913267186935643975'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/3913267186935643975'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2011/10/blog-post.html' title='Το δέντρο του δικού τους δάσους'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-7DlxnI80xjw/TqKyT2bQ_OI/AAAAAAAAE98/ZYDLkH8h5yI/s72-c/22-10-2011+2-59-57+%25CE%25BC%25CE%25BC.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-3102331381162603454</id><published>2011-09-05T13:06:00.001+03:00</published><updated>2011-09-10T19:48:43.856+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Πλατεία Δικαστηρίων'/><title type='text'>Το γκαράζ του Μπεμπελέκου</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;&lt;br /&gt;Χοντρές σταγόνες βροντοχτυπάνε άρρυθμα στη λαμαρίνα, ξεπλένουν τη σκισμένη λαστιχένια μπάλα,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;τις πέτρες, τους μπίκους κι ένα σκουριασμένο τέλι, γλιστράνε στ’ αυλάκια και πέφτουν από ψηλά στο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;σκληρό μαυρισμένο χώμα, ανακατεύονται με γράσα, λάδια και μπογιές κι απ’ το γκαράζ του&lt;br /&gt;Μπεμπελέκου σχηματίζουν ρυάκι στην κατηφόρα της Αγνώστου Στρατιώτου, παρακάμπτουν μια&lt;br /&gt;μυτερή κοτρώνα και τρέχουν παφλάζοντας στο ρείθρο κάτω απ’ το μπαλκόνι του, βγαίνουν στη&lt;br /&gt;Φιλίππου και σκορπίζουν. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πονάνε τα δέντρα ή δεν πονάνε όταν κρεμιέσαι απ’ τα κλωνάρια τους, όταν κλωτσάς με το πέταλο τον&lt;br /&gt;&amp;nbsp;κορμό τους; Ο Αντώνης ο γυαλάκιας υποστηρίζει ότι πονάνε και πιο πολύ όταν είναι μικρά και&lt;br /&gt;&amp;nbsp;αδύναμα, κατοχικά, το υγρό που τρέχει όταν ξεφλουδίζονται είναι τα δάκρυά τους. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Πλατεία Δικαστηρίων αναπαύεται μ’ απόλυτη εγκατάλειψη στο σπέρμα της βροχής, μια τεράστια&lt;br /&gt;μήτρα που δέχεται ηδονικά το βάρος και τον σπασμό του ουρανού. Δυο χιλιάδες χρόνια τώρα κυοφορεί&lt;br /&gt;&amp;nbsp;μια αρχαία αγορά κι ο καιρός της γέννας πλησιάζει. Μα για την ώρα, απλώνει την ανώμαλη επιφάνειά&lt;br /&gt;&amp;nbsp;της κάτω από το θαμπό του τζάμι, απολαμβάνοντας την ερημιά, μιλώντας με τη δική της γλώσσα στα&lt;br /&gt;&amp;nbsp;μελαγχολικά μέγαρα. Τα μέγαρα τριγύρω που λες&amp;nbsp;και δεν κατοικούνται από ανθρώπους με σάρκα και&lt;br /&gt;&amp;nbsp;οστά αλλά στοιχειά με λούκια για φλέβες και καρδιά μιαν υδραντλία. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_w623ce="140"&gt;Εδώ έκανε γυμνάσια πριν λίγα χρόνια ο γερμανικός στρατός, πυροβολώντας με άσφαιρα φυσίγγια προς&lt;br /&gt;&amp;nbsp;την κατεύθυνση του εργατικού κέντρου. Εδώ τρέχουν τα παιδιά, πηδάνε, φωνάζουν, μαλώνουν,&lt;br /&gt;παίζουν μπάλα και ματώνουν τα γόνατα και τα καλάμια τους. Εδώ φουντώνει ξαφνικά ο πετρο-πόλεμος&lt;br /&gt;&amp;nbsp;με την Καρμπολά απέναντι μέχρι να βγει δήθεν αδιάφορος κανένας χωροφύλακας από το τέταρτο και&lt;br /&gt;να εξαφανιστούν όλοι στα δίπορτα και τα υπόγεια. &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;Έτσι που βρέχει γλυτώνουν και οι γάτες που κυνηγάει με μανία ο Πάκης στην ταράτσα. Μέχρι τώρα δεν&lt;br /&gt;&amp;nbsp;έχει πετάξει εννιά φορές την ίδια γάτα, γι’ αυτό κι όλες μόλις πέσουν στο χώμα, πετιούνται επάνω σαν&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ελατήριο και χάνονται στα ανοίγματα των υπογείων. Διαβάζει πολύ Γκαούρ-Ταρζάν αλλά είναι καλό&lt;br /&gt;&amp;nbsp;παιδί κι ούτε θυμώνει άμα τον πειράζουν παρόλο το μπόι και τις χερούκλες του. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποιος τρέχει στην πλατεία χωρίς αδιάβροχο και χωρίς ομπρέλα, κρατώντας τα σηκωμένα πέτα του.&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Ώσπου να φτάσει στο υπόστεγο της γωνιάς, θα έχει γίνει μουσκίδι μέχρι το σώβρακο. Έχει δρόμο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ακόμη και τον παρακολουθεί με άνεση σαν υπερκολοσσό της Αίγλης, που βρίσκεται στην αρχή κι&lt;br /&gt;&amp;nbsp;εκείνος ξερογλείφεται με την προοπτική των τριών πράξεων και δεκαπέντε επεισοδίων με &lt;br /&gt;εφεδρικό χουνάκι σπόρια στην τσέπη και το αγιόκλημα να του χαϊδεύει απαλά τον ώμο. Αυτός που&lt;br /&gt;&amp;nbsp;τρέχει ακάλυπτος μες στη βροχή του φέρνει στον νου ένα ποδοσφαιρικό αγώνα της γειτονιάς&lt;br /&gt;που έχαναν με οχτώ-μηδέν και μέσα από σπρωξιές και κλωτσιές έβαλαν ένα γκολ απίθανο που άξιζε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;όσο όλα τ’ άλλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατεβάζει το τάβλι απ’ το πορτμαντό και φτιάχνει τους σχηματισμούς του στις δίπλες της κουβέρτας&lt;br /&gt;&amp;nbsp;στο μεγάλο κρεβάτι. Αυτός τα κίτρινα, ο εχθρός τα μαύρα πούλια. Ενέδρες, πεζικό, ιππικό, τύφλα να&lt;br /&gt;&amp;nbsp;‘χει ο Ζορρό και η Χάλκινη Μάσκα. Βρέχει κι ο Αχιλλάκος ο σπάγκος στο χωριό, ο Λαζαράκης &lt;br /&gt;ο φουστάνας διακοπές στη θεία του, ο Αναστάσης ο πόντικας στα μπακάλικο του πατέρα του, ο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Σωτήρης ο μπουκτζόνες κι ο Τάκης ο ψηλέας εξαφανίστηκαν. Ο Γιάννης πού είναι; Ούτε μια&lt;br /&gt;&amp;nbsp;δεκαεξάρα δεν μπορείς να παίξεις, βαρέθηκε το τάβλι σαν κάστρο και τις μπίλιες στο χαλί, που όλο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;κατρακυλάνε κάτω απ’ τον μπουφέ. Όλα τα βαρέθηκε μόνος του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάει πίσω στο δωμάτιο του αδερφού του και ρίχνει μια ματιά στην αυλή της κυρίας Χρυσάνθης, μα τα&lt;br /&gt;&amp;nbsp;κουνέλια της αρμένισσας είναι χωμένα στο ξύλινο σπιτάκι κι οι γάτες έγιναν καπνός. Όλο &lt;br /&gt;χάνουν τα σταχτοδοχεία και είναι φυσικό αφού τα πετάει ο πατέρας του στις γάτες στη στέγη της&lt;br /&gt;&amp;nbsp;διπλανής αποθήκης που δεν αφήνουν ούτε ναρκωμένο να κοιμηθεί τα μεσημέρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γυρίζει στο παράθυρο του σαλονιού. Τίποτα δεν παθαίνει κανείς απ’ τα μικρόβια. Εδώ τα παιδιά στο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;απέναντι μπαλκόνι τρίβουν το ψωμί στα πλακάκια και το τρώνε με μαυρισμένα νύχια και κανένα &lt;br /&gt;δεν αρρώστησε. Κανένα από το οχτώ που έχει ο διπλανός, το ρεκόρ της γειτονιάς, ίσως και της πόλης.&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Λείπουν και τα κορίτσια στην εσωτερική αυλή. Όταν τα πλένει η μάνα τους στη σκάφη, φωνάζει καμιά&lt;br /&gt;&amp;nbsp;φορά ο πατέρας τους «προσέξτε, βρε, μην πέσουν τα τσουνιά σας μέσα» και γελάει από τα&lt;br /&gt;κοκκινισμένα μάτια του ως το πηγούνι. Γελάει μέχρι να ξανακαθίσουν το μεσημέρι στο πεζούλι του&lt;br /&gt;&amp;nbsp;παραθύρου του για να παίξουν τριάρα και να τους προγκίσει άγρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διάβασε όλα τα περιοδικά από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα, ακόμη και τα αισθηματικά&lt;br /&gt;&amp;nbsp;διηγήματα, ο πόνος της καρδιάς, και τις παλιές συνέχειες του Τσακιτζή στον Ελληνικό Βορρά που&lt;br /&gt;&amp;nbsp;στοιβάζουν στο μπάνιο. Διάβασε κι ένα πονηρό βιβλίο, που ο μεγάλος και δεν ξέρει ότι ο μικρός ξέρει&lt;br /&gt;&amp;nbsp;πού το κρύβει. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατεβαίνει τσουλήθρα απ’ τον δεύτερο όροφο στην εξώπορτα και τοίχο-τοίχο βγαίνει στη γωνιά της&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Μητσαίων. Στου Μπεμπελέκου ψυχή ζώσα κι απ’ έξω, με τις πίσω ρόδες στο χαμηλό ανάχωμα, &lt;br /&gt;μπροστά στο γυμνό ντουβάρι όπου παίζουν μπίκο κι αγιούτο, ένα πράσινο τζιπ. Το περιεργάζεται με&lt;br /&gt;&amp;nbsp;έκπληξη και το αναμετρά. Είναι σαν να δραπέτευσε από τα σκοτεινά και μυστηριώδη, από τα επίφοβα&lt;br /&gt;και απρόσιτα έγκατα του γκαράζ. Ή δεν του πάει η συντροφιά με τα μεγάλα φορτηγά, η συντροφιά με&lt;br /&gt;&amp;nbsp;τα σαράβαλα και οι λαδιές, οι λεκέδες και οι μουντζούρες;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πλησιάζει διστακτικά, παίρνει θάρρος από την ερημιά, ανεβαίνει και κάθεται στη θέση του οδηγού,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;απορώντας και ο ίδιος με την τόλμη του. Ρίχνει μερικές ματιές τριγύρω, κάνει να πιάσει το τιμόνι, να&lt;br /&gt;το αγγίξει ντε, και την ίδια στιγμή, χωρίς να έχει ακουμπήσει τον λεβιέ, θες από το βάρος του σώματός&lt;br /&gt;&amp;nbsp;του, θες από την ατυχία του, το τζίπ αρχίζει να κινείται. Παίρνει μόνο του τη στροφή και την κατηφόρα&lt;br /&gt;&amp;nbsp;κι αυτός, υπακούοντας στον τυφλό του πανικό, πηδάει κάτω εν κινήσει και χώνεται στην πόρτα του&lt;br /&gt;&amp;nbsp;σπιτιού του, μην τολμώντας να κοιτάξει πίσω. Τρία-τρία τα σκαλοπάτια, άμα πηδήξεις τέσσερα με το&lt;br /&gt;&amp;nbsp;δεξί, μπορείς μόνο ένα ή δύο με το αριστερό, βάζει βιαστικά τις πιτζάμες και κουκουλώνεται στο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;κρεβάτι. Όταν έρθει η Κούλα, να πει οπωσδήποτε ότι κοιμόταν, ήταν και λίγο άρρωστος, δεν βγήκε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;καθόλου από το σπίτι. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να το πει στον πατέρα του δεν γίνεται. Γενικά δεν λέμε&amp;nbsp;τίποτα στον πατέρα μας, ούτε στον μεγάλο μας&lt;br /&gt;&amp;nbsp;αδερφό, τα βγάζουμε πέρα μόνοι μας. Αν έτρωγες ξύλο στη γειτονιά και το έλεγες , γινόσουν&lt;br /&gt;&amp;nbsp;αυτόματα μιαρός, απόβλητος, κουβαλούσες το στίγμα για πάντα: «Το είπε στον μπαμπά του!» Τι κι αν&lt;br /&gt;&amp;nbsp;έφερες πλάκα τα παράσημα, γυμνό σημάδι από πέτρα στο τριχωτό της κεφαλής, αναρίθμητες ουλές&lt;br /&gt;&amp;nbsp;στα γόνατα και τα καλάμια και δυο σκισίματα στα χείλη από μπουνιές και νυχιές. Ήταν προσωπική&lt;br /&gt;&amp;nbsp;σου ευθύνη να μην βρίσκεται ο πατέρας σου στο μπαλκόνι όταν μάλωνες, μην τύχει και επέμβει, γιατί&lt;br /&gt;τότε καμία εξήγηση δεν έφτανε, ήσουν οριστικά ατιμασμένος. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μεγάλο πρόβλημα τώρα αυτό, τι να έγινε το τζιπ. Τράκαρε στα δέντρα της Φιλίππου παρακάτω ή&lt;br /&gt;συνέχισε ως την Εγνατία; Δεν είναι δα Αγνώστου Στρατιώτου να την πηδήξεις με άλμα τριπλούν&lt;br /&gt;χωρίς παραμάζωμα. Δεν είναι σκαλωσιές του Άη Δημήτρη για άλμα εις βάθος πάνω στην άμμο, ούτε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;δίπορτο του Μουντζουρίδη, άμα σε στριμώχνουν στη Μητσαίων, να βγαίνεις στη Φιλίππου και να&lt;br /&gt;γυρίζεις από την Αμύντα για αιφνιδιασμό. Εδώ τα πράγματα είναι σκούρα. Κάτι σαν το μεγάλο νύχι του&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ποδιού, ζορίζεσαι να κόψεις την άκρη που χώνεται στο κρέας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ούφ, βαρέθηκε πια να είναι μικρός. Μπαϊλντισε. Τρία χρόνια ακόμη για το γυμνάσιο. Παραπέρα&lt;br /&gt;&amp;nbsp;δύσκολα φτάνει η φαντασία του αλλά κάποτε βέβαια θα γίνει κι αυτός μεγάλος, με όλη τη ευτυχία &lt;br /&gt;που σημαίνει αυτό. Δεν μπορεί, κάποτε θα φτιάξουν τα πράγματα, δεν θα είναι ανάποδα όπως τώρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-3102331381162603454?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/3102331381162603454/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=3102331381162603454&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/3102331381162603454'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/3102331381162603454'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2011/09/blog-post.html' title='Το γκαράζ του Μπεμπελέκου'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-5525490577106273519</id><published>2011-07-15T20:09:00.004+03:00</published><updated>2011-07-28T23:24:20.050+03:00</updated><title type='text'>Όταν έβγαινε η Κική ανάμεσα σε ρούχα και καυσόξυλα</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-_kJU0wt8HDI/TjHFTbbrDZI/AAAAAAAAE7U/zwzZESntHSA/s1600/28-7-2011+11-16-07+%25CE%25BC%25CE%25BC.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="459" src="http://1.bp.blogspot.com/-_kJU0wt8HDI/TjHFTbbrDZI/AAAAAAAAE7U/zwzZESntHSA/s640/28-7-2011+11-16-07+%25CE%25BC%25CE%25BC.jpg" width="640" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη δεν υπήρχαν πολυκατοικίες. Υπήρχαν όμως μέγαρα.&lt;br /&gt;Ή έτσι τουλάχιστον τα ονόμαζαν. Τριώροφα έως πενταώροφα κτίσματα, συνήθως γκρίζα και γυμνά, με&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ψηλοτάβανα διαμερίσματα που όχι σπάνια μοιράζονταν δύο πολυμελείς την εποχή εκείνη οικογένειες.&lt;br /&gt;Με μαυροφορεμένη γιαγιά και ξαδέλφη απ’ το χωριό. Με σόμπα πήλινη ή σιδερένια και μπουριά στο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;σαλόνι, με φουφού, φανάρι και παγωνιέρα στην κουζίνα. Με την ταράτσα στην κορυφή της σκάλας για&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ν’ ανεβάζουν στρώματα τις καλοκαιρινές νύχτες μικροί και μεγάλοι. Και με στενόμακρα πίσω&lt;br /&gt;μπαλκόνια με τη μπουγάδα και στοίβες τα καυσόξυλα για τον χειμώνα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάτω από τον μισοκαμμένο και σε φάση ανακατασκευής Άη Δημήτρη, στην ανατολική πλευρά της&lt;br /&gt;ωκεάνιας Πλατείας Δικαστηρίων που ποτέ δεν δικαίωσε το όνομά της, ανάμεσα στο μέγαρα της&lt;br /&gt;Μητσαίων και τα μέγαρα της Φιλίππου, σχηματιζόταν μια αδιέξοδη πρασιά που, από τη μια μεριά,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;κατέληγε στα μέγαρα της Αμύντα κι, από την άλλη, σε κείνα της Αγνώστου Στρατιώτου. Τα νότια&lt;br /&gt;λοιπόν μπαλκόνια της Μητσαίων αντίκριζαν τα βόρεια πίσω μπαλκόνια της Φιλίππου και το δικό τους&lt;br /&gt;&amp;nbsp;πίσω μπαλκόνι από την Αγνώστου Στρατιώτου τα πλαγιοκοπούσε και τα δύο. Κάπως έτσι ήταν και&lt;br /&gt;κάπως έτσι παραμένει η γεωγραφία του χώρου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το δικό τους πίσω μπαλκόνι ήταν για κείνον γυμναστήριο, με κυρίαρχο βέβαια το στοιχείο της&lt;br /&gt;επίδειξης, ησυχαστήριο όπου κουβαλούσε και καταβρόχθιζε τα απαγορευμένα βιβλία και περιοδικά&lt;br /&gt;&amp;nbsp;της εποχής για λίγο μακριά από το πατρικό βλέμμα, και παρατηρητήριο. Από το σημείο εκείνο δεν&lt;br /&gt;&amp;nbsp;μπορούσε βέβαια να δει τη μέσα αυλή όπου η κυρία Μ. έκανε μπάνιο ολοτσίτσιδες τη Λούλα και την&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Πόπη αλλά μπορούσε να παρακολουθεί τις πεινασμένες γάτες με ακροβατικές ικανότητες, μπορούσε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;να περιεργάζεται τα τροφαντά κουνέλια της Αρμένισσας και τα ετερόκλητα μυστηριώδη αντικείμενα&lt;br /&gt;που είχαν συσσωρεύσει στις γωνιές οι άλλοι ένοικοι της αυλής. Μπορούσε ακόμη κατά διαστήματα να&lt;br /&gt;ερεθίζει αρκετά τους γείτονες. «Τα φάγατε τα σίδερα», έσκουζε με στιγμιαία παρουσία στο άσπρο&lt;br /&gt;μέγαρο της γωνίας η γριά γκιόσα, όπως τη χαρακτήριζε άσπλαχνα ο πατέρας του πολύ πριν πάψει&lt;br /&gt;αυτός να τη φοβάται, πολύ πριν μάθει η λέξη τι σημαίνει. Παρατηρητήριο και γιατί μπορούσε,&lt;br /&gt;κοιτάζοντας προς τα πάνω, να περιμένει και να περιμένει μήπως κάποτε εμφανιστεί στο δικό της&lt;br /&gt;μπαλκόνι η Κική.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Κική ήταν συμμαθήτριά του στο ταπεινό δημοτικό της γειτονιάς απέναντι από το φημισμένο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Πειραματικό Σχολείο. Κάπου εξήντα παιδιά χρόνια ολόκληρα στην ίδια αίθουσα με τη φοβερή και&lt;br /&gt;&amp;nbsp;τρομερή κυρία Μπέλλα στην έδρα, ογκώδη, κουτσή και γηραλέα, με σκαμμένο πρόσωπο πάνω από το&lt;br /&gt;&amp;nbsp;μεγάλο της πηγούνι, και με τη βίτσα στο δεξί της χέρι. Τη δική τους κυρία Μπέλλα. Με την&lt;br /&gt;τσακαλοπαρέα αγγελική στα πίσω πάντοτε θρανία και τη Κική να λάμπει μπροστά και πλάγια σε πλήρη&lt;br /&gt;&amp;nbsp;θέα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν παιδί μπορούσε να επισημάνει ακαριαία το ουσιώδες και το ουσιώδες ήταν ότι η Κική είχε&lt;br /&gt;ιδιοποιηθεί με απόλυτη φυσικότητα την ασάφεια του ονείρου. Ίσως να έφταιγε εκείνη η διάφανη&lt;br /&gt;ομίχλη που την τύλιγε και που κανένας άλλος δεν διέκρινε. Ίσως και να θάμπωναν τα μάτια του από το&lt;br /&gt;&amp;nbsp;φως που εξέπεμπε μόνο για κείνον, ίσως όλα αυτά να ήταν απλώς γέννημα της παιδικής του&lt;br /&gt;φαντασίας. Το βέβαιο ήταν πως δεν έβλεπε ένα ψηλό λεπτό κορίτσι εντεκάχρονο με αρμονικά &lt;br /&gt;χαρακτηριστικά αλλά μια ουσία ρευστή και φλογισμένη που δεν&amp;nbsp;τολμούσε να πλησιάσει, που το&lt;br /&gt;&amp;nbsp;περίγραμμά της είχε ήδη γεμίσει τα μάτια του. Έτσι, άλλο εννοούσε η δασκάλα όταν έλεγε Κική, άλλο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;η γιαγιά της, άλλο οι συμμαθητές και οι φίλες της και άλλο εκείνος, σίγουρα άλλο εκείνος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι έξι ώρες στο σχολείο δεν έφταναν με τα κορίτσια έτοιμα για το ψου-ψου και το πνιχτό γελάκι. Οι&lt;br /&gt;βουτιές που έκανε στο χώμα, παίζοντας μπάλα μπροστά στον Άγιο Νικόλαο και κάτω από το&lt;br /&gt;&amp;nbsp;μπροστινό της μπαλκόνι, δεν έφταναν. Δεν έφταναν τα γκολ που κάποτε και με ηρωικές προσπάθειες&lt;br /&gt;πετύχαινε. Έπρεπε να τη βλέπει με την άνεσή του στο πίσω το μπαλκόνι, το δικό της του τελευταίου&lt;br /&gt;ορόφου, το δικό του μόνο του δεύτερου. Ίσως και γιατί εκεί είχε την αίσθηση ότι δεν τη μοιραζόταν με&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ξένους και άσχετους, ότι τελείως αδιάφορος πίσω από τις αστυνομικές σελίδες της Μάσκας, μπορούσε&lt;br /&gt;να την απολαμβάνει ακίνδυνα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έβγαινε λοιπόν η μεγάλη αδελφή της και η ξαδέλφη της, έβγαινε και έμπαινε η γιαγιά της, μια&lt;br /&gt;ασπρομάλλα αρχοντογυναίκα που ξεφυσούσε σε κάθε κίνηση, έβγαινε και ο ξάδελφος της και φίλος&lt;br /&gt;του, ο Βασιλάκης. Ε, κάποτε έβγαινε και η Κική. Έβγαινε η Κική ανάμεσα σε κρεμασμένη ρούχα και&lt;br /&gt;&amp;nbsp;καυσόξυλα και ακουμπούσε νωχελικά τα ολόλευκα μπράτσα της στα κάγκελα χωρίς να βλέπει&lt;br /&gt;πουθενά. Ύστερα γύριζε λίγο το κεφάλι δεξιά, κοιτούσε ώρα πολύ ίσια μπροστά και, σαν να είχε&lt;br /&gt;θυμηθεί κάτι απροσδιόριστο, έστρεφε κάποια αιώνια στιγμή και προς το μέρος του. Στον ελάχιστο&lt;br /&gt;χρόνο που έκανε το βλέμμα της να ευθυγραμμιστεί με το δικό του, αυτός είχε ταμπουρωθεί πίσω από&lt;br /&gt;τις σελίδες και συλλάβιζε τις λέξεις που με τρόπο μαγικό θα τον έκαναν ιπτάμενο ήρωα της εποχής για&lt;br /&gt;&amp;nbsp;να εκτοξευτεί στον μίζερο ουρανό και να τη συγκλονίσει με την ακαταμάχητη παρουσία του. Όταν&lt;br /&gt;τολμούσε τελικά να ξεμυτίσει, η Κική είχε αποχωρήσει στα ενδότερα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτή η ιεροτελεστία συνεχίστηκε επί δύο ή τρία χρόνια, από την τετάρτη ως την έκτη δημοτικού.&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Εκείνη σίγουρα όλα τα καταλάβαινε με το αλάνθαστο έστω και πρώιμο θηλυκό της ένστικτο σαν τις&lt;br /&gt;αρπακτικές γάτες της γειτονιάς που οσμίζονταν το φαγητό απ’ τα πενήντα μέτρα,&amp;nbsp;άσχετα αν καμιά&lt;br /&gt;φορά όταν πλησίαζαν δεν το έβρισκαν της αρεσκείας τους. Και βέβαια θα πρέπει να την κολάκευε η&lt;br /&gt;άνευ όρων παράδοσή του παρά τις απελπισμένες προσπάθειές του να επιδείξει ψυχραιμία. Την&lt;br /&gt;κολάκευε ως το σημείο που δεν την ενοχλούσε και ο απόηχος από τα μάλλον ειρωνικά της σχόλια είχε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;φτάσει σ’ αυτόν μετά περίπλοκη διαδρομή από τον Λαζαράκη , τον Φουστάνα με το παρατσούκλι,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;έναν από τους πιο στενούς του φίλους. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτός τα αγνοούσε όλα και συνέχιζε απτόητος. Συνέχιζε, τι; Αυτά τα ελάχιστα και μια-δυο φορές με&lt;br /&gt;φίλους από τη γειτονιά να τραγουδάνε το βράδυ ερωτικά σουξέ της εποχής, περνώντας τάχα τυχαία&lt;br /&gt;κάτω από το σπίτι της. Συνέχιζε να παραδέρνει ανάμεσα σε μια διαρκή υποψία γελοιοποίησης και μιαν&lt;br /&gt;αβάσιμη ελπίδα. Συνέχιζε ώσπου ήρθε μια μέρα η γιαγιά της στο σχολείο και κεραυνοβολήθηκε αυτός&lt;br /&gt;όταν την είδε, έχοντας πλήρη επίγνωση της ενοχής του. Ήρθε να διαμαρτυρηθεί με ορεσίβια προφορά&lt;br /&gt;του ονόματός του, που μάλλον αδικούσε την επιβλητική εμφάνισή της. Γιατί ο μικρός τους ενοχλούσε&lt;br /&gt;με τις καντάδες, τις φιγούρες του και τ’ άλλα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κυρία Μπέλλα την άκουσε προσεκτικά, αποστρέφοντας χαρακτηριστικά τους οφθαλμούς, και τη&lt;br /&gt;&amp;nbsp;διαβεβαίωσε ότι θα επιλαμβανόταν του θέματος. Όταν έφυγε, του τράβηξε μια γερή κατσάδα μέσα&lt;br /&gt;στην τάξη αλλά δεν τον έδειρε με τη χερούκλα της όπως είχε κάνει σε αναλόγου μεγέθους&lt;br /&gt;παραπτώματά του στο παρελθόν. Ακούστηκε μάλιστα να μονολογεί με μια γκριμάτσα αηδίας, «έφερε &lt;br /&gt;κι αυτή τη γιαγιά της στο σχολείο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σύντομα ακολούθησε, ως πρωτοτυπία, και δεύτερη χαριστική βολή. Του ψιθύρισαν ότι η Κική δεν&lt;br /&gt;&amp;nbsp;έβγαινε στο πίσω μπαλκόνι για να δει εκείνον, ούτε καν τυχαία, αλλά για να ανταλλάξει οπτικά&lt;br /&gt;σινιάλα με τον Ιάσονα απέναντι, που ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος, είχε το μοναδικό ποδήλατο της&lt;br /&gt;γειτονιάς και ήταν ομολογουμένως πιο ωραίος ή ωραίος σκέτα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχουν περάσει από τότε&amp;nbsp;πάνω από σαράντα πέντε χρόνια. Με όλα όσα αυτά σημαίνουν. Την Κική δεν&lt;br /&gt;την ξαναείδε ποτέ. Ούτε καν&amp;nbsp;σαν υποψία σε κάποιο δρόμο. Κι ας έμεναν στα ίδια σπίτια και στην ίδια&lt;br /&gt;πόλη το μεγαλύτερο διάστημα. Λες και είχε προσβληθεί θανάσιμα ο θεός των ανέλπιδα ερωτευμένων,&lt;br /&gt;ο θεός των μικρών και των ηττημένων, και απομάκρυνε τα βήματά του από την παρουσία της, με τον&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ίδιο τρόπο που πριν εκεί τα οδηγούσε. Μια-δυο φορές μονάχα άκουσε να αναφέρεται το όνομά της&lt;br /&gt;&amp;nbsp;χωρίς να ρωτήσει, χωρίς την παραμικρή αντίδραση. Όμως κάπου βαθιά μέσσ του η Κική υπάρχει.&lt;br /&gt;Ακέραια και εκθαμβωτική όπως τότε. Ίσως να του θυμίζει με τρόπο τελειωτικό αυτά που στη ζωή μας&lt;br /&gt;&amp;nbsp;δεν θα μας δόθηκαν. Αυτά που ξέρουμε καλά πως είναι αδύνατο να μας δοθούν.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-5525490577106273519?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/5525490577106273519/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=5525490577106273519&amp;isPopup=true' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/5525490577106273519'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/5525490577106273519'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2011/07/blog-post.html' title='Όταν έβγαινε η Κική ανάμεσα σε ρούχα και καυσόξυλα'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-_kJU0wt8HDI/TjHFTbbrDZI/AAAAAAAAE7U/zwzZESntHSA/s72-c/28-7-2011+11-16-07+%25CE%25BC%25CE%25BC.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-5307098745035202744</id><published>2011-05-21T12:52:00.009+03:00</published><updated>2011-07-08T23:37:41.802+03:00</updated><title type='text'>Ιπτάμενος χωρίς φρένα στην Αμύντα</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-gjUrOTv73JI/ThdqiNUuajI/AAAAAAAAE68/l5b3enDx3pc/s1600/8-7-2011+11-35-03+%25CE%25BC%25CE%25BC.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="440" src="http://4.bp.blogspot.com/-gjUrOTv73JI/ThdqiNUuajI/AAAAAAAAE68/l5b3enDx3pc/s640/8-7-2011+11-35-03+%25CE%25BC%25CE%25BC.jpg" width="640" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;Το ποδηλατάδικο του Μακαρίκα στην Ολύμπου, απέναντι περίπου από τον φούρνο του Κόταλη και&lt;br /&gt;&amp;nbsp;κοντά στη γωνία με την Αμύντα, ήταν γυμνό και φτωχικό όπως όλα τα μαγαζιά της γειτονιάς. Ο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ποδηλατάς, ένα γκρίζος και σκυθρωπός μεσήλικας με τα ρούχα της δουλειάς, με χοντροπάπουτσα&lt;br /&gt;&amp;nbsp;χωρίς κορδόνια, με μουντζουρωμένα χέρια, λαιμό και πρόσωπο. Τα ελάχιστα καλά ποδήλατα έλειπαν&lt;br /&gt;&amp;nbsp;μονίμως και ιδιαίτερα όταν κατόρθωνε να συγκεντρώσει το μυθικό πενιχρό ποσό που χρειαζόταν για&lt;br /&gt;βόλτα ένα τέταρτο με είκοσι λεπτά. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι τη μέρα εκείνη, όταν μισοσκυμμένος πήρε απότομη στροφή απ’ την Αγνώστου Στρατιώτου,&lt;br /&gt;σφίγγοντας τα λεφτά στην τσέπη, και κατευθύνθηκε πλησίστιος προς τα ποδήλατα, δεν βρήκε στην&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ξύλινη σχάρα παρά τη θρυλική καμπουρίτσα. Ένα σκληρό δίτροχο με μυτερή τρυπητή σέλα, χωρίς&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ένδειξη μάρκας, χωρίς φτερά, κουδούνια και στολίδια, χωρίς ούτε καν φρένα στα χερούλια. «Φρένο&lt;br /&gt;είναι η κόντρα», επιβεβαίωσε το αυτονόητο από το βάθος του καταστήματος ο ιδιοκτήτης. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για λίγο δίστασε. Η καμπουρίτσα δεν ήταν ένα τυχαίο ποδήλατο για βόλτα και γκλιν-γκλαν στο ίσιωμα.&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Την αρσενική της εμφάνιση συνόδευε ανάλογη φήμη όπως και τα πιο σκληρά παιδιά της&lt;br /&gt;γειτονιάς.&amp;nbsp;Ανέβα πεζοδρόμιο, κατέβα σκάλες, πέσε απ’ το πεζούλι και στρίψε απότομα, κάνε χωρίς&lt;br /&gt;χέρια ή με την πλάτη στο τιμόνι. Η καμπουρίτσα απαιτούσε ικανότητα ερυθρόδερμου ιππέα, όπως τους&lt;br /&gt;&amp;nbsp;έβλεπαν στα καουμποϊστικα έργα της Αίγλης, και αποτελούσε όργανο κάποιας δοκιμασίας&lt;br /&gt;ανδρισμού, ίσως υπερβολικής για κείνον που ούτε καν προσέγγιζε την εφηβεία. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η φόρτιση όμως της προσμονής σε συνδυασμό με τον φόβο μήπως εμφανιστεί κάποιος άλλος ήταν το&lt;br /&gt;πιο πειστικό επιχείρημα. Τσακάλι σκέτο της γειτονιάς με το κοντά του μάλλινο παντελόνι, τα σημάδια&lt;br /&gt;&amp;nbsp;σαν παράσημα τουλάχιστον συνταγματάρχη στα καλάμια, τους αγκώνες και τα γόνατα, κι ένα πιο&lt;br /&gt;βαθύ καλά κρυμμένο στο τριχωτό της κεφαλής, ήταν αδύνατον να κάνει πίσω. Ξεσκάλωσε λοιπόν την&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ατίθαση από την προσωρινή της θέση, με κάποιο δέος είναι η αλήθεια, την έσπρωξε μερικά μέτρα,&lt;br /&gt;αποφασιστικά και επιδέξια βρέθηκε πάνω της και ξεκίνησε. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν πάει κι άσχημα, παρηγορήθηκε, καθώς η μύτη της πέτσινης σέλας τον ζόριζε στο ευαίσθητο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;σημείο και τα δάχτυλα των ποδιών του μόλις έφταναν τα πεντάλ. Πήρε δυο ανοιχτές και μάλλον&lt;br /&gt;&amp;nbsp;αδέξιες στροφές στην Ολύμπου για κάποιου είδους δοκιμή και, για να μη καθυστερήσει άλλο την&lt;br /&gt;&amp;nbsp;αποθέωση, ξεχύθηκε στην ελαφρά διαγώνια κατηφόρα και στη φθαρμένη άσφαλτο της Αμύντα. Είχε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;σκοπό να στρίψει δεξιά στη Φιλίππου και, φέρνοντας ένα γύρο το τετράγωνο, να εισέλθει&lt;br /&gt;&amp;nbsp;θριαμβευτικά στη Μητσαίων απ’ την Πλατεία Δικαστηρίων και το γκαράζ του Μπεμπελέκου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν είχε ήδη αυξηθεί η ταχύτητα με τις πρώτες δυνατές πενταλιές, δοκίμασε την κόντρα. Δεν έπιασε.&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Την ξαναδοκίμασε. Αέρας σκέτος. Μπροστά απλωνόταν η κατηφόρα, στη επίπεδη διασταύρωση με τη&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Φιλίππου κυκλοφορούσαν φορτηγά και, πιο κάτω, τον περίμενε απειλητικά η Πλάτωνος που έβγαζε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;στον Αμαζόνιο της Εγνατίας. Με την ταχύτητα που διαρκώς μεγάλωνε, ήταν αδύνατον να πηδήσει&lt;br /&gt;&amp;nbsp;κάτω, ήταν αδύνατον και να στρίψει. Έπρεπε λοιπόν να σταματήσει οπωσδήποτε. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλες αυτές οι σκέψεις πέρασαν αστραπιαία απ’ το μυαλό του και, στον πανικό που τον είχε κυριέψει,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;έστριψε ελαφρά το ποδήλατο δεξιά και κατευθύνθηκε μοιρολατρικά προς το σπίτι του Γιαννούλη που&lt;br /&gt;&amp;nbsp;κάπως προεξείχε από την άκρη της Μητσαίων προς την Αμύντα. Σε χρόνο που του φάνηκε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ταυτόχρονα ατέλειωτος και απειροελάχιστος, αισθάνθηκε το απότομο τρακάρισμα της μπροστινής&lt;br /&gt;ρόδας και το σώμα του να εκτοξεύεται πάνω από το τιμόνι. Διέσχισε τον αέρα, έδωσε μια γερή&lt;br /&gt;κεφαλιά στον τοίχο και σωριάστηκε κάτω με την καμπουρίτσα να γέρνει πάνω του, με επιείκεια αυτή&lt;br /&gt;&amp;nbsp;τη φορά και χωρίς να τον πληγώσει άλλο. Στο σημείο που χτύπησε δεν υπήρχαν γωνίες, μάρμαρα ή&lt;br /&gt;&amp;nbsp;σίδερα, ή έστω και πέτρα γυμνή, κι έτσι το αγύριστο κεφάλι του έμεινε μόνον παραζαλισμένο χωρίς&lt;br /&gt;αίματα και άλλα χειρότερα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά την πρώτη ταραχή, σηκώθηκε σιγά-σιγά μουδιασμένος, τινάχτηκε, ψηλάφησε τα μέλη του,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;χάιδεψε τον αγκώνα του πονούσε, είδε το παντελόνι του μέσα στα χώματα κι έπιασε να στήσει όρθιο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;το ποδήλατο. Όλη του η όρεξη και η προσμονή της δόξας είχαν χαθεί. Με μια κυκλική ματιά,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν νοικοκυρές ή γιαγιάδες στα μπαλκόνια ούτε, ευτυχώς, κορίτσια. Από&lt;br /&gt;μακριά, μέσα απ’ τα θαμπά του τζάμια, το ψιλικατζίδικο της κυρίας Πλιάκα τον κοιτούσε στωικά σαν&lt;br /&gt;&amp;nbsp;να διαπίστωνε το αναπόφευκτο ενώ κάποια μισάνοιχτα παράθυρα χασκογελούσαν άκεφα. Η όλη&lt;br /&gt;ελάσσων τραγωδία θα ήταν ένα μικρό κεφάλαιο στη μνήμη του αλλά ούτε καν μια υποσημείωση στην&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ιστορία της γειτονιάς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήρε την ανηφόρα με την καμπουρίτσα αυτή τη φορά στο πλάι, κουτσαίνοντας και οι δύο. Δεν θυμάται&lt;br /&gt;&amp;nbsp;τι ακριβώς έγινε με τη στραβή μπροστινή ρόδα. Πάντως, ο γκρίζος και σκυθρωπός ποδηλατάς&lt;br /&gt;αποδείχτηκε ότι είχε περισσότερη κατανόηση απ’ όση μπορούσε λογικά να περιμένει. «Ας το», είπε,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;χωρίς να γυρίσει το κεφάλι, χωρίς να δώσει την ελάχιστη σημασία στις εξηγήσεις του. Κοντοστάθηκε,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ίσως γιατί θεωρούσε δίκαιη κάποια τιμωρία, ίσως και γιατί αν τον είχε αντιμετωπίσει με αυστηρότητα&lt;br /&gt;&amp;nbsp;θα ένιωθε πιο μεγάλος. Φαίνεται όμως ότι είχε ήδη τιμωρηθεί (ή εκπαιδευτεί) αρκετά και πως ο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ποδηλατάς (ή η καμπουρίτσα) με κάποιο τρόπο ανεξήγητο το είχε καταλάβει. Ή μήπως ήξερε απ’ την&lt;br /&gt;&amp;nbsp;αρχή πως μερικές φορές η κόντρα δεν έπιανε;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έβαλε τη τραυματισμένη καμπουρίτσα πίσω στη σχάρα, της ευχήθηκε σιωπηλά καλή ανάρρωση και της&lt;br /&gt;&amp;nbsp;έριξε μια τελευταία ματιά σαν υπόσχεση και βουβή πρόκληση για μελλοντική αναμέτρηση. Και ενώ με&lt;br /&gt;ζυγισμένα βήματα έπαιρνε τον δρόμο για το σπίτι, άρχισε να αισθάνεται και κάπως περήφανος.&lt;br /&gt;Περήφανος σαν να είχε ιππεύσει ταύρο της Ανδαλουσίας ή άγριο άλογο Μάστανγκ της Καλιφόρνιας.&lt;br /&gt;Την ίδια στιγμή σκεφτόταν πώς θα γλιστρούσε στην κουζίνα για να πλυθεί χωρίς να τον δουν, ποια&lt;br /&gt;&amp;nbsp;δικαιολογία θα επινοούσε για το λερωμένο παντελόνι και, κυρίως, τι ακριβώς θα έλεγε στην επόμενη&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ατέλειωτη συζήτηση της τσακαλοπαρέας για τα ποδηλατικά τους κατορθώματα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-5307098745035202744?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/5307098745035202744/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=5307098745035202744&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/5307098745035202744'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/5307098745035202744'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2011/05/blog-post.html' title='Ιπτάμενος χωρίς φρένα στην Αμύντα'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-gjUrOTv73JI/ThdqiNUuajI/AAAAAAAAE68/l5b3enDx3pc/s72-c/8-7-2011+11-35-03+%25CE%25BC%25CE%25BC.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-1093328217305885483</id><published>2011-04-16T01:17:00.009+03:00</published><updated>2011-04-18T22:17:05.782+03:00</updated><title type='text'>η παλιά πήλινη σόμπα</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-8klqCMne3Xw/TayNHMGnxDI/AAAAAAAAE4A/_NTejq0Wfdc/s1600/1111.jpg" imageanchor="1" style="clear: left; float: left; margin-bottom: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="472" src="http://3.bp.blogspot.com/-8klqCMne3Xw/TayNHMGnxDI/AAAAAAAAE4A/_NTejq0Wfdc/s640/1111.jpg" width="640" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατέβαινε ασυγκράτητος και παγερός απ’ την κοιλάδα του Αξιού και εισχωρούσε στη μεγάλη πόλη.&lt;br /&gt;Αψηφούσε τον ΄Αη Δημήτρη, το Εργατικό Κέντρο και το Τέταρτο Αστυνομικό, άφηνε τις προφυλακές&lt;br /&gt;&amp;nbsp;του να ξεχυθούν στην Αριστοτέλους ως τη θάλασσα και τα ψαροχώρια απέναντι, με μια πνοή&lt;br /&gt;καταλάμβανε γη κι ουρανό. Καταλάμβανε την καρδιά της πόλης στην Πλατεία Δικαστηρίων, σκόρπιζε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;τα σύννεφα και σάρωνε κάθε επιφάνεια, στροβιλίζοντας χαρτιά και σκόνη, κάνοντας τους διαβάτες να&lt;br /&gt;σκύψουν το κεφάλι βαθιά μέσα στα πέτα και να τραπούν σε άτακτη φυγή. Αναμετρούσε τα σκυθρωπά&lt;br /&gt;μέγαρα και έμπαινε ουρλιάζοντας στις πίσω αυλές, πετούσε κάτω γλάστρες κι αναποδογύριζε&lt;br /&gt;καρέκλες, τεντζερέδες, ετερόκλητα αντικείμενα, πηγαινόφερνε σπασμωδικά επάνω στα πλακάκια μια&lt;br /&gt;ξεφουσκωμένη μπάλα, ανέμιζε επικίνδυνα στα μανταλάκια τα γυναικεία εσώρουχα με τα ξεθωρια-&lt;br /&gt;σμένα χρώματα και άλλοτε τα τύλιγε γύρω απ’ το σχοινί ή το σύρμα. Βροντοχτυπούσε τα ανασφάλιστα&lt;br /&gt;&amp;nbsp;παντζούρια, τράνταζε τις πόρτες, γλιστρούσε μέσα από κάθε άνοιγμα και χαραμάδα, σφύριζε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;μακρόσυρτα και δυσοίωνα πάνω από τα βρεγμένα κεραμίδια της αποθήκης, εκεί όπου το καλοκαίρι&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ξάπλωναν νωχελικά δεκάδες αλητόγατες. Βαρδάρης ο άτεγκτος και απροσκύνητος, στοιχειό της&lt;br /&gt;&amp;nbsp;πόλης, της κάθε εποχής και ιδίως του χειμώνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το σκοτάδι πύκνωνε γρήγορα στον ουρανό και τούφες τούφες έπεφτε πάνω στις στέγες των σπιτιών,&lt;br /&gt;στους τοίχους και τα τζάμια. Το σκοτάδι&amp;nbsp;έμπαινε αθόρυβα σε όλους τους χώρους και θάμπωνε τα&lt;br /&gt;χρώματα, τους ενοίκους, τα έπιπλα. Όμως η μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία μες στην κορνίζα της&lt;br /&gt;&amp;nbsp;επάνω απ’ το ντιβάνι σαν να χαμογελούσε αδιόρατα με το δικό της φως. Στα μάτια περισσότερο του&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ώριμου άντρα που σαν να έβλεπαν μπροστά, δεξιά κι αριστερά, παντού μες στο σαλόνι. Σαν να&lt;br /&gt;έβλεπαν το γυαλιστερό βαρύ τραπέζι με το άδειο ανθοδοχείο, τριγύρω τις καρέκλες από ξύλο οξιάς&lt;br /&gt;&amp;nbsp;και από κάτω το παχύ χαλί, πιο εκεί την παλιά πήλινη σόμπα με τα ανάγλυφα πράσινα εφυαλωμένα&lt;br /&gt;&amp;nbsp;λουλούδια, στον τοίχο απέναντι ένα πίνακα με καραβάκι στ’ αφρισμένα κύματα, τον σκούρο καφέ&lt;br /&gt;μπουφέ με το ρολόι στο ψηλότερο σημείο, το πάτωμα με τα γυμνά σανίδια, τις ανοιχτές πόρτες που&lt;br /&gt;οδηγούσαν στα δύο υπνοδωμάτια, και την κλειστή για την κουζίνα και τους βοηθητικούς χώρους. Σαν&lt;br /&gt;&amp;nbsp;να έβλεπαν μια οδυνηρή απουσία, σαν να στοχάζονταν και να θυμόνταν, σαν να ήξεραν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο άντρας της φωτογραφίας ξαφνικά εμφανίστηκε με αργά βήματα από το μπροστινό δωμάτιο της&lt;br /&gt;&amp;nbsp;πλατείας, κάθισε στα γόνατά του και κοίταξε μέσα στη σόμπα, ύστερα έριξε στις πλάτες του ένα μπεζ&lt;br /&gt;&amp;nbsp;παλτό και κατευθύνθηκε βιαστικά προς το μακρόστενο πίσω μπαλκόνι. Τα καυσόξυλα ήταν&lt;br /&gt;&amp;nbsp;στοιβαγμένα δίπλα στα μαύρα σιδερένια κάγκελα, αλλεπάλληλες σειρές, χαμηλότερες και&lt;br /&gt;μισοφαγωμένες όταν πλησίαζαν τη τζαμόπορτα. Ο άντρας βγήκε σκυφτός, έριξε μια ερευνητική ματιά&lt;br /&gt;&amp;nbsp;προς τα πάνω, σούφρωσε τα χείλη και κατάφερε να μαζέψει μια μεγάλη αγκαλιά χοντρά ξύλα. Γύρισε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ύστερα και μπήκε μέσα, ισορροπώντας αβέβαια, βρόντηξε με τον αγκώνα πίσω του την πόρτα, πέρασε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;την κουζίνα και τον διάδρομο και έφτασε στο σαλόνι. Απίθωσε τα ξύλα προσεκτικά μπροστά στη&lt;br /&gt;σόμπα, που είχε ανάψει τα χαράματα με το δαδί, άνοιξε το προστατευτικό πορτάκι, ανακάτεψε με τη&lt;br /&gt;μασιά τα κάρβουνα μέσα στις στάχτες, διάλεξε τα πιο ξερά ξύλα και την ξαναγέμισε σταυρωτά ως&lt;br /&gt;επάνω. ΄Όταν είδε τις φλόγες να φουντώνουν, σκούπισε τα ροζιασμένα χέρια του στο παλιό παλτό, τα&lt;br /&gt;&amp;nbsp;έτριψε και τα χουχούλισε. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο άντρας με τα γαλανά μάτια περίμενε μερικά λεπτά και ύστερα μπήκε στην κρεβατοκάμαρα,&lt;br /&gt;νιώθοντας την απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας. Με κατακόκκινα μάγουλα και χείλη, σκεπασμένο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ως τον λαιμό με χοντρές μάλλινες κουβέρτες, με το κεφάλι του να ακουμπάει βαθιά στο μαξιλάρι και&lt;br /&gt;&amp;nbsp;την ανάσα του να βγαίνει σαν αγκομαχητό από στήθος που έβραζε, βουβό και μισοναρκωμένο στο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;φαρδύ διπλό κρεβάτι , το μικρό αγόρι έκαιγε από πυρετό τριάντα-εννιά ή και σαράντα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο άντρας με τα γαλανά σκεφτικά μάτια ακούμπησε την παλάμη του στο μέτωπο του παιδιού, την&lt;br /&gt;&amp;nbsp;έχωσε μέσα απ’ τις πιτζάμες στο στήθος και τους ώμους του, κι ύστερα με κίνηση αποφασιστική&lt;br /&gt;&amp;nbsp;τύλιξε τον μικρό σε μια κουβέρτα και τον σήκωσε στην αγκαλιά του, ένιωσε το απαλό φλογισμένο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;πρόσωπο στο αξύριστο μάγουλο του. Κάτι του ψιθύρισε στ’ αυτί, αργά και προσεκτικά γύρισε στο&lt;br /&gt;σαλόνι και τον απέθεσε στο μεγάλο ντιβάνι, κάτω απ’ τη φωτογραφία, δίπλα στην πήλινη σόμπα που&lt;br /&gt;&amp;nbsp;μπουμπούνιζε τώρα. Κουβάλησε δυο μαξιλάρια κι άλλη μία κουβέρτα, έσιαξε τα σκεπάσματα,&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ακούμπησε και πάλι το χέρι του στο μέτωπο του παιδιού, έκανε μια γκριμάτσα και κούνησε το κεφάλι&lt;br /&gt;&amp;nbsp;του. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο μέσα δωμάτιο, ο μεγάλος ήταν βυθισμένος στον αδιατάρακτο ύπνο της πρώτης εφηβείας. Ο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;άντρας με τα γαλανά ανήσυχα μάτια έβγαλε το παλτό και το κρέμασε πλάι στην είσοδο, ξαναπήγε&lt;br /&gt;στην κουζίνα, έστυψε ένα ποτήρι λεμονάδα, έφερε νερό, οινόπνευμα και ξύδι. Γύρισε μια καρέκλα απ’&lt;br /&gt;&amp;nbsp;το τραπέζι και κάθισε κοιτάζοντας τον μικρό με δείχτη και αντίχειρα γύρω απ’ το πηγούνι. Μάλλον&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ένα συνηθισμένο κρυολόγημα, θα ανεβάσει πυρετό, δεν έχει ακροαστικά, είχε πει ο παιδίατρος το&lt;br /&gt;απόγευμα. Ο άντρας ανασήκωσε τον μικρό, παρά κάποιες πνιχτές λέξεις διαμαρτυρίας, και του έδωσε&lt;br /&gt;&amp;nbsp;να πιει τη λεμονάδα, γουλιά γουλιά. Τον γύρισε ύστερα, του έτριψε καλά με οινόπνευμα την πλάτη και&lt;br /&gt;&amp;nbsp;το στήθος, του έβαλε καθαρά εσώρουχα και πιτζάμες, του χάιδεψε τα μαλλιά και τον ξανατύλιξε με&lt;br /&gt;&amp;nbsp;τις κουβέρτες. Τις επόμενες ώρες&amp;nbsp;καθόταν, σηκωνόταν και βημάτιζε πάνω κάτω, πήγε μια δυο φορές&lt;br /&gt;&amp;nbsp;και σκέπασε καλύτερα τον μεγάλο μέσα, ξανακάθισε με τα μάτια πάντα στο ντιβάνι. Κατά&lt;br /&gt;διαστήματα, με δάκτυλα ελαφριά άγγιζε τον μικρό, του άλλαζε κομπρέσες στο μέτωπο με ξύδι και&lt;br /&gt;&amp;nbsp;νερό, του έβαζε ένα χοντρό θερμόμετρο στην αμασχάλη. Κάποτε ο υδράργυρος κατέβηκε, η αναπνοή&lt;br /&gt;&amp;nbsp;του παιδιού έγινε λίγο πιο κανονική, ο ύπνος του κάπως πιο ήρεμος. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο άντρας με τα γαλανά τρυφερά μάτια έμεινε εκεί να παρακολουθεί το κοιμισμένο αγόρι. Το βλέμμα&lt;br /&gt;&amp;nbsp;του ύστερα πλανήθηκε στο σιωπηλό σαλόνι, είδε τον μικρό δείκτη του ρολογιού κάπου ανάμεσα στις&lt;br /&gt;&amp;nbsp;πρώτες ώρες, αιωρήθηκε αργά στα έπιπλα σαν να το βάραινε η απουσία, ακούμπησε στις πόρτες που&lt;br /&gt;&amp;nbsp;οδηγούσαν στους κρύους άλλους χώρους του σπιτιού. Το βλέμμα του στάθηκε στη φωτογραφία πάνω&lt;br /&gt;&amp;nbsp;από το ντιβάνι. Μόνος ο άντρας, μόνη και η φωτογραφία μέσα στο σαλόνι. Τα δύο βλέμματα του ίδιου&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ανθρώπου σαν να άνοιξαν κουβέντα σιωπηλή, κουβέντα για τη φωτογραφία που έλειπε, για εκείνη που&lt;br /&gt;&amp;nbsp;είχε φύγει, με τη μια ερώτηση να απαντάει στην άλλη. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποτε το ένα βλέμμα χαμήλωσε, ο άντρας σηκώθηκε με κουρασμένα βήματα, μπήκε στο&lt;br /&gt;υπνοδωμάτιο και γύρισε με δυο ακόμη κουβέρτες, πιο παλιές αυτές και πιο τραχιές από την τρίφυλλη&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ντουλάπα, μετακίνησε τις καρέκλες από τη μέσα μεριά του τραπεζιού, άπλωσε τη μια κουβέρτα στο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;σανιδένιο πάτωμα δίπλα στο ντιβάνι και σκεπάστηκε με την άλλη. Πήρε και κράτησε το χέρι του&lt;br /&gt;&amp;nbsp;άρρωστου παιδιού έτσι όπως κρεμόταν από το ντιβάνι, έως ότου κατά το πρωί τον πήρε κι εκείνον ο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;ύπνος. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η σιδερένια σόμπα ζεσταίνει και κρυώνει γρήγορα, η πήλινη ζεσταίνει αργά αλλά κρατάει τη ζέστη.&lt;br /&gt;Όλη τη νύχτα ήταν εκεί. Μέσα ο άντρας, το άρρωστο παιδί, ο μεγάλος. Μέσα η παλιά σόμπα, το ρολόι&lt;br /&gt;&amp;nbsp;που χτυπούσε μελωδικά τις ώρες, και η απουσία. Έξω ο βαρδάρης, έξω το σκοτάδι. Όλη τη νύχτα ο&lt;br /&gt;βαρδάρης θέριζε και ξύριζε, λυσσομανούσε, ανέβαινε τις σκάλες και χτυπούσε την εξώπορτα&lt;br /&gt;απειλητικά. Όλη τη νύχτα&amp;nbsp;η μεγάλη πήλινη σόμπα ακτινοβολούσε ζεστασιά. Απ’ το μανταλωμένο&lt;br /&gt;&amp;nbsp;σιδερένιο στόμιο, απ’ τις τετράγωνες επιφάνειες με τα πράσινα λουλούδια, απ’ τις χαραγματιές της&lt;br /&gt;&amp;nbsp;που συγκρατούσε σύρμα, απ’ τα χοντρά μαύρα μπουριά που διέτρεχαν το σαλόνι. Ακόμη κι όταν&lt;br /&gt;κάηκαν τα ξύλα, ακόμη κι όταν κόντευαν να σβήσουν τα κάρβουνα μέσα στη στάχτη. Όλη τη νύχτα,&lt;br /&gt;ο άντρας με τα γαλανά, με τα σκεφτικά κι ανήσυχα, με τα τρυφερά μάτια, λαγοκοιμόταν στο σανίδι.&lt;br /&gt;&amp;nbsp;Όλη τη νύχτα η μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία πάνω από το άρρωστο αγόρι έβλεπε μπροστά,&lt;br /&gt;έβλεπε δεξιά κι αριστερά, έβλεπε παντού, μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο, μ’ ένα αδιόρατο ίχνος πίκρας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ένεκεν, τεύχος 18ο, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2010&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-1093328217305885483?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/1093328217305885483/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=1093328217305885483&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/1093328217305885483'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/1093328217305885483'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2011/04/blog-post.html' title='η παλιά πήλινη σόμπα'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-8klqCMne3Xw/TayNHMGnxDI/AAAAAAAAE4A/_NTejq0Wfdc/s72-c/1111.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-4788126623001588800</id><published>2011-02-19T21:08:00.007+02:00</published><updated>2011-04-09T19:17:16.450+03:00</updated><title type='text'>Η ανεξάρτητη μεραρχία</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;&lt;div style="text-align: center;"&gt;&lt;span class="Apple-style-span"&gt;&lt;u&gt;&lt;a href="https://picasaweb.google.com/lh/photo/dfF1c7Q3FnBhFt9Bxd_RYFqg6EeEbaNfuaiDRRs0-_U?feat=embedwebsite"&gt;&lt;img height="552" src="https://lh4.googleusercontent.com/_4fCItSrqu4A/TWV4K-dXPII/AAAAAAAAEyw/5VIDBhZEesw/s800/23-2-2011%2010-59-18%20%CE%BC%CE%BC.jpg" width="800" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/u&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Eίχαν τάξει τα βαριά κανόνια του πεδινού πυροβολικού στον δημόσιο δρόμο, ενώ είχαν μεταφέρει με μουλάρια τα ελαφρά ορειβατικά για να βάλλουν από ψηλότερα και εγγύτερα. Οι δύο μοίρες χτυπούσαν τις φυσικές και τις τεχνητές οχυρές θέσεις των Τούρκων στις πλαγιές, στις άκρες των οροπεδίων και στα υψώματα ως την κορυφογραμμή. Σφυροκοπούσαν τις εχθρικές πυροβολαρχίες, το πεζικό στα χαρακώματα και, κυρίως, τα πολυβολεία που είχαν οργανώσει γερμανοί αξιωματικοί με πολλές εναλλακτικές θέσεις πυρός. Όταν καταστρεφόταν ένα πολυβολείο από τα βλήματα, μετέφεραν αμέσως το πολυβόλο στο επόμενο. Οι Τούρκοι ήταν σκληροί μαχητές, αντιστέκονταν σθεναρά, έκαναν κατά διαστήματα και αντεπιθέσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Μετά την προπαρασκευή του πυροβολικού, ήχησαν οι σάλπιγγες και πρώτο επιτέθηκε το νεαρό σύνταγμα των ευζώνων για να πάρει το βάπτισμα του πυρός. Έτσι γενναίοι και άπειροι όπως ήταν όμως, είχαν πολλές απώλειες. Ένας λοχαγός έφαγε μια σφαίρα στο γόνατο και πονούσε αφόρητα. Φώναζε, «τα παιδιά μου, τι θα γίνουν τα παιδιά μου;». Έως ότου τον κατεβάσουν οι τραυματιοφορείς στα νοσοκομειακά που περίμεναν στην πεδιάδα, ξεψύχησε. Ύστερα, ο μέραρχος έριξε στη μάχη ένα εμπειροπόλεμο σύνταγμα που κατέλαβε τα υψώματα σε σύγκρουση σώμα με σώμα με την ξιφολόγχη. Ήταν η μάχη του Σεϊντή-Γαζή.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Νίκησαν στο Εσκί Σεχίρ, το αρχαίο Δορύλαιο, νίκησαν στο Αφιόν Καραχισάρ, νίκησαν σε όλες τις μάχες και σε όλα τα μέτωπα. Στην προέλαση τους προς την Άγκυρα, διασχίσανε την Αλμυρή Έρημο κι έφτασαν στον ποταμό Σαγγάριο, έφτασαν σε απόσταση βολής τηλεβόλου απ’ την πρωτεύουσα. Με τα φορτηγά του ανεφοδιασμού να δέχονται επιθέσεις από τους άτακτους και να εμφανίζονται όλο και πιο σπάνια. Πεινασμένοι, διψασμένοι, κατάκοποι, με τα χείλη πρησμένα απ’ την ξερή γαλέτα. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Τρία χρόνια αργότερα, όταν έσπασε η γραμμική παράταξη του ελληνικού στρατού και το αχανές μέτωπο κατέρρευσε σε πέντε μέρες, βρέθηκαν ξαφνικά απομονωμένοι στα νώτα του εχθρού που προέλαυνε ακάθεκτος προς τη Σμύρνη. Στα βάθη της Φρυγίας, σε μια χώρα παραδομένη στις φλόγες του πιο άγριου πολέμου, χωρίς να περιμένουν βοήθεια από κανένα και από πουθενά.  Ήταν η Ανεξάρτητη Μεραρχία, που αρχικά είχε ονομαστεί Μεραρχία Επίλεκτων, η χαμένη τώρα μεραρχία του Γ΄ Σώματος Στρατού.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Όλοι πίστευαν ότι είχε καταστραφεί, ότι είχε αιχμαλωτιστεί. Όλοι τους είχαν εγκαταλείψει, όλα είχαν διαψευστεί, όλα τριγύρω τους είχαν καταρρεύσει. Τα μεγάλα λόγια, η ανίκανη κυβέρνηση, οι συμμαχικές μεγάλες δυνάμεις, τα τρεις χιλιάδες χρόνια της ιστορίας, η Ελλάδα των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων, η στρατιωτική πειθαρχία. Ολόκληροι λόχοι πετούσαν πανικόβλητοι τα όπλα, τρέπονταν σε άτακτη φυγή, σήκωναν τα χέρια επάνω μπροστά σε πέντε  τούρκους αντάρτες. Ενώ ο ελληνικός πληθυσμός σε πόλεις και χωριά άφηνε πίσω του τα πάντα για να γλιτώσει τη σφαγή και σχημάτιζε ατέλειωτα καραβάνια στον δρόμο προς τη θάλασσα. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ο μέραρχος έδωσε λοιπόν εντολή να συγκεντρωθεί στον κάμπο η μεραρχία, δέκα χιλιάδες αξιωματικοί και οπλίτες, από την Ελλάδα και επιστρατευμένοι μικρασιάτες. Τα συντάγματα πεζικού, οι μοίρες του πυροβολικού με τα μουλάρια, η ίλη ιππικού, τα πολυβόλα, οι σκαπανείς, οι τηλεγραφητές, ο εφοδιασμός, τα μεταγωγικά, οι τραυματιοφορείς και τα ορεινά χειρουργεία. Ήταν ακόμη  καλοκαίρι, ένα πρωινό γαλήνιο μέσα στο φως, χωρίς να ακούγεται ούτε ανάσα ανθρώπου. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Μέσω των διοικητών των μονάδων, ο μέραρχος μίλησε σε όλους και στον καθένα ξεχωριστά. Δεν είπε, «το έθνος και ο βασιλεύς», δεν είπε, «η ιστορία και τα τιμημένα ελληνικά όπλα». Είπε, «δεν θα σας κρύψω την αλήθεια», και είπε, «είμαστε μόνοι και μοναδική μας ελπίδα είναι να παραμείνουμε ενωμένοι. Με θάρρος, με πειθαρχία, με υπακοή στις διαταγές». Είπε, «θα πολεμήσουμε και θα υποχωρήσουμε συντεταγμένοι ως τα καράβια που μας περιμένουν». Και είπε, «δεν θα παραδοθούμε ποτέ».&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ακολούθησε η νέα κάθοδος των μυρίων. Η μεραρχία κινήθηκε σε μία φάλαγγα. Η εμπροσθοφυλακή που έβγαζε και πλαγιοφυλακές, το κύριο σώμα του στρατού στα χίλια μέτρα, σε άλλα δύο χιλιόμετρα οι βοηθητικές υπηρεσίες, και πεντακόσια μέτρα μετά η οπισθοφυλακή. Με βροχή και με λιακάδα, σε ομαλό έδαφος και σε απόκρημνο, σε πεδιάδες και βουνά, μέσα από κοιλάδες και χαράδρες, πλάι και μέσα από ποτάμια. Επί δεκαπέντε μέρες, από τις 18 Αυγούστου ως τις 3 Σεπτεμβρίου του 1922, και σε απόσταση εξακοσίων χιλιομέτρων ως τη μακρινή θάλασσα.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ήταν περικυκλωμένοι ασφυκτικά και κάτω από τα συνεχή πυρά του τακτικού και του άτακτου κεμαλικού στρατού. Μοναδικό μέσο επικοινωνίας τους είχαν τον ασύρματο που μπορούσε να στείλει τηλεγραφήματα σε απόσταση 120 χιλιομέτρων και να λάβει από πολύ μακρύτερα. Κανένας όμως δεν απαντούσε, κανένας ελληνικός ασύρματος δεν ακουγόταν, το μόνο που λάμβανε ο δέκτης ήταν τα σήματα των τουρκικών ασυρμάτων που διασταυρώνονταν για να αναγγείλουν τους θριάμβους των στρατευμάτων τους.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Είχαν εξαντλήσει και το τελευταίο όριο της αντοχής τους. Στους λόφους ενέδρευαν οι τσέτες κι όποιον έμενε πίσω, όποιον δεν μπορούσε πια, όποιον τον έπαιρνε ο ύπνος, τον έπαιρνε και ο θάνατος. Σταματούσαν μόνο για να συλλέξουν τρόφιμα και ζωοτροφές από πόλεις και χωριά, για να αντιμετωπίσουν και να νικήσουν ένα πολυάριθμο φανατισμένο εχθρό. Και για να σώσουν τα καραβάνια των απελπισμένων. &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Απέρριψαν περιφρονητικά τις επανειλημμένες προσκλήσεις των Τούρκων να παραδοθούν, εκτός από τις συνεχείς αψιμαχίες, αντιμετώπισαν και έτρεψαν σε φυγή μία μεραρχία ιππικού και μία πεζικού που είχε στείλει ειδικά ο Κεμάλ για να τους συλλάβουν. Έβγαλαν από καταφύγια, από σπηλιές, από τις κρύπτες των βουνών και έσωσαν τους φυγάδες άλλων στρατιωτικών τμημάτων που είχαν καταστραφεί ή διαλυθεί. Στην πορεία τους, συνάντησαν βαριά τραυματισμένους ανάμεσα σε πτώματα στρατιωτών και πολιτών, διάτρητα από σφαίρες και από λόγχες, εντελώς απογυμνωμένα και συλημένα, με ορθάνοιχτα τα μάτια να κοιτάζουν στον ουρανό. Πήραν μαζί τους και περιέθαλψαν τους τραυματίες, έθαψαν τους νεκρούς, τοποθετώντας ένα πρόχειρο ξύλινο σταυρό, για να μην γίνουν βορά στα αρπακτικά όρνεα, τα τσακάλια και τα άγρια σκυλιά. Και στάθηκαν βουβοί πάνω απ’ τους τάφους τους.  &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Όταν έφτασαν στα ορεινά, πάνω από το λιμάνι του Δικελί, αναφώνησαν αυθόρμητα, «θάλασσα, θάλασσα», όπως και οι μύριοι του Ξενοφώντα πριν από χιλιετηρίδες. Έταξαν τα πυροβόλα και τα πολυβόλα στα υψώματα για να αποκρούσουν τις εχθρικές επιθέσεις και επιβιβάστηκαν στα πλοία, ρακένδυτοι και ξυπόλυτοι, συντεταγμένοι με ψηλά το κεφάλι, κάτω από τα χειροκροτήματα των πληρωμάτων των πολεμικών, μαζί με οκτώ χιλιάδες πρόσφυγες, Έλληνες και Αρμένιους. Ενώ η Σμύρνη είχε καταληφθεί πριν πολλές μέρες. Τελευταίοι εγκατέλειψαν την ιωνική γη οι διοικητές των μονάδων της οπισθοφυλακής.      &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Πέρασαν στη Μυτιλήνη και αποκατέστησαν αμέσως, με αυστηρότητα, την τάξη στο νησί που είχε γίνει έρμαιο των φυγάδων και πλιατσικολόγων από τις διαλυμένες μονάδες του εκστρατευτικού σώματος. Το ίδιο έκαναν λίγες μέρες αργότερα και στη Θεσσαλονίκη, πριν φύγουν για το πιθανό νέο μέτωπο της Θράκης. Για να ακολουθήσει η αποστράτρευση, η προσφυγιά και ο χαρακτηρισμός του τουρκόσπορου για τους Μικρασιάτες και να ξεχαστούν όλοι σχεδόν αμέσως.  &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Έτσι μου τα εξιστορούσε σχεδόν κάθε βράδυ είκοσι πέντε χρόνια αργότερα ο πρακτικός μηχανικός με τα ροζιασμένα χέρια και παλιός λοχίας του ορειβατικού πυροβολικού, προσθέτοντας κάθε φορά τα χαρακτηριστικά περιστατικά και σχόλια του αυτόπτη μάρτυρα. Μια προφορική σύνοψη του αρχείου της μεραρχίας και των εγγράφων πληροφοριών.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Μ’ αυτή την αληθινή ιστορία, αντί για παραμύθια, κοιμόμουν και ξυπνούσα στο μεγάλο διπλό κρεβάτι του δωματίου της Αγνώστου Στρατιώτου, που έβλεπε στην Πλατεία Δικαστηρίων. Χωρίς ποτέ να σκέφτομαι τη συγκυρία και την ειρωνεία που αποτελούσαν οι δύο αυτές ονομασίες. Ο πατέρας μου την είχε αρχίσει για να μάθω την καταγωγή μου, την συνέχιζε για να κοιμηθώ. Ποτέ δεν πέτυχε το δεύτερο, αφού εκείνον, κουρασμένο απ’ τη δουλειά, έπαιρνε πάντα ο ύπνος και τον τραβούσα από το χέρι για να μου απαντήσει, να μου πει το πώς και το γιατί. Πέτυχε όμως το πρώτο.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Η Ανεξάρτητη Μεραρχία υπήρξε η μοναδική μεγάλη μονάδα του ελληνικού στρατού που, στην Καταστροφή, δεν διαλύθηκε και δεν παραδόθηκε. Που κέρδισε με το αίμα της κάθε χιλιόμετρο στην ατέλειωτη πορεία από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, και επιβιβάστηκε στα πλοία ακέραια με τις σημαίες της και τα διακριτικά των μονάδων, με τον οπλισμό της και την περηφάνια της. Και με όλους εκείνους που είχε σώσει.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Μ’ αυτή την ιστορία μεγάλωσα και με τη νοσταλγία για όσα δεν είχα ζήσει. Και μ’ άλλες ιστορίες μικρότερες. Για συγγενείς που χάθηκαν, για τόπους και προγόνους που δεν γνώρισα. Για το αρχοντικό στο Σαλιχλί, όπου ζούσε ολόκληρη η οικογένεια του παππού μου με τα δεκατρία παιδιά, μετανάστη από τα μέρη του Μετσόβου, κι ίσως παλιότερα από την Κέρκυρα στην Ήπειρο. Για την αυλή όπου&amp;nbsp;συγκέντρωναν τα κοπάδια πίσω από τη βαριά ξύλινη εξώπορτα. Για τους βοσκούς που έφεραν τα μάνλιχερ περασμένα σε ειδική θήκη στη μέση, που περνούσαν στ’ άγρια τσοπανόσκυλα τους λαιμαριά με μυτερά καρφιά και τα έβαζαν να παλέψουν με τους λύκους.&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ιστορίες για τον παππού μου, που του είχαν βγάλει το παρατσούκλι μαγιατζής γιατί ήξερε να φτιάχνει καλές μαγιές, τον παππού που περιφρονούσε τα χαρτιά, που έδινε το χέρι και τιμούσε τον λόγο του. Που του εμπιστεύονταν οι κτηνοτρόφοι μπέηδες τα σακούλια με τις λίρες να τα βάλει στο συρτάρι με το όνομα του καθενός και να τα επιστρέψει στο επόμενο παζάρι έξι μήνες αργότερα. Που πέθανε στο Σαλιχλί και δεν είδε την καταστροφή και τον ξεριζωμό. Δεν είδε να μπαίνουν οι Τούρκοι στον σταθμό και τον Πλαστήρα, τον Μαύρο Καβαλάρη, που ξαφνικά εμφανίστηκε με το σύνταγμά του και έσωσε τους Έλληνες κατοίκους, ούτε τα βαγόνια του τραίνου που έμειναν φορτωμένα εκεί με τα υπάρχοντά τους. Δεν είδε την οικογένειά του να σκορπίζει στους πέντε ανέμους, άλλους να χάνονται, τη θεία μου να καταλήγει στην Κάτω Τούμπα και τα ξαδέρφια μου στις ξύλινες παράγκες της προσφυγιάς, στην Ξηροκρήνη.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ιστορίες για τον πατέρα μου που είχε επιλέξει τα γράμματα, είχε τελειώσει την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, κι αργότερα είχε πολεμήσει στη μικρασιατική εκστρατεία για να καταλήξει να κοιμάται, ένα διάστημα άνεργος και άρρωστος, στα παγκάκια  του Λευκού Πύργου. Έχοντας όμως διασώσει το σακίδιο με τα βιβλία που κουβαλούσε σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Τα βιβλία που αργότερα έφτασαν και στα δικά μου χέρια. Τον πατέρα μου που, μετά απ’ όλα αυτά κι αμέτρητα άλλα, μου&amp;nbsp;έλεγε με έμφαση «οι απλοί Τούρκοι, παιδί μου, είναι οι πιο αγαθοί άνθρωποι του κόσμου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Πρώτα ήταν η μακεδονική φάλαγγα στην ασιατική εκστρατεία, ύστερα το γαλλικό ιππικό και η τυφλή έφοδός του στο οροπέδιο του Αγίου Ιωάννου. Στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, ήταν η φάλαγγα του Ντουρρούτι, στον δεύτερο παγκόσμιο τα γερμανικά τεθωρακισμένα. Η μακεδονική φάλαγγα του Αλεξάνδρου, το ιππικό του Ναπολέοντα και τα πάντσερ του Γκουντέριαν είχαν την περηφάνια της δύναμης. Η φάλαγγα των αναρχικών είχε την περηφάνια του ονείρου. Όμως η Ανεξάρτητη Μεραρχία είχε μιαν άλλη περηφάνια. Την περηφάνια του καθημερινού ανθρώπου που, όσες φορές κι να πέσει, βρίσκει μέσα του δύναμη να σηκωθεί, την περηφάνια εκείνου που, μπροστά σε συντριπτικά υπέρτερες δυνάμεις, δεν παραδίδεται.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Ο καθένας μας γνωρίζει τι είναι εκείνο που του δόθηκε, ποια είναι η κληρονομιά του. Απ’ τους γονείς του και από μια μακριά γραμμή προγόνων που χάνεται στο παρελθόν. Προγόνων που πέθαναν νέοι, όπως ο άλλος παππούς μου στη Σωζόπολη, προγόνων που δεν γνώρισε ποτέ κι όμως κυλούν στις φλέβες του και δίνουν φως στα μάτια του, προγόνων που είναι η δική του Ουρανούπολη, μια χώρα μυστική και δίχως μονοπάτι.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;Έτσι το ξέρω πια κι εγώ καλά ότι κληρονομιά δική μου και της γενιάς μου είναι το χέρι που έδινε ο παππούς μου, τα γράμματα που διάλεξε ο πατέρας μου, η πορεία προς τη θάλασσα και την πατρίδα που ακολούθησε η Ανεξάρτητη Μεραρχία. Ο βαθύς, ο απέραντος καυμός απ’ τα σμυρναίικα τραγούδια. Και τα σκληρά παγκάκια του Λευκού Πύργου.&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="text-align: justify;"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-4788126623001588800?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/4788126623001588800/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=4788126623001588800&amp;isPopup=true' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/4788126623001588800'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/4788126623001588800'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2011/02/blog-post_7356.html' title='Η ανεξάρτητη μεραρχία'/><author><name>μωβ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/11184191192838970554</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://bp1.blogger.com/_4fCItSrqu4A/SGNAIGCMPsI/AAAAAAAAAUU/mF62hGoDLl0/S220/menu_02.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='https://lh4.googleusercontent.com/_4fCItSrqu4A/TWV4K-dXPII/AAAAAAAAEyw/5VIDBhZEesw/s72-c/23-2-2011%2010-59-18%20%CE%BC%CE%BC.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-2807003379645722163</id><published>2011-01-12T10:18:00.005+02:00</published><updated>2011-01-14T12:53:54.353+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ο δρόμος για την Ουρανούπολη'/><title type='text'>Πολιτιστική αναγέννηση</title><content type='html'>Γλυκό, φθινοπωριάτικο, σαλονικιώτικο απόγευμα προς σούρουπο, κι η  είδηση έπεσε στην&lt;div&gt; πυρίκαυστο σαν κεραυνός. Κι αστραπιαία κυκλοφόρησε απ’ το Βαρδάρι ως τον Λευκό Πύργο,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σε αντίστροφη κατεύθυνση από την Παύλου Μελά ως τη Φράγκων ή τη Δωδεκανήσου, και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κάθετα  απ’ το Διοικητήριο ως την Αριστοτέλους, την Τσιμισκή και τη θάλασσα. Σε δρόμους&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και σε πλατείες, σε καφετέριες, καφενεία, ουζερί και εστιατόρια, σε γραφεία, σε εταιρίες και&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μαγαζιά κάθε είδους, στα διάφορα αμφιθέατρα του πανεπιστημίου, ακόμη και στα παγκάκια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; των πάρκων ή στους λιγοστούς την ώρα εκείνη περιπατητές της παλιάς και τη νέας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παραλίας.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Διέκοψε τους Ρηγάδες, τον Σπίνο, τον Χαρβάλα και τον Παπάρα, διέκοψε το Αρκουδάκι, τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Σάκη και τον Τρύφωνα, διέκοψε την κουβέντα, την εργασία, τα μαθήματα και τη μελέτη, το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; φαγητό, το ούζο με μεζέδες, το τάβλι, την πόκα, την πρέφα και το κουμκάν με φιρφιρίκι  ή&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χωρίς. Διέκοψε το παιχνίδι και τον χαβαλέ, τα πολιτικά και τα κοινωνικά, ακόμη και τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ερωτικά, τα διέκοψε όλα. «Τρέξτε,  οι δογματικοί κατέβηκαν για να πάρουν τη Λέσχη».         &lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Προστρέξαμε λοιπόν ολοταχώς εμείς της ανανέωσης (ή της αναθεώρησης), αφήνοντάς τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πάντα στη μέση, οι νεαροί και οι μεγαλύτεροι, οι μηχανικοί και οι αρχιτέκτονες, οι ιατροί και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; οι οδοντίατροι, οι δικηγόροι και οι ασκούμενοι, οι φοιτητές, οι ζωγράφοι, οι μουσικοί, οι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ποιητές και οι πεζογράφοι. Χωρίς βεβαίως να σημαίνει αυτό ότι δεν είχαμε κι εμείς τον Φόρη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μας, τον βραχνό γεροδεμένο οικοδόμο και ποιητή και, σε ολομέλεια, έναν-δύο τουλάχιστον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ακόμη εργάτες που επιδεικνύαμε με περηφάνια.  Όταν φτάσαμε στην προέκταση της Τσιμισκή&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και στην είσοδο της πολυκατοικίας, διαπιστώσαμε ότι ήταν σχεδόν αδύνατον να ανεβούμε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; επάνω καθώς η πρωτοπόρος εργατική τάξη είχε ήδη πλημμυρίζει το στενόχωρο εντευκτήριο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και τις σκάλες ως έξω στο πεζοδρόμιο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;       &lt;br /&gt;Καθώς σκαρφαλώναμε με επιδέξιες διεισδύσεις, έντεχνες πλαγιοκοπήσεις και όχι και τόσο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ευγενικά σπρωξίματα μέσα στον συνωστισμό, και κάποτε εισχωρήσαμε με κόπο στον κυρίως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χώρο του πολιτιστικού φορέα, είδαμε πολλά άγνωστα συνοικιακά πρόσωπα κι  ανάμεσά τους&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διάφορες κοπέλες να κρατάνε στα χέρια ένα χαρτάκι με ονόματα και να επαναλαμβάνουν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παράτονα μια περίεργη ξενική λέξη που θύμιζε τη μητρόπολη του σοσιαλισμού. Και να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κάνουν νόημα καταφατικό με το κεφάλι. Την επανέλαβα κι εγώ με απορία και ξαφνικά &lt;/div&gt;&lt;div&gt;μου έφεξε ότι ήταν πολύ γνωστό επίθετο ανδρικό και η επίσημη γραμμή για την επικείμενη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ψηφοφορία, γραμμή που σύντομα κι εμείς θα παίρναμε με άλλα ονόματα ασφαλώς.&lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Ήταν η πρώτη περίοδος μετά την κατάρρευση της δικτατορίας και η αντιπαράθεση των&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δογματικών με τους ανανεωτικούς στον χώρο της αριστεράς βρισκόταν στο απόγειό της σε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; όλα τα μέτωπα. Το σωματείο που έφερε τον τίτλο, Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Βορείου&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Ελλάδος, είχε διαλυθεί από τη δικτατορία και είχε συσταθεί ξανά μετά την κατάρρευσή της.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Και οι δημοκρατικές διαδικασίες είχαν αρχίσει να λειτουργούν και πάλι με τον καθιερωμένο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στη χώρα μας τρόπο. Το παλιό διοικητικό συμβούλιο, σίγουρα αριστεροί και μάλλον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανένταχτοι, αγωνιζόταν να βάλει μια τάξη στο χάος για να διεξαχθούν οι αρχαιρεσίες με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; βάση το καταστατικό του συλλόγου. Το οποίο όμως προέβλεπε ότι δύο ή τρία μέλη της Λέσχης&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μπορούσαν να προτείνουν επιτόπου αναρίθμητα άλλα για να εγγραφούν και να ψηφίσουν με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; την καταβολή μιας συμβολικής μάλλον συνδρομής.&lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Μπροστά στο θορυβώδες αδιέξοδο, ένας δικηγόρος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συνεννοήθηκε με τους άλλους, ύψωσε το μικρό ανάστημά του, κατόρθωσε να επιβάλει την&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τάξη και ανακοίνωσε στην ομήγυρη ότι οι αρχαιρεσίες θα αναβάλλονταν έως ότου&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πρυτανεύσει η λογική και, ενδεχομένως, τροποποιηθεί το καταστατικό του συλλόγου.  Έτσι, το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πλήθος διαλύθηκε ειρηνικά και όλοι επανήλθαμε ταχύτατα στις σίγουρα πιο συναρπαστικές&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συνηθισμένες ασχολίες μας.&lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Και πράγματι πρυτάνευσε η λογική που επιβάλει η ανάγκη. Με κάποιου είδους συζητήσεις,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις, επιτεύχθηκε τελικά μια αναλογική εκπροσώπηση στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; νέο εννιαμελές διοικητικό συμβούλιο. Αφού, επιπλέον, υποτίθεται ότι όλοι μας παρόμοιους&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σκοπούς επιδιώκαμε. Η ψηφοφορία που ακολούθησε, επικύρωσε με εκπληκτική αριθμητική&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συνέπεια τη συμφωνία. Δύο εκπρόσωποι των ορθοδόξων, άλλοι δύο των αναθεωρητών, τρεις&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανένταχτοι αριστεροί και δύο προοδευτικοί κεντρώοι.&lt;br /&gt;    &lt;br /&gt;Ή κάπως έτσι. Για ξυρισμένο σβέρκο με γραβάτα, για δεξιό, συντηρητικό ή ουδέτερο, ούτε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σκέψη βέβαια, ούτε λόγος, ούτε καν ανέκδοτο. Με πρόεδρο κοινής αποδοχής τον Στέργιο (κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αργότερα τον Ανέστη), άνθρωπο γλυκό, παλιό μπαρουτοκαπνισμένο αριστερό και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συγγραφέα με ιδιότυπο χιούμορ και  αυτοσαρκασμό. «Οι φίλοι μου οι πεζογράφοι», έλεγε,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; «υποστηρίζουν ότι είμαι ποιητής, ενώ οι ποιητές ότι είμαι πεζογράφος».  &lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Όσο κι αν μου φαίνεται απίστευτο τριάντα τόσα χρόνια αργότερα, η απάντηση όλων μας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στην παλιά πατρική εμπειρία και πικρή ειρωνεία, «εσύ, βρε, θα αλλάξεις το ρωμέικο;», ήταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ένα αδιαπραγμάτευτο και κατηγορηματικό «ναι, εγώ και μερικοί ακόμη». Ήταν μια τρέλα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μια πράγματι ρομαντική εποχή. Τα πρώτα διοικητικά συμβούλια ξεχείλιζαν από νιάτα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φλόγα και πάθος, επιθυμία για προσφορά, από ταλέντο και ικανότητες. Ταλέντο κυρίως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; λογοτεχνικό και εικαστικό, ικανότητα οργανωτική και εκτελεστική, και, το πιο δύσκολο,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διάθεση συνεργασίας παρά τις, άλλοτε μεγάλες και άλλοτε ανυπέρβλητες, πολιτικές μας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διαφορές. Ο Ανέστης, ο Γιάννης, ο Ξενοφών, η Μαρία και η Μαρίνα, ο Λουκάς,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ο Τάκης, η Ντόρα, ο ένας Τόλης κι ο άλλος Τόλης. Κι άλλοι πολλοί στα πέριξ κι άλλοι πολλοί&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αργότερα.&lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Και τι δεν κάναμε τα χρόνια εκείνα της μεθυστικής ελευθερίας μετά την επτάχρονη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καταπίεση, τι σχέδια και τι όνειρα δεν είχαμε. Με τις πενιχρές συνδρομές, με κάποιες κατά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; περίπτωση επιχορηγήσεις του δήμου, με ρεφενέ. Αναρίθμητες εκδηλώσεις, λογοτεχνικές,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κοινωνικές, μουσικές, θεατρικές, εκθέσεις ζωγραφικής, διαλέξεις, ομιλίες, συζητήσεις. Στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; νοικιασμένο εντευκτήριο της Λέσχης, σε βιβλιοθήκες, σε αίθουσες του δήμου ή των συνοικιών,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σε υπαίθριους χώρους. Ακόμη κι ένα μικρό βιβλιοπωλείο είχαμε στήσει έξω απ' το γραφείο και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τόπο των συνεδριάσεών μας.&lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Και τι δεν κάναμε, και ποιους δεν παρουσιάσαμε, ήδη διάσημους ή απλώς γνωστούς, και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πολλούς νέους και φερέλπιδες δημιουργούς ή επιστήμονες που αργότερα καταξιώθηκαν με το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; έργο τους στο πανελλήνιο. Είδαμε, ακούσαμε και διαβάσαμε, ρωτήσαμε, συζητήσαμε και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διαφωνήσαμε, μαλώσαμε και αγαπηθήκαμε. Ερωτευτήκαμε. Γιατί η περιρρέουσα ατμόσφαιρα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και η κινητήρια δύναμη ήταν βέβαια πολιτική αλλά και έντονα ερωτική.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να είχαν γίνει όλα αυτά;&lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Χαρακτηριστική περίπτωση ακτιβιστή ήταν ο Γιάννης, σημαντικός ποιητής ο ίδιος και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αργότερα κριτικός, που είχε αναλάβει τα κοινωνικοπολιτικά και, μετά την όλη προεργασία,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; έκανε τηλεφωνικές επαφές και επισκέψεις και κατέφθανε πανέτοιμος στις συνεδριάσεις με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ένα μακρύ κατάλογο. Σεμνός και σοβαρός, με το φυσικότερο ύφος του κόσμου, άρχιζε να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αραδιάζει προς έγκριση δεκάδες θέματα και πιθανούς ομιλητές, κυρίως απ’ τα πανεπιστήμια,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τους οποίους παρουσίαζε μετά ο ίδιος στις εκδηλώσεις.&lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Η κυριότερη εκδήλωση σε ευρεία κλίμακα ήταν η ετήσια Πανελλήνια Ποιητική Συνάντηση,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ιδέα του Ανέστη, που οργανώθηκε τις περισσότερες φορές στο θέατρο του κήπου, με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; επιχορήγηση του Δήμου και σε συνεργασία με το Παράρτημα Θεσσαλονίκης της Πανελλήνιας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Πολιτιστικής Κίνησης. Εκεί παρουσιάστηκαν διαδοχικά οι τρεις μεταπολεμικές ποιητικές&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γενιές και οι ποιητές της Κύπρου σε ένα ακροατήριο πεντακοσίων περίπου ατόμων, αριθμό&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εξωπραγματικό για εκδηλώσεις αυτού του είδους. Με συγκινητικές στιγμές, όπως τότε που&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ένα δεκάχρονο κοριτσάκι έσκυψε και χάιδεψε τον Βασίλη μόλις κάθισε στη θέση του μετά την&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανάγνωση των ποιημάτων του. Με διαφωνίες και καυγάδες στη συζήτηση που ακολουθούσε,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συχνά για τη στρατευμένη ποίηση. &lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Η Λέσχη ήταν στον σημαδιακό αριθμό 114 της Τσιμισκή, που θύμιζε το ακροτελεύτιο άρθρο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; του συντάγματος για τον πατριωτισμό των ελλήνων, η Κίνηση στο 115, στη συμβολή με τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Γούναρη, διαγωνίως απέναντι λίγο παρακάτω. Με γραμματέα και συντονίστρια τη Στέλλα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; με ζωγράφους, ψηφιδογράφους, ποιητές, φιλόλογους και κριτικούς, με τον Φώνη, τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Αριστείδη, τον Βασίλη, τον Γιώργο, τον Πάνο, τον Βαγγέλη, τη Μαρία, την Άννα και τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Λιάνα, την Αφροδίτη, την  Παυλίνα και πολλούς άλλους. Και με το ίδιο πάθος.&lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η Λέσχη ήταν πιο ανεξάρτητη και πολυσυλλεκτική ενώ η&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Κίνηση πιο κεντρικά ελεγχόμενη, επαγγελματική και πρακτική. Πάντως, δεν βρισκόμασταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εκεί για να λύσουμε τα προβλήματα του κόμματος (που ήταν ένα, δύο ή περισσότερα), της&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εργατικής τάξης ή του παγκόσμιου κινήματος, και οι ιδεολογικές διαφορές απλώς υπέβοσκαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και ενοχλούσαν μόνο τους φανατικούς. Εκείνο στο οποίο διέφερε ουσιαστικά η Κίνηση από τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Λέσχη δεν ήταν η πολιτιστική πράξη αλλά τα ονόματα και όχι όλα μάλιστα καθώς,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;παρά τις αναπόφευκτες αντιρρήσεις, οι δύο πολιτιστικοί φορείς λειτουργούσαν και ως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συγκοινωνούντα δοχεία.&lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Στο φόντο βέβαια πάντοτε υπήρχαν τα γραφεία των κομμάτων, το μάλλον αδιάφορο για τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πολιτιστικά με τον πράσινο ήλιο, και τα δύο με το σφυροδρέπανο, των άλλων στην Εγνατία,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; το δικό μας στη Μακένζι Κινγκ και αργότερα στη Μητροπόλεως. Με αυτοτελείς κομματικές&lt;/div&gt;&lt;div&gt; οργανώσεις καλλιτεχνών. Άλλες συνεδριάσεις εκεί, άλλοι προγραμματισμοί, άλλα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προβλήματα. Με τον Λουκά, τον Τάκη, τον Κώστα και τη Λιάνα, τον Πρόδρομο, τον Φούλη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και τη Δέσποινα, τον άλλο Γιάννη. Η δυσκαμψία του κόμματος είχε οδηγήσει τον Μανόλη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στην οργάνωση των υγειονομικών, παρά τις προφορικές και έγγραφες διαμαρτυρίες μας. Στις&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ολομέλειες όμως ποτέ δεν παρέλειπε να μιλήσει για μιαν άλλη σίγουρα αλλά μάλλον ασαφή&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αντίληψη και πρακτική στον τομέα του πολιτισμού, που σίγουρα δεν είχε σχέση με την&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Κίνηση, αυτό επέμενε  κάθε φορά να το τονίζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εμείς τον ακούγαμε χωρίς αντίλογο, με σεβασμό (λέξη που καθόλου δεν του άρεσε) και με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αγάπη, δεν είχαμε όμως τη δική του πείρα ενώ και τα τραύματά μας ήταν διαφορετικά. Τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παιδιά της άλλης πλευράς μάς φαίνονταν θαυμάσια και τις περισσότερες φορές, όταν μας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δινόταν η ευκαιρία, συνεργαζόμασταν αρμονικά. Όχι ασφαλώς σε κομματικό επίπεδο αλλά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μέσα στους πολιτιστικούς φορείς. &lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Στο φόντο υπήρχαν τα κόμματα. Που διοργάνωναν ετήσια πανηγυρικά φεστιβάλ νεολαίας, το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ένα στο πάρκο της Νέας Ελβετίας και το άλλο στο πάρκο της Νέας Παραλίας, και τα δύο και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; με πολιτιστικό περιεχόμενο. Παράλληλα υπήρχαν οι άλλοι πολιτιστικοί και επαγγελματικοί&lt;/div&gt;&lt;div&gt; φορείς (συνήθως χωρίς επαγγελματίες), που κι εκείνοι είχαν αξιόλογη παρουσία, όπως η&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Τέχνη στη Στρατηγού Καλάρη και η Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης στη Δημοσθένους,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δίπλα στην Πλατεία Αριστοτέλους. Και, επιπλέον, οι σύλλογοι των περιφερειακών δήμων και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; των συνοικιών. Θα ήταν ένα αλλιώτικο πανόραμα να είχε σημειώσει κανείς με πολύχρωμες&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πινέζες σε έναν χάρτη της πόλης όλους αυτούς τους φορείς και τους χώρους όπου γίνονταν οι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εκδηλώσεις.&lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Για δώδεκα έως δεκαπέντε χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας, παρουσιάστηκε στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παραδοσιακά γκρίζο τοπίο της πόλης μια πρωτοφανής άνθιση, κάτι αλλιώτικο, αληθινά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανθρώπινο και ωραίο. Μια ελπίδα. Παρ' όλες τις συγκρούσεις, όπως τότε του η Κίνηση&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διοργάνωσε μια εξαιρετικά πετυχημένη εκδήλωση για τη Βαλκανική Ποίηση στην Εταιρεία&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Μακεδονικών Σπουδών, με συμμετοχή του Βρεττάκου, της Καρέλλη και του Ρίτσου, και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ποιητών από πολλές γειτονικές χώρες, και ακολούθησε ένας φοβερός καυγάς στις εφημερίδες&lt;/div&gt;&lt;div&gt; για το αν έπρεπε ή δεν έπρεπε, αντί για τους πρεσβύτες, να είχαν συμμετάσχει νεότεροι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ποιητές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ύστερα, στην αρχή ανεπαίσθητα, αργότερα πιο φανερά, όλα άρχισαν να φθίνουν. Μόνο εκ&lt;/div&gt;&lt;div&gt; των υστέρων καταλάβαμε πόσο αναπόφευκτο ήταν αυτό. Πρώτα- πρώτα, οι άνθρωποι που&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δούλευαν πραγματικά, που κινούσαν τα νήματα σε όλους τους φορείς δεν ήταν και πολλοί.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Πόσο μπορεί να αντέξει εκείνος που, για παράδειγμα, αφού χτυπήσει στη γραφομηχανή του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γραφείου του πρακτικά, απολογισμούς και εισηγήσεις, διακόπτοντας της επαγγελματικές του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ασχολίες, τρέχει στην Εταιρία Λογοτεχνών κι από κει στην κομματική συνεδρίαση, για να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ακολουθήσει ένα πέρασμα από τη Λέσχη ή η Κίνηση και μία τουλάχιστον εκδήλωση&lt;/div&gt;&lt;div&gt;μετά;  Αυτοί οι άνθρωποι, λοιπόν, που τα έδιναν όλα, είχαν και ελαττώματα, έκαναν και λάθη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Ταυτόχρονα, ωρίμασαν,  κουράστηκαν, απογοητεύτηκαν. Όπως ήταν φυσικό.&lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Κάποια στιγμή, λοιπόν, έγινε αφόρητη η μεμψιμοιρία, οι επικρίσεις, και αργότερα οι επιθέσεις,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; απ' τα παλιά κεφάλια, που πάντα έβρισκαν κάτι που δεν τους άρεσε καθόλου σε όσα οι άλλοι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; έκαναν.   Ύστερα, σαν ιστορική νομοτέλεια, ήρθε η ώρα των τρωκτικών, το πολλαπλά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; βρώμικο “89 και η κατάρρευση του υπαρκτού ένα χρόνο αργότερα, τι να απομείνει; &lt;br /&gt;    &lt;br /&gt;Έτσι αποχώρησαν οι πρωτεργάτες και πέρασαν στη θέση τους οι διεκπεραιωτές. Κι όταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εξαντλήθηκαν οι μηχανικές κινήσεις, οι φορείς έπαψαν και τυπικά να πάρχουν. Ανεγέρθηκαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; όμως στην πόλη μεγαλοπρεπή κτίρια πολιτισμού, κρατικά και δημοτικά, εκφωνήθηκαν λόγοι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; από τους αρμοδίους, δόθηκαν δεξιώσεις, έγιναν και αγιασμοί κατά τα εγκαίνια τους από τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μητροπολίτη. Α, ναι, βεβαίως, οπωσδήποτε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περίπου τότε διάβασα μια συνέντευξη του Μανόλη σε εφημερίδα της Αθήνας, στην οποία&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εκείνο που έλεγε ουσιαστικά ήταν ότι δεν είχε πια τίποτα να πει. Κάποτε υπήρχε αντίπαλος&lt;/div&gt;&lt;div&gt; με ιδεολογία και δράση, που ενέπνεε τουλάχιστον κάποιο σεβασμό, κάποτε υπήρχε έρωτας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και πάθος και άρωμα, τώρα τι υπήρχε;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η φλόγα που δεν σβήνει και κάποιοι γραφικοί που επέμεναν παράλογα να κάνουν το δικό&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τους ενώ οι νέοι απουσίαζαν; Τα πάντα που έγιναν εμπόρευμα, οι πολυτέλειες ως βασικές&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανάγκες και η φρενίτιδα της κατανάλωσης; Ένας πολίτης καταχρεωμένος για να αποκτήσει&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τα τρία αυτοκίνητα στο πεζοδρόμιο κι ένα σωρό άλλα ενώ ταυτόχρονα διαμαρτύρεται ότι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; είναι φτωχός και αδικημένος; Κι ενώ οι πραγματικοί απόκληροι δεν έχουν φωνή κι ελπίδα.  Το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καρότο και το μαστίγιο και ο κυρίαρχος φόβος για το καθετί που διαβρώνει και υποδουλώνει;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Α, ναι, το εντευκτήριο της Κίνησης έγινε γραφείο ταξιδίων και της Λέσχης κομμωτήριο. Ή κάτι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανάλογο.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-2807003379645722163?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/2807003379645722163/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=2807003379645722163&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/2807003379645722163'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/2807003379645722163'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2011/01/blog-post.html' title='Πολιτιστική αναγέννηση'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-2108350455774492474</id><published>2010-12-10T12:02:00.005+02:00</published><updated>2010-12-12T22:45:44.730+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ο δρόμος για την Ουρανούπολη'/><title type='text'>Δείκτης νοημοσύνης</title><content type='html'>Ομολογώ ότι βρίσκομαι σε πλήρη σύγχυση. Καθότι,  και στην ωριμότητά μου τώρα, δεν έχω&lt;br /&gt;καταλάβει σε πιο άκρο ανήκω, εάν είμαι έξυπνος ή ηλίθιος, νοήμων, εύστροφος, ή σκέτος&lt;br /&gt; βλαξ. Κάποτε νόμιζα ότι αυτά τα πράγματα είναι ξεκαθαρισμένα στη ζωή μας. Ότι είναι &lt;br /&gt;εμφανής από νωρίς ο βαθμός ευφυίας, ο περίφημος δείκτης νοημοσύνης, με ελάχιστα &lt;br /&gt;περιθώρια βελτίωσης. Το κάθε παιδί απ’ το σχολείο αποδέχεται αναγκαστικά το πεπρωμένο&lt;br /&gt; του και ανάλογα πορεύεται. Με τη συναισθηματική και την κοινωνική ωριμότητα,&lt;br /&gt;και ποικίλες άλλες εκλεπτύνσεις και μετρήσεις, να έχουν επινοηθεί από τους &lt;br /&gt;επιστήμονες ως κάποιου είδους παρηγοριά ή μέθοδο διαφυγής από την αμείλικτη&lt;br /&gt; κληρονομημένη αλήθεια.&lt;br /&gt;          &lt;br /&gt;Οι αριθμοί βεβαίως ουδέποτε είναι απόλυτοι, υπάρχουν και αστάθμητοι παράγοντες. Στην &lt;br /&gt;καθιερωμένη όμως κλίμακα, από το μοναχικό 50-70 του κρετίνου έως το εξ ορισμού 100&lt;br /&gt; του μέσου όρου, στα πέριξ του οποίου συνωστίζεται η ανθρωπότητα, έως τα υψηλότερα&lt;br /&gt; επίπεδα νοημοσύνης και το ερημικό 160-180  και πλέον του ιδιοφυούς, το υποκειμενικό &lt;br /&gt;στοιχείο δεν μπορεί να ξεπερνά τις δέκα έως είκοσι μονάδες. Έτσι νόμιζα.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Τα μάτια μου κουράστηκαν και θόλωσαν, έχω ανατρέξει στη σοφία όλου του κόσμου, οι&lt;br /&gt; τοίχοι, τα πατώματα, κάθε επιφάνεια και ντουλάπι του σπιτιού μου, στενάζουν από &lt;br /&gt;αναρίθμητα βιβλία,  πολιτικά, ιστορικά, επιστημονικά, λογοτεχνικά (έγραψα κι από&lt;br /&gt;πάνω μερικά δικά μου), χρόνια εργάστηκα, έζησα και ταξίδεψα σε ξένες χώρες. Τίποτα &lt;br /&gt;και κανένας όμως δεν μου έλυσε την απορία. Ούτε οι  δάσκαλοί μου, οι φιλόσοφοι ή &lt;br /&gt;ποιητές, η ίδια η φύση, ούτε καν οι καφενόβιοι, τα πολύστροφα παιδιά της πιάτσας, με&lt;br /&gt; την καθαρή ματιά και τη σκληρή γλώσσα, οι χίλιοι δυο από κάθε γωνιά του κόσμου που &lt;br /&gt;γνώρισα και συμπάθησα κατά καιρούς. &lt;br /&gt;          &lt;br /&gt;Επειδή οι θεωρίες είναι άπειρες και ανέξοδες (ο καθένας λέει ότι του κατέβει) και &lt;br /&gt;μόνη αξιόπιστη από αρχαιοτάτων χρόνων παραμένει η πράξη, τείνω να καταλήξω στο πικρό &lt;br /&gt;συμπέρασμα ότι, ναι, είμαι βλάκας.  Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το γεγονός ότι αδυνατώ να&lt;br /&gt;αποφύγω τα κραυγαλέα σεσημασμένα ναρκοπέδια και να ακολουθήσω την πεπατημένη; Να &lt;br /&gt;εφαρμόσω τους νόμους, τους κανόνες, τις διατάξεις, να αναγνωρίσω τις λεγόμενες &lt;br /&gt;κοινωνικές συνθήκες και να ενταχθώ ασφαλώς στο σύνολο. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το&lt;br /&gt; γεγονός ότι έχω κάνει τόσα λάθη στη ζωή μου; Από μεγάλα έως τεράστια, χονδροειδή,&lt;br /&gt; μεσαίου μεγέθους και μικρότερα. Και όχι μόνον πρωτότυπα ούτε απλές επαναλήψεις, αλλά&lt;br /&gt; ολόκληρα σήριαλ λαθών με αναρίθμητα επεισόδια. Και όλα τα βιβλία μου δεν είναι παρά&lt;br /&gt; κεφάλαια από το ένα και μοναδικό βιβλίο με γενικό τίτλο, Η θλιβερή ιστορία των λαθών&lt;br /&gt; μου.   &lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Θυμάμαι την αυθόρμητη και ομόφωνη προτροπή των μεγαλύτερων που είχαν υποφέρει τα &lt;br /&gt;πάνδεινα από προσφυγιά και εξουσία. «Πρόσεξε, να είσαι έξυπνος στη ζωή σου». Λες και&lt;br /&gt; η ευφυία ήταν διάβαση για τους πεζούς και έπρεπε να βαδίζω αρχικά μέσα στα καρφιά ή&lt;br /&gt;μέσα στις λευκές γραμμές αργότερα, να μένω στήλη άλατος στο κόκκινο ανθρωπάκι και να &lt;br /&gt;έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα για να μη με κόψει κανένα αυτοκίνητο. ΄Η ασφαλιστήριο &lt;br /&gt;συμβόλαιο που εκδίδει εταιρία με δωρικούς κίονες στην είσοδο κατά παντός κινδύνου της&lt;br /&gt; ζωής.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Θυμάμαι κι εκείνη τη στριμμένη θεία μου την Παναγιώτα, ράφτρα θρακιώτισσα στις &lt;br /&gt;φτωχικές 40 Εκκλησιές της προσφυγιάς, που μάλλον μ’ αγαπούσε με τον δικό της  τρόπο,&lt;br /&gt; να διαφωνεί σφυριχτά με το συγγενολόι, σφίγγοντας τις καρφίτσες στα λεπτά της χείλη.&lt;br /&gt; «Αφήστε το ήσυχο το παιδί, βρε καρακάξες, εσύ είσαι καλός, αγόρι μου, δεν είσαι;»&lt;br /&gt;Σίγουρα και δεν ήξερε τι έλεγε η καημένη. Σε κανένα σχολείο δεν μας δίδαξαν ποτέ ότι&lt;br /&gt; η ευθύτητα είναι το αντίθετο της ευφυϊας. &lt;br /&gt;           &lt;br /&gt;Αργότερα πρόσεξα ότι άλλαξε η προτροπή από θετική σε αρνητική  (αντί,«να είσαι &lt;br /&gt;έξυπνος»,έγινε, «πρόσεξε να μην είσαι βλάκας»). Φαίνεται ότι έφταιγαν και οι &lt;br /&gt;απαράδεκτές μου επιδόσεις. Πέρασε μια περίοδο από τη γκριμάτσα απογοήτευσης και&lt;br /&gt; κάποια αμφιβολία («βλάκας είσαι;») για να καταλήξει στο κατηγορηματικό και ανίατο&lt;br /&gt; στάδιο («μα εσύ είσαι βλάκας»). Κατά το οποίο προστέθηκε ως κωδωνοκρουσία η υπόμνηση&lt;br /&gt; του θείου μου τάδε, που τον έστησαν στον τοίχο, και του μεγαλύτερου ξαδέλφου μου&lt;br /&gt; δείνα, που τον έστειλαν στα ξερονήσια, και η δυσοίωνη παροιμία («θα πας κι εσύ σαν &lt;br /&gt;το σκυλί στ’ αμπέλι»).&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Παρατηρώντας, λοιπόν, το παιδικό μου περιβάλλον και, στη συνέχεια, προϊσταμένους και&lt;br /&gt;  συναδέλφους στο γραφείο, διδάχτηκα ότι όσοι γείτονες κάθονταν στ’ αυγά τους ήταν &lt;br /&gt;ευφυείς και όσοι έκαναν ωραίες  κωλοτούμπες ευφυέστεροι, ενώ στα υψίπεδα της &lt;br /&gt;νοημοσύνης ήταν αραγμένοι, από τη μια, ο άτεγκτος διευθυντής της τράπεζας  που &lt;br /&gt;πλούτισε από μίζες και προμήθειες  και, από την άλλη, ο αρχοντικός κεντρικός ταμίας&lt;br /&gt; που συστηματικά έδινε λειψά τα ρέστα στους πελάτες. Αυτό το οροπέδιο υπήρξε πάντοτε &lt;br /&gt;εξαιρετικά ευρύχωρο για να υποδεχτεί πλείστους όσους διακεκριμένους συμπολίτες μου σε&lt;br /&gt; κάθε τομέα, στην επιστήμη και τα γράμματα, στην πολιτική και τις επιχειρήσεις. &lt;br /&gt;Ευνούχους επιδέξιους με τα γνωστά μεταξωτά βρακιά. Αυτούς που βλέπουν οι άλλοι στο &lt;br /&gt;ανάκλιντρό τους και αποφαίνονται με θαυμασμό, «έξυπνος άνθρωπος ο κύριος ... » τάδε.&lt;br /&gt; Ο πιο έξυπνος, μάλιστα, ο κορυφαίος που γνώρισα, ήταν ο ιδιαίτερος του διευθυντή, &lt;br /&gt;ένας νεαρός καρά τάδε, αρχιχαφιές αγέρωχος, που περιφερόταν στους διαδρόμους με τα&lt;br /&gt; χέρια διπλωμένα στο στήθος, παρατηρούσε, σημείωνε και ανέφερε αδιακρίτως &lt;br /&gt;προïσταμένους και απλούς υπαλλήλους, και έφτασε τριάντα χρόνια αργότερα στη θέση του&lt;br /&gt; γενικού διευθυντή μιας άλλης μεγάλης τράπεζας.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Εκείνο που με μπέρδευε, που διαρκώς με εμπόδιζε να συμβιβαστώ με την αφόρητη βλακεία&lt;br /&gt; μου και να ησυχάσω επιτέλους, είναι ότι υπήρχαν πάντοτε και μερικοί που με θεωρούσαν&lt;br /&gt; έξυπνο (προφανώς εξίσου βλάκες). Και, επιπλέον, οι ποικίλες και πολύπλοκες &lt;br /&gt;δοκιμασίες, γνώσεων, λέξεων, αριθμών και σχημάτων, που μονότονα συμφωνούσαν με αυτούς &lt;br /&gt;τους μερικούς (μαύρη παρηγοριά).  &lt;br /&gt;          &lt;br /&gt;Ως βλαξ αυθεντικός, λοιπόν, σε διαρκή αμφιβολία έζησα τη ζωή μου. Ταλαιπωρήθηκα, &lt;br /&gt;υπέφερα και πόνεσα, και, έτσι ανεπίδεκτος μαθήσεως και ανίατος, χωρίς λεφτά και δόξα,&lt;br /&gt; χωρίς δεξιώσεις, υποκλίσεις, βραβεία, παράσημα και μεγαλόσταυρους (τι να σου κάνει &lt;br /&gt;ένα κούνημα της ουράς ή ένα χαμόγελο;), πήρα κουτσά στραβά  την  τελευταία στροφή στο &lt;br /&gt;αμπέλι και βγήκα με το αγύριστο κεφάλι μου στη μοιραία ευθεία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τζάμπα πήγε η λαχτάρα γονέων και συγγενών, δωρεάν οι προτροπές και παραινέσεις,&lt;br /&gt; χαμένα τα πολυετή αναλυτικά μαθήματα από ραδιοφώνου  και  τηλεοράσεως, σε τόπους&lt;br /&gt; εργασίας και κοινωνικές συναναστροφές. Ανάμεσα στους ξεροκέφαλους (καλή παρέα)&lt;br /&gt;που είχαν κάποτε αποπειραθεί να πάνε αντίθετα σ' αυτό το ρεύμα (τι λέω, τη &lt;br /&gt;νομοτέλεια),ήταν κάτι ταλαίπωροι φιλόλογοί μου στο σχολείο (ολέθρια επίδραση στην &lt;br /&gt;ευεπίφορή μου εφηβεία) που πρόφεραν με ευλάβεια τη λέξη αρετή, κι επέμεναν στην &lt;br /&gt;ονειροφαντασία τους με τρεις κι εξήντα.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Ομολογώ αβίαστα προφορικώς και εγγράφως ότι εξακολουθώ να  βρίσκομαι σε πλήρη &lt;br /&gt;σύγχυση. Σύγχυση που ασφαλώς και δεν μπορώ (ούτε προτίθεμαι) να επικαλεστώ σε κανένα&lt;br /&gt; δικαστήριο και ιδίως στο υπέρτατο εκείνο  που δεν διαθέτει εφετείο, δεν αναγνωρίζει&lt;br /&gt; ελαφρυντικά, ούτε εκδίδει αποφάσεις με αναστολή. Που απλώς εφαρμόζει όσα με απόλυτη&lt;br /&gt; σαφήνεια προέβλεψε άγνωστος και παντελώς ακατανόητος νομοθέτης. Δηλαδή, όπως κι εγώ&lt;br /&gt; ακόμη τελικά αντιλήφθηκα, στη ζωή αυτή να ανταμείβεται ο έξυπνος, ενώ ο βλαξ να &lt;br /&gt;εναποθέτει τις προσδοκίες του στην επόμενη. Που όταν μάλιστα αδυνατεί να την &lt;br /&gt;πιστέψει, μένει και χωρίς την τελευταία ελπίδα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-2108350455774492474?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/2108350455774492474/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=2108350455774492474&amp;isPopup=true' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/2108350455774492474'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/2108350455774492474'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2010/12/blog-post.html' title='Δείκτης νοημοσύνης'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-7862280217324087444</id><published>2010-11-12T21:42:00.006+02:00</published><updated>2010-11-13T19:21:42.177+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ο δρόμος για την Ουρανούπολη'/><title type='text'>Οι ανθρώπινοι πόροι</title><content type='html'>Υλικοί πόροι μας επιχείρησης είναι, μεταξύ των άλλων, τα κεφάλαια, οι εγκαταστάσεις,&lt;br /&gt; τα μηχανήματα και ο εξοπλισμός, οι πρώτες ύλες, ενώ το διοικητικό και εργατοτεχνικό&lt;br /&gt; προσωπικό λαμβάνει την ονομασία «ανθρώπινοι πόροι» σε κατά λέξη αδέξια μετάφραση από&lt;br /&gt; την αγγλική. Στη σύγχρονη επιστήμη διοίκησης των επιχειρήσεων τονίζεται, μάλιστα, &lt;br /&gt;ότι οι ανθρώπινοι πόροι αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα για την επιτυχία μιας &lt;br /&gt;εταιρείας. Για την επίτευξη του συχνά μοναδικού και πάντοτε ύψιστου σκοπού, που είναι&lt;br /&gt; η απόδοση του κεφαλαίου, τα κέρδη.          &lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Κάπως ψυχρό και απρόσωπο δεν ακούγεται; Εξόχως τεχνοκρατικό; Όπως η ξύλινη γλώσσα των&lt;br /&gt; πολιτικών ή τα είδη σε αποθήκη πλαστικών. Δίνει την αίσθηση ότι ο άνθρωπος που &lt;br /&gt;εργάζεται δεν είναι παρά ένα εξάρτημα, ένα αναλώσιμο σε μια αδυσώπητη οικονομική &lt;br /&gt;λειτουργία. Πράγμα που δεν είναι βέβαια καθόλου αστείο, όσο αστείος κι αν ηχεί ο όρος&lt;br /&gt; στον ενικό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όσοι ανθρώπινοι πόροι, λοιπόν, αποφασίσουν να απευθυνθούν σε σε συμβούλους &lt;br /&gt;επιχειρήσεων για να διεκδικήσουν κάποια θέση, ταχυδρομούν ή καταθέτουν το βιογραφικό &lt;br /&gt;τους σημείωμα και ταξινομούνται ανάλογα με τα προσόντα και τις φιλοδοξίες τους. &lt;br /&gt;Φακελώνονται,  καταχωρούνται στην μνήμη του υπολογιστή, αξιολογούνται, απορρίπτονται&lt;br /&gt; ή προτείνονται, προσλαμβάνονται, εργάζονται, αμείβονται, προάγονται ή απολύονται,&lt;br /&gt; σταδιοδρομούν, συνταξιοδοτούνται.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Μέσα σε είκοσι εφτά χρόνια περίπου, από την καρέκλα μπροστά και αριστερά μου, &lt;br /&gt;παρέλασε ένας λαός, μια μικρογραφία της ανθρωπότητας. Με πρόχειρο υπολογισμό, στους&lt;br /&gt; τριακόσιους εικοσιτέσσερις μήνες ή χίλιες τετρακόσιες τέσσερις εβδομάδες ή εννιά &lt;br /&gt;χιλιάδες οχτακόσιες είκοσι οχτώ ημέρες, μείον τα Σαββατοκύριακα, τις άδειες, τις &lt;br /&gt;εορτές και αργίες,  θα πρέπει να μελέτησα μερικές εκατοντάδες χιλιάδες βιογραφικά &lt;br /&gt;σημειώματα και να συζήτησα με πάνω από είκοσι χιλιάδες υποψηφίους. Για θέσεις όλου&lt;br /&gt; του φάσματος της ιεραρχίας, από γραμ-ματέα, βοηθού λογιστή, τεχνίτη και πωλητή, έως&lt;br /&gt; γενικού διευθυντή και διευθύνοντος συμβούλου, στη βιομηχανία, το εμπόριο και την &lt;br /&gt;παροχή υπηρεσιών, κυρίως του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt; Το Τμήμα Ανθρωπίνων Πόρων, που αρχικά ονομαζόταν Τμήμα Επιλογής Προσωπικού, στο&lt;br /&gt; υποκατάστημα της μεγάλης εταιρίας μελετών και συμβούλων επιχειρήσεων, προσγειωμένο&lt;br /&gt; λεκτικά σε μια πραγματικότητα χωρίς επαγγελματική πόζα, ήμουν εγώ. Ένας υπεύθυνος&lt;br /&gt; ανθρωπίνων πόρων που είχε σκύψει το κεφάλι στη ρουτίνα αλλά δεν χώνευε τον τίτλο &lt;br /&gt;του. Με τη μάλλον τυπική επίβλεψη πρώτα του Ρήγα κι ύστερα του Νίκου, και τη βοήθεια&lt;br /&gt; στη γραμματεία απ’ τη Σουζάνα, που είχε κι ένα σωρό άλλα (κι άλλους) στο κεφάλι της.&lt;br /&gt; Πάνω από είκοσι χρόνια στα γραφεία της  Κατούνη, άλλα πέντε σε διαμέρισμα παλιάς&lt;br /&gt; πολυκατοικίας της Βασιλέως Γεωργίου, και τα τελευταία ολίγα στην πολυτέλεια του &lt;br /&gt;τρίτου ορόφου της οικοδομής γωνία Εγνατία και Δωδεκανήσου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν ο Ρήγας αποφάσισε να αποχωρήσει, το θεώρησε αυτονόητο ότι θα αναλάμβανα εγώ τη&lt;br /&gt; διεύθυνση του υποκαταστήματος. Το δικό του αυτονόητο όμως ήρθε σε σύγκουση με το&lt;br /&gt; δικό μου. Ότι δεν θα αναλάμβανα ποτέ διοικητικές ευθύνες. «Είμαι μελετητής», του&lt;br /&gt; είπα « και μελετητής θα παραμείνω». Έτσι άνοιξε ο δρόμος για τον πολύ νεότερο και&lt;br /&gt; εξελίξιμο. Από έξι-εφτά άτομα με τον Ρήγα, γίναμε δέκα κι ύστερα είκοσι με τον Νίκο,&lt;br /&gt; και τώρα τα παιδιά και τα κορίτσια στην εταιρία θα πρέπει να έχουν ξεπεράσει τα&lt;br /&gt; τριάντα. &lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Λοιπόν. Η εταιρία-πελάτης συμπλήρωνε ένα έντυπο με τις προδιαγραφές της θέσης, τα&lt;br /&gt; απαιτούμενα προσόντα των υποψηφίων, τις προβλεπόμενες αμοιβές και πρόσθετες παροχές,&lt;br /&gt; κι εγώ έκανα έρευνα στα αρχεία, έβαζα αγγελίες στις εφημερίδες, έκλεινα ραντεβού και&lt;br /&gt; έβλεπα όσους έκρινα κατ’ αρχήν  κατάλληλους απ’ τα βιογραφικά ή από προηγούμενες&lt;br /&gt; συνεντεύξεις, τους αξιολογούσα και υπέβαλα τις προτάσεις μου στον πελάτη, για να&lt;br /&gt; προχωρήσει εκείνος στην τελική αξιολόγηση και την πρόσληψη.&lt;br /&gt;          &lt;br /&gt;Δεν ξέρω πώς έγινε τόσα και τόσα χρόνια στο μαγκανοπήγαδο, αλλά αγνόησα τις φιλικές&lt;br /&gt; (και άλλες) συστάσεις και ποτέ δεν φόρεσα κοστούμι και γραβάτα. Κυριολεκτικά και&lt;br /&gt; μεταφορικά. Ποτέ μου δεν κατάφερα να δω τους υποψήφιους ως πόρους,  μόνον ως &lt;br /&gt;ανθρώπους. Που είχαν ανάγκη για δουλειά και για ψωμί, ενίοτε και για παντεσπάνι. Και&lt;br /&gt; για μια καθαρή εξήγηση. Έτσι, σίγουρα έκανα κι εγώ τα μικρά και τα μεγάλα λάθη μου&lt;br /&gt; και είχα τα προβλήματά μου, εκεί όπου με είχε πετάξει η τύχη και εργαζόμουν πάντοτε&lt;br /&gt; με μειωμένο ωράριο για να μου μένει μετά δύναμη και διάθεση να γράφω. &lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Απ’ την αρχή αποφάσισα ότι υπήρχε ένας και μοναδικός τρόπος να συμβιβάσω μέσα μου, σε&lt;br /&gt; ένα βαθμό, την αντίφαση που συνιστούσε το επάγγελμά μου και να τα βγάλω πέρα με τις&lt;br /&gt; μικρότερες δυνατές απώλειες. Να είμαι τυπικός και απόμακρος έως αγέρωχος με τα ψηλά&lt;br /&gt; καπέλα και προσιτός έως φιλικός με τους υπόλοιπους. Πολλές φορές, όταν είχα ώρα και&lt;br /&gt; διάθεση κι όταν κάποιος υποψήφιος μου φαινόταν δεκτικός, πιάναμε την κουβέντα για&lt;br /&gt; χίλια δυο άλλα, εκτός από τα επαγγελματικά. Μιλούσαμε για τις εμπειρίες και τα &lt;br /&gt;όνειρά μας, τον γνώριζα και με γνώριζε καλύτερα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι, μπορεί ο καταναγκασμός να άφηνε τα σημάδια του στο πρόσωπο μου, και τα&lt;br /&gt; χειρότερα σημάδια στην ψυχή μου, μπορεί καμιά φορά να μάλωνα κι άλλοτε να διέκοπτα &lt;br /&gt;τη συνεργασία με κάποιους δουλεμπόρους ή γελωτοποιούς που υποδύονταν τον εργοδότη,&lt;br /&gt; αλλά ποτέ δεν ανέκυψαν παράπονα από υποψηφίους.  &lt;br /&gt;          &lt;br /&gt;Το σύστημα ήταν αξιοκρατικό και η διαδικασία αξιολόγησης αντικειμενική. Χωρίς καμία&lt;br /&gt; εξαίρεση η αρχική απ’ τη δική μας πλευρά και σχεδόν πάντα η τελική απ’ την πλευρά&lt;br /&gt; των επιχειρήσεων. Αυτός ήταν και ο σκοπός της ανάθεσης. Να επισημάνω τρεις-τέσσερις&lt;br /&gt; υποψηφίους με τα απαιτούμενα προσόντα για να προσλάβει η εταιρία εκείνον που θα &lt;br /&gt;έκρινε καταλληλότερο. Πολύ σπάνια ένας επιχειρηματίας δέχεται να μισθοδοτεί, απ’ την&lt;br /&gt; τσέπη του και όχι με τα λεφτά του Δημοσίου (του κάθε πολίτη δηλαδή), τον &lt;br /&gt;οποιονδήποτε ανίκανο έχει γνωριμίες, δόντι ή βύσμα. Τα πράγματα όμως σκάλωναν όταν η&lt;br /&gt; ανάθεση προερχόταν από εταιρία\ του λεγόμενου ευρύτερου δημόσιου τομέα ή από &lt;br /&gt;συνεταιριστικές επιχειρήσεις. Τότε συχνά άλλους πρότεινα εγώ κι άλλους προσλάμβαναν&lt;br /&gt; αυτοί.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση ενός υποψηφίου για θέση προγραμματιστή- αναλυτή. Τον&lt;br /&gt; είδα, μου έκανε εντύπωση ο αέρας του και το τουπέ του, τον αξιολόγησα, διαπίστωσα&lt;br /&gt; ότι μερικοί άλλοι υπερείχαν συντριπτικά και τον κατέταξα στην πρότασή μου τέταρτο&lt;br /&gt;  με διαφορά από τους πρώτους τρεις. Και του το είπα. Όταν σηκώθηκε να φύγει, γύρισε&lt;br /&gt; και μου είπε χαμογελώντας. «Να ξέρετε ότι η διαδικασία αυτή είναι τυπική, όποιους &lt;br /&gt;και να προτείνετε εσείς, στη θέση αυτή θα προσληφθώ εγώ. Γιατί ο πατέρας μου είναι&lt;br /&gt; μέλος του συνεταιρισμού». Έτσι κι έγινε. Εγώ πρότεινα τους όποιους, εκείνοι&lt;br /&gt; προσέλαβαν τον δικό τους.  &lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Ακόμη περισσότερο με εξόργιζαν κάποιες άλλου είδους μεροληψίες και διακρίσεις. Συχνά&lt;br /&gt; έπαιρνα τηλέφωνο τους εργοδότες και προσπαθούσα να τους πείσω ότι υπήρχαν και &lt;br /&gt;γυναίκες με εξαιρετικά προσόντα. Η απάντηση ήταν γνωστή εκ των προτέρων. Κάποιες &lt;br /&gt;θέσεις ήταν παραδοσιακά μόνον για άνδρες αλλά και, γενικότερα, οι γυναίκες κοστίζουν&lt;br /&gt; πιο πολύ γιατί κάνουν παιδιά, παίρνουν άδεια μητρότητας και λείπουν πιο συχνά από&lt;br /&gt; την εργασία.  &lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Πρωτότυπη ήταν η δικαιολογία για τρεις θέσεις στην οικονομική λειτουργία μεγάλης&lt;br /&gt; κρατικής βιομηχανίας. Έβαλα αγγελίες, έλαβα πληθώρα βιογραφικών, είδα εβδομήντα-&lt;br /&gt;ογδόντα υποψηφίους και πρότεινα τριάντα, με βάση τις οδηγίες της εταιρίας. Υπήρχε μία&lt;br /&gt; υποψήφια διακριτικά ωραία, πανέξυπνη και ικανή, πτυχιούχος με άριστα και &lt;br /&gt;μεταπτυχιακές σπουδές, με γνώση δύο ξένων γλωσσών σε υψηλό επίπεδο, με, με, με. Την&lt;br /&gt; πρότεινα πρώτη στην κατάταξη. Κλείσαμε ραντεβού στα γραφεία μας για να κάνει ο&lt;br /&gt; αρμόδιος διευθυντής ανεπηρέαστος τις συνεντεύξεις και να λάβει την τελική απόφαση. &lt;br /&gt;Είδε κι αυτή την υποψήφια και όταν βγήκε έξω για διάλειμμα, το αγέλαστο &lt;br /&gt;γεροντοπαλίκαρο εξέφρασε με μάτια που έλαμπαν τον θαυμασμό του για τα προσόντα της.            &lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Ύστερα από λίγες μέρες, μας ειδοποίησαν ότι είχαν προσληφθεί μόνον άντρες υποψήφιοι.&lt;br /&gt; Σούταρα τον σκουπιδοτενεκέ στη γωνία, τον έστησα στη θέση του και τον πέτυχα πιο &lt;br /&gt;χορταστικά, είπα και μερικά που θα έκαναν τους τρικυκλάδες στη γωνία με την Τσιμισκή&lt;br /&gt; κι ίσως τους τραβεστί στη γειτονική Πολυτεχνείου να κοκκινίσουν, ύστερα πήρα βαθιές&lt;br /&gt; ανάσες, άναψα τσιγάρο, ήπια δυο γουλιές καφέ και έκανα αυστηρές συστάσεις στον εαυτό&lt;br /&gt;μου. Και τηλεφώνησα τον κύριο διευθυντή.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;«Μπορείτε να μου πείτε τι νόημα έχει να μας αναθέτετε την εργασία, να πληρώνετε τόσα&lt;br /&gt; χρήματα, να συμφωνείτε μαζί μας για την κατάταξη των υποψηφίων και να μην &lt;br /&gt;προσλαμβάνετε την πρώτη και καλύτερη;» Έμεινε για λίγο βουβός, ύστερα ξερόβηξε και&lt;br /&gt; αποφάσισε να μου σκάσει το μυστικό. «Ξέρετε, εδώ πέφτουν επάνω μας υπουργοί και&lt;br /&gt; βουλευτές για να προσλάβουμε τις κόρες και τις ανιψιές τους. Είναι αδύνατον να &lt;br /&gt;πάρουμε γυναίκα απ’ έξω έστω και με αδιάβλητη διαδικασία. Έτσι, προσλαμβάνουμε άντρες&lt;br /&gt; και το αιτιολογούμε, λέγοντας τους ότι αυτοί έχουν ειδικά προσόντα που δεν μπορεί να&lt;br /&gt; έχει μια γυναίκα».&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Το αριστείο της θρασύτητας όμως απονεμήθηκε στη διοίκηση της συνεταιριστικής τράπεζας&lt;br /&gt; μιας μικρής πόλης.  Για να είναι και τυπικά εντάξει με τους μετόχους τους, μας &lt;br /&gt;ζήτησαν να μαγειρέψουμε τη βαθμολογία και να μεταφέρουμε τους καλύτερους άντρες &lt;br /&gt;υποψήφιους από την έβδομη και δέκατη θέση της αξιολόγησης στην πρώτη και τη δεύτερη.&lt;br /&gt; Η ανάθεση είχε γίνει μέσω του κεντρικού μας στην Αθήνα και δέχτηκα αφόρητες πιέσεις&lt;br /&gt; απ’ τον δικό μας πλέον διευθυντή. Ήμασταν στο γραφείο του Νίκου, με απλωμένους τους &lt;br /&gt;φακέλους και το τηλέφωνο σε ανοιχτή ακρόαση, και με είχε στριμώξει στη γωνία.&lt;br /&gt;           «Θα υπογράψεις».&lt;br /&gt;            «Ποιος το λέει αυτό;&lt;br /&gt;             «Εγώ το λέω και θα υπογράψεις».&lt;br /&gt;             «Δεν κατάλαβες καλά, ρε φίλε».&lt;br /&gt;            &lt;br /&gt;Η λογική είχε πάει περίπατο σ΄αυτή τη μετωοπική σύγκρουση, στην άκρη των χειλιών μου&lt;br /&gt; βρισκόταν ήδη ολόκληρο το σόι του και στα μάτια μου η προοπτική της ανεργίας. Τη &lt;br /&gt;στιγμή εκείνη είδα απέναντι την πόρτα ως από μηχανής θεό. Σηκώθηκα λοιπόν και έφυγα &lt;br /&gt;από το γραφείο για το σπίτι, με το αίμα στο κεφάλι και χωρίς άλλη κουβέντα. Ποτέ δεν &lt;br /&gt;ρώτησα, ποτέ δεν έμαθα τι έγινε, και ευτυχώς κανένας δεν μου ζήτησε μετά τον λόγο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με τους ανθρώπους του ιδιαίτερου γραφείου βουλευτών και υπουργών και άλλων&lt;br /&gt; μεγαλόσχημων ήμουν ευγενέστατα περιφρονητικός. Μερικές φορές λαμβάναμε και &lt;br /&gt;σημειώματα ή επιστολές για εξυπηρετήσεις. Να προσέξουμε όλως εξαιρετικώς ή να &lt;br /&gt;τακτοποιήσουμε τον εξαίρετο νέο τάδε ή δείνα. Εκτός μια-δυο που κράτησα για να &lt;br /&gt;γελάσουμε αργότερα με  φίλους, αυτές οι επιστολές ακολουθούσαν προδιαγεγραμμένη&lt;br /&gt; διαδρομή με άδοξο τέλος. Από τον ταχυδρόμο στον θυρωρό, από τον θυρωρό στη Σουζάνα&lt;br /&gt; και από κείνη σ’ εμένα, που καταχωρούσα το όνομα του υποψηφίου στον μαύρο κατάλογο&lt;br /&gt; για να μην τον προτείνω και σε καμία άλλη περίπτωση, και απ’ το δεξί στο αριστερό &lt;br /&gt;μου χέρι και στο καλάθι των αχρήστων.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Πολύ επιεικέστερος ήμουν με τους στοργικούς και κακομαθημένους γονείς που με &lt;br /&gt;παρακαλούσαν για τον γιο ή την κόρη τους, συνήθως από το τηλέφωνο και σπάνια με&lt;br /&gt; επίσκεψη στο γραφείο. Εξέφραζα τη συμπάθειά μου, και απλώς τους εξηγούσα ότι, αν το&lt;br /&gt; παιδί τους είχε τα κατάλληλα προσόντα, φυσικά και θα το πρότεινα για την τελική &lt;br /&gt;επιλογή από την εταιρεία.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Η μεγάλη αδυναμία μου όμως ήταν οι γιαγιάδες απ’ το χωριό που απαντούσαν το τηλέφωνο,&lt;br /&gt; δεν άκουγαν καλά και δυσκολεύονταν να καταλάβουν. Ξεχνούσα ακαριαία την&lt;br /&gt; επαγγελματική δεοντολογία και τα χρόνια μου, έβλεπα μια ολόκληρη ζωή στέρησης, το &lt;br /&gt;ρυτιδωμένο πρόσωπο πάνω απ’ τα μαύρα ρούχα, τις μαλακές παντόφλες και τα πιο μαλακά &lt;br /&gt;άσπρα χέρια τους, και οπλιζόμουν με απέραντη υπομονή.&lt;br /&gt;        «Πες το πάλι, παιδάκι μου (την ξενόγλωσση ονομασία της εταιρείας μας).  Πού&lt;br /&gt; είναι κι αυτό το μολύβι; Λείπει τώρα ο μικρός, να θυμηθώ να του το πω όταν γυρίσει. &lt;br /&gt;Είναι καλός ο Κωστάκης μας, να τον πάρετε στη δουλειά».&lt;br /&gt;«Σου υπόσχομαι ότι θα κάνω ό,τι μπορώ, γιαγιάκα, και μην στενοχωριέσαι εσύ».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν αυξήθηκαν οι αναθέσεις και, σε συνδυασμό με την εσωτερική οργάνωση των &lt;br /&gt;επιχειρήσεων, ήταν πλέον απαραίτητος ο δεύτερος, προσλήφθηκε ο Φάνης κι εγκα-&lt;br /&gt;ταστάθηκε διαγωνίως απέναντι μου στο στενόχωρο δωμάτιο της Βασιλέως Γεωργίου. Ψηλός,&lt;br /&gt; μελαχρινός, αθλητικός, ωραίος και γλυκομίλητος, με το πτυχίο του και το μεταπτυχιακό&lt;br /&gt; απ’ τη Σκοτία, στην πρώτη του δουλειά μετά τη στρατιωτική θητεία του. Μέσα εμείς και&lt;br /&gt; έξω απ’ το παράθυρο τα βρώμικα σιδερένια μπαλκόνια με ένα σκουριασμένο ποδήλατο, με&lt;br /&gt; κάθε είδους κλαμπατσίμπαλα, ξεθωριασμένες μπλε και ροζ κομπινεζόν στο σκοινί, και&lt;br /&gt; καμιά γάτα αλήτισσα να ακροβατεί στα πλέγματα ή τα κάγκελα.&lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Τον ενημέρωσα, τον εκπαίδευσα, του ανέθεσα τις συγκριτικά απλούστερες θέσεις και, τα&lt;br /&gt; πρώτα χρόνια, όλα τα επαγγελματικά μας πήγαιναν καλά και όλα τα υπόλοιπα ανάποδα. &lt;br /&gt;Πράγμα φυσιολογικό αφού, σχεδόν στο κάθε τι,  ήμασταν ο ένας το αντίθετο του άλλου κι&lt;br /&gt; έπρεπε με κάποιον τρόπο να προσαρμοστούμε στο χάσμα της ηλικίας, τις παραξενιές αλλά&lt;br /&gt; και στην εντελώς διαφορετική στάση ζωής. Ο Φάνης είχε περίπου τα μισά μου χρόνια, &lt;br /&gt;βάδιζε την πεπατημένη, έδινε μεγάλη σημασία στους τύπους και τις λεπτομέρειες. Έτσι,&lt;br /&gt; οι μικροπρο-στριβές της καθημερινότητας έπαιρναν διαστάσεις.&lt;br /&gt;                               &lt;br /&gt;Υποτίθεται ότι εγώ τον επέβλεπα, όμως εκείνος μου έκανε τις παρατηρήσεις. &lt;br /&gt;Δικαιολογημένες τις περισσότερες φορές, δε λέω. Πώς έφευγα μετά πέντε ώρες εργασίας&lt;br /&gt; και τον άφηνα μόνο στο γραφείο να αντιμετωπίσει τις τυχόν δυσκολίες, πώς μιλούσα &lt;br /&gt;τόσο δυνατά στο τηλέφωνο, πώς έτρωγα καμιά φορά σάντουιτς ή τυρόπιτα όταν εκείνος &lt;br /&gt;έκανε συνέντευξη, πώς άφηνα ακατάστατο το γραφείο μου και πώς πετούσα φλούδες&lt;br /&gt; πορτοκαλιών στην κουζίνα, πώς, πώς και πώς.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Όχι ότι δεν είχαμε και μερικά σημαντικά κοινά σημεία. Συμφωνούσαμε, για παράδειγμα, &lt;br /&gt;ότι οι πιο αντιπαθητικοί υποψήφιοι (και τελικά ακατάλληλοι για οποιαδήποτε θέση) ήταν&lt;br /&gt; οι ενδεδυμένοι με εξεζητημένη κομψότητα, οι δουλοπρεπείς ή οι θρασείς, εκείνοι που&lt;br /&gt; άφηναν το χέρι τους να κρέμεται ψόφιο στη χειραψία ή έπιαναν την άκρη των δαχτύλων&lt;br /&gt; μας (σφίξε το χέρι, ρε, σαν άντρας) και όσοι απέφευγαν να μας κοιτάξουν στα μάτια &lt;br /&gt;κατά τη συνέντευξη. Ακόμη, όσοι προσπαθούσαν να μας επηρεάσουν με γνωριμίες και οι &lt;br /&gt;γυναίκες που επιδείκνυαν την πραγματική ή υποθετική ομορφιά τους.&lt;br /&gt;          &lt;br /&gt;Όσον αφορά τις προσωπικές μας σχέσεις, οι εναλλακτικές δυνατότητες ήταν τέσσερις. Να&lt;br /&gt; αλλάξω εγώ από τη θετική επίδραση του Φάνη (το κάπως δύσκολο στην ηλικία μου), να &lt;br /&gt;αλλάξει ο Φάνης απ’ το αρνητικό δικό μου παράδειγμα (το εξίσου δύσκολο για την&lt;br /&gt; υπεροψία του νέου), να μην αλλάξει κανείς από τους δύο (το φυσιολογικό) ή να&lt;br /&gt; αλλάξουμε και οι δύο (το εξαιρετικά σπάνιο).&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Αν και δεν το πίστευα με τίποτα, τελικά αλλάξαμε και οι δύο. Με τον καιρό, φαίνεται&lt;br /&gt; ότι καταλάβαμε πιο καλά ο ένας τον άλλο, εγώ έλεγξα τον αυθορμητισμό μου, έγινα πιο&lt;br /&gt; τακτικός και πρόσεχα περισσότερο όσα τον ενοχλούσαν, ενώ ο Φάνης εκτίμησε το δικό&lt;br /&gt; μου πρότυπο ζωής. Βοήθησαν και οι ατέλειωτες συζητήσεις, τα ταξίδια με το αυτοκίνητό&lt;br /&gt; του για εσωτερική οργάνωση ή για επιλογή προσωπικού, σε εταιρίες με έδρα μικρότερες&lt;br /&gt; πόλεις της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Ο Νίκος είχε βέβαια μεγάλες ευθύνες και σκοτούρες και σχεδόν ποτέ δεν ανακατευόταν&lt;br /&gt; στη διαδικασία επιλογής. Επέβλεπε κυρίως τα πολυπληθέστερα και πιο προσοδοφόρα άλλα&lt;br /&gt; τμήματα, ετοίμαζε, πλάι σ’ ένα τασάκι που ξεχείλιζε αποτσίγαρα, προϋπολογισμούς και&lt;br /&gt; προγράμματα ανάπτυξης των πωλήσεων, μας έδινε τους φιλόδοξους αναλυτικούς ετήσιους &lt;br /&gt;στόχους, του δίναμε τους  πιο ταπεινούς μηνιαίους απολογισμούς μας, γκρίνιαζε όταν&lt;br /&gt; υστερούσαμε και έλεγε ότι θα φωνάζει η Αθήνα και ότι πρέπει να δουλέψουμε πιο &lt;br /&gt;εντατικά, ήταν ευτυχισμένος όταν σπανίως τους υπερβαίναμε και πάντοτε πρόθυμος να &lt;br /&gt;προσφέρει τη βοήθεια του όταν σπανιότατα τη ζητούσαμε. Συχνά έμπαινε στο γραφείο μας&lt;br /&gt; για το τελευταίο ανέκδοτο ή ένα σύντομο σχολιασμό της επικαιρότητας.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Στα εφτά-οχτώ χρόνια που συνεργαστήκαμε με τον Φάνη (όπως και στα προηγούμενα που&lt;br /&gt; ήμουν μόνος), απ’ το γραφείο μας  παρέλασαν πολλές ωραίες γυναίκες. Άλλες&lt;br /&gt; διακριτικά, άλλες εντυπωσιακά, και άλλες κραυγαλέα. Πολλές ήταν κι εκείνες που&lt;br /&gt; βαθμολόγησαν με άριστα τα δικά του φανερά προσόντα. Όταν τελείωνα τη συνέντευξη μου&lt;br /&gt; κι εκείνος άρχιζε τη δική του, έβλεπα, λόγου χάρη, (και διασκέδαζα) μια υποψήφια για&lt;br /&gt; τη θέση γραμματέως, ξανθιά και καλοκαμωμένη έως εκρηκτική, να έχει ρίξει πλάι το &lt;br /&gt;μαλλί και το κεφάλι, κι όταν εκείνος τη ρωτούσε σοβαρότατα για τις σπουδές και την &lt;br /&gt;προϋπηρεσία της, εκείνη να απαντάει με φωνή μισοσβησμένη και βραχνή ενώ του έριχνε &lt;br /&gt;λιγωμένες ματιές. Ο Φάνης όμως ήταν βράχος. Δεν έβλεπε, δεν άκουγε, δεν καταλάβαινε,&lt;br /&gt; έλεγχε απολύτως την πλεονάζουσα τεστοστερόνη. Παρόλο που δεν ήταν πια νιόπαντρος,&lt;br /&gt; και πιο πολύ παρόλο που του άρεσε το ερωτικό παιχνίδι. Απλούστατα δεν άλλαζε τη Λίζα&lt;br /&gt; των εφηβικών του χρόνων με καμία άλλη, στιγμιαία, πρόσκαιρη ή μόνιμη. &lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Με τον καιρό, επισήμανα και εκπληκτικές αλλαγές  στη συμπεριφορά του. Να επιδεικνύει&lt;br /&gt; επιείκεια στα παραπτώματά μου, να μου διδάσκει με υπομονή τη χρήση του υπολογιστή,&lt;br /&gt; να με προσέχει με τη στοργή του νεότερου προς τον μεγαλύτερο. Όταν έμπαιναν στο &lt;br /&gt;γραφείο εικοσι-πεντάχρονοι που αναζητούσαν πιο συγκεκριμένη επαγγελματική κατεύθυνση,&lt;br /&gt; εγώ καθόμουν και τους εξηγούσα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των &lt;br /&gt;προσόντων τους, και τις προοπτικές τους με τα δεδομένα της αγοράς εργασίας. Καλά, τι&lt;br /&gt; απασχολείσαι μαζί τους τόση ώρα; απορούσε παλιά ο Φάνης, μην βλέποντας κάποιο &lt;br /&gt;πρακτικό όφελος για μας και για την εταιρία. Αργότερα όμως διαπίστωσα ότι κι εκείνος&lt;br /&gt; έκανε ακριβώς τα ίδια.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Το πιο εκπληκτικό απ’ όλα έγινε λίγους μήνες πριν έλθει το πλήρωμα του χρόνου και&lt;br /&gt; αποχωρήσω από την εταιρεία. Αν και η λογοτεχνία δεν ήταν μέσα στα ενδιαφέροντα του,&lt;br /&gt; ο Φάνης εμφανίστηκε ξαφνικά σε μια ποιητική εκδήλωση που οργάνωσε για μένα το πρώτο &lt;br /&gt;διαμέρισμα του δήμου. Μπήκε πρώτος στην αίθουσα, έστησε τον τρίποδα και την κάμερα, &lt;br /&gt;έκανε τη βιντεοσκόπησή του ευσυνείδητα, άκουσε τις εισηγήσεις και τα ποιήματα μου,&lt;br /&gt; έφυγε τελευταίος. Μετά απ’ αυτό, τίποτα πια δεν αποκλείεται. Ακόμη και κάποιο βράδυ&lt;br /&gt; βροχερό να έριξε καμιά ματιά  στα ποιητικά βιβλία που του είχα χαρίσει.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Αυτές τις ιστορίες και άλλες πιο πρόσφατες λέμε κατά διαστήματα όταν βγαίνουμε ο δυο&lt;br /&gt; μας το βράδυ για ψαράκι ή θαλασσινά. Όπως στα Κύματα του Πλαταμώνα, μέσα απ’ τη &lt;br /&gt;τζαμαρία και πλάι στη θάλασσα όταν γυρίζαμε απ’ τα ταξίδια μας στον νότο. Και πως ο &lt;br /&gt;Φάνης, αν και το δικαιούται πλήρως, δεν είναι πια διατεθειμένος να καταβάλει το&lt;br /&gt;τίμημα για να ανέλθει υψηλά στην ιεραρχία. Γιατί θεωρεί ότι υπάρχουν πολύ πιο &lt;br /&gt;σημαντικά πράγματα στον κόσμο.&lt;br /&gt;          &lt;br /&gt;Δεν ξέρω πώς έγινε τόσα και τόσα χρόνια στο μαγκανοπήγαδο, αλλά ποτέ μου δεν τα &lt;br /&gt;κατάφερα να βλέπω πόρους, τίτλους και στολές. Στο γραφείο και οπουδήποτε αλλού. Μόνον&lt;br /&gt; ανθρώπους με ανθρώπινα ελαττώματα σαν τα δικά μου, που τους αξίζει το καλύτερο. Και&lt;br /&gt; ύστερα να δέχομαι μοιρολατρικά τη αναπόφευκτη τιμωρία του αιρετικού. Αλλά και να &lt;br /&gt;εισπράττω τη δίκαιη ανταμοιβή του. Που είναι ο Φάνης και η Σουζάνα και διάφοροι άλλοι&lt;br /&gt; στις διαδρομές και στάσεις της ζωής μου.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-7862280217324087444?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/7862280217324087444/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=7862280217324087444&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/7862280217324087444'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/7862280217324087444'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2010/11/blog-post.html' title='Οι ανθρώπινοι πόροι'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-3424500845470618889</id><published>2010-10-21T10:28:00.004+03:00</published><updated>2010-10-21T10:47:23.756+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ο δρόμος για την Ουρανούπολη'/><title type='text'>Ο ευρύτερος του δημοσίου</title><content type='html'>Στην ευτυχή, ένδοξη και ιστορική μεσογειακή χώρα, της οποίας τέκνο ταπεινό είμαι κι εγώ, ήταν εθνική παράδοση να κυβερνάει πάντοτε η δεξιά. Γνήσια δεξιά και δεξιότερη, έως ακραία και δικτατορική, με κάποια βραχύχρονα διαλείμματα δεξιόστροφου κέντρου. Όταν, για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία της, κέρδισαν τις εκλογές και σχημάτισαν κυβέρνηση οι σοσιαλιστές, από το διευθυντικό γραφείο της εταιρίας μελετών όπου εργαζόμουν, ακούστηκαν κλαυθμοί και οδυρμοί. Πατριωτικής φύσεως όπως, θα πάει κατά διαόλου η οικονομία με τις παροχές, έως ιδιοτελούς, τώρα δεν πρόκειται να σταυρώσουμε δουλειά απ’ τον δημόσιο τομέα. Όταν, για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία της χώρας, ήρθαν στα πράγματα οι σοσιαλιστές, από το μελετητικό γραφείο της ίδιας εταιρίας ακούστηκαν πανηγυρισμοί. Πατριωτικής φύσεως όπως, έφυγε επιτέλους η πουτάνα η δεξιά, και, μπήκε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, έως ανιδιοτελούς, ε, ας μη σώσει να πάρουμε δουλειά απ’ τον δημόσιο τομέα.                   &lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Όπως συνήθως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, σύντομα διαψεύστηκε η διεύθυνση, διαψεύστηκαν και οι μελετητές. Σε όλες τις εκτιμήσεις τους. Λίγους μήνες αργότερα, μία ομάδα, συνολικά οκτώ συμβούλων, όδευε με δύο αυτοκίνητα προς την έδρα και το κεντρικό συγκρότημα εργοστασίων μιας μεγάλης βιομηχανίας πυρομαχικών. Είχαμε πάρει μια σημαντική ανάθεση για την αναδιοργάνωση της εταιρίας του ευρύτερου δημόσιου τομέα και η πρώτη μας εμφάνιση θα έπρεπε να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες. Κανένας, βέβαια, δεν παραπονιόταν. Ούτε εγώ κι οι άλλοι δύο αναλυτές συστημάτων και διαδικασιών, ούτε ο σύμβουλος μηχανοργάνωσης, ούτε ο ειδικός επί των οικονομικών και ο μηχανικός παραγωγής, ούτε ο νεαρός μαθητευόμενος με διδακτορικό από την Αμερική που θα κρατούσε τα αρχεία και θα έβγαζε φωτοτυπίες. &lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Όπως ήταν φυσικό, λιγότερο απ’ όλους παραπονιόταν ο διευθυντής της μελέτης. Ως κυρίως υπεύθυνος όμως για την  επιτυχή διεξαγωγή της, ανησυχούσε για το αλλότριο, ίσως και εχθρικό, περιβάλλον προς το οποίο κατευθυνόμασταν ανυπεράσπιστοι. Τόσο έντονα που συνεχώς μας νουθετούσε για το πώς θα δείχναμε ότι διαθέτουμε άψογα λαϊκά διαπιστευτήρια. Λοιπόν, δεν θα φοράμε γραβάτα, είπε για δεύτερη φορά, λύνοντας με πόνο και βάζοντας προσεκτικά στον δερμάτινο χαρτοφύλακα την ακριβή  δική του. Θα μιλάμε απλά και κατανοητά στον ενικό και θα χρησιμοποιούμε τα μικρά  μας ονόματα. Εσένα θα σε λέμε, Γιάννη, πρόσθεσε απευθυνόμενος στον ειδικό της μηχανοργάνωσης που είχε  ελληνοβρετανική υπηκοότητα. Μα, Τζων με βάφτισε ο νονός μου, διαμαρτυρήθηκε εκείνος,&lt;br /&gt; για να μουρμουρίσει λίγο αργότερα κάτι για δουλοπρέπεια.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Ο Διευθύνων Σύμβουλος και ο Γενικός Διευθυντής της εταιρίας μας υποδέχτηκαν εγκάρδια  με κοστούμι, γραβάτα και πληθυντικό. Κατά τα άλλα, δεν μου φάνηκαν καθόλου επίφοβοι. Υψηλόβαθμα και μορφωμένα κομματόσκυλα που είχαν πρόσφατα διορισθεί, φαίνονταν ικανοί  και ανυπομονούσαν να αναφέρουν στον αρμόδιο υπουργό ότι αποδίδουν έργο. Για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, εννοείται. Έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις, προσφέρθηκαν αναψυκτικά, είπαν και είπαμε τα προκαταρκτικά και τα καθιερωμένα, τους ενημερώσαμε αναλυτικά για τη διαδικασία που θα ακολουθούσαμε, μας παρουσίασαν στα στελέχη της εταιρίας και μας ξενάγησαν στις εγκαταστάσεις. Κι από την άλλη μέρα, επί το έργον.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Σε πρώτη φάση, θα έπρεπε να ενημερωθούμε λεπτομερώς για τον τρόπο λειτουργίας της εταιρίας σε κάθε τομέα και για τα σοβαρά και σοβαρότερα οργανωτικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Συγκεντρώσαμε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και στοιχεία, τα στελέχη συμπλήρωσαν ειδικά έντυπα με τα καθήκοντα, τις απόψεις και τις προτάσεις τους και εμείς προγραμματίσαμε πάνω από διακόσιες συνεντεύξεις. Παρακολουθήσαμε την παραγωγική διαδικασία, καταγράψαμε και αναλύσαμε μεθόδους και συστήματα σε εργοστάσια και γραφεία, είδαμε από εργάτη, τεχνίτη και εργοδηγό της κάθε μονάδας και του κάθε τμήματος ως προϊστάμενο, διευθυντή και την ανωτάτη διοίκηση.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Σε κάθε τμήμα που έβαζα κάτω απ’ το μικροσκόπιο, μου έκανε εντύπωση ο αριθμός του προσωπικού, εξόφθαλμα υπερβολικός. Εκεί που περίμενα να βρω δέκα-δώδεκα, αντίκριζα τριάντα, κι εκεί που τους εκτιμούσα διακόσιους περίπου, με περίμεναν τριακόσιοι πενήντα. Πόσα άτομα είπατε ότι έχετε στο τμήμα σας; ρωτούσα, κατά τη συνέντευξη, στην αρχή με ειλικρινή έκπληξη κι ύστερα με αδιόρατη ειρωνεία, τον αρμόδιο προϊστάμενο ή διευθυντή. Εξήντα δύο, απαντούσε εκείνος με αδιόρατη θλίψη και αμηχανία. Εξήντα δύο, συλλάβιζα  με θαυμασμό και άφηνα τον αριθμό να αιωρηθεί για λίγο στην ατμόσφαιρα. Και με τι ακριβώς ασχολείται αυτό το πλήθος; Σε γενικές γραμμές και πριν υπολογίσω αναλυτικά τον χρόνο εργασίας τους (τα είχε ήδη γράψει στο χαρτί αλλά εγώ ήθελα να τον ακούσω να τα προφέρει κιόλας). Οι μισοί πίνουν καφέδες, κοιτάνε έξω απ’ το παράθυρο ή περιφέρονται ασκόπως και εμποδίζουν τους άλλους στην εργασία τους, ξεσπούσε μερικές φορές εκείνος.  &lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Υπήρξαν όμως και γενναίες στιγμές. Όχι από μένα ασφαλώς. Όπως όταν, πετώντας έντεχνα  τη μπάλα στην κερκίδα, κατάφερα να αποφύγω το Γεμιστήριο και τα Εκρηκτικά, που ήταν μονάδες επικίνδυνες σε ειδικές  και απομονωμένες εγκαταστάσεις, και τις ανέλαβε προσωπικά ο θαρραλέος διευθυντής της μελέτης. Με τη γραβάτα του να έχει αποκατασταθεί  στη φυσιολογική της θέση κάτω από το πηγούνι κι ανάμεσα στα πέτα.&lt;br /&gt;          &lt;br /&gt;Η πιο ηρωική εμπειρία ήταν στο Οβιδουργείο με 700 άτομα προσωπικό. Τους συγκέντρωσε όλους, λοιπόν, μια μέρα ο ενθουσιώδης Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας και τους έβγαλε ένα θερμό και εμπνευσμένο λόγο (η αλλαγή-η πατρίδα- το καθήκον, η πατρίδα- το καθήκον-ή αλλαγή, όλοι μαζί, παιδιά). Το αποτέλεσμα ήταν άμεσο και άκρως  εντυπωσιακό. Με μια αύξηση πέντε έως δέκα τοις εκατό να θεωρείται συνήθως μεγάλη επιτυχία, στο Οβιδουργείο, με το ίδιο  προσωπικό και τα ίδια μέσα, η παραγωγή και, συνεπώς, η  παραγωγικότητα τριπλασιάστηκαν. Για μία μόνον εβδομάδα. Μετά επανήλθαν σταδιακά στα  προηγούμενα επίπεδα. Προφανώς, η αύξηση της παραγωγικότητας ελάχιστη σχέση είχε με την έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Ωραίες, λοιπόν, οι σφαίρες και τα βλήματα κάθε διαμετρήματος, συναρπαστικοί οι άδειοι κάλυκες ως ανθοδοχεία και διακοσμητικά, καλά παιδιά και ντόμπρα οι τεχνίτες και οι μουντζούρηδες αλλά τα στοιχεία, στοιχεία. Τα διασταυρώσαμε, τα επιβεβαιώσαμε, κάναμε τις εσωτερικές συσκέψεις και τις διαβουλεύσεις μας, σκαλίσαμε και λίγο βαθύτερα, ζητήσαμε  περαιτέρω ενημέρωση και απαντήσεις από τη διοίκηση. Και η αλήθεια αναδύθηκε ξεκάθαρη και αμείλικτη.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Από τους περίπου 3.500 εργαζόμενους που απασχολούσε  η εταιρία, οι 1.500 (τα δικά μας παιδιά) είχαν προσληφθεί πριν τις εκλογές και πριν τη μεταβίβαση της εταιρίας στο δημόσιο, από τον πρώην ιδιοκτήτη της, διάσημο για το επιχειρηματικό του δαιμόνιο και πάτρωνα της δεξιάς. Όχι βέβαια γιατί είχε ξαφνικά προκύψει κάποια μυστηριώδης ανάγκη, αλλά απλούστατα για να βολευτούν και να εξασφαλιστεί η ψήφος τους (των ιδίων, των οικο-&lt;br /&gt;γενειών τους, του περιβάλλοντος). Και το πιο μεγαλοφυές  ήταν ότι, στη συμφωνία αγοράς της  εταιρίας από το δημόσιο, είχε προβλεφθεί να εισπράττει ο πρώην ιδιοκτήτης της ως αμοιβή ένα ποσοστό επί της συνολικής μισθοδοσίας του προσωπικού.  &lt;br /&gt;          &lt;br /&gt;Όταν, λοιπόν, αντικρίσαμε κατάματα τη σκληρή πραγματικότητα, πρώτα γελάσαμε στους διαδρόμους, μετά γελάσαμε στις σκάλες και το προαύλιο (γέλα, ρε, ελεύθερα, είπα στον μαθητευόμενο, που είχε ύφος ηθοποιού αρχαίας τραγωδίας, κι αυτό μέρος της μελέτης είναι και της εκπαίδευσής σου), ύστερα την ελεεινολογήσαμε κατ’ ιδίαν και ελαφρά μελαγχολήσαμε, κατόπιν θέσαμε ευθέως το πρόβλημα στη σύσκεψη με τη διοίκηση, που είπε, έχετε δίκαιο, είναι στα υπ’ όψιν για την επόμενη συνάντηση με τον υπουργό. Τέλος, αναπόφευκτα, συμβιβαστήκαμε.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Τα παρακάτω ήταν καθαρά θέμα ρουτίνας (εμφάνισης και προσχημάτων). Όπως όταν πέφτεις στον λάκκο με τα γνωστά και φροντίζεις να κρατήσεις καθαρό το μαντηλάκι σου. Πήγαμε και ήρθαμε, τραβήξαμε ευθείες γραμμές, οριζόντιες και κάθετες, σχεδιάσαμε ωραία οργανογράμματα και παραστατικά διαγράμματα ροής των πληροφοριών, γράψαμε λεπτομερείς περιγραφές των θέσεων εργασίας, συντάξαμε διαδικασίες λειτουργίας και ό,τι άλλο προέβλεπε η ανάθεση. Με προσωπικό διπλάσιο σχεδόν απ’ το κανονικό, τι νόημα μπορούσαν να έχουν όλα αυτά και πως θα λειτουργούσε αποτελεσματικά μια οποιαδήποτε επιχείρηση;&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Nα λειτουργεί θα συνέχιζε ασφαλώς. Και αενάως. Τα έσοδα ήταν εξασφαλισμένα, όχι από τις λιγοστές εξαγωγές της εταιρίας στη Μέση Ανατολή και ανατολικότερα, αλλά από τον βασικό πελάτη της που ήταν οι ένοπλες δυνάμεις, δηλαδή το δημόσιο, δηλαδή ο κάθε Μήτσος που πλήρωνε εμμέσως τον λογαριασμό. &lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Ολοκληρώσαμε τη μελέτη, συντάξαμε και υποβάλαμε την έκθεση μας, δεχθήκαμε ευχαριστήρια και συγχαρητήρια στη σύντομη αποχαιρετιστήρια τελετή, λάβαμε υποσχέσεις ότι οι προτάσεις μας θα έμπαιναν σε εφαρμογή το συντομότερο, επιστρέψαμε στην έδρα μας, εκδώσαμε το τιμολόγιο, εισπράξαμε το υπόλοιπο της αμοιβής μας, ασχοληθήκαμε με τις άλλες αναθέσεις μας.  &lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Και τελικά τι έγινε; Τι να γίνει, τίποτα δεν έγινε. ΄Η σχεδόν. Ούτε κι εμείς ή  κανένας άλλος περίμενε να γίνει τίποτα. Η εταιρία του ευρύτερου δημόσιου τομέα παρέμεινε ευρύτερη ως δημόσια και δημόσια ως ευρύτερη.  Ήταν δυνατόν μια σοσιαλιστική κυβέρνηση να απολύσει τόσους εργαζόμενους (μπορεί να μπει κι εδώ το ερωτηματικό), τους περισσότερους οικογενειάρχες (έστω εδώ), και να δημιουργήσει κοινωνικό πρόβλημα; Όταν, μάλιστα, ο δημόσιος τομέας ήταν η αδυναμία της και η αρχική της πρόθεση ήταν να  προσλάβει εκείνη περισσότερους απ’ όσους υποθετικά θα απέλυε. Μήπως, λοιπόν,  πρόσθεσε κι άλλους; Δεν θα το απέκλεια εντελώς. Σίγουρα, όμως, θα έδωσε γενναιόδωρες αυξήσεις, θα πρόσθεσε και μερικά επιδόματα.&lt;br /&gt;            &lt;br /&gt;Στην ευτυχή, ένδοξη και ιστορική μεσογειακή χώρα, της οποίας τέκνο ταπεινό είμαι κι εγώ, δεν έγινε δα και τίποτα τo πρωτότυπο. Οι μαζικές προσλήψεις στον στενότερο και τον ευρύτερο  του δημοσίου είχαν αρχίσει τη δεκαετία του πενήντα. Και τότε από τη δεξιά.  Όταν,&lt;br /&gt;ναι μεν  η επιστήμη του μάρκετινγκ και των πωλήσεων βρισκόταν στα σπάργανα, αλλά η ανάγκη να ξεχάσουμε τις διαφορές μας ήταν εθνική επιταγή. Τις ξέχασε λοιπόν πρώτη η δεξιά, εξαργύρωσε την επιταγή κι άρχισε να εφαρμόζει τις επαγγελίες της αριστεράς. Αργότερα, η αριστερά ανταπέδωσε γενναιόδωρα τη φιλοφρόνηση και εφάρμοσε το πρόγραμμα της δεξιάς.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Έτσι, τώρα πια στον νέο αιώνα, ζούμε σε μια χώρα κοινοκτημοσύνης και αλληλεγγύης. Τα της αριστεράς δεξιά και τα της δεξιάς αριστερά. Με μία μετατόπιση συνολική προς τα δεξιά.  Το μόνο διαφορετικό που έχει απομείνει στα διάφορα εμπορικά είναι οι παλιές ταμπέλες, λίγο σκουριασμένες είναι η αλήθεια, λίγο  ξεθωριασμένες κι ετοιμόρροπες. Μένουν οι διαφημιστικές εκστρατείες, μένουν τα συνθήματα. Διότι, επιπλέον, είμαστε λαός ρομαντικός  και μας γοητεύει πάντοτε να περιδιαβάζουμε τα αρχαία ερείπια.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-3424500845470618889?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/3424500845470618889/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=3424500845470618889&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/3424500845470618889'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/3424500845470618889'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2010/10/blog-post.html' title='Ο ευρύτερος του δημοσίου'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-300783252129445518</id><published>2010-09-24T13:26:00.004+03:00</published><updated>2010-09-24T19:08:52.236+03:00</updated><title type='text'>Όπως η γάτα με το ποντίκι</title><content type='html'>Καθόμουν με το μπράτσο ακουμπισμένο στο σιδερένιο τραπεζάκι της αυλής και κουβέντιαζα&lt;div&gt; με τη Σοφία και τους άλλους, όταν άκουσα δίπλα μου ένα νιαούρισμα, ταυτόχρονα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παραπονιάρικο και απαιτητικό. Γύρισα κι είδα τον Μεζέ με ανασηκωμένο το κεφάλι κάτω απ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt; την πάνινη πολυθρόνα. Τι θέλεις, ρε, του είπα, νομίζω ότι έχεις φάει και μάλιστα καλά. Το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; νιαούρισμα όμως συνεχίστηκε εξίσου επίμονο. Αναστέναξα, άπλωσα το δεξί μου χέρι, το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πέρασα κάτω απ’ την άσπρη κοιλιά του, τον ανέβασα και τον απίθωσα στην αγκαλιά μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Αυτό ήθελε. Μόλις βρέθηκε σε επιφάνεια ζεστή και προστατευμένη, απλώθηκε απολαυστικά,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; άρχισε να γουργουρίζει με τα χάδια και σε λίγη ώρα αποκοιμήθηκε.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Ένα γκριζόασπρο αρσενικό απολειφάδι. Τον είχε περιμαζέψει πριν λίγες μέρες η Μυρτώ, η&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κόρη του Αλέξη και της Άρτεμης στο διπλανό μας σπίτι, προστάτιδα κάθε αδέσποτου και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εγκαταλελειμμένου. Που είχε μια βαθιά  τσάντα γεμάτη με όλα τα θαύματα του φαρμακείου&lt;/div&gt;&lt;div&gt; για ν’ ανασταίνει τα ετοιμοθάνατα. Ενέσεις, εμβόλια και ορούς, χάπια και δυναμωτικά,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αντισηπτικά, αλοιφές, γάζες και τσιρότα. Έτσι έγινε και με τον Μεζέ. Με τη φροντίδα, το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γάλα με το μπιμπερό, με την καλή στερεά τροφή αργότερα, συνήλθε και ζωντάνεψε και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; άρχισε να χοροπηδάει τριγύρω.&lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;- Τώρα πρέπει να τον βαφτίσουμε, δεν πρέπει; είχε ρωτήσει ο Αλέξης, κρατώντας τον στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παλάμη του κάτω απ’ την ελιά και χαμογελώντας σκανταλιάρικα. Προτείναμε λοιπόν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διάφορα συμβατικά ή πρωτότυπα ονόματα στην ολομέλεια των δύο οικογενειών και τελικά ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Αλέξης είπε, μια σταλιά δεν είναι, μια μπουκιά; Θα τον φωνάζουμε Μεζέ. Αυτό και κόλλησε.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Λίγο καιρό πριν τον Μεζέ, η Μυρτώ είχε υιοθετήσει ένα μεγάλο θηλυκό σκυλί σε εξίσου&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αξιοθρήνητη κατάσταση. Λεπτό, με μακρύ ξανθό τρίχωμα και φουντωτή ουρά, με μαύρη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μούρη και αυτιά, πολύ ήμερο και αγαπησιάρικο. Μπουμπού, το είχε βαφτίσει εκείνη, ένα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; όνομα που είχα επαναλάβει με γκριμάτσα κι ερωτηματικό αλλά σύντομα άρχισα να το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προφέρω με ευχαρίστηση έτσι όπως μου γέμιζε το στόμα.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Στα δύο άσπρα κολλητά απομονωμένα σπίτια, λίγο έξω απ’ την Άφυτο, στο μπουγάζι του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παλιού κοινοτικού δρόμου προς τη Νέα Φώκαια, ανάμεσα στο υδραγωγείο του χωριού και το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κοιμητήριο, τα δύο πρώην αδέσποτα μάς κέρδισαν το καλοκαίρι. Βεβαίως, εκείνος που&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αλώνιζε, μέσα και έξω απ’ τα σπίτια, στο τσιμέντο, στα πλακάκια, στο χώμα και το χόρτο, σε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πεζούλια, περβάζια, πάγκους, καρέκλες, τραπεζάκια, σε χέρια και σε αγκαλιές, ήταν ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πανέξυπνος, θρασύτατος κι αχόρταγος Μεζές. Αχόρταγος για φαγητό, για χάδια, για παιχνίδι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και για πονηριές.&lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Όταν καθόμασταν στο μεγάλο μπαλκόνι που έβλεπε προς τον κατακόρυφο γκρεμό, τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;θάλασσα από κάτω και το δεύτερο πόδι απέναντι, ακούγαμε συχνά ένα χαρακτηριστικό&lt;/div&gt;&lt;div&gt; νιαούρισμα να αναγγέλλει την άφιξή του. Σε λίγο, το κεφαλάκι του προέβαλε ανάμεσα στα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κάγκελα στην κορυφή της εξωτερικής σκάλας και το μικρό αιλουροειδές εισχωρούσε στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πλακόστρωτο, με το χαριτωμένο νωχελικό περπάτημά του.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Στην αρχή είχα υποθέσει ότι θα ήταν χορτάτος αφού τον τάιζε τακτικά η Μυρτώ. Ο Μεζές&lt;/div&gt;&lt;div&gt; όμως έτρωγε στους πλαϊνούς, ερχόταν να διεκδικήσει το μερίδιό του απ’ τα ψαράκια στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πιάτο μου, κυνηγούσε κι ανάμεσα στα χόρτα. Έστω και για προπόνηση. Εξακολουθούσε να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; έχει αδυναμία στην αγκαλιά μου, όταν όμως αποφάσιζε να προσγειωθεί, γινόταν ένα με το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δάπεδο, φέρμαρε τις μύγες και κάθε άλλο πετούμενο, εκτινασσόταν και χτυπούσε με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εκπληκτική ταχύτητα και ακρίβεια. Καμιά φορά, όταν άφηνα το χέρι μου κρεμασμένο στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πλάι, αισθανόμουν ξαφνικά τα νύχια του να το γραπώνουν, έτσι ώστε να τα αισθανθώ καλά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αλλά χωρίς να με πληγώσουν.&lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Στην εφηβεία του ο Νίκος, είχε αιφνιδίως αποκτήσει τον σκύλο που τόσο επιθυμούσε αλλά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ήταν αδύνατον να βάλουμε μέσα στο διαμέρισμα της πόλης. Ξάπλωνε δίπλα στη Μπουμπού&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στο γκρο μπετόν, την χάιδευε και έπαιζε μαζί της, την έβγαζε φωτογραφίες, την έπαιρνε και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; έτρεχαν στους δρόμους του χωριού ως τον κυκλικό κατήφορο, το παραθαλάσσιο καφενεδάκι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και τη αμμουδιά.&lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Κοινά και φυσιολογικά πράγματα ως εδώ, θα έλεγε κανείς. Έχει όμως και παρακάτω. Όπως η&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Μυρτώ είχε υιοθετήσει τη Μπουμπού, έτσι κι εκείνη με τη σειρά της υιοθέτησε τον Μεζέ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Καθόταν η μεγάλη σκύλα στο υπόστεγο με απλωμένα τα μπροστινά της πόδια κι ανάμεσα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τους άραζε το απολειφάδι, μικρότερο απ’ το κεφάλι της, γαλήνιο και απρόσβλητο από κάθε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κίνδυνο. &lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Η Μπουμπού τον προστάτευε, μοιραζόταν μαζί του το φαγητό της, τον έγλειφε από τα μυτερά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αυτιά ως την άκρη της ουράς του. Καμιά φορά εκείνος χωνόταν μες στο στόμα της, κι απέξω&lt;/div&gt;&lt;div&gt; έμενε μόνον το κεφαλάκι του. Και, μάλιστα, όχι ολόκληρο. Εμείς παρακολουθούσαμε με δέος&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και λέγαμε, πάει, αυτή θα το φάει κάποια μέρα το γατί. Ύστερα ο Μεζές επέστρεφε σώος και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αβλαβής και διαπιστώναμε ότι ήταν λουσμένος με τα σάλια της.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Γεροί και δυνατοί πλέον οι δυο τους, περνούσαν τις μέρες του καλοκαιριού με ατέλειωτο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παιχνίδι. Στο κυνηγητό γύρω απ’ τα σπίτια, όταν ο γάτος αισθανόταν ότι η σκύλα θα τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; έφτανε, χωνόταν ξαφνικά σ’ ένα σημείο με ψηλά χόρτα, κι εκείνη, αφού μάταια έψαχνε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; λιγάκι, απέμενε να κοιτάει τριγύρω με μια απορημένη έκφραση. Έως ότου ο γάτος&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αποφασίσει να εμφανιστεί στην άλλη μεριά και να αρχίσει πάλι το παιχνίδι.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Κι όταν καμιά φορά τον έπιανε; Τότε τον σήκωνε ψηλά, θριαμβευτικά σαν λάφυρο ανάμεσα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στα δόντια, κατορθώνοντας να τον κρατάει τόσο σφιχτά ώστε να μην πέσει και τόσο απαλά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ώστε να μην τον τραυματίσει. Τον απέθετε κάτω απ’ το υπόστεγο, όπου για ένα διάστημα τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;πράγματα ηρεμούσαν, ώσπου οι δυο τους να ξαναρχίσουν πρώτα τα χάδια κι ύστερα τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πειράγματα.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Ένα ζεστό μεσημέρι, η Μπουμπού μισοκοιμόταν ξαπλωμένη στη σκιά ακριβώς κάτω απ’ το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μπαλκόνι μας. Όμως ο Μεζές είχε όρεξη για παιχνίδι. Πήγαινε και πρώτα πείραζε την ουρά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; της, μετά τα πίσω πόδια και το σώμα της αλλά χαμπάρι εκείνη. Στο τέλος, ο γάτος πήδηξε με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τα μπροστινά από τις δύο μεριές του κεφαλιού της και, με τα νύχια μαζεμένα, τις έδωσε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μερικές που ήταν αδύνατον να την αφήσουν ασυγκίνητη. Σάλταρε λοιπόν επάνω και άρχισε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και πάλι να τον κυνηγάει.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Με χαρές και με παιχνίδια πέρασε κάποτε το πρώτο καλοκαίρι. Είχαμε βέβαια όλοι τις&lt;/div&gt;&lt;div&gt; επαγγελματικές υποχρεώσεις μας και έπρεπε, ως την αρχή του φθινοπώρου, να επιστρέψουμε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; οριστικά στη Θεσσαλονίκη. Τέθηκε αναπόφευκτα το ερώτημα κι οι φίλοι μας αποφάσισαν, με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μισή καρδιά, ότι ήταν αδύνατον να πάρουν μαζί τους τα δύο πλέον οικόσιτα. Κατασκεύασαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; με μουσαμά και ξύλα ένα πρόχειρο κατάλυμα πλάι στον τοίχο για να τα προστατεύσουν από&lt;/div&gt;&lt;div&gt; το κρύο και τη βροχή, τους άφησαν κάποια τροφή, και τα φρόντιζαν καλύτερα όταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πήγαιναν στην Άφυτο το Σαββατοκύριακο.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Η σκύλα και ο γάτος επιβίωσαν. Φαντάζομαι με τα ολίγα, με το όποιο κυνήγι, το ένα με το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χνώτο του άλλου. Όταν ξαναπήγαμε κι εμείς στο χωριό το Πάσχα, τα βρήκαμε λίγο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αδυνατισμένα αλλά πιο δυνατά και σκληροτράχηλα. Να μην εκδηλώνουν ούτε ίχνος μνησι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κακίας. Η αλλαγή ήταν βέβαια πολύ πιο αισθητή στον Μεζέ. Που είχε περάσει απ’ την παιδική&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ηλικία στην εφηβική και είχε πια γίνει γάτος σωστός.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Μάλιστα, μια φορά που καθόμουν δίπλα του στο γρασίδι και τον πασπάτευα αφηρημένα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ένιωσα να μπήγονται τα νύχια του στο χέρι μου, γύρισα και το τράβηξα, βγάζοντας μια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κραυγή διαμαρτυρίας. Ο γάτος είχε πέσει ανάσκελα, απολάμβανε βέβαια τα χάδια μου αλλά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; είχε κι όλα τα νύχια έξω, ανοιχτό το στόμα με τα μυτερά δόντια, και μια σχεδόν σατανική&lt;/div&gt;&lt;div&gt;λάμψη στα μάτια του. Που σήμαινε, πρόσεξε, είμαι μεγάλος πια και επίφοβος. Οι αγκαλιές&lt;/div&gt;&lt;div&gt; είχαν τελειώσει. Εξακολουθούσε όμως να έρχεται όταν τον καλούσα, να απλώνει και το πόδι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; του, να δείχνει ότι δεν ήμουν κάποιος άγνωστος, ότι με κάποιον τρόπο αναγνώριζε την&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ιδιαίτερή μας σχέση.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Ήταν κι ατρόμητος ο γάτος. Μια μέρα που όλοι έλειπαν, έλειπε κι ο Νίκος με τη Μπουμπού,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εισέβαλε στην αυλή ένα τεράστιος μούργος, ενώ ο ιδιοκτήτης του μάλλον καμάρωνε απ’ τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δρόμο. Του όρμησε, έχωσε τη μούρη στη γαβάθα του και σκούπισε τα υπολείμματα του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; φαγητού. Ο γάτος όμως δεν το έβαλε στα πόδια. Έδωσε ένα σάλτο και στάθηκε στα χόρτα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ακριβώς πίσω απ’ το τοιχίο και, απ’ τα τριάντα εκατοστά, κοίταζε ίσια στα μάτια, ψύχραιμα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και προκλητικά, τον προαιώνιο εχθρό του που είχε ακουμπήσει εκεί τα μπροστινά του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πέλματα και γρύλιζε απειλητικά. Έως ότου επέμβω εγώ, που έβαφα κάτι παντζούρια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παρακάτω, και ο κρετίνος τον ανακαλέσει. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;        &lt;br /&gt;Το ίδιο καλοκαίρι, η Μπουμπού άρχισε να σέρνει. Συνέλαβαν λοιπόν την αδιάψευστη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μυρωδιά όλα τα αρσενικά της περιοχής και δεχτήκαμε επισκέψεις από πολλούς επίδοξους&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γαμπρούς, ως και μία επαίσχυντη από έναν κάτασπρο και φουντωτό του καναπέ. Τους&lt;/div&gt;&lt;div&gt; περισσότερους τους διώχναμε αλλά ήταν αδύνατον να βρισκόμαστε σε διαρκή επιφυλακή. Το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διάστημα εκείνο, ο Μεζές είχε προνοητικά αποσυρθεί και κυριαρχούσαν οι μνηστήρες. Ιδίως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ένα υπέροχο μαλλιαρό κατάμαυρο σκυλί που ξημεροβραδιαζόταν στο κατώφλι της. Όταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ξυπνούσαμε και βγαίναμε στην αυλή για καφέ και για κουβέντα, το βλέπαμε σε μια γωνιά,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ξενυχτισμένο και βαλαντωμένο να την περιμένει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;         &lt;br /&gt;Ίσως το πιο χαρακτηριστικό περιστατικό της ενηλικίωσης του Μεζέ να ήταν όταν, χώνοντας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τη μουσούδα του στη βλάστηση, συνέλαβε ένα  ποντικάκι. Πάνω από μία ώρα απ’ το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μπαλκόνι, βλέπαμε την επίδειξή του και καταλάβαμε πραγματικά τι σημαίνει να παίζει η&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γάτα με το ποντίκι. Το πετούσε στον αέρα και το άφηνε να προσγειωθεί στα νύχια του, το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; έφερνε στο στόμα του, το ψιλοδάγκωνε και ύστερα το άφηνε, έκανε τον αδιάφορο ή τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μισοκοιμισμένο κι όταν εκείνο πήγαινε να δραπετεύσει, με ένα άλμα το γράπωνε δυο βήματα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παρακάτω.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Θαυμάσαμε, απορήσαμε, γελάσαμε. Ύστερα εγώ θυμήθηκα τον ίδιο τον Μεζέ μικρό κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανυπεράσπιστο και μελαγχόλησα. Κατεβήκαμε στη θάλασσα αλλά η περιέργεια δεν μ’ άφηνε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Όταν γυρίσαμε, κατέβηκα κάτω και έψαξα τριγύρω στην έρημη αυλή. Ο γάτος είχε παίξει το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γνωστό παιχνίδι του αλλά δεν είχε φάει το ποντικάκι. Το βρήκα σε μια ρίζα δέντρου εκεί&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κοντά, σκοτωμένο με μια νυχιά πέρα ως πέρα στην κοιλιά.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Το τέλος του καλοκαιριού είναι πάντοτε δύσκολο. Αυτό το τέλος όμως ήταν δυσκολότερο. Η&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Μυρτώ αποφάσισε να δώσει τον Μεζέ σε ένα σπίτι του χωριού για να μην μένει έξω νηστικός.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Η Μπουμπού θα την έβγαζε λίγο πολύ με το ίδιο καθεστώς. Το αποτέλεσμα; Νομίζω τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; επόμενο Φεβρουάριο, μάθαμε ότι είχαν βρει τη σκύλα πεταμένη κοντά στο γήπεδο. Την είχαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σκοτώσει κάπου αλλού, της είχαν δέσει τα πόδια με σύρμα, και την είχαν σύρει με τρακτέρ ως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τον σκουπιδότοπο.&lt;br /&gt;    &lt;br /&gt;Χρειάστηκαν μήνες για να βρούμε το θάρρος να πούμε στον Νίκο την αλήθεια. Και τότε χωρίς&lt;/div&gt;&lt;div&gt; λεπτομέρειες. Τουλάχιστον βολεύτηκε ο Μεζές, παρηγορηθήκαμε. Είναι πιο   σκληρός αυτός,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δεν έχει ανάγκη. Τον είχε μάλιστα δει η Άρτεμη σε κάποια αυλή και τον φώναξε, και ένα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κοριτσάκι από μέσα είπε, μαμά, είναι μια κυρία εδώ και χαϊδεύει τη γάτα μας. Τουλάχιστον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; βολεύτηκε ο Μεζές. Έως ότου μας ενημερώσει λίγο αργότερα κάποια ντόπια γειτόνισσα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Σκυλιά και γάτες; Τίποτα δεν υπάρχει στο χωριό. Τα φαρμάκωσαν όλα.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-300783252129445518?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/300783252129445518/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=300783252129445518&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/300783252129445518'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/300783252129445518'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2010/09/blog-post.html' title='Όπως η γάτα με το ποντίκι'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-6093971889590877610</id><published>2010-08-30T20:16:00.005+03:00</published><updated>2010-09-05T10:31:07.022+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ο δρόμος για την Ουρανούπολη'/><title type='text'>μαθητής και μαθητευόμενος</title><content type='html'>Υπήρξα κάποτε αρσενικό βαρύ κι ασήκωτο. Με την όραση και την ομιλία μου απόλυτα&lt;div&gt; εξαρτημένες απ’ την καφεϊνη και τη νικοτίνη. Για να ανοίξω τα μάτια και πολύ αργότερα το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στόμα μου, χρειαζόταν μια σκυθρωπή διαδικασία προσαρμογής στη μέρα από τη νύχτα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Σκου-ντουφλούσα στις γωνιές του κρεβατιού, αναστέναζα στο μπάνιο, μούγκριζα στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κουζίνα. ΄Η και τα τρία μαζί. Πλενόμουν και ξυριζόμουν με τυφλό σύστημα (το πιο δύσκολο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πληκτρολόγιο), συχνά έκοβα στη βιασύνη μου την ελιά κάτω απ’ τη μύτη και έβαζα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; βρίζοντας, καπνό για να σταματήσει το αίμα. Υπνοβατούσα ψάχνοντας τα ρούχα μου, και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ύστερα στον δρόμο, στο λεωφορείο, στην κάθοδο για το γραφείο. Επικοινωνούσα με ποικίλες&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χειρονομίες, νεύματα και μισές λέξεις με φίλους, γνωστούς και συναδέλφους, κάπνιζα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αλλεπάλληλα τσιγάρα κι έπινα έναν, δυο, τρεις καφέδες, τούρκικους και γαλλικούς.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Θεωρούσα το ξυπνητήρι όργανο βασανισμού κι άρχιζα να ανέχομαι το τηλέφωνο μετά τις&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δέκα το πρωί. &lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Η λεπτή παιδική φωνή από το διπλανό δωμάτιο μού έκοψε απότομα την τελευταία και πιο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γλυκιά φάση του ύπνου μαζί με το χουζούρι. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Μαμάαα. &lt;br /&gt;Πέταξα τις κουβέρτες από πάνω μου και σηκώθηκα ακαριαία, βγήκα ξυπόλητος στο μάρμαρο,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μπήκα ξυπόλητος στο σανίδι, πλησίασα και στάθηκα πάνω απ’ το ξύλινο κρεβατάκι. Μόλις με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; είδε εκείνος, σκοτείνιασε και δήλωσε κοφτά:&lt;br /&gt;           - Μαμά μου λέλω.&lt;br /&gt;Άνοιξα τις κουρτίνες διάπλατα για να γεμίσει το ανατολικομεσημβρινό δωμάτιο από τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χειμωνιάτικο ήλιο. Πίσω και δίπλα του, όλα τα χρώματα κι οι ζωγραφιές, το ποίημά του στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κορνίζα,  η μεγάλη φωτογραφία του στον τοίχο, τα παιδάκια και το γατί της αφίσας, ακόμη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και το πλαστικό αρκουδάκι της μουσικής, μου έκλειναν το μάτι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Έλα, αγόρι μου, να πούμε καλημέρα στα σπουργίτια μέσα στα πεύκα, εδώ κάτω απ’ το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μπαλκόνι σου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;         - Εγώ λέλω μαμούλα.&lt;br /&gt;        - Η μαμά είχε δικαστήριο σήμερα και έφυγε νωρίς. Έλα να πιεις εσύ το γάλα που σου έχει&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ετοιμάσει η μαμά κι εγώ τον καφέ μου, παρέα.&lt;br /&gt;Το κατάξανθο κεφαλάκι μισοσηκώθηκε από το μαξιλάρι και το καστανά μάτια κάτω απ’ τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; φράντζα του με αναμέτρησαν επιφυλακτικά.&lt;br /&gt;        - Λαλείο;&lt;br /&gt;        - Ναί, Νικολάκη, ο μπαμπάς θα πάει στη δουλειά του κι εσύ στο σχολείο.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Δε λέλω λαλείο.&lt;br /&gt;         - Πρέπει, μικρό μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν να πήρε ξαφνικά μια δύσκολη απόφαση, ανασηκώθηκε και άπλωσε τα παχουλά χεράκια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; του, γεμάτα ελιές. Τον έφερα στην αγκαλιά μου πάνω απ’ τα κάγκελα και τον απέθεσα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μαλακά στο απέναντι ντιβάνι.&lt;br /&gt;           - Βαβάσουμε;&lt;br /&gt;          - Πρώτα θα ντυθούμε, ο μπαμπάς που έχει γένια θα ξυριστεί, θα φάμε το πρωινό μας, κι όταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; είμαστε έτοιμοι, περιμένοντας το σχολικό, θα διαβάσουμε κι ένα παραμύθι. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Εγώ λέλω δύο.&lt;br /&gt;         - Εντάξει, δύο.&lt;br /&gt;         - Λέλω βαβάσουμε τώα.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Αργά και προσεκτικά, του έβγαλα το βαθύ γαλάζιο κουκούλι ή υπνόσακο και τις κόκκινες&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πιτζάμες, αργά και προσεκτικά το πήγα στον νιπτήρα και του έπλυνα το πρόσωπο, αργά και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προσεκτικά τον σκούπισα, πήρα ένα- ένα από πλάι τα έτοιμα ρούχα και τον έντυσα, του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; φόρεσα και του έδεσα τα μποτάκια, ενώ χασμουριόμασταν κι οι δύο βαθιά. Ενώ του έβαζα το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μπλουζάκι, έγειρε ξαφνικά και με φίλησε στο μάγουλο. Έσκυψα κι εγώ και έτριψα τη μύτη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μου στη δική του, χάιδεψα τα μαλλιά του.&lt;br /&gt;            - Λέλω κικίνητα, πολλά κικίνητα.&lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Κατούρησε μόνος του στη λεκάνη, εγώ ξυρίστηκα στα γρήγορα χωρίς ατυχήματα, πήγαμε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μετά παραδίπλα στην κουζίνα και καθίσαμε αντικριστά στη γωνία του τραπεζιού. Ο μαθητής&lt;/div&gt;&lt;div&gt; του νηπιαγωγείου μερικούς μήνες πριν τα τρία και ο μαθητευόμενος μπαμπάς μερικά χρόνια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μετά τα σαράντα. Του έφερα καμιά δεκαριά αυτοκινητάκια, εκείνος τα έβαλε αμέσως στη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σειρά στην άκρη της φορμάικας κι εγώ έβαλα τον καφέ μου στο μπρίκι. Με τα μάτια στα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πολύχρωμα αυτοκίνητα, κατέβασε το γάλα του που περιείχε μια κουταλιά βούτυρο, μια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κουταλιά μέλι και ένα χτυπημένο αυγό.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Παίξαμε ύστερα με την ελαφριά κι αθόρυβη μπάλα στο σαλόνι. Καθώς του έλεγα τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παραμύθια αγκαλιά στον καναπέ, του έβαλα σταγόνες στη μύτη και του χτένισα τα μαλλιά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Αγαπούσε ιδιαίτερα την ιστορία με τον λύκο και την Κοκκινοσκουφίτσα. Που άλλοτε την&lt;/div&gt;&lt;div&gt; έλεγε Κοκκιλαλίτα και άλλοτε κόκκινη βαλίτσα. Για να τον βοηθήσει να ξεχωρίζει τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; βαλίτσα απ’ την Κοκκινοσκουφίτσα, που κατά σύμπτωση ήταν και το όνομα του παιδικού&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σταθμού στο Πανόραμα, η Σοφία είχε επινοήσει μια μικρή ιστορία. Πήρε λοιπόν, ο Νίκος την&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κόκκινη βαλίτσα, έβαλε μέσα τα ρούχα και τα τετράδια του, έπιασε με το ένα χέρι τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μπαμπά του και με το άλλο την μαμά του, και βγήκε έξω για να πάει στην Κοκκινοσκουφίτσα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Και τη βαλίτσα που την έβαλε, την είχε αιφνιδιάσει ο Νίκος, στο βαβάλι του;&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Μερικούς μήνες αργότερα, τον ρώτησα, λοιπόν, τι θέλεις να σου πάρει ο μπαμπάς, Νίκο, τώρα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; που κλείνεις τα τρία, ένα δώρο και μεγάλο ή πολλά δώρα και μικρά; Με κοίταξε με μια λάμψη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στα ματάκια του και απάντησε αστραπιαία, πολλά δώρα και μεγάλα. Στα τέσσερα του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χρόνια, όταν κατεβαίναμε από την Τούμπα στο κέντρο της πόλης, ήθελε οπωσδήποτε να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δίνουμε βοήθεια σε όλους τους ζητιάνους στη σειρά. Και όταν, μέσα στον συνωστισμό της&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Τσιμισκή, παρέλειψα κάποτε να σταματήσω σε μια γριά, μου ζήτησε αυστηρά τον λόγο, δεν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πείστηκε με τίποτα από τις εξηγήσεις μου και επέμενε να γυρίσουμε πίσω οπωσδήποτε και να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; της δώσουμε.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;         &lt;br /&gt;Στα έξι του στο δημοτικό, ένας νεαρός δάσκαλος της γυμναστικής μου είπε ότι του είχε κάνει&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εντύπωση ο Νίκος γιατί ήθελε πάντοτε να γίνεται το δίκαιο και το σωστό. Τη μέρα εκείνη το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στήθος μου είχε φουσκώσει μέσα στο ταξί κι είχα ένα κόμπο στον λαιμό, δεν μπορούσα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να βγάλω λέξη. Ήδη ήταν αδύνατον να απαντήσω στις ερωτήσεις του. Όταν με κοιτούσε με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; απόλυτη εμπιστοσύνη, εμένα τον μεγάλο και τον δυνατό, που ήμουν ικανός να λύσω τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προβλήματα, με μια κίνηση του χεριού να διώξω όλους τους εφιάλτες.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Γιατί να μην παίζω με τα όπλα, μπαμπά; Γιατί τα παιδάκια εκείνα στην τηλεόραση είχαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πρησμένη την κοιλιά τους; Γιατί δεν τους στέλνουμε τρόφιμα εμείς που έχουμε πολλά; Αφού&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πήγαμε με τη μαμά στην πορεία ειρήνης και είχε τόσο πολύ κόσμο, δεν θα ξαναγίνει, πόλεμος,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ε, μπαμπά; Τι είναι η ραδιενέργεια, μπαμπά; Ένας φίλος μου είπε ότι έχει στο ψωμί και στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γάλα.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Αυτά όμως θα ακολουθούσαν. Τώρα ήταν ακόμη δυόμισι χρονών και κάτι, ήταν έτοιμος, η&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ώρα ήταν εννιά παρά δέκα κι απέξω ακούστηκε η κόρνα του λεωφορείου. Βλέποντας το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κίτρινο όχημα του παιδικού σταθμού να απομακρύνεται, έμεινα σκεφτικός, πριν πάρω τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δρόμο για το γραφείο. Σκεφτόμουν την πρώτη μέρα του στον παιδικό σταθμό.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Είχε πέσει πανικός στην οικογένεια. Ο παππούς του είχε προφασιστεί δουλειά, η γιαγιά του θα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; φρόντιζε το μωρό του γιου της, η Σοφία είχε όπως πάντα δικαστήριο. Κι ο κλήρος είχε πέσει&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στον γενναίο που θα αναλάμβανε να παραδώσει στη συνοδό τον μικρό και χαϊδεμένο μας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Εκείνος ήταν βέβαιος ότι θα πήγαινα μαζί του. Μόλις όμως η πόρτα του λεωφορείου έκλεισε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και με είδε να τον χαιρετάω πίσω απ’ τα τζάμια, ξέσπασε σε γοερά κλάματα. Όχι του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πείσματος ή του θυμού που θα μ’ άφηναν αδιάφορο, τα απελπισμένα κλάματα που με έκαναν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; να φύγω με σκυμμένο το κεφάλι.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Άλλες φορές όμως σκεφτόμουν την αγάπη. Ένα-ένα όλους μας στην οικογένεια, τη στενή και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; την ευρύτερη. Τις δασκάλες του και τ’ άλλα παιδάκια, τα κορίτσια, που στην έκτη του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δημοτικού του έγραψαν στο λεύκωμά του, στο πιο γλυκό παιδί της τάξης. Τη Θοδωρούλα που,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μόλις τον έβλεπε από μακριά στο νηπιαγωγείο, έτρεχε και του τραβούσε ένα φιλί στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μάγουλο.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Τι καταπίεση λοιπόν παλιά στην τράπεζα, τι φτώχεια και δικτατορία, τι ζωή στον ξένο τόπο,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τι εχθρικό περιβάλλον, τι άγχος και κατάθλιψη. Τα δύσκολα ήταν τώρα, αυτή ήταν η μεγάλη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ευθύνη και η μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής μας, να μεγαλώσουμε ένα παιδί σε έναν τέτοιο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κόσμο. Ύστερα γύρισα και κοίταξα τα πεύκα στο διπλανό οικόπεδο.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Ναι, υπήρξα κάποτε αρσενικό βαρύ κι ασήκωτο. Με το κεφάλι ελαφρά κατεβασμένο και τις&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αντιδράσεις μου απόλυτα εξαρτημένες από τις ουσίες και τα κέφια μου. Υπνοβατούσα το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πρωί και δεν μιλούσα, δεν άκουγα, δεν έβλεπα. Δεν άκουγα τα τιτιβίσματα, δεν έβλεπα τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πυκνά πεύκα, το κούνημα του κεφαλιού και το χτύπημα της ουράς, το φτεροκόπημα, τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σπουργίτια να μου λένε καλημέρα μέσα στον χειμώνα.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-6093971889590877610?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/6093971889590877610/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=6093971889590877610&amp;isPopup=true' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/6093971889590877610'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/6093971889590877610'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2010/08/blog-post.html' title='μαθητής και μαθητευόμενος'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-2286050403265330357</id><published>2010-07-27T10:25:00.008+03:00</published><updated>2010-08-23T18:26:09.121+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ο δρόμος για την Ουρανούπολη'/><title type='text'>τα σπουδαία και τα σημαντικά</title><content type='html'>- Πες αλεύρι, είχε απαντήσει ο Ρήγας στην καλημέρα μου, μισανοίγοντας την πόρτα του&lt;div&gt; γραφείου φουριόζος και χαμογελαστός. Αλεύρι, είπα βλακωδώς για να μην του χαλάσω το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χατίρι. Η Τζαμαχιρία σε γυρεύει. Έπεσαν οι υπογραφές για τη δουλειά της τεχνικής εταιρίας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Ετοιμάσου λοιπόν να πας στην Αφρική.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Δεν χρειάζεται, είχε απαντήσει την άλλη μέρα ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ερώτησή μου για συνάλλαγμα. Όλα είναι εισαγόμενα. Δεν υπάρχει λαϊκή τέχνη, ξυλόγλυπτα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δερμάτινα, αναμνηστικά, δεν υπάρχει απολύτως τίποτα. Μονάχα φελάχοι και κοκκινόχωμα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;         - Κυρίως δύο πράγματα πρέπει να ξεχάσεις όταν έρχεσαι εδώ, θα απαντούσε, επιτόπου στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Τομπρούκ πέντε μέρες αργότερα ο πόντιος και μουστακαλής οικονομικός διευθυντής,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προεξοφλώντας τις επιθυμίες μου. Τα οινοπνευματώδη ποτά και τις γυναίκες.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;       &lt;br /&gt;Ως γνήσιος χαρτοπόντικας, με την κινητικότητά μου σε μηδενικά επίπεδα, και ως θύμα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αιωνίων αντιφάσεων, είχα γενικά αιφνιδιαστεί, είχα ειδικά χαρεί  για τη δουλειά, και είχα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ειδικότερα ενοχληθεί από την άμεση προοπτική του ταξιδιού. Ενώ ένιωθα και κάποια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προσμονή για το άγνωστο που σύντομα θα εξερευνούσα. Εγώ θα πήγαινα στην αρχή της&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εξάμηνης περιόδου ανάθεσης για να αποτυπώσω πλήρως, όπως λέγαμε, την υπάρχουσα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κατάσταση, με συλλογή στοιχείων και με συνεντεύξεις, και για να συζητήσω τα οργανωτικά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προβλήματα και τις διαδικασίες ελέγχου με στελέχη και διοίκηση. Κι αφού στην επιστροφή τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μελετούσαμε μαζί και άρχιζαν να διαφαίνονται κάποιες λύσεις, ο Ρήγας θα έκανε τη δεύτερη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και τελική επίσκεψη για να ελέγξει, να επιβεβαιώσει και να οριστικοποιήσει τις προτάσεις&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μας.&lt;br /&gt;   &lt;br /&gt;Κάτι τέτοια τριγύριζαν σκουντουφλώντας στο μυαλό μου το απόγευμα εκείνο του Ιουνίου,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καθώς  ρουφούσα και φυσούσα τον καπνό μοιρολατρικά στην αίθουσα αναμονής του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανατολικού αεροδρομίου και περιεργαζόμουν με ενδιαφέρον δυο-τρεις σκουρόχρωμους&lt;/div&gt;&lt;div&gt; νεαρούς με φουντωτά μαλλιά, που επέβλεπαν την εργασία στο γκισέ των Λιβυκών&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Αερογραμμών. Καθώς και μερικές πολυπληθείς και πρωσικά πειθαρχημένες μουσουλμανικές&lt;/div&gt;&lt;div&gt; οικογένειες με τις χαρακτηριστικές ενδυμασίες μεγάλων και μικρών. Ενώ, ταυτόχρονα, μου&lt;/div&gt;&lt;div&gt; έσφιγγε το στομάχι ο παλιός μου φόβος για τα αεροπλάνα και ήδη νοσταλγούσα αφόρητα την&lt;/div&gt;&lt;div&gt; άνεση του γραφείου μου και ιδίως την άδεια θέση μου στο τραπέζι της βραδινής πόκας. Κι ενώ&lt;/div&gt;&lt;div&gt; έριχνα θλιμμένες ματιές στον χαλκοπράσινο ουρανό πάνω απ’ την πίστα έξω και στον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δυνατό αέρα που σήκωνε κλαδιά και ανέμιζε χαρτιά μέσα σε σύννεφα σκόνης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν επιτέλους εμφανίστηκε το αεροπλάνο απ’ τη Βεγγάζη και μπήκε απ’ την ουρά του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σκάφους το πολύχρωμο πολυεθνικό μπουλούκι, εγώ τελευταίος, κατά τη συνήθειά μου, για να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μην διαγκωνίζομαι, είδα στο βάθος τον ιδιοκτήτη της εταιρίας να μου δείχνει σειρές τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κεφάλια στις μπροστινές θέσεις και να μου γνέφει να καθίσω όπου βρω. Αυτό και έκανα και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αμέσως ήρθε η ελκυστική βρετανίδα αεροσυνοδός, σήκωσε το διπλανό μου κάθισμα στον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διάδρομο και δήλωσε ότι ήταν κατειλημμένο.&lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Δεν είχα καν προλάβει να χαρώ, όταν εμφανίστηκε ένας ταλαίπωρος κι αποχαμένος&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Αιγύπτιος με εξαιρετικά αμφίβολης λευκότητας κελεμπία, κατέβασε το κάθισμα και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; απλώθηκε αναπαυτικά. Μόλις τον αντιλήφθηκε, η αεροσυνοδός έσπευσε και του είπε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; επιτακτικά ότι καθόταν στη δική της θέση. Αυτή μιλούσε βέβαια αγγλικά, εκείνος θα μιλούσε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αραβικά, αν είχε αποτολμήσει να ψελλίσει οτιδήποτε, μπερδεύτηκε και με  τη ζώνη του. Μετά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αλλεπάλληλες ατελέσφορες προσπάθειες, η κοπέλα τον βαρέθηκε και, με βλέμμα δολοφονικό&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και έκφραση αυθεντικής αριστοκρατικής αηδίας, τον βοήθησε να δέσει τη ζώνη του, του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συνέστησε να πάψει να είναι τόσο ενοχλητικός και μου τον άφησε για σιωπηλή παρέα.&lt;br /&gt;  &lt;br /&gt;Αριστερά μου, γέμιζε θέση, μπράτσα του καθίσματος και το μισό παράθυρο ένας τετράγωνος&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και λακωνικός βετεράνος εργοδηγός της εταιρίας, που μου μετάγγιζε ακούσια κάποια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αίσθηση ασφάλειας καθώς το αεροπλάνο τελικά απογειώθηκε μέσα στην κακοκαιρία. Έξω οι&lt;/div&gt;&lt;div&gt;κινητήρες μούγκριζαν με όλη τους τη δύναμη, μούγκριζε κι η καταιγίδα με μανία, μέσα μου&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μούγκριζε  απειλητικά το θηρίο του φόβου αλλά, στα παράλια της Πελοποννήσου, η άτρακτος&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τρύπησε ξαφνικά τα σύννεφα και οριζοντιώθηκε κάτω από έναν λαμπρό ήλιο. Έτσι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κατάφερα κι εγώ να ανακτήσω κάποια στοιχειώδη ισορροπία. Μισή ώρα αργότερα, η δυτική&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πλευρά της Κρήτης διαγράφηκε ολοκάθαρα σε μια γαλάζια θάλασσα, με το πράσινο της&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πεδιάδας, το γκρίζο των βουνών και το άσπρο των κυμάτων σε ειδυλλιακό συνδυασμό.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;      &lt;br /&gt;Όταν προσεγγίσαμε την Αφρική και κινηθήκαμε παράλληλα με τις ακτές, με βαθμιαία κάθοδο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προς το μεγάλο λιμάνι, διέκρινα και πάλι να φυσάει δυνατά σ’ ένα απέραντο γυμνό τοπίο και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μερικά κοπάδια άγριων ζώων να φεύγουν τρομαγμένα. Προσγειωθήκαμε ομαλά στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αεροδρόμιο της Βεγγάζης και οι τελωνειακοί μου φάνηκαν φυσιολογικά κακόμοιροι, σε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αντίθεση με κάτι νταγκλαράδες κοκκινοσκούφηδες παράμερα που  μας αναμετρούσαν με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; βλοσυρή έπαρση. Αυτοί είναι από την  προσωπική φρουρά του Γκαντάφι, μου ψιθύρισε στ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αυτί ο εργοδηγός.&lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Ο τελωνειακός άνοιξε στον πάγκο την ελάχιστα ενδιαφέρουσα βαλίτσα μου και, χωρίς&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δεύτερη κουβέντα (ή μάλλον χωρίς πρώτη), αφαίρεσε το μισοδιαβασμένο Βήμα που είχα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αγοράσει στη Θεσσαλονίκη το πρωί, λες και περιείχε οδηγίες για την κατασκευή εκρηκτικών&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μηχανισμών. Είχα κι ένα βιβλίο του Πλασκοβίτη που ξεφύλλισε με περιέργεια, ενώ&lt;/div&gt;&lt;div&gt; απολάμβανε το απορημένο βλέμμα μου, δεν ανακάλυψε φωτογραφίες ή κάτι άλλο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανατρεπτικό και ευαρεστήθηκε να μου το επιστρέψει.&lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Στην έξοδο μας τύλιξε ο καυτός αέρας του τίποτα. Και μας περίμενε ευπειθής ο οδηγός, τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ιδιοκτήτη, τον εργοδηγό κι εμένα, με μια μεγάλη μερσεντές της εταιρίας  και μπισκοτάκια με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κανέλα ή γεμιστά με σοκολάτα. Διασχίσαμε αργά ένα τμήμα της πόλης πριν βγούμε στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καινούρια, ασφαλτοστρωμένη και άνετη εθνική οδό για το Τομπρούκ. Όπως σε κάθε ταξίδι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μου στο άγνωστο, κοιτούσα με μάτια ορθάνοιχτα αυτόν τον αλλότριο κόσμο τριγύρω, αλλά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τη φορά αυτή η συγκίνηση μου κράτησε πέντε λεπτά και το ενδιαφέρον μου άλλα δέκα. Στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τέταρτο επάνω, δέχτηκα μια ισχυρή μετωπική επίθεση από τον πανικό που εκδηλώθηκε ως, τι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γυρεύω εγώ εδώ, και, είναι αδύνατον να δραπετεύσω.&lt;br /&gt;    &lt;br /&gt;Χώμα, σκόνη, γυμνοί δρόμοι και γκρίζες οικοδομές και, κάπου κάπου, ένα λυμφατικό δεντράκι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; να αγωνίζεται απελπισμένα να επιβιώσει. Κάτι που θύμιζε την πρόσφατη ελληνική&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πραγματικότητα ήταν οι τεράστιες πράσινες αψίδες (τι λένε, ρε παιδιά;) που προφανώς&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εκθείαζαν το καθεστώς και νουθετούσαν τους πολίτες σε άπταιστα αραβικά Οι πάσης&lt;/div&gt;&lt;div&gt; φύσεως επιγραφές ήταν βέβαια και πάλι στα αραβικά, με ιερογλυφικά ήταν γραμμένες οι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ονομασίες και οι αριθμοί των δρόμων, ακόμη και οι πινακίδες των αυτοκινήτων. Αισθάνθηκα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ξαφνικά απόλυτα εξαρτημένος σα μωρό παιδί και λαχτάρησα μια ταμπέλα με λατινικούς&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χαρακτήρες, που να διαβάζεται και ας μην καταλάβαινα ούτε λέξη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε ήδη πέσει ένα αδιαπέραστο σκοτάδι κι ενώ ο διευθύνων σύμβουλος επέμενε φορτικά να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συζητήσουμε για τη συντήρηση των μηχανημάτων και για τον έλεγχο των ανταλλακτικών&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στις αποθήκες, που ήταν εγκατεσπαρμένες στα διάφορα εργοτάξια, εγώ έκανα το μοιραίο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; λάθος να καταβροχθίσω μισό πακέτο μπισκότα. και να διψάσω αναπόφευκτα σαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ναυαγός. Ψάξαμε λοιπόν επανειλημμένα για νερό στα πεντακόσια περίπου χιλιόμετρα της&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παραθαλάσσιας διαδρομής απ’ τη Βεγγάζη ως το Τομπρούκ. Το περίφημο Τομπρούκ του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, το Τομπρούκ κοντά στα σύνορα με την Αίγυπτο, στο σημείο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; όπου είχαν ήδη γίνει συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο χώρες.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;       &lt;br /&gt;Ολοταχώς μέσα στο άγνωστο, με προορισμό το άγνωστο και πάλι, σε μια διαδρομή που, όπως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; θα διαπίστωνα στην επιστροφή, εκτός από βράχια, πέτρες και κοκκινόχωμα, είχε, ως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; βλάστηση μοναδική, και τρεις (και όχι τέσσερις) συστάδες δέντρων. Ενώ από απέναντι μας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τύφλωναν οι προβολείς των φορτηγών και τον δρόμο διέσχιζαν κάθετα αγρίμια, μικρά και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μεγαλύτερα.&lt;br /&gt;    &lt;br /&gt;Σε ένα μπλόκο με άδεια βαρέλια πετρελαίου, όπου έκαιγαν φωτιές για φωτισμό και για το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τσουχτερό νυχτερινό κρύο, μας σταμάτησαν νεαροί πολιτοφύλακες με ευρωπαϊκή ενδυμασία&lt;/div&gt;&lt;div&gt; για να ελέγξουν τα διαβατήριά μας. Με την πρώτη ματιά, κούνησαν το κεφάλι τους, μας χαι-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ρέτισαν πιο διαχυτικά και μας τα επέστρεψαν χαμογελώντας  πλατιά και λέγοντας, τυχεροί&lt;/div&gt;&lt;div&gt; άνθρωποι που έρχεστε από τη Γιουνανία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εμείς συνεχίσαμε απτόητοι, με ξεραμένα χείλη, να ψάχνουμε για νερό. Της βρύσης ή&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εμφιαλωμένο, κρύο ή χλιαρό, θολό ή διαυγές, νεράκι πόσιμο του αλλάχ. Παρακάμψαμε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μεγάλες πόλεις που ήταν κατάφωτες με σπάταλη μεγαλοπρέπεια αλλά από νερό ούτε στάλα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Οι βρύσες σ’ ένα βενζινάδικο αποπειράθηκαν να  τραγουδήσουν αλλά η επίδοσή τους&lt;/div&gt;&lt;div&gt; περιορίστηκε σε ένα ρέψιμο βραχνό. Θα έχει πάθει κάποια βλάβη το σύστημα άντλησης,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πιθανολόγησαν οι συνταξιδιώτες μου. Πετρέλαιο έχουν άφθονο, το νερό όμως είναι από&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πηγάδι ενώ το εμφιαλωμένο εισάγεται, όπως εισάγονται και όλα τ’ άλλα προϊόντα από το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κράτος και τις ξένες εταιρίες, με ενημέρωσαν. Θα πιούμε μόλις φτάσουμε στο Τομπρούκ, με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παρηγόρησαν.&lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Έτσι κι έγινε. Κάποτε φτάσαμε στο μεγάλο διαμέρισμα που νοίκιαζε η εταιρία και πατήσαμε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πάλι χώματα στην είσοδο, στα κεφαλόσκαλα, στην πόρτα και στον προθάλαμο, σε μια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πολυκατοικία που είχε βέβαια καθαριστεί το ίδιο πρωινό. Το χώμα έμπαινε από κάθε άνοιγμα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και χαραμάδα, έμπαινε και κατέστρεφε ακόμη και τις μηχανές των αυτοκινήτων και, αντί να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ψάχνουν συνεργείο για επισκευή, στα δύο χρόνια τα πετούσαν κι αγόραζαν από τη Γερμανία&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καινούρια και αδασμολόγητα.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Στο διαμέρισμα όμως βρήκαμε νερό. Νερό χλιαρό που είχαν ήδη βράσει σε έναν τέντζερη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; (μάθημα πρώτο και σπουδαιότερο για τον τύφο) κι ήπια μέχρι σκασμού με την κουτάλα γιατί&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δεν άντεχα να περιμένω το ψυγείο. Το ίδιο βράδυ πήγαμε στον καταυλισμό της εταιρίας και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανακαλύψαμε τους συμπατριώτες μας στο εστιατόριο να βρίσκονται στο φρούτο, μετά το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; φαγητό του Έλληνα μάγειρα, και να παρακολουθούν στην τηλεόραση, με κέφι και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ζητωκραυγές, έναν αγώνα του πρωταθλήματος ποδοσφαίρου απ’ την Αθήνα. Πιάνουμε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καθαρά τους σταθμούς σε ευθεία γραμμή από τη θάλασσα, επιβεβαίωσαν.&lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Ο κάθε εργαζόμενος είχε περιποιηθεί και στολίσει το λιτό δωματιάκι του με το προσωπικό του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γούστο. Πάνω απ’ τα πολύχρωμα στρωσίδια, κυριαρχούσαν οι οικογενειακές φωτογραφίες,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ένα μωρό που άπλωνε τα χέρια, κάποια φτηνά διακοσμητικά και οι ημίγυμνες γυναίκες απ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τα εξώφυλλα των περιοδικών. Παραδίπλα, το τραπεζάκι με το πλαστικό κάλυμμα, ένα μπρίκι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; του καφέ με κύπελλο ή φλιτζάνι, ένα τσίγκινο σταχτοδοχείο, και μια πετσέτα να κρέμεται απ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt; το καρφί. Όλα ωραία, οργανωμένα, όλα πολιτισμένα, περίπου όπως στις σύγχρονες&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αγροτικές φυλακές.&lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Την άλλη μέρα το πρωί, γνώρισα και επισήμως στα γραφεία το διοικητικό προσωπικό και,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σταδιακά, τους εξειδικευμένους τεχνίτες, οδηγούς και χειριστές μηχανημάτων, κυρίως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Έλληνες.  Έλληνες αφεντικά και τουλάχιστον τριπλάσια αμειβόμενους από κάθε αφρικανό ή&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ασιάτη με αντίστοιχα καθήκοντα. Από Ινδούς, Πακιστανούς, Αιθίοπες, Αιγύπτιους και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μερικούς Λίβυους για βοηθητικές κυρίως εργασίες.  Γνώρισα και τον Ιμπραήμ, ένα ντόπιο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; λιπόσαρκο γερόντιο με λιγδιάρικη κελεμπία, που είχε μάθει τα στοιχειώδη ελληνικά για να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εκτελεί τα καθήκοντα του καφετζή. Με την κραυγή, Ιμπραήμ, καφέ και νερό, σε ένα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πεντάλεπτο κατέφθανε αθόρυβα στωικός και ημίκυρτος, κρατώντας σε αβέβαια δάχτυλα τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τούρκικο καφέ, ανεξακρίβωτης ποιότητας στη φυσική μαυρίλα του, και το θολό νερό σ’ ένα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ποτήρι κατάλληλο για μάθημα γεωγραφίας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;         &lt;br /&gt;Αυτοί που έρχονται εδώ, χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, με πληροφόρησε ο μάγκας και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εξηγημένος οικονομικός διευθυντής. Σ’ εκείνους που πανικοβάλλονται και τα βροντάνε κάτω&lt;/div&gt;&lt;div&gt; από την πρώτη εβδομάδα, στους περισσότερους που καταφέρνουν ν’ αντέξουν από ένα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εξάμηνο ως δύο χρόνια, και τους λίγους μπαρουτοκαπνισμένους βετεράνους που κλείνουν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; την πενταετία. Αυτός εδώ που βλέπεις, πρόσθεσε δείχνοντας κάποιον με ανυπόκριτο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; θαυμασμό, είναι ο πρωταθλητής μας με μια επταετία. Η εταιρία μάς τα παρέχει σχεδόν όλα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και να θέλεις δεν έχεις που να ξοδέψεις τα λεφτά, κι έτσι πουλάμε τη ζωή μας και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αποταμιεύουμε τον μισθό μας σε συνάλλαγμα για κάτι καλύτερο αργότερα στην πατρίδα.&lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Όπως διαπίστωσα τις επόμενες μέρες, περιδιαβάζοντας την πόλη και τα προάστια και ιδίως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διασχίζοντας την ερημιά από εργοτάξιο σε εργοτάξιο, ο πακτωλός του συναλλάγματος, που&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κέρδιζε η χώρα από τις εξαγωγές του πετρελαίου, διοχετευόταν σε δρόμους, πολιτικά και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στρατιωτικά αεροδρόμια, συγκροτήματα κατοικιών και κάθε είδους έργα που εκτελούσαν, σε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; υψηλή ποιότητα και με τεράστιο περιθώριο κέρδους, ξένες τεχνικές εταιρίες, κυρίως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μεσογειακές. Και όχι μόνον στην παραθαλάσσια έρημο του χώματος αλλά και στην πιο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αφιλόξενη έρημο της άμμου στα ενδότερα.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Όσο κι αν έψαξα στην κεντρική αγορά της αρκετά μεγάλης πόλης, δεν βρήκα απολύτως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τίποτα που να μου κινήσει έστω και κατ’ ελάχιστον το ενδιαφέρον. Αυτά που υπήρχαν, εκτός&lt;/div&gt;&lt;div&gt; από τα λιγοστά εισαγόμενα, ήταν σκέτη θλίψη και, στην καλύτερη περίπτωση, μου θύμιζαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μαγαζιά στο βαρδάρι τη δεκαετία του πενήντα. Και οι άνθρωποι; Μου φάνηκαν απόμακροι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και συμπαθητικοί, σκυφτοί και ταλαιπωρημένοι, τυλιγμένοι στη μιζέρια τους και τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μονοτονία.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Απ’ το πρωί ως το μεσημέρι και το απόγευμα, η ώρα περνούσε άνετα στο γραφείο ή στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ύπαιθρο, με την  ακαριαία ζεστασιά και συντροφικότητα των ομοεθνών, με το καλαμπούρι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και τα άπειρα παράδοξα του ξένου τόπου που, σε κάθε επιφώνημά μου, προθυμοποιούνταν να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μου εξηγήσουν υπομονετικά οι πεπειραμένοι. Ενώ από το επιβλητικό κάδρο στον τοίχο μας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; επέβλεπε όλους, με αυστηρό ύφος μέσα στο καφτάνι του, ο Γκαντάφι. Του οποίου το όνομα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μου είχαν απ’ την αρχή συστήσει φιλικά να μην προφέρω, ακόμη και για εγκώμια.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Η ώρα περνούσε άνετα με τη δουλειά και τους καφέδες του Ιμπραήμ. Συμπλήρωση&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ερωτηματολογίων, συγκέντρωση εντύπων και στοιχείων, αντιπαραβολή, ερωτήματα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συνεντεύξεις και διευκρινήσεις, επισήμανση και συζήτηση των προβλημάτων. Το ελληνικό&lt;/div&gt;&lt;div&gt; φαγητό μεσημέρι και βράδυ στο εστιατόριο ήταν άφθονο και καλής ποιότητας ενώ το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μουσουλμανικό προσωπικό είχε τον δικό του χώρο και τον δικό του μάγειρα.&lt;br /&gt;    &lt;br /&gt;Περιηγήθηκα όλες τις εγκαταστάσεις, τα εργοτάξια και τις διάφορες αποθήκες. Το λατομείο με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τους εκσκαφείς και τους θραυστήρες του, την παραγωγή της πίσσας, την επίστρωση και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ασφαλτόστρωση δρόμων ατέλειωτων που οδηγούσαν στον ορίζοντα και στο πουθενά.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Κοίταζα και ρωτούσα περισσότερο από καθήκον και πολύ λιγότερο από περιέργεια ενώ μέσα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μου φούντωνε μια θανάσιμη ανία.&lt;br /&gt;    &lt;br /&gt;Όταν άρχιζε να σουρουπώνει, ο χρόνος έκοβε κι αυτή την ελάχιστη ταχύτητα του, όλα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γίνονταν ακόμη πιο ανούσια και βαρετά, η ζωή προσαρμοζόταν στο ράθυμο τοπίο της&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μεγάλης βορειοαφρικανικής χώρας. Συγκεντρωνόμασταν στο διαμέρισμα και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προσπαθούσαμε να τη βγάλουμε με την κουβέντα, τα πρώτα επιφυλακτικά συμπεράσματα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; για τα οργανωτικά προβλήματα της εταιρίας και με ανώδυνο χαρτάκι μερικές φορές. &lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Φυσικό ήταν οι δέκα μέρες της διαμονής να μου φανούν ατέλειωτες και να διερωτώμαι πώς θα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κατόρθωνα να επιβιώσω, αν χρειαζόταν να μείνω περισσότερο. Με τους ντόπιους της&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συνεργάτες, η εταιρία τακτοποίησε στο άψε σβήσε τα του διαβατηρίου και τα υπόλοιπα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διαδικαστικά και τα πεντακόσια χιλιόμετρα της επιστροφής ήταν πιο σύντομα και πιο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αισιόδοξα με το φως της μέρας. Ιδίως όμως με την άμεση προοπτική της αναχώρησης για την&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Ελλάδα.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Ανέβηκα στο αεροπλάνο, φορτωμένος φακέλους και χαρτιά, που θα μελετούσα καλύτερα στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γραφείο, και δεν ήθελα ούτε καν να γυρίσω πίσω το κεφάλι. Όταν απογειωθήκαμε, η&lt;/div&gt;&lt;div&gt; θάλασσα κάτω άρχισε να μου μεταδίδει μιαν  αίσθηση χαλάρωσης και λύτρωσης. Άραξα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; βαθιά σιωπηλός και απολάμβανα την ίδια μου την προσμονή ενώ, μπροστά μου, κάποιος&lt;/div&gt;&lt;div&gt; άλλος Έλληνας, από κατασκευαστική εταιρία στα ενδότερα της χώρας, κελαηδούσε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ασυγκράτητος και δήλωνε ότι δεν θα γύριζε όσα λεφτά και να του έδιναν.&lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Όταν το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο Ελληνικό, μας περίμεναν συγκλονιστικές  εκπλήξεις.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Το πολυπλόκαμο τέρας του τσιμέντου είχε μεταμορφωθεί σε μια μυρωμένη κηπούπολη και τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νευρόσπαστά του σε οικείους και ευγενικούς ανθρώπους.  Κάποιος με έσπρωξε από δίπλα και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; το εξέλαβα σαν φιλικό άγγιγμα με τον αγκώνα, δυο γυναίκες συζητούσαν για εξόχως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συναρπαστικά θέματα μόδας, τ’ αυτί μου έπιασε ένα, ρε μαλάκα, στον περίγυρο που μου&lt;/div&gt;&lt;div&gt; φάνηκε σχεδόν ποιητικό.&lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Και τώρα τι θα έκανα; Τα σπουδαία και τα σημαντικά βεβαίως. Πρώτα πρώτα,  θα άκουγα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και θα καταλάβαινα τις ομιλίες τριγύρω μου, μετά θα διάβαζα τις επιγραφές, θα αγόραζα μια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εφημερίδα, θα έπινα ένα ποτήρι δροσερό νερό. Θα έβγαινα στο μπαλκόνι και θα έβλεπα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δέντρα από κάτω. Θα άραζα αναπαυτικά, βρε αδελφέ, στη λεκάνη της τουαλέτας με πλάι μου&lt;/div&gt;&lt;div&gt; το χαρτί υγείας και όχι καθιστός στα γόνατα με πλάι μου το λάστιχο του νερού. Αυτά θα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; έκανα. Κι άλλα πολλά ανάλογα και εξίσου συναρπαστικά , αυτά που μόλις πρόσφατα είχα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανακαλύψει.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-2286050403265330357?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/2286050403265330357/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=2286050403265330357&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/2286050403265330357'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/2286050403265330357'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2010/07/blog-post_27.html' title='τα σπουδαία και τα σημαντικά'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-1086678246614584151</id><published>2010-07-04T19:51:00.005+03:00</published><updated>2010-08-23T18:28:43.103+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ο δρόμος για την Ουρανούπολη'/><title type='text'>επευφημίες και χειροκροτήματα</title><content type='html'>Από μακριά τα χωριά φάνταζαν ειδυλλιακά με τα κεραμίδια τους κόκκινες πινελιές ανάμεσα&lt;div&gt; στα δέντρα, από κοντύτερα οι τοίχοι εξέπεμπαν μια θλίψη γκρίζα και βουβή με τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ασοβάντιστα τεράστια τούβλα. Δρόμοι θαυμάσια ασφαλτοστρωμένοι, σχεδόν άδειοι ως τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ορίζοντα, κι ο Γιάννης έτρεχε του σκοτωμού στο πήγαινε και στο έλα. Κατόρθωνε όμως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ταυτόχρονα να μας μεταγγίζει μιαν ανεξήγητη αίσθηση ασφάλειας αφού κανένας δεν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ασχολήθηκε ούτε στιγμή με την ταχύτητα. Η γυναίκα του αυτονόητα στη θέση του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συνοδηγού κι εμείς οι μεγαλόσωμοι τρεις σφηνωμένοι στις πίσω, καθένας με τη σειρά του να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; λικνίζεται στην άβολη μεσαία. Λακωνικός ο οδηγός μας, λακωνική και η Πένυ, λακωνικοί ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Κωστής, ο Σαράντης κι εγώ.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Μόνον καμιά φορά η Πένυ με αστική καυστική ειρωνεία έως εκρηκτική αγανάκτηση και ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Σαράντης με καλλιτεχνική αθώα έως δογματική επιμονή προσλάμβαναν και ερμήνευαν με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εντελώς διαφορετικό τρόπο την πραγματικότητα. Ύστερα ο Γιάννης αισθάνθηκε ότι τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πράγματα είχαν ωριμάσει για δηλώσεις λογοτεχνικής δεοντολογίας. Πάντως εγώ δεν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ξαναπάω, είπε εμφαντικά, αν πρώτα δεν προσκληθούν κι όλοι οι άλλοι ποιητές της&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Θεσσαλονίκης.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Έτσι άρχισε, έτσι συνεχίστηκε κι έτσι τελείωσε αυτό το σύντομο ταξίδι. Στον Σαράντη άρεσαν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; όλα σχεδόν. Πολύ έως περισσότερο. Από τις ογκώδεις, γκριζοκίτρινες, λειτουργικές λαϊκές&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πολυκατοικίες ως τις γλάστρες με τον βασιλικό στο μπαλκόνι του συλλόγου πολιτικών&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προσφύγων και ως τα τραγανά κεράσια που μας προσέφεραν στη συγκέντρωση. Στην Πένυ&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δεν άρεσε σχεδόν τίποτα. Καθόλου. Πάντως, σ’ ένα σημείο συμφώνησαν, ότι το χώμα στις&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πεδιάδες ήταν εύφορο. Οι υπόλοιποι αιωρούνταν κάπου στις ενδιάμεσες παραλλαγές. Κι ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Γιάννης τήρησε την υπόσχεση του, αφού δεν ξαναπήγε ούτε εκείνος, ούτε εγώ, μα ούτε νομίζω&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και κανένας άλλος.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα όταν μια ρομαντική εποχή, από τα χρόνια του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εξήντα, έφτανε πια στο τέλος της. Δεν εξέπνευσε ξαφνικά κι απότομα, είχε αρχίσει από καιρό&lt;/div&gt;&lt;div&gt; να λαχανιάζει, να σκοντάφτει και να παραπαίει. Να μένει χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; όπως το εθνικό νόμισμα της γειτονικής χώρας. Που τα περιπατητικά ανταλλακτήρια της&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μαύρης, γνωστά και ως λεβατζήδες, καραδοκούσαν στωικά έξω απ’ τα ξενοδοχεία για να το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανταλλάξουν με τα σκληρά νομίσματα της δύσης, κατά πολύ φθηνότερα απ’ την επίσημη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ισοτιμία του. Για να αγοράσει όμως τι από την τοπική αγορά ο συγκριτικά πλούσιος ξένος;&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Μπιχλιμπίδια αναμνηστικά, ωραίες πατάτες και ζάχαρη, μακαρόνια και μαρμελάδες με αγνά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; υλικά ή κορδέλες, καρφίτσες και βελόνες;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μας είχε προσκαλέσει η ένωση συγγραφέων και καλλιτεχνών. Τον Γιάννη κι εμένα ως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ποιητές, τον Σαράντη ως μουσικό και τον Κωστή ως ιστορικό και, υποθέτω, ως σημαίνοντα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πολιτιστικό (ή και κομματικό) παράγοντα. Η φιλοξενία υπήρξε άψογη. Και η εκδήλωση είχε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γίνει σ’ ένα αρχοντικό στην παλιά συνοικία της Φιλιππούπολης, εκεί όπου ευημερούσε η&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ελληνική παροικία ως πριν από μερικές δεκαετίες.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Δρόμοι, στενοσόκακα και γειτονιές με ανακατασκευασμένα καλντερίμια κι αναπαλαιωμένα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σπίτια, τα κόκκινα κεραμίδια και πάλι να ξεπροβάλλουν ανάμεσα στο πράσινο, ο ψίθυρος&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και η ευγένεια ενός χαμένου κόσμου να πλανιέται σαν διακριτικό άρωμα στην ατμόσφαιρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Και ξαφνικά από το παρελθόν να εμφανίζεται εντοιχισμένο δίπλα στην είσοδο το όνομα του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; έλληνα προύχοντα που είχε ζήσει κάποτε εκεί.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Οδηγηθήκαμε σε μια μικρή αίθουσα ή παλιό σαλόνι με ακροατήριο γύρω στους τριάντα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κυρίως γυναίκες,  σεμνές και καλοντυμένες με τέλειες αντιδράσεις. Ο Σαράντης έπαιξε στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πιάνο τις συνθέσεις του με τον συνηθισμένο βέβαια τρόπο. Με τον ίδιο τρόπο διαβάσαμε κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εμείς, μέσα σε ευλαβική σιγή, τα ποιήματά μας που είχαν μεταφραστεί επιτόπου. Τι λέγαμε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εμείς στα ελληνικά το ξέραμε, τι ακριβώς άκουγε όμως απ’ τον μεταφραστή στα βουλγάρικα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; το ακροατήριο που ξεσπούσε σε χειροκροτήματα, παρέμεινε για πάντα ένα μυστήριο. Πάντως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μετά τις ανθοδέσμες, ο Γιάννης παρατήρησε, με κάποια δόση δικαιολογημένης αυταρέσκειας,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ότι τα χειροκροτήματα στα δικά του ποιήματα υπήρξαν περισσότερα και πιο  θερμά.  Έτσι,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; θυμήθηκα, πριν μερικά χρόνια, την πρώτη έξοδό μας με το αυτοκίνητό του, προς νότο εκείνη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τη φορά, για το φεστιβάλ νεολαίας στο γήπεδο του Αγίου Ιερόθεου στο Περιστέρι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια εκδήλωση σε κλίμακα σοσιαλιστικού ρεαλισμού.  Λαός χιλιάδες μέσα στο γήπεδο του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ποδοσφαίρου και, όταν είχε έρθει η σειρά μας, στην εξέδρα ένας γνωστός ποιητής απ’ την&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Πάτρα, μία γνωστότερη ηθοποιός απ’ την Αθήνα που διάβαζε ποιήματα απόντων, κι εμείς&lt;/div&gt;&lt;div&gt;οι δύο. Είχα διαβάσει, μεταξύ των άλλων, κι ένα ποίημα με τίτλο, τα λασπωμένα χέρια, για το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; οποίο με βασάνιζαν μετά οι ερινύες αν και όλοι οι άλλοι το είχαν ήδη γενναιόδωρα ξεχάσει.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Οι πρώτοι στίχοι είχαν γίνει δεκτοί ευμενώς αλλά, στο άκουσμα της λέξης οικοδόμος&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παρακάτω, ολόκληρη η περιοχή είχε αντιβοήσει από επευφημίες και χειροκροτήματα.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Στο Πλόβντιβ πάλι το ίδιο βράδυ. Ο Κωστής έφυγε μόνος για κάποιες υποχρεώσεις του όπως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; είπε, κι εμείς οι άλλοι, αφού περιπλανηθήκαμε ποδαρόδρομο στην πόλη, καταλήξαμε σ’ ένα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; υπαίθριο νυχτερινό κέντρο. Χωρίς επίσημη κηδεμονία, μόλις που καταφέραμε να βρούμε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τραπεζάκι κάπου στο παραπλάι και να απολαύσουμε στριμωγμένοι ένα καταπληκτικό λαϊκό&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μουσικό και χορευτικό συγκρότημα. Να, ρε, ο Κωστής, μου έδειξε κάποια στιγμή ο Γιάννης.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Τον είδαμε λοιπόν να κάθεται μόνος μπροστά, σοβαρός και ωραίος όπως πάντα, ευθυτενής,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; επιβλητικός και διακεκριμένος μέσα στο καλοκαιρινό κοστούμι του, με ένα κόκκινο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γαρύφαλλο στο ανθοδοχείο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αργά το βράδυ στο μεγάλο παλιό ξενοδοχείο, κι αυτό πρόσφατα ανακαινισμένο, μια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πανέμορφη κοπέλα στην υποδοχή ήταν κρεμασμένη απ’ το τηλέφωνο και μιλούσε συνεχώς&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γερμανικά. Και στο μονόκλινο δωμάτιό μου, το μόνο που μπόρεσα να βρω στην τηλεόραση&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ήταν ένα σκοτεινό έργο με τον δράκουλα, τη μπέρτα και την άμαξά του στο λιθόστρωτο και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; βουλγαρική ομιλούσα που με έριξε αμέσως σε ύπνο βαθύ και έκλεισα τη συσκευή όταν με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ξύπνησαν κατά τις οκτώμισι το πρωί.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Το πρωινό εκείνο, ήμασταν προσκεκλημένοι στο σπίτι της κουλτούρας, ψηλά στον λόφο της&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παλιάς πόλης, ένα αρχοντικό σε άριστη κατάσταση, με τα κιγκλιδώματα, τον δροσερό του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κήπο και τις κληματαριές του. Εκφωνήθηκαν οι λόγοι στα βουλγαρικά, ο πρόεδρος, ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εκπρόσωπος του δήμου, κάποιος του πνεύματος, ενώ μια κόρη προσφύγων πιθανότατα από&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πλάι μετέφραζε αργά και προσεκτικά στα ελληνικά με ακόμη βαρύτερη προφορά. Για τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χαρά τους, την ειρήνη, φιλία, συναδέλφωση, για τους λαούς, την τέχνη, το αναπόφευκτο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προτσές. Τώρα, τι ανάλογο απάντησε ο Κωστής ως δικός μας εκπρόσωπός  έχει εντελώς&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εξαλειφθεί από τη μνήμη μου.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Γνωριστήκαμε και με βούλγαρους συγγραφείς, ανταλλάξαμε διάφορα σε διάφορες γλώσσες,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αυτούσιες ή ανάμικτες, μερικές φορές με εγκαρδιότητα, φάγαμε μεγάλα βαθυκόκκινα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τραγανά κεράσια και ήπιαμε κρασί, γελάσαμε. Μας πληροφόρησαν ακόμη ότι υπήρχε η&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δυνατότητα να φιλοξενηθεί εκεί για έξι μήνες κάποιος συγγραφέας, ντόπιος ή ξένος, για να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γράψει το επόμενο βιβλίο του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακολούθησε η ξενάγηση στα υπόλοιπα αξιοθέατα του Πλόβντιβ, ρωμαϊκό θέατρο, βυζαντινές&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εκκλησίες, τζαμιά, αίθουσες με τοιχογραφίες. Στον μακρύ πεζόδρομο της κεντρικής αγοράς&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πήγαμε μόνοι μας, δεν νομίζω ότι αγοράσαμε τίποτα απ’ τα μαγαζάκια στα διώροφα και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τριώροφα διατηρητέα,  βγάλαμε όμως αρκετές φωτογραφίες. Και οι άνθρωποι; Άχρωμοι,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συμπαθητικοί, επιφανειακά εξημερωμένοι. Να ονειρεύονται ότι κάποτε θα αποκτήσουν, στη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χειρότερη τους εκδοχή, όλα όσα εμείς ήδη κατέχαμε και απορρίπταμε με περιφρόνηση.                &lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Μας πήγαν και μια εκδρομή στην κάποτε ελληνική Στενήμαχο, με νέο τώρα όνομα που&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κατέληγε σε ... γκραντ. Κάμπος απέραντος, ακαλλιέργητος, δρόμος στενός με πολλές&lt;/div&gt;&lt;div&gt; λακκούβες, σκληρή ανάρτηση το μικρό λεωφορείο και βιαστικός ο οδηγός, κούνημα και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χοροπήδημα, μέσα στον αφόρητα ζεστό αέρα και την ευγενικά αμήχανη κουβέντα.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Όταν ήρθε η ώρα να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής, φυσιολογικά δεν μας έμεναν και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πολλά να πούμε. Με τον Γιάννη γνωριζόμασταν βέβαια από παλιά και είχαμε συνεργαστεί σε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διοικητικά συμβούλια και σε αναρίθμητες δημόσιες εκδηλώσεις, ο Κωστής ήταν ένα-δυο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χρόνια μικρότερος μου στο γυμνάσιο και δεν είχαμε ως τότε (και από τότε) καμία επαφή, η&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Πένυ και ο Σαράντης, που συνέχισαν τις αψιμαχίες με διακριτική ουδετερότητα των&lt;/div&gt;&lt;div&gt; υπολοίπων, μου ήταν εντελώς άγνωστοι.&lt;br /&gt;          &lt;br /&gt;Έτσι, επέλεξα να επανέλθω στην παιδική μου συνήθεια. Να θολώσω και να βυθιστώ στον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εαυτό μου, με ανοιχτά τα μάτια και τ’ αυτιά, να μην βλέπω και να μην ακούω τίποτα. Και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συνεπώς να μην θυμάμαι. Επέλεξα να αναλογίζομαι τον αρχικό ενθουσιασμό μας, τα κίνητρα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μας, την πορεία και την κατάληξη. Την ιδεολογία μας, την ανιδιοτέλεια, αγνότητά ή αφέλεια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σε διαφορετικές δόσεις για τον καθένα. Τα λάθη μας στην απόπειρα να αποδράσουμε απ’ τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; βόθρο, την τυφλή λαχτάρα για το ανύπαρκτο. Αντί να αράξουμε χορτάτοι στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εξασφαλισμένο μέλλον μας, παιδιά των αστών, αστοί κι εμείς, είχαμε γίνει καμικάζι εναντίον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; των θωρηκτών της τάξης μας. Και το πιο αστείο; Χωρίς βόμβες στο αεροπλάνο και με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; άσφαιρα φυσίγγια. Στο πόστο το στερνό σαν από πριν τουφεκισμένοι στρατιώτες, που λέει&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και ο Ζήσης.          &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έστω, λοιπόν. Τέλος των ψευδαισθήσεων, τέλος της εποχής, κι εμείς θα αποχωρούσαμε στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; βάθος της σπηλιάς μας. Σε μερικά χρόνια, ένας άλλος αιώνας θα ανέτειλε, αλλότρια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πλάσματα θα κυριαρχούσαν στον λογοτεχνικό ζωολογικό κήπο. Συναρμολογημένα και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προγραμματισμένα στην εντέλεια, λειτουργικά και αδίστακτα. Ευειδή, ευτελή κα ευπώλητα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Αυτά που τους αξίζει ένας τέτοιος κόσμος, που τους αξίζουν πραγματικά οι επευφημίες και τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χειροκροτήματα.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-1086678246614584151?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/1086678246614584151/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=1086678246614584151&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/1086678246614584151'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/1086678246614584151'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2010/07/blog-post.html' title='επευφημίες και χειροκροτήματα'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-27454275488972228</id><published>2010-06-13T18:42:00.004+03:00</published><updated>2010-06-27T14:27:44.960+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ο δρόμος για την Ουρανούπολη'/><title type='text'>Η θέα απ' την εξέδρα</title><content type='html'>Τουλάχιστον χίλιους πεντακόσιους. Τόσους τους έβγαζα με μια ματιά από το βάθος της&lt;div&gt; ξύλινης εξέδρας και με εντελώς πρόχειρο υπολογισμό. Οι λιγότεροι καθισμένοι στις ψάθινες&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καρέκλες του κυρίως υπαίθριου χώρου και οι πολύ περισσότεροι όρθιοι, σκούρα τσαμπιά ή&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αλλεπάλληλες σειρές, μέσα και έξω από τη χαμηλή περίφραξη.  Νέοι και γέροι, άντρες,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γυναίκες και παιδιά, οικογένειες ολόκληρες, ένα χαρούμενο πλήθος ημιαστικό και αγροτικό&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ντυμένο στα καλά του, κάτοικοι της κωμόπολης και της ευρύτερης περιφέρειας.&lt;br /&gt;       &lt;br /&gt;Τα νούμερα έχουν σημασία. Ιδίως στον λογοτεχνικό χώρο, όπου καταμετράται η κάθε γραμμή&lt;/div&gt;&lt;div&gt; του κριτικού σημειώματος σε περιοδικό ή εφημερίδα για να διαπιστωθεί το συγκριτικό βάρος&lt;/div&gt;&lt;div&gt; που αποδίδεται εις ένα έκαστο συγγραφέα. Όπως καταμετράται και το κάθε κεφάλι στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παρουσίαση ενός βιβλίου. Κεφάλια που συνολικά σπάνια ξεπερνούσαν τα τριάντα, ήδη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γνωστά και από το πίσω μέρος τους, σε μια οικογένεια ή φυλή με όλα τα μίση και τις&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μικρότητες που γεννά η ομαδική πορεία προς την αθανασία, αντίστοιχες με τα κληρονομικά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και τα λοιπά εξ αίματος ή αγχιστείας.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Διάβασα τα ποιήματά μου, εισέπραξα πυκνά χειροκροτήματα, διανθισμένα με αραιά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σφυρίγματα επιδοκιμασίας, χαιρέτισα το κοινό και γύριζα προς την καρέκλα μου, όταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σηκώθηκε δίπλα απ’ τα μουσικά όργανα πληθωρικά συγκινημένος ο Πάνος, με αγκάλιασε και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μου είπε, μπράβο, πολύ ωραία, άκουγαν όλοι ευλαβικά, μου άρεσε και η έκφρασή τους.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Μπορεί από τότε να έχω ξεχάσει τα ουσιώδη, θυμάμαι όμως ξεκάθαρα τις λεπτομέρειες. Και η&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συγκεκριμένη λεπτομέρεια ήταν ότι ντράπηκα ακαριαία που ήταν αδύνατον να συμμεριστώ&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τον ενθουσιασμό του. Ευχαριστώ, αλλά δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα, θα δεις και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μόνος, ψέλλισα μουδιασμένος και παραμέρισα για να προχωρήσει με τη σειρά του εκείνος στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μικρόφωνο κοντά στην άκρη της εξέδρας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καλοκαίρι στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, με τους απόηχους ακόμη της μεταπολίτευσης&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και πολύ πριν αρχίσει η επέλαση των ευπώλητων, οι πολιτιστικές εκδηλώσεις ήταν στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; απόγειό τους και η ποίηση είχε ακόμη την τιμητική της. Έτσι, η Κίνηση μας είχε προσκαλέσει&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στα Ελιμειακά, ένα παραδοσιακό φεστιβάλ ή τοπική γιορτή, που οργάνωνε στα Σέρβια της&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Κοζάνης η φίλα διακείμενη πολιτικά δημοτική αρχή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η μέρα είχε αρχίσει με συγκέντρωση κοντά στον Φούρνο στο Λιμάνι, το εργαστήριο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αρτοσκευασμάτων και ζαχαροπλαστικής του Αριστείδη, στο σημείο που εκβάλλει η Κατούνη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στην Κουντουριώτου.  Η δυναμική κοκκινομάλλα Στέλλα, μόνιμη γενική γραμματέας και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ψυχή της Κίνησης, η πιο συνεσταλμένη αφράτη μελαχροινή ΄Αννα με την ελιά στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δεξίμάγουλο, κι ο αντιπρόεδρος Αριστείδης με το αυτοκίνητό του. Θα ταξιδεύαμε μέσω&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Κατερίνης ενώ ο Πάνος θα ερχόταν μάλλον απ’ τα Γιαννιτσά και τη διαδρομή της Καστανιάς.   &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καλός καιρός και καλύτερη διάθεση, κι εκεί που περιμέναμε, μεταξύ τοίχου και πορτμπαγκάζ,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; να τελειώσει ο οδηγός μας τα επαγγελματικά του, εμφανίστηκε ξαφνικά η ΄Εφη, ιδιοκτήτρια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; των γραφείων στη διπλανή πολυκατοικία, και μου είπε, τι γυρεύεις εσύ εδώ και για δες τι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σύμπτωση. Την ώρα εκείνη κατέφθασε ο Αριστείδης και τη χαιρέτισε με ένα, γεια σου, κυρά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Έφη,  που μ’ έκανε να ανατριχιάσω γιατί την ήξερα απ’ τα δεκάξι της και ούτε τώρα την&lt;/div&gt;&lt;div&gt; είχαν πάρει δα τα χρόνια. Η Έφη άκουσε για καλλιτεχνικά και τα τοιαύτα και θέλησε να μου&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δείξει τα μπατίκ της σ’ ένα άδειο γραφείο που χρησιμοποιούσε για εργαστήριο, αλλά εγώ&lt;/div&gt;&lt;div&gt; είπα, άλλη φορά, δεν προλαβαίνουμε, άσε που βρίσκομαι μόνον στον δεύτερο καφέ και δεν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; έχουν ανοίξει καλά καλά τα μάτια μου.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Κοντά στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό λίγο αργότερα, ο Αριστείδης με ρώτησε, κοιτάζοντας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ερευνητικά στο καθρεφτάκι, από πού ήξερα την κυρά ΄Εφη (λες και είχα εισβάλει&lt;/div&gt;&lt;div&gt; απρόσκλητος στον μαχαλά του) και αν την είχα γκόμενα παλιά. Κι εγώ απάντησα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ενστικτωδώς, τίποτα τέτοιο, μια μαθητική γνωριμία είναι η ΄Εφη, ενώ σκεφτόμουν την τόσο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τρυφερή και άτυχη εφηβική μας ιστορία και πόσο βάναυσα ηχούν καμιά φορά λέξεις&lt;/div&gt;&lt;div&gt;οικείες και καθημερινές, ακόμη και χωρίς καμία πρόθεση από ανθρώπους συμπαθητικούς&lt;/div&gt;&lt;div&gt; όπως ο Αριστείδης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι λέγαμε στη διαδρομή; Τι άλλο, πολιτιστικά και ανώδυνα προσωπικά. Ευχάριστα ήταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γενικά, σταματήσαμε για καφέ και γλυκό του κουταλιού στη γιαγιά της ΄Αννας στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Κατερίνη και συνεχίσαμε μέσα από λιβάδια και βουνά, από μέρη ωραιότατα που εγώ, ως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γνήσιο παιδί της ασφάλτου,  έβλεπα για  πρώτη μου φορά. Στα Σέρβια μας υποδέχτηκαν οι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εκπρόσωποι του δήμου, εγκάρδιοι και φιλόξενοι, ενημερωμένοι. Μας τάισαν, μας πότισαν, μας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χάρισαν από ένα αναμνηστικό πιάτο και μια μπάλα, μας έδωσαν και το περιοδικό τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν καθίσαμε να ασχοληθούμε με τα διαδικαστικά της εκδήλωσης, διαπιστώσαμε ότι το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κυρίως πρόγραμμα ήταν να παίξει πρώτα ένα μουσικό συγκρότημα και να ακολουθήσουν οι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ποιητές. Αν γίνει έτσι, τους διέκοψα, φοβάμαι ότι θα μείνετε μόνον εσείς να μας ακούτε, οι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καρέκλες και τα δέντρα. Αιφνιδιάστηκαν, συμφώνησαν και προηγηθήκαμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως ποτέ δεν αποδείχτηκε, είχα δίκαιο. Η ξύλινη κατασκευή ήταν τεράστια και τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καθίσματα μας περίπου πέντε μέτρα πίσω απ’ το μικρόφωνο. Δροσερό αεράκι απ’ την&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τεχνητή λίμνη, οι καθιερωμένοι χαιρετισμοί και ομιλίες από πάνω, ένας ψίθυρος, φωνές και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ήχοι της ζωής ανάκατα σαν βουητό από κάτω, και το κοινό αιχμάλωτο αφού, για να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; απολαύσει τη μουσική, έπρεπε πρώτα να υποστεί τα ποιήματα. Όχι, δεν θυμάμαι ποια είχα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; επιλέξει. Σίγουρα όμως δεν θα ήταν κι από τα πιο εγκεφαλικά. Ο Πάνος προτίμησε να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διαβάσει πεζό, ένα χιουμοριστικό απόσπασμα από βυζαντινή νουβέλα του, ακόμη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αδημοσίευτη.  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν λοιπόν, με την άνεση του βετεράνου, στάθηκα στο μικρόφωνο και άρχισα να διαβάζω εν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; θερμώ, το μάτι μου μελετούσε εν ψυχρώ, πίσω απ’ τα χαρτιά, τις πρώτες δέκα, δεκαπέντε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σειρές των καθισμάτων. Βεβαίως κάποιοι φαίνονταν ελαφρά συγκινημένοι, άλλοι ήταν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; απορ-ροφημένοι με ελαφρά ανασηκωμένο το κεφάλι (στην προσπάθεια να καταλάβουν;),&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ενώ κάποιοι άλλοι παρακολουθούσαν χαλαρά ή κάθονταν σεμνοί και πειθαρχικοί με τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γόνατα ευθυγραμμισμένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγώ όμως άλλα πρόσεχα. Μαυροφορεμένες ασπρομάλλες που έπλεκαν (του εγγονού, του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ξενιτεμένου ή του στρατιώτη), κορίτσια που ρουφούσαν αναψυκτικά με το καλαμάκι, αγόρια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; που τους έριχναν ματιές όλο σημασία, χοντρές μαμάδες που φρόντιζαν στοργικά τα μωρά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τους, πιτσιρίκια που έπαιζαν κυνηγητό στους διαδρόμους ενώ οι μεγάλοι τα μάλωναν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χαμηλόφωνα. Και μια έντονη νοσταλγία να πλανιέται στην ατμόσφαιρα για την&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πατροπαράδοτη και αδικοχαμένη ομοιοκαταληξία. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;         &lt;br /&gt;Το μουσικό συγκρότημα επιτέλους. Με τα τύμπανα και τα κύμβαλα να δίνουν το εναρκτήριο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; λάκτισμα. Το κοινό να το υποδέχεται με αλαλαγμούς (περισσότερο προσμονής ή&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανακούφισης;) κι εμείς με αυτονόητα χαμόγελα εγκαρτέρησης, πρώτα από απόσταση&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ασφαλείας κι ύστερα πίσω απ’ τα τζάμια. Η εκδήλωση είχε βέβαια μεγάλη επιτυχία, όπως μας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διαβεβαίωσαν αργότερα οι οργανωτές στον κάποιου είδους απολογισμό, που έγινε γύρω απ’&lt;/div&gt;&lt;div&gt; το γενναιόδωρο βραδινό τραπέζι. Συμπεράναμε, λοιπόν, ότι το κοινό θα είχε εκτιμήσει το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εκλεπτυσμένο χιούμορ του Πάνου και θα  είχε ήδη εξοικειωθεί με τη σύγχρονη ποίηση.                &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έμενε τώρα να αποφασίσουμε για τον γυρισμό. Καλύτερα αύριο πρωί ξεκούραστοι, πρότεινε η&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Στέλλα και συμφώνησαν ο Αριστείδης και η Άννα. Παρά την επιμονή της, εγώ προτίμησα να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γυρίσω το ίδιο βράδυ με τον Πάνο γιατί είχα μία σειρά ραντεβού την άλλη μέρα στο πρωί στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γραφείο. Μία ακόμη λεπτομέρεια που δεν μπορώ να ξεχάσω είναι οι σχεδόν άμεσες φυσικές&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συνέπειες της ευωχίας. Λίγο μετά την αναχώρηση μας κι ενώ διασχίζαμε τη νυχτερινή&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ερημιά, ένιωσα μια έντονη σωματική παρόρμηση που γρήγορα εξελίχτηκε σε απεγνωσμένη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αναζήτηση. Για βενζινάδικο, εστιατόριο, παράγκα, για κάποια οποιαδήποτε ανθρώπινη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εγκατάσταση. Τελικά, η λύτρωση ήρθε στα τυφλά ανάμεσα σε θάμνους και πίσω από&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πουρνάρια.&lt;br /&gt;         &lt;br /&gt;Θυμάμαι και ψηλά στην Καστανιά. ΄Ενα αυτοκίνητο σταματημένο από βλάβη με αναμμένο το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αλάρμ στη δεξιά πλευρά του δρόμου, και τους δυο νεαρούς που μας σταμάτησαν για να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ζητήσουν βοήθεια. Εγώ έσπευσα να ανοίξω την πόρτα μου ενώ ο Πάνος με μάλωσε διακριτικά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και δικαιολογημένα, λέγοντας ότι θα μπορούσα να τους μιλήσω κι απ’ το παράθυρο. Τελικά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τα παιδιά ήταν εντάξει, μάλιστα έμεναν κοντά στη γειτονιά μου στη Θεσσαλονίκη.  Τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παραλάβαμε, είπαμε πολύ λίγα μισονυστγμένοι και ο Πάνος τους άφησε στην Κάτω Τούμπα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πριν παραδώσει στην Άνω εμένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπορεί, επαναλαμβάνω, να έχω ξεχάσει εντελώς τα ουσιώδη. Τον συντονισμό και την&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αρμονική συνεργασία των πολιτιστικών φορέων, την ανάπτυξη της πνευματικής ζωής στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt; περιφέρεια, τους δημιουργούς που είναι πρωτοπόροι, την τέχνη που εξευγενίζει και ενώνει&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τους ανθρώπους. Θυμάμαι όμως τις λεπτομέρειες. Παρόλο που η μπάλα έχει ξεφουσκώσει από&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χρόνια, το πιάτο βρίσκεται κάπου καταχωνιασμένο, και μόλις χθες ερεύνησα βιβλιοθήκες και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ντουλάπια κι ανέσυρα σκονισμένο το περιοδικό, θυμάμαι ολοκάθαρα τη θέα απ’ την εξέδρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Την απορία, ίσως και δέος σε κάποια βλέμματα, κάποια  αυθόρμητη χαρά σε άλλα, την πόρτα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; που άνοιξα απερίσκεπτα στους άγνωστους μεσάνυχτα στην Καστανιά. Θυμάμαι ακόμη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χρώματα και μυρωδιές, θυμάμαι γεύσεις. Θυμάμαι ιδίως τα πρόσωπα, ένα ένα στην παρέα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Κάτι ελάχιστο, χαμόγελο, ματιά ή γκριμάτσα, κάτι πολύτιμο και φωτεινό αποκλειστικά δικό&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τους.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-27454275488972228?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/27454275488972228/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=27454275488972228&amp;isPopup=true' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/27454275488972228'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/27454275488972228'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2010/06/blog-post.html' title='Η θέα απ&apos; την εξέδρα'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-158674269890824962</id><published>2010-05-28T00:26:00.006+03:00</published><updated>2010-06-27T14:31:03.641+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ο δρόμος για την Ουρανούπολη'/><title type='text'>Ο δρόμος για την Ουρανούπολη</title><content type='html'>Ο Λουκάς  ήταν γιος ζαχαροπλάστη. Ο Λουκάς ήταν ιδεολόγος. Ο Λουκάς ήταν σπουδαίος&lt;div&gt; ζωγράφος. Ήθελε να τυπώσει οκτώ εκατομμύρια λιθογραφίες από έναν πίνακα του και να τις&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μοιράσει σε όλους τους Έλληνες. Για να κρεμάσουν τη ζωγραφιά στο σαλόνι τους, να τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; βλέπουν και να εμπνέονται. Να αλλάξουν τη χώρα τους κι ολόκληρο τον κόσμο. Ο Λουκάς,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πέταξε ο Τάκης.&lt;br /&gt;        - Ο Λουκάς, τι ο Λουκάς;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- Ο Λουκάς θα μας πάει.&lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Ήταν αργά το απόγευμα Παρασκευή συννεφιασμένη του Ιουλίου κι είχαμε καταφέρει να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χάσουμε το τελευταίο λεωφορείο για την Ουρανούπολη. Το λεωφορείο που θα μας πήγαινε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στις διακοπές, στην Καίτη με τα τουριστικά είδη και τις θρυλικές της ψαρόσουπες, στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Καίτη με τον Δημήτρη, στον Γιάννη με την Δάφνη, στον Μιχάλη με τη Σάσα, και στους&lt;/div&gt;&lt;div&gt; άλλους φίλους. Και στο αραλίκι, τους καφέδες, τα τσίπουρα και τις ρετσίνες, τις παθιασμένες&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συζητήσεις, τα παραθαλάσσια εστιατόρια και τις ταβέρνες, στα ημερήσια και τα γυμνά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; νυχτερινά μπάνια. Στον Αρσανά και το μετόχι, δυο βήματα από το Άγιο Όρος,  στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Αμμουλιανή απέναντι με τις αμμουδιές του ΄Αη Γιώργη και τις αλυκές και στο Γαϊδουρονήσι.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Στεκόμασταν λοιπόν με τα τζουμπλέκια μας σε μια είσοδο πολυκατοικίας στην Ολύμπου κι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ενώ κάποια ανοιχτά παράθυρα απέναντι μάς έβγαζαν τη γλώσσα και κάποια ξεχασμένα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εσώρουχα στο μπαλκόνι φάνταζαν σαν λευκές σημαίες, βλέπαμε το ένα πίσω απ’ το άλλο τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; λεωφορεία να αναχωρούν άσπλαχνα για εκεί που δεν πηγαίναμε εμείς. Εγώ με τη Σοφία κι ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Τάκης με την Ευγενούλα και τη μικρή, όλοι εξίσου αμήχανοι σαν τις μωρές παρθένες. Και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μάταια προσπαθούσαμε να βρούμε μια οποιαδήποτε λύση στο πρόβλημά μας.&lt;br /&gt;   &lt;br /&gt;        - Είσαι με τα καλά σου, ρε; Περίπου εκατόν πενήντα χιλιόμετρα είναι ως την Ουρανούπολη,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τα περισσότερα πάνω στον Χολομώντα, και διακόσιες δεκαοχτώ απότομες στροφές&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μετρημένες απ’ τον Πολύγυρο ως την Αρναία. Άφησε τον άνθρωπο στην ησυχία του. Θα πάμε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αύριο το πρωί.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;- ΄Ηξερε ότι δεν οδηγώ και μου είπε να μην διστάσω αν παρουσιαστεί η περίπτωση.&lt;br /&gt;       - Σου είπε για αποστάσεις λογικές.&lt;br /&gt;  &lt;br /&gt;Εκείνος όμως μάλλον δεν πείστηκε, εμείς αρχίσαμε να τα μασάμε (τι λες εσύ, ίσως πραγματικά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; να θέλει να μας πάει), για πότε ο Τάκης του τηλεφώνησε από το περίπτερο, γύρισε και είπε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανακουφισμένος, έρχεται, δεν καταλάβαμε. Σε λίγο εμφανίστηκε το αυτοκίνητο, βγήκε ένας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Λουκάς μειλίχιος, μας χαιρέτισε ευγενικά και είπε, σαν να μην συμβαίνει τίποτα, μπείτε μέσα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; να σας πετάξω ως εκεί.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;Κάτι ψέλλισα εγώ, πλέον για τα προσχήματα, ενώ λίγο παράμερα ο Λουκάς έγειρε μ’ ένα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συνωμοτικό χαμόγελο και μου ψιθύρισε στ’ αυτί, σύντροφέ μου. Εκεί ήταν που χτύπησε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κόκκινο η αμηχανία μου, ένα μείγμα αιφνιδιασμού, συγκίνησης και δισταγμού για μια λέξη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; που ναι μεν μπορούσα να σκεφτώ και να γράψω αλλά όχι και να αρθρώσω, και για μια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προσφορά που με άφηνε εντελώς ανυπεράσπιστο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στον δρόμο έβρεχε συνέχεια, έβρεχε στις ευθείες, έβρεχε και στις στροφές, έβρεχε στα πεδινά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και στα ορεινά, έβρεχε στις ανηφόρες και τις κατηφόρες και, όταν κάποτε φτάσαμε νύχτα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στην Ουρανούπολη, συνέχιζε κι εκεί να βρέχει. Ο Λουκάς οδηγούσε με άκρα προσοχή και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σοβαρότητα και με μια υπολανθάνουσα έκφραση ευδαιμονίας. Η Κατερίνα με το μπουρνουζέ&lt;/div&gt;&lt;div&gt; φόρεμα και τα τσόκαρα κρεμασμένα στα παχουλά της ποδαράκια, δεν γκρίνιαζε και δεν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ζήτησε απολύτως τίποτα σαν παιδί με καλούς τρόπους, ο Τάκης ήταν έτσι κι αλλιώς βαρύς&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πίσω απ’ το μουστάκι του κι η Ευγενούλα συνεσταλμένη και λιγόλογη από τη φύση της. Αλλά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κι εμείς το βρίσκαμε κάπως άπρεπο να λέμε τα πολλά και διάφορα και να χαιρόμαστε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μεγαλόφωνα για τις διακοπές μας, τη στιγμή που ο Λουκάς διεκπεραίωνε με τόση συνέπεια,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; για μας την αγγαρεία του, για εκείνον μάλλον την αποστολή του.&lt;br /&gt;      &lt;br /&gt;Αν και έλειπε ο Πρόδρομος, έλειπαν η Λιάνα και ο Κώστας, ο Φούλης και η Δέσποινα, και οι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; υπόλοιποι ηθοποιοί και καλλιτέχνες, τα καθίσματα του αυτοκινήτου ήταν σίγουρα πιο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αναπαυτικά από τις ξύλινες καρέκλες στα  γραφεία της Μακένζι Κινγκ ή αργότερα της&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Μητροπόλεως και θα μπορούσαμε άνετα να είχαμε χτυπήσει μια μικρή ανανεωτική&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συνεδρίαση, έστω και για να ξεμουδιάσουμε. ΄Η για να συνοψίσουμε τις θεωρητικές μας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; θέσεις και τα της πορείας του παγκοσμίου κινήματος. Όμως και πάλι φαίνεται ότι μας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σταμάτησε κείνη η αδιόρατη λάμψη στο πρόσωπο του οδηγού και η αίσθηση ότι δεν θα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; άρμοζε να προσθέσουμε απολύτως τίποτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν λοιπόν μας παρέδωσε ο Λουκάς ακέραιους και ξεκούραστους στον προορισμό μας, του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; είπαμε, κοιμήσου απόψε εδώ και γυρίζεις νωρίς αύριο το πρωί. Αλλά εκείνος ήταν ήδη έτοιμος&lt;/div&gt;&lt;div&gt; για την επιστροφή και δεν κάθισε ούτε για καφέ ή πορτοκαλάδα. Είμαι εντάξει και ξεκινάω&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τώρα αμέσως, απάντησε, χωρίς να φαίνεται ότι ακούει τις ευχαριστίες μας. Σε λίγο, είδαμε το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αυτοκίνητό του να χάνεται μέσα στο σκοτάδι για τις διακόσιες δεκαοχτώ στροφές, τώρα από&lt;/div&gt;&lt;div&gt; την αντίθετη κατεύθυνση.&lt;br /&gt;     &lt;br /&gt;Περάσαμε ωραία στην Ουρανούπολη, δυο βήματα από το Άγιο Όρος. Νοικιάζαμε κάθε πρωί&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ένα κεραμιδί πλεούμενο, μικρότερο από ψαροκάικο και μεγαλύτερο από ψαρόβαρκα, με τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δίχτυα και όλα τ’ άλλα σύνεργα του επαγγέλματος απλωμένα στο κατάστρωμα, και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τραβούσαμε για τις καλύτερες και πιο ερημικές αμμουδιές απέναντι ή παράλληλα με το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χωριό. Η Σοφία με τον Δημήτρη ανοίγονταν στα βαθιά, έφταναν και μέχρι ένα ειδυλλιακό&lt;/div&gt;&lt;div&gt; νησάκι ακατοίκητο, η Κατερίνα έπαιζε μόνη της, ενώ οι υπόλοιποι διαβάζαμε κανένα βιβλίο,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μετρούσαμε τα βότσαλα, και πλατσουρίζαμε στο ένα με ενάμιση μέτρο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ρίχναμε κι έναν υπνάκο μεσημεριανό και, φρέσκοι κι ηλιοκαμένοι το απόγευμα ως το βράδυ,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γυρίζαμε εδώ κι εκεί, κάτω απ'τον επιβλητικό Πύργο του χωριού, ψάχναμε και συχνά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; βρίσκαμε γνωστούς και φίλους, έως ότου το ρίξουμε στο τάβλι έξω απ’ το μαγαζί της Καίτης&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ή σε άλλα καθιστικά αθλήματα στα ενοικιαζόμενα δωμάτιά μας. Όχι όμως ο Δημήτρης και η&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Καίτη, όταν κατάφερνε εκείνη να ξεφύγει από τις βιοποριστικές ασχολίες της με τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;φορέματα, τα δερμάτινα, τα κομπολόγια και τα κομποσκοίνια και τ’ άλλα τουριστικά είδη.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Αυτοί ήταν τύποι αθλητικοί, δεν κάπνιζαν και, εκτός από τις κολυμβητικές τους επιδόσεις,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προτιμούσαν την υγιεινή διατροφή, όπως τις ψαρόσουπες μέσα στην κάψα του μεσημεριού,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; και χάνονταν σε πεζοπορίες ως πίσω από κάτι λόφους στο βάθος του  ορίζοντα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ασφαλώς και περάσαμε ωραία στην Ουρανούπολη. Κολλούσαν βέβαια επάνω μας τα ρούχα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; από τη ζέστη στα ενοικιαζόμενα δωμάτια κι ήταν λιγάκι θλιβεροί οι γυμνοί τοίχοι, τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πατώματα από φτηνές σανίδες, τα πατικωμένα στρώματα και τα κρεβάτια. Κάπως οδυνηρά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ήταν και τα κόκκινα σημαδάκια που άφηνε στα πόδια μας η ακούσια αιμοδοσία στους&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κοριούς. Κι ήταν αργότερα δυσώδες και ηχηρό το ολοκαύτωμά τους στους σιδερένιους&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σομιέδες,με το παραδοσιακό οινόπνευμα και βαμβάκι δεμένο στο πιρούνι. Φάγαμε και στη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μάπα λιγάκι παραπάνω ο ένας τον άλλο, ιδίως τις στιγμές που χωρίς έμπνευση&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σκυλοβαριόμασταν με τη μέρα απλωμένη μπροστά μας σαν λευκό χαρτί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια φορά μάλιστα θύμωσε ο Τάκης γιατί είχε γίνει λάθος συνεννόηση, δεν είχε έρθει το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καϊκάκι να μας πάρει από τον Αρσανά και υποχρεωθήκαμε, ντάλα μεσημέρι, να γυρίσουμε με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; το πόδια στο χωριό. Βάδιζε εκείνος ολοταχώς με ελαφρά σκυμμένο πεισμωμένα το κεφάλι και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; με το ναυτικό καπελάκι να αιωρείται στη φαλάκρα του, περίπου σαν τον Ζάτοπεκ δύο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δεκαετίες νωρίτερα, κι ακολουθούσε πίσω του ο συρφετός αγκομαχώντας. Σταματήσαμε να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πιούμε νερό σε μια δημόσια  βρύση με γούρνα, αποφεύγοντας ακροβατικά στις μύτες&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τις τεράστιες αχνιστές κοπριές, ενώ εκείνος συνέχιζε απτόητος. Έτσι τερμάτισε πρώτος με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διαφορά και υποχρεώθηκε μετά να περιμένει ώρα πεινασμένος στο τραπέζι έως ότου του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καθαρίσει το ψάρι η Ευγενούλα. Όχι ότι ο Τάκης δεν άφηνε τον ένοχο να απολογηθεί για τις&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αδυναμίες του και τα πραγματικά ή τα φανταστικά του αδικήματα. Όλα κι όλα, τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προειδοποιούσε μάλιστα, του την έδινε την ευκαιρία και με το παραπάνω. Αλλά η καταδίκη,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καταδίκη.&lt;br /&gt;        &lt;br /&gt;Το παράξενο ήταν ότι αυτή η παράξενη παρέα λειτούργησε ως παρέα. Με τον Γιάννη να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; εμφανίζεται σπανίως και τη Δάφνη σπανιότερα αλλά και τους δύο πάντοτε υπό κάποιου&lt;/div&gt;&lt;div&gt; είδους συλλογική προστασία μια και ήταν οι μικρότεροι, στα είκοσι τόσα ακόμη. Το άλλο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καλοκαίρι, έτος ολυμπιακών αγώνων, πήγαμε με ευρύτερη συμμετοχή και μεγαλύτερες&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προσδοκίες στον Ποτό της Θάσου. Όπου, μαζί με τον ενθουσιασμό και κάτι αισιόδοξα πρωινά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; με φρέσκο ψωμί, τυριά και μαρμελάδες, βγήκαν λίγο περισσότερο στην επιφάνεια και τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ελαττώματά μας. Με αναπόφευκτη συνέπεια να καυγαδίσουμε και λίγο περισσότερο και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μόλις να μας σώσει η ειλικρινής αυτοκριτική μας στην ολομέλεια της παρέας. Και το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μεθεπόμενο, με το φεριμπόουτ  Σαπφώ, καταπλεύσαμε στη Μυτιλήνη και συνεχίσαμε με ταξί&lt;/div&gt;&lt;div&gt; για το Πλωμάρι και από κει για άλλους ειδυλλιακούς προορισμούς. Ένα καλοκαίρι που&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αποδείχτηκε και το κύκνειο άσμα της παρέας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;Και ο Λουκάς; Τι ο Λουκάς; Είχαμε πει όλοι εν χορώ, για δες, και, μπράβο ο Λουκάς, μόνο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αυτός ήταν άξιος να κάνει κάτι τέτοιο. Και αφοσιωθήκαμε στις διακοπές μας. Ύστερα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γυρίσαμε στο επαγγελματικό μαγκανοπήγαδο, τον είδαμε σε μερικές κομματικές συνεδριάσεις&lt;/div&gt;&lt;div&gt; της ρουτίνας που βαθμιαία οδήγησαν στην πλήρη αδράνεια και την αποψίλωση,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προσαρμοστήκαμε, θέλοντας και μη, στα δεδομένα της νέας εποχής. Και τον καταχωνιάσαμε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σε κάτι σκοτεινά ντουλάπια της μνήμης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί,  ποιόν μπορεί να ενδιαφέρουν τα νησιά και τα τουριστικά χωριά και οι συνηθισμένες&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διακοπές μιας συνηθισμένης παρέας κάποια συνηθισμένα καλοκαίρια πριν τόσα χρόνια;&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Ποιόν μπορεί να ενδιαφέρουν οι κοινές και βαρετές ιστορίες που αναδύονται από παλιά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τεφτέρια;  Αν κάποιος (ποιος;) μας πήγε ή δεν μας πήγε (ποιους;) με το αυτοκίνητο του στην&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Ουρανούπολη εκείνο το βροχερό σούρουπο το καλοκαίρι του 1975, λίγο μετά την πτώση της&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δικτατορίας και λίγο πριν τη μέση ηλικία;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Λουκάς λοιπόν.  Ο Λουκάς ποτέ δεν τύπωσε οκτώ εκατομμύρια λιθογραφίες από τον πίνακα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; του, ποτέ του δεν τις μοίρασε σε όλους τους Έλληνες. Οι οποίοι βεβαίως τίποτα δεν άλλαξαν.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Προτίμησε να φύγει ένα βράδυ, όλως προώρως και αιφνιδίως, για τη δική του&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ουρανούπολη, εκεί όπου όλοι οι ωραίοι πίνακες είναι αναρτημένοι απ’ την αρχή του κόσμου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Εκεί, πιστός και συνεπής, υποδέχτηκε έναν άλλο βιαστικό, τον Γιάννη τον μικρό μας, εκεί&lt;/div&gt;&lt;div&gt; περιμένει και όλους τους υπόλοιπους. Ίσως με κείνη την αδιόρατη έκφραση ευδαιμονίας στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πρόσωπο κι εκείνη τη λέξη που προξενεί αμηχανία στα χείλη.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-158674269890824962?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/158674269890824962/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=158674269890824962&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/158674269890824962'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/158674269890824962'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2010/05/blog-post_28.html' title='Ο δρόμος για την Ουρανούπολη'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-1586009970757524459</id><published>2010-05-10T15:02:00.009+03:00</published><updated>2010-05-18T22:21:18.227+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ο δρόμος για την Ουρανούπολη'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='2008'/><title type='text'>Η φωτιά με τα θλιμμένα μάτια</title><content type='html'>&lt;a href="http://picasaweb.google.com/lh/photo/tfBvGjt-629GgSsf9M6hslqg6EeEbaNfuaiDRRs0-_U?feat=embedwebsite"&gt;&lt;img src="http://lh3.ggpht.com/_4fCItSrqu4A/S_LnVRIfp5I/AAAAAAAAEV4/dR1ULeehhpo/s800/13.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;Για ακόμη μια φορά, πρέπει να διαλέξω τον αναγνώστη μου. Ακόμη κι αν εκείνος ποτέ του δεν&lt;div&gt; θα μάθει ότι γράφτηκε αυτό το βιβλίο. Είναι πολύ σημαντικό να ξέρω για ποιον γράφω αφού&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δεν αποκλείεται εντελώς να γράφω και για κάποιον άλλο. Εκτός από μένα, εκτός από εκείνον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; που μου έδωσε την εντολή να γράψω. Είναι εξίσου σημαντικό με τους ανθρώπους και τις&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καταστάσεις που διάλεξα να περιγράψω. Εξίσου σημαντικό με την επιλογή που κάνει ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αναγνώστης ανάμεσα σε χιλιάδες συγγραφείς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καμιά φορά βέβαια ο αναγνώστης και τα πρόσωπα του βιβλίου ταυτίζονται, πίνουν,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ευφραίνονται ή μολύνονται από το ίδιο ποτήρι. Όπως ταυτίζονται τα πρόσωπα μεταξύ τους,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; όπως ταυτίζονται τα πρόσωπα με τον συγγραφέα ή ο συγγραφέας με τον αναγνώστη και δεν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μπορείς πια να ξεχωρίσεις με σαφήνεια το περίγραμμα και την ουσία τους. Μ’ αυτόν τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τρόπο, άλλοτε αναγνώστης, πρόσωπα και συγγραφέας γίνονται ένα και άλλοτε σκορπίζονται&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στις τρεις διαστάσεις και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ίσως και σε μια τέταρτη αόρατη&lt;/div&gt;&lt;div&gt;διάσταση, αναζητώντας το κάτι που τους έταξε εδώ.  Μέσα στις ελάχιστες σελίδες του ίδιου&lt;/div&gt;&lt;div&gt; βιβλίου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο αναγνώστης μου δεν είναι τυχαίος, μια απρόσωπη μονάδα μέσα στο πλήθος, ένας άντρας ή&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μια γυναίκα με αστάθμητα χαρακτηριστικά. Ο αναγνώστης μου με ξέρει πολύ καλά, το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καταλαβαίνει βέβαια κάπως αργότερα, και κατά διαστήματα χαμογελάει ανάλαφρα καθώς&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διαβάζει. Σαν να θυμάται κάποιο κοινό μυστικό, κάποιο ξεχασμένο αστείο, σαν να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανακαλύπτει μια άγνωστη μα τόσο οικεία γη ή να βρίσκει επιτέλους κάποια επιβεβαίωση.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;Εγώ όμως θα πρέπει να επισημάνω τον αναγνώστη μου και να τον περιγράψω με ακρίβεια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; για να αποφύγω κάθε παρεξήγηση αλλά, κυρίως, για να έχω ένα πολύτιμο σημείο αναφοράς.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Όπως ο ακροβάτης που καρφώνει το βλέμμα του σε κάποιον θεατή πριν επιχειρήσει το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; επόμενο άλμα θανάτου. Που στηρίζεται σ’ εκείνον και τον μυστηριώδη δεσμό που τους&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ενώνει, περισσότερο απ’ ότι στο θάρρος του, στη μακρόχρονη εξάσκηση και την τεχνική του&lt;/div&gt;&lt;div&gt; επάρκεια. &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;Ο αναγνώστης μου είναι ένα κορίτσι. Ένα κορίτσι χωρίς ηλικία. Και μόνο αυτή η λέξη, η&lt;/div&gt;&lt;div&gt; έννοια και η μουσική της, φορτίζει τον διάλογο με απεριόριστες δυνατότητες επικοινωνίας.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Και μόνο αυτή η λέξη διοχετεύει ένα ρίγος στο σώμα μου, από τις ρίζες του κρανίου ως τις&lt;/div&gt;&lt;div&gt; άκρες των δαχτύλων μου. Και μόνο αυτή η λέξη κάπως παρηγορεί τον συγγραφέα που έχει&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πια αποδεχτεί τη μοναξιά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βρισκόμαστε σε ένα ευρύχωρο δωμάτιο, λιτά επιπλωμένο και λειτουργικό. Ολόκληρο τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; αριστερό τοίχο, σε μήκος περίπου έξι μέτρων, καταλαμβάνει μια βιβλιοθήκη σε ανοιχτό&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χρώμα ξύλου, με συρτάρια και ντουλάπια στο κάτω μέρος της. Μερικές πήλινες γλάστρες,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τοποθετημένες ψηλά, απλώνουν κλαδιά και πράσινα φύλλα μπροστά σε αναρίθμητα βιβλία.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Στα ράφια ξεχωρίζουν μικρά προσωπικά αντικείμενα, ένα καράβι, μια κλεψύδρα, ένα κερί,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καθένα με το δικό του ταξίδι και τη δική του ιστορία. Λιγοστό βορινό φως μπαίνει από τα δύο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ημικυκλικά παράθυρα με τα λευκά κεντημένα κουρτινάκια τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα χαμηλό παραλληλόγραμμο θερμαντικό σώμα κι ένα ειδικό έπιπλο στο ίδιο χρώμα με τη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; βιβλιοθήκη, που στεγάζει τις βουβές συσκευές εικόνας και ήχου, καλύπτουν τον τοίχο απ’ τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παράθυρα ως την μπαλκονόπορτα. Ακριβώς απέναντι, άνετο το καθιστικό με βαθύ μπλε&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κάλυμμα και στο πάτωμα μια σκληρή γκρίζα μοκέτα. Το χαμηλό τραπεζάκι είναι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; βαρυφορτωμένο με περιοδικά και εφημερίδες, καφέδες και ποτά, και πλάι ησυχάζει το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τηλέφωνο με κατεβασμένη την ένταση στο μηδέν. Τέλος, σχεδόν κρυμμένη σε μια γωνιά και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μέσα σε λιτή κορνίζα, η μεγάλη φωτογραφία είναι βυθισμένη στον δικό της κόσμο, κάπως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; θαμπή πίσω απ’ τα χρόνια και τις πολλές μετακομίσεις. Κανείς δεν με αναγνωρίζει στο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τρυφερό και ανύποπτο παιδικό πρόσωπο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το κορίτσι κάθεται σε βαθιά πολυθρόνα με το χέρι της στο πηγούνι. Της μιλάω με χαμηλή&lt;/div&gt;&lt;div&gt; φωνή και ήδη βρισκόμαστε ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου. Ένα κορίτσι μάλλον καστανό&lt;/div&gt;&lt;div&gt; που άλλοτε αστραπιαία μετατρέπεται σε μελαχρινό και άλλοτε ροδίζει προς το καστα-&lt;/div&gt;&lt;div&gt;νόξανθο. Τα μαλλιά της φτάνουν ως τους ώμους της, εκτός από τις στιγμές που αιφνιδιαστικά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γίνονται πολύ κοντά, σχεδόν αθλητικά, και τις άλλες που παίρνουν ένα μέσο μήκος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάτω από το μέτωπο της, κάποτε ολοφάνερο και κάποτε αχνό, ένα εξωτικό πουλί φτεροκοπάει&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στα μάτια της. Θα ήταν μάταιο να αποτολμήσω να το περιγράψω. Χιλιάδες αποχρώσεις,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; χιλιάδες λάμψεις της ίδιας φωτιάς. Μαζί με μια θλίψη, διαρκή και ανεπαίσθητη. Αυτή η&lt;/div&gt;&lt;div&gt; θλίψη νοτίζει τις λέξεις μου με το άρωμά της, διαπερνά το κείμενο ολόκληρο, είναι ένα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; στοιχείο που συχνά ξεχνάω αλλά εκείνο πάντοτε με συντροφεύει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα χέρια της, χωρίς κανένα στολίδι από τα δάχτυλα ως τον ώμο, είναι ακίνητα και όμως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ζωγραφίζουν μαγικές εικόνες  στον αέρα, συνοδεύοντας τα λόγια. Τα λόγια που θα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συνεχίσουν να παραμένουν άγνωστα. Χαμογελάει, και το χαμόγελό της αιωρείται, από τις&lt;/div&gt;&lt;div&gt; άκρες των χειλιών στις άκρες των ματιών της, λούζεται εκεί για μια στιγμή, ύστερα αγγίζει&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τα μαλλιά της, λες και διαχέεται φωτεινό στο πρόσωπό της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι ένας καλός ακροατής, προσεκτική και γεμάτη κατανόηση, κι ένας καλός συζητητής,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; όταν χρειάζεται. Συμπληρώνει τις ημιτελείς φράσεις, προεκτείνει τα υπόγεια ρεύματα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ερμηνεύει τα κενά και τη σιωπή, γνωρίζει το ανείπωτο. Δέχεται τις αντιφάσεις και συγχωρεί&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τα λάθη. Η γνώση της και η καρδιά της την έχουν γεμίσει προσωρινή αυστηρότητα και μια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τελική απέραντη επιείκεια. Αν τύχει και έχει και μερικές από τις ιδιότητες του συγγραφέα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; από τα προτερήματα και τα ελαττώματά του ίσως, αυτό είναι κάτι αναπόφευκτο, οι&lt;/div&gt;&lt;div&gt; άνθρωποι μοιάζουν με τον καιρό κι εξάλλου πρόκειται γι ένα πλάσμα πολύπλευρο&lt;/div&gt;&lt;div&gt;και πολυδιάστατο. Είναι αυτός ένας από τους λόγους που τη διάλεξα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα πρέπει ακόμη να της δώσω ένα όνομα. Τα ονόματα έχουν την εκπληκτική ιδιότητα να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προσλαμβάνουν τις ιδιότητες του κατόχου τους. Έτσι ένα κοινό και αδιάφορο, ακόμη και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κακόηχο όνομα, γίνεται γοητευτικό, αν γοητευτικός είναι ο κάτοχος του. Και ένα σπάνιο και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συναρπαστικό όνομα ταπεινώνεται από την παρουσία ενός ασήμαντου προσώπου. Καθώς το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κορίτσι είναι υπαρκτό πρόσωπο ή πρόσωπα, αποφάσισα να το αναφέρω με το πραγματικό&lt;/div&gt;&lt;div&gt; του όνομα. Έτσι όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ. Μερικές φορές, αυτά που βλέπω, όχι μόνο με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τα μάτια μου, είναι μηνύματα από την καθημερινή πραγματικότητα ενός άλλου κόσμου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Εξάλλου, ποτέ μου δεν κατόρθωσα να συμβιβαστώ με το γκρίζο και το ανούσιο κι εκείνο,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; όπως είναι φυσικό, επανειλημμένα προσπάθησε να με σκοτώσει.  Ή θα την λέω, «εκείνη» και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; θα την μετονομάζω ανάλογα με τις περιστάσεις. Γιατί ανάλογα με τις περιστάσεις κι εκείνη&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μεταμορφώνεται αιφνιδιαστικά χωρίς ποτέ να χάνει ούτε ένα ψίθυρο από το μυστήριο που&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ενεδρεύει στη βαθύτερη υπόστασή της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ας προσθέσω ότι η φωνή της είναι απαλή, αρμονική και διακριτικά διεγερτική σε μια&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανεξάντλητη κλίμακα αποχρώσεων. Σαν προκλασική μουσική ή σαν τον πανάρχαιο φλοίσβο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; των κυμάτων στις ήμερες ακτές της Ιωνίας. Οι σπάνιες εκρήξεις του θυμού της ξέρω ότι δεν&lt;/div&gt;&lt;div&gt; θα διαρκέσουν, τότε όμως περισσότερο θέλω να την αγγίσω. Εξευμενίζοντας το σώμα της από&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τις άκρες των δαχτύλων ως κάθε λόφο και εσοχή. Ίσως γιατί τότε γίνεται ακαταμάχητη, ίσως&lt;/div&gt;&lt;div&gt;γιατί φταίω εγώ, ίσως γιατί έτσι θέλω να υπενθυμίσω αυτό που κυκλοφορεί ανάμεσά μας και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; υπερβαίνει άνετα τα λάθη μου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;Η επικοινωνία μας άρχισε πολύ πριν το βιβλίο αυτό. Πολύ πριν από τα προηγούμενα βιβλία&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μου. Χωρίς να το έχουμε συνειδητοποιήσει. Μια επικοινωνία διαφορετική, κάτι σαν μυστική&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πηγή που ξαφνικά αναβλύζει στη μέση του σκονισμένου δρόμου. Χωρίς να έχει σπάσει ο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; υπόγειος σωλήνας του νερού. Θα συνεχιστεί μέχρι το τέλος του βιβλίου. Και ύστερα; Θα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συμπυκνωθεί στο αρχικό της μόριο, θα διαλυθεί στον άνεμο, θα καρπίσει στη γη, θα&lt;/div&gt;&lt;div&gt;με ακολουθήσει ως το τέλος και θα χαθεί μαζί μου για πάντα; Κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν θα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μπορέσει ποτέ να μάθει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνη διαισθάνεται ότι ο συγγραφέας θα αποκαλύψει μερικά από τα μυστικά του, ίσως τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πιο σημαντικά. Τι νόημα θα είχε να μην γράψει πάνω στο χαρτί, πάνω στο νερό; To νερό έχει&lt;/div&gt;&lt;div&gt;τη μοναδική ιδιότητα να κρατάει γραμμένα στη επιφάνειά του τα σπουδαία και τα ζωτικά για&lt;/div&gt;&lt;div&gt;όσο ακριβώς διάστημα είναι σκόπιμο, αναγκαίο και ευεργετικό. Ή δυνατό. Τα υπόλοιπα θα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; περιμένουν ίσως το επόμενο βιβλίο, τα υπόλοιπα θα τα πάρει αναπόφευκτα μαζί του γιατί και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μέσα του παραμένουν στον μεγαλύτερο βαθμό ανεξερεύνητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο συγγραφέας πιστεύει ότι έχει το χρέος και την εντολή να εκφράσει όλα όσα προλαβαίνει,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; όλα όσα μπορεί. Χωρίς κανένα δισταγμό και πέρα από κάθε ιδιοτέλεια. Με ποιήματα, με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διηγήματα, με μυθιστορήματα, με παραμύθια, με κάθε μορφή του λόγου. Κι αυτά που&lt;/div&gt;&lt;div&gt; καταθέτει τώρα εδώ δεν είναι παρά θραύσματα ενός συνολικού κειμένου, δεν είναι τίποτα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; άλλο παρά η ψυχή του. Μιλάει η ψυχή του και για την ψυχή του. Μιλάει στο αιώνιο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γυναικείο πλάσμα, τη μεθυστική ερωμένη των δευτερολέπτων, την αδελφή και τη σύντροφο,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; την οικεία άγνωστη, το σύμβολο μιας ανεξιχνίαστης καταγωγής και ενός εξίσου&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ανεξιχνίαστου προορισμού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι παράξενο αυτό που συμβαίνει στο μεγάλο κλειστό δωμάτιο. Ένα ακόμη από τα πολλά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παράξενα. Το σώμα μου – ή το δικό της; - ρίχνει μια σκιά που αιωρείται μόνιμα πάνω απ’ την&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πολυθρόνα και καμιά φορά καθρεφτίζεται στα μάτια της. Αυτή η τρίτη παρουσία θα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μπορούσε και να εκπέμπεται σαν αύρα από την ξεχασμένη παιδική φωτογραφία στο πλαίσιο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; της γωνίας. Ο δεύτερος ακροατής ή αναγνώστης μου φαίνεται πως είναι ένας φίλος. Φίλος&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παλιός και μελαγχολικός, φίλος περήφανος. Η φωνή του δεν ακούγεται ποτέ κι αυτό το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; γεγονός εντείνει την αίσθηση της παρουσίας του. Είναι κάποιος που από καιρό έπαψε να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; διαβάζει γιατί η λογοτεχνική γραφή δεν είχε πια τίποτα να του πει. Αυτός είναι ο λόγος που,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ενώ σκόρπιζα δω κι εκεί τα βιβλία μου, σ’ εκείνον δεν τα έστελνα ποτέ. Είναι ένας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συγκλονιστικός συγγραφέας που ολοκλήρωσε το έργο του στην εφηβεία του. Όπως κάποιος&lt;/div&gt;&lt;div&gt; που ξαφνικά φωτίζεται, κάποιος που σώνεται ή χάνεται, επιλέγοντας ένα διαφορετικό δρόμο&lt;/div&gt;&lt;div&gt; προς το τίποτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ορθώνεται εκεί μόνος και ο ατμός της ύπαρξής του διαγράφεται αδρά από τη δική μου φιλία,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τη δική μου βαθύτερη επιθυμία ή ενοχή. Είναι σαν να του λέω, ξέρω ότι όλα αυτά είναι και&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δικά σου, πολλά τα είχες ανακαλύψει πρώτος εσύ. Γράμματα από την Αμερική, γράμματα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; από τη Γαλλία, την Αγγλία. Οργισμένα και καυστικά, γράμματα απελπισμένα, γράμματα με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ενθουσιασμό και λαχτάρα. Τόλη, ο Τζακ Κέρουακ κα η γενιά των μπητ. Τόλη, τι κάνεις εκεί&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κάτω και πως επιβιώνεις; Πρέπει να φύγουμε, πάμε να φύγουμε στη άκρη του κόσμου.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Τόλη, ο Κρισναμούρτι μιλάει για μιαν αλλιώτικη ζωή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα που δεν υπάρχει πια ούτε σκέψη, ούτε απειροελάχιστη δυνατότητα απόδρασης ή&lt;/div&gt;&lt;div&gt; επιστροφής, πρέπει να με ακούσει. Μέσα απ’ όλα τα βιβλία μου. Πρέπει να μ’ ακούσει σαν να&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μονολογεί εκείνος μέσα από τη δική του νύχτα. Για όλους τους άλλους, τα βιβλία μου μπορεί&lt;/div&gt;&lt;div&gt;να είναι ό,τι επιλέξουν. Θα μου είναι εξίσου αδιάφορο. Αστυνομικά μυθιστορήματα, απλές ή&lt;/div&gt;&lt;div&gt; απίθανες διηγήσεις, μουσική των λέξεων,  ακατανόητα σύμβολα αραδιασμένα στο χαρτί,&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κηλίδες αίμα, δαιδαλώδεις μύθοι, παραλήρημα, ακόμη και καταγγελία χωρίς νόημα και δίχως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; παραλήπτη. Για εκείνον όμως θα είναι κάτι άλλο. Το μόνο που έχει σημασία. Κάτι όπως τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δεκαοχτώ μας χρόνια. Κάτι όπως ένα άρωμα που χάθηκε και που δεν χάνεται ποτέ. Από&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κοντά κι από τις εσχατιές του κόσμου. Κάτι όπως η φιλία μας. Εκείνος βέβαια πειθαρχεί με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ένα αδιόρατο χαμόγελο καλοσύνης. Δέχεται ευγενικός και αλύγιστος. Και κάπως&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κουρασμένος. Με τη βεβαιότητα ότι το τέλος δεν θα έχει καμία διαφορά ουσιαστική παρά&lt;/div&gt;&lt;div&gt; μόνον την τόσο πολύτιμη επίφαση μιας ελευθερίας στα δικά μας μέτρα.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;Είναι λοιπόν οι τρεις τους. Ο συγγραφέας, εκείνη και η σκιά τους, ακριβώς όπως πριν από&lt;/div&gt;&lt;div&gt; πολλά χρόνια. Ή εκείνος και δυο ίσκιοι από τη δική του τη ζωή. Μιλάνε για όλα τα βιβλία&lt;/div&gt;&lt;div&gt; του, για όλα τα βιβλία που γράφηκαν ποτέ στον κόσμο. Για συνηθισμένες ιστορίες και για&lt;/div&gt;&lt;div&gt; σπάνιες ιστορίες, για συνηθισμένες ιστορίες που είναι σπάνιες. Εξιστορούν και ακούνε τα&lt;/div&gt;&lt;div&gt; θραύσματα της ζωής, τα αίτια και την έκρηξη, την αγάπη και τον θάνατο, τη διαδρομή, τον&lt;/div&gt;&lt;div&gt; κύκλο της σύγκρουσης και την κυοφορία μιας προσωρινής ειρήνης. Την αρχή και τέλος, το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; τέλος και την αρχή. Εξιστορούν κι ακούνε κι αναρωτιούνται ακόμη. Τώρα που δεν υπάρχει&lt;/div&gt;&lt;div&gt; δρόμος, που είναι ο δρόμος; Και ποιος είναι ο δρόμος για την ουρανούπολη;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτοί οι τρεις, ο ένας, οι χιλιάδες, είναι οι διαστάσεις ενός δευτερολέπτου, οι εικόνες μιας&lt;/div&gt;&lt;div&gt; ταινίας που γυρίστηκε πριν την ανακάλυψη του κινηματογράφου και η που η προβολή της&lt;/div&gt;&lt;div&gt; θα διακοπεί με το απότομο κατέβασμα του γενικού διακόπτη. Χωρίς να υπάρχουν πια θεατές&lt;/div&gt;&lt;div&gt; για να διαμαρτυρηθούν, ταμίας για να σφραγίσει ή να εξαργυρώσει τα εισιτήρια, αίθουσα,&lt;/div&gt;&lt;div&gt;δρόμος ή πόλη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο συγγραφέας κρατάει το χέρι του κοριτσιού και του προσφέρει τον ώμο του για το ταξίδι.&lt;/div&gt;&lt;div&gt; Μια κίνηση του κατά βάθους αδύναμου προς τον δυνατό, του ευάλωτου που θέλει να τονίσει&lt;/div&gt;&lt;div&gt;την αξιοπρέπειά του, ιδίως τη στιγμή αυτή. Η σκιά τους κοιτάζει. Με κατανόηση; Με&lt;/div&gt;&lt;div&gt; συμπάθεια; Με ένα βαθιά κρυμμένο, απροσδιόριστο και άκακο ίχνος ζήλιας ή νοσταλγίας; Το&lt;/div&gt;&lt;div&gt; περίγραμμά της αχνογλυκαίνει κάποια τρυφερότητα.&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-1586009970757524459?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/1586009970757524459/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=1586009970757524459&amp;isPopup=true' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/1586009970757524459'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/1586009970757524459'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2010/05/blog-post.html' title='Η φωτιά με τα θλιμμένα μάτια'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://lh3.ggpht.com/_4fCItSrqu4A/S_LnVRIfp5I/AAAAAAAAEV4/dR1ULeehhpo/s72-c/13.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-3760341309632512707</id><published>2010-04-05T14:57:00.003+03:00</published><updated>2010-04-05T15:08:37.832+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Η γοητεία των δευτερολέπτων (2001)'/><title type='text'>Κούκος μονός, γνήσιος και ανόθευτος (β' μέρος)</title><content type='html'>Μ’ αυτά και περισσότερα, φτάσαμε στην περίοδο που ξύπνησε ο Εγκέλαδος και κυριολεκτικά αποχαλινώθηκε τη νύχτα εκείνη του Ιουνίου. Ακολούθησαν μήνες φόβου και οι επαγγελματίες που παραμελούσαν τη δουλειά τους, είχαν πια ελάχιστη δουλειά για να παραμελήσουν. Η πόλη ήταν ημιπαράλυτη, άλλοι την είχαν κοπανήσει στα χωριά τους ή στα εξοχικά, και άλλοι έμεναν σε πλατείες, προαύλια εκκλησιών και σε κάθε άλλο ανοιχτό χώρο. Ιδανικό πλέον το σκηνικό για να ξεφαντώσει με τη σειρά του ο Τζόγος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από τις δυο και τρεις φορές την εβδομάδα, έφτασε η παρέα να παίζει κάθε βράδυ. Μετά το πρώτο σκόρπισμα στις είκοσι Ιουνίου και τον κύριο μετασεισμό στις πέντε Ιουλίου, κάναμε έναρξη στις μεγάλες τετράγωνες σκηνές και συνεχίσαμε σε διαμερίσματα. Από την ανάγκη, είχαμε γίνει όχι μόνο σεισμολόγοι αλλά και ειδικοί ρωγμολόγοι, όπως έλεγε ο Σκοτεινός. Με μια ματιά μπορούσαμε να αποφανθούμε τελεσίδικα αν οι συγκεκριμένες ρωγμές επηρέαζαν τη στατική επάρκεια ή αν ήταν απλώς επιφανειακές στη τοιχοποιία …&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι, στην έντονη συγκίνηση της πόκας μεταγγιζόταν ο ισχυρός υπολανθάνων φόβος του σεισμού. Λες κι έκανες έρωτα με χειροπέδες ή κάτω από τη δαμόκλειο σπάθη. Τα μέλη της παρέας ήταν, κατά κανόνα, πολύ συμπαθητικά παιδιά αλλά ιδιαίτερα σκληροί ως παίκτες. Ο Σπίνος, για παράδειγμα, ήταν νέος με γνώσεις και συγκρότηση και, όπως υποδηλώνει το παρατσούκλι του, γλυκός και ελκυστικός για το άλλο φύλο. Όταν η καθημερινή του παλινδρόμηση τον έφερνε απ’ τα διάφορα κρεβάτια στο πράσινο τραπέζι, είχε ευθυβολία ελεύθερου σκοπευτή και χαρτοπαικτικό δήγμα βασιλικής κόμπρας. Ανάλογη ήταν και η περίπτωση του Σκοτεινού, που ήταν λογιστής αλλά δεν έμοιαζε. Με το μειλίχιο ύφος του, τα καλαμπούρια και τον αιώνιο φιλικό του τρόπο, κατάφερνε να παραμένει σε διαρκή κατάσταση μπλόφας. Και η σχεδόν μόνιμη απορία των συμπαικτών του ήταν αν είχε δυο εφτάρια ή τέσσερις άσσους.&lt;br /&gt;……………………………………………………..&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε κάθε είδος παιχνιδιού, αθλήματος ή τέχνης, ίσως και σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, όσο ωριμάζει κανείς από την άσκηση, τις περιπέτειες και τις μπουνιές που τρώει στη μούρη, τόσο καλύτερα αντιλαμβάνεται το νόημα της λιτότητας. Στον έρωτα, για παράδειγμα, που είναι όλα μαζί τα παραπάνω αλλά και η πηγή της ύπαρξης. Οι φιοριτούρες, τα κόλπα και οι διαστροφές προορίζονται για τα παιδάκια ή για ανθρώπους μπουχτισμένους, για ανθρώπους που κάπου έχασαν τον μπούσουλα. Και παραδέρνουν σε αδιέξοδα μονοπάτια, εκλαμβάνοντας το ορντέβρ ως το κυρίως γεύμα και τις υποσημειώσεις ως το κυρίως θέμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι ακριβώς συμβαίνει και στην πόκα. Οι παραλλαγές με τα πολλά χαρτιά στο χέρι και κάτω, είναι ένα πρώτο στάδιο, όπως εκείνα τα βαφτιστά που παίζαμε στην εφηβεία μας και έβγαζαν πενταρέ του άσσου οι τέσσερις από τους έξι. Το φλος ρουαγιάλ είναι η σούπερ γκόμενα των διαφημίσεων, από κοντά μια βαρετή πασαλειμμένη κότα. Το ένα κανταϊφι μπορεί να είναι απείρως πιο απολαυστικό από ολόκληρο ταψί και η σπιτική φασουλάδα χίλιες φορές πιο νόστιμη από τον αστακό. Δυο εφτάρια με άσσο κερδίζουν τα δυο εφτάρια με παπά και τα μεγάλα κόλπα.&lt;br /&gt;……………......................................................&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η παρέα έπαιζε διάφορές παραλλαγές της πόκας, άλλες με τα γνωστά και άλλες με αυτοσχέδια ονόματα, πολλές φορές για καλαμπούρι. Όταν όμως εκείνος που είχε σειρά να μοιράσει, δήλωνε τονίζοντας τις συλλαβές, κούκος μονός, τότε συχνά ακουγόταν στο τραπέζι ένας ψίθυρος δέους. Κι αν το νευρικό σύστημα κάποιου δεν άντεχε εκείνη τη στιγμή, μπορούσε άνετα να πάει πάσο.  Αρκεί να μην κέρδιζε, γιατί τότε θα ήταν υπόλογος για καραμπίνα, περίπου έγκλημα καθοσιώσεως.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στον κούκο τον μονό, όπως τον παίζαμε εμείς, παίρνει ο κάθε παίκτης ένα χαρτί κλειστό. Ακολουθεί το πρώτο χτύπημα. Μετά ανοίγει χαρτί στο τραπέζι για το δεύτερο χτύπημα. Δεύτερο χαρτί στο τραπέζι και τρίτο χτύπημα, τρίτο χαρτί και τέταρτο χτύπημα. Στο σημείο αυτό, μοιράζεται το δεύτερο χαρτί στο χέρι και ακολουθεί το πέμπτο χτύπημα. Τέλος, πέφτουν κάτω, ένα-ένα, άλλα δύο χαρτιά. Σύνολο δύο χαρτιά στο χέρι και πέντε κάτω, σύνολο εφτά χτυπήματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι έκανε, λοιπόν, κάποιος που έπαιρνε τον άσσο στο χέρι; Περνούσε ντούκου για να παρασύρει μέσα τους υπόλοιπους; Πρωτόγονη σκέψη. Περίμενε τον δεύτερο άσσο, στο χέρι ή κάτω, για να ζευγαρώσει και ύστερα να χτυπήσει; Ακόμη πιο πρωτόγονη. Έτσι την έχουν πατήσει αναρίθμητοι γιατί, όπως γνωρίζει και ο κάθε αρχάριος, οι μεγαλοπρεπείς δύο άσσοι, όσο κι αν φαίνεται άδικο, χάνουν από τα ζεύγη του οκτώ με εξάρια.&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;Αυτό που έκανε ο τυχερός που έπιανε τον άσσο, ήταν να χτυπήσει δυνατά για να διώξει όσο το δυνατόν περισσότερους και να μειώσει την πιθανότητα να χάσει. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο, δήλωνε το φύλλο του. Εάν βέβαια τον πίστευαν οι άλλοι γιατί θα μπορούσε να χτυπάει και με εφτάρι. Με κάθε χαρτί που μοιραζόταν, τα χτύπημα αυξανόταν για να εξασφαλίσει ο κάτοχος του άσσου το ποτ που είχε ήδη μαζευτεί. Ή να αναγκαστεί ο άλλος να πληρώσει ακριβά το καλύτερο χαρτί που κυνηγούσε. Σε κάποιο σημείο να πάει πάσο ή να βάλει μέσα τα ρέστα του με μειονέκτημα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως μπορεί κανείς να αντιληφθεί, το πιο ανατριχιαστικό θρίλερ ήταν να μοιραστούν οι τρεις άσσοι και να πέσει ο τέταρτος στο τραπέζι. Τότε κάποιος έβαζε το ρέστα του, με υποθετικό πλεονέκτημα, κι ακολουθούσαν οι άλλοι αναγκαστικά. Όπως και να είχε το πράγμα, ήμασταν όλοι νέοι, οι σφυγμοί μας μπορούσαν άνετα να υπερβούν τους εκατόν πενήντα και το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί ήταν να χάσουν κάποιοι τα λεφτά τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανάμεσα σ’ αυτούς τους κάποιους ήμουν κι εγώ. Χάνεις μια φορά, χάνεις δεύτερη, χάνεις και τρίτη. Στην ειδική διάλεκτο, αυτό ονομάζεται λούκι. Το λούκι ή γκίνια ή ατυχία διαρκείας ή συνεχής χασούρα χωρίς προηγούμενο και χωρίς οφθαλμοφανή εξήγηση, είναι ο εφιάλτης του χαρτοπαίκτη. Γιατί σιγά-σιγά εξαντλείται η υπομονή του αλλά και τα χρηματικά του αποθέματα. Και τότε είναι ακόμη πιθανότερο να χάσει. Αφού μάλιστα δεν πιάνει κανένα γούρι, ούτε το λαγοπόδαρο, ούτε το αγαπημένο του τσακμάκι, ούτε το ειδικό δώρο της γκόμενας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λέει, λοιπόν, άντε και την επόμενη φορά θα ψιλορεφάρουμε. Και κερδίζει. Ακολουθούν ακόμη τρεις-τέσσερις παρτίδες με χασούρα. Κι όσο τον πιάνει το άγχος, ότι πρέπει να κερδίσει οπωσδήποτε (λέξη άγνωστη στον τζόγο), τόσο πιο ριψοκίνδυνος γίνεται και τόσο μειώνονται οι πιθανότητές του να κερδίσει σ’ ένα παιχνίδι που στις φλέβες σου πρέπει να κυλάει ψυκτικό αντί για αίμα. Κι όσο τελειώνουν τα λεφτά του, τόσο ψάχνει και ξαναψάχνει τα συρτάρια, αποσύρει τις όποιες καταθέσεις του, προεξοφλεί αποδοχές, δανείζεται ή σκέφτεται να δανειστεί. Άλλοι έχουν κάνει και πολύ χειρότερα.&lt;br /&gt; …………….....................................................................&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;Είχα μπει λοιπόν στο λούκι και είχα χάσει ένα σημαντικό ποσό συνολικά, ιδίως για τη δική μας οικονομική κατάσταση. Τουλάχιστον δεν είχα δανειστεί γιατί ποτέ μου δεν ανέχτηκα το χρέος. Αυτό όμως ελάχιστα με παρηγορούσε. Πήγαινα το πρωί στο γραφείο με κεφάλι ασήκωτο και στόμα σαν παπούτσι, τα σκεφτόμουν όλα αυτά και με κατέκλυζε μια αίσθηση ματαιότητας και ξεφτίλας. Έλεγα, δεν μπορεί, το βράδυ θα κερδίσω. Κι έχανα πάλι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επιπλέον, το παιχνίδι γινόταν ολοένα πιο στυγνό και απογυμνωμένο. Κόπηκαν πια τ’ αστεία και τα πειράγματα, και τα συμπαθητικά παιδιά έγιναν σιωπηλά έως σκυθρωπά και, από ανταγωνιστικά, σταδιακά μεταμορφώθηκαν σε καθαρά εχθρικά. Σαν αντίπαλα όρνεα ή αιλουροειδή που έχουν αποδυθεί σ’ έναν αδυσώπητο αγώνα όχι μόνο για το θήραμα αλλά και για την ίδια την επιβίωση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ταυτόχρονα, άρχισα να ντρέπομαι, εγώ ο αετός και ο πολύπειρος, για την ανικανότητά μου να κερδίσω. Παραβλέποντας ότι και άλλοι ήταν αετοί και πολύπειροι. Να ντρέπομαι για την αδυναμία μου να σταματήσω, να ντρέπομαι για τις λογικοφανείς δικαιολογίες που προέβαλα στη Σοφία. Εκείνη διαμαρτυρόταν ήπια και προσπαθούσε να με πείσει με το αυτονόητο. Ποτέ όμως δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει ιδεολογικά επιχειρήματα κι έδειχνε κατανόηση πραγματική για το πρόβλημά μου, γεγονός που με εξουθένωσε εντελώς. Ο Τζόγος έδειχνε την αποκρουστική πλευρά του προσώπου του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποια χάραμα, φύγαμε μαζί με τον Γιώργο, τότε βοηθό και τώρα καθηγητή στο πανεπιστήμιο, και πήγαμε να πιούμε τον πικρό καφέ στου Τόττη, με πρησμένο πρόσωπο από την αϋπνία και σαν σκυλιά δαρμένα. Εκεί αράξαμε, ηρεμήσαμε και τα είπαμε όλα. Για τους γνωστούς βιομηχάνους που καταστράφηκαν, για τα σπίτια που έκλεισαν, για τα μύρια όσα έκαναν άλλοι για να ξεπληρώσουν τα χρέη τους. Σαν λαϊκά αναγνώσματα, ιστορίες που θεωρούσαμε ως υποδείγματα βλακείας, ιστορίες που δεν πιστεύαμε ότι υπήρχε περίπτωση ποτέ να μας αφορούν προσωπικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και συμφωνήσαμε ότι ένας και μοναδικός τρόπος υπάρχει να βγει κανείς από το λούκι. Να δεχτεί τη χασούρα και το πλήγμα στον εγωισμό του, να σηκωθεί και να πει, αυτό το έργο εμείς το έχουμε ξαναδεί, πάμε να φύγουμε. Και βγαίνοντας από τη σκοτεινή αίθουσα, να πετάξει εισιτήριο κα πρόγραμμα στον σκουπιδοτενεκέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν ένα πρωινό αψύ μες στη ομίχλη, ένα πρωινό γεμάτο μυρωδιές, κι εμείς κοιτούσαμε τους γλάρους και τα ψαροκάικα, μακριά τη θάλασσα και το Καραμπουρνάκι. Κοιτούσαμε τους περιπατητές της παραλίας, τους ερασιτέχνες ψαράδες που ετοίμαζαν τα σύνεργά τους, κάποιο κορίτσι που περνούσε με το σώμα του να διαγράφεται ερεθιστικό κάτω απ’ το φόρεμα, ζεστό ακόμη απ’ το κρεβάτι. Το κόβουμε; είπαμε ξαφνικά με μια φωνή; Το κόβουμε οριστικά, συμφωνήσαμε και δώσαμε τα χέρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήρα τηλέφωνο τη Σοφία να της το ανακοινώσω αλλά εκείνη το μόνο που με ρώτησε ήταν αν ήμουν καλά. Γύρισα στο σπίτι, ήπια κι άλλον καφέ και της είπα τα καθέκαστα, με κάθε οδυνηρή λεπτομέρεια. Εκείνη χαμογέλασε, στην αρχή κάπως θλιμμένα είναι η αλήθεια, ύστερα κάπως χαρούμενα. Κι απάντησε, αφού πραγματικά αποφάσισες να σταματήσεις, ας πούμε ότι τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έγινε. Έτσι είναι η Σοφία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ξέρω ότι ακούγεται παράφωνο σ’ αυτή την εποχή, αλλά στις φλέβες μου κυλάει ένας παππούς μικρασιάτης που περιφρονούσε τα έγγραφα και τιμούσε τη χειραψία και τον λόγο του. Η πόκα λοιπόν αποτελούσε παρελθόν. Ανέσυρα απ’ τη μνήμη διάφορα ελεγχόμενα υποκατάστατα και ανακάλυψα καινούρια. Καμιά φορά, με ανεκτές θυσίες και ασήμαντες απώλειες, μπορεί να ευφραίνεται το θηρίο και να απομακρύνεται η πιθανότητα να αγριέψει ξαφνικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα ο Τζόγος χαμογελάει και πάλι. Ίσως για να μου υπενθυμίσει ότι ένα προαιώνιο πρόβλημα δεν λύνεται έτσι απλά. Κι ότι η ζωή, και ιδίως μια ελληνική ιστορία, ποτέ δεν τελειώνει με αγκαλιές και με φιλιά, ενώ δακρύζουν ακόμη και οι μουσικοί της αόρατης ορχήστρας. Ο Τζόγος, ο Εγκέλαδος κι οι άλλοι τύποι του Ολύμπου και των περιχώρων είναι εξέχοντα μέλη της ίδιας φαμίλιας. Έχουν χωρίσει την ψυχή μας σε περιοχές επιρροής και στέλνουν τακτικά τους φουσκωτούς τους να εισπράξουν το τίμημα της προστασίας. Η φύση τους όμως είναι άπληστη και αυτό δεν τους αρκεί. Η επόμενη σύγκρουση και η επόμενη έκρηξη, ο επόμενος μεγάλος σεισμός δεν είναι παρά θέμα χρόνου.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-3760341309632512707?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/3760341309632512707/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=3760341309632512707&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/3760341309632512707'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/3760341309632512707'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2010/04/blog-post.html' title='Κούκος μονός, γνήσιος και ανόθευτος (β&apos; μέρος)'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-4113656749249911189</id><published>2010-03-14T21:35:00.003+02:00</published><updated>2010-03-14T21:49:17.953+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Η γοητεία των δευτερολέπτων (2001)'/><title type='text'>κούκος μονός, γνήσιος και ανόθευτος (απόσπασμα)</title><content type='html'>Ο Εγκέλαδος. Παρά το ηχηρό του όνομα και τους βαρύγδουπους τίτλους, παρά την αρχοντική καταγωγή του ή ακριβώς λόγω της καθαρότητας του αίματος, ο γιος του Τάρταρου και της Γης και αρχηγός των γιγάντων, ήταν ο παροιμιώδης αργόστροφος από τα παιδικά του χρόνια στο σχολείο. Και αργόστροφος βεβαίως συνέχισε να είναι όταν αργότερα στις γιγαντομαχίες εκσφενδόνισε ένα ολόκληρο νησί εναντίον του Δία. Τώρα, άλλοι λένε ότι τον έθαψε ο βασιλιάς των θεών στην Οίτη και άλλοι ότι τον παράχωσε η Αθηνά στη Σικελία, βάζοντας από πάνω του αυτούσιο το ηφαίστειο της Αίτνας. Αυτά παθαίνουν όσοι δεν σκύβουν το κεφάλι στους θεούς, είτε έχουν δίκαιο είτε άδικο, και το γνωρίζουν όλοι από παλιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όποια από τις δύο εκδοχές και να ισχύει, το γεγονός παραμένει ότι, κατά διαστήματα, ο αρχαίος παιδοβούβαλος αφυπνίζεται στην αγκαλιά της μάνας του, θυμάται τις καρπαζιές που έτρωγε αφειδώς απ' τους συμμαθητές του, παρά το μπόι και τη δύναμη του, θυμάται το μίσος του για το γένος των ανθρώπων, και αρχίζει να ωρύεται, άλλοτε να βγάζει φωτιές, δηλητηριώδη αέρια και λάβα από το στόμα του και άλλοτε απλώς να τα κάνει λίμπα στο μαγαζί. Όπως κάθε τραμπούκος, αρχαίος ή σύγχρονος, όταν μεθάει και τον πιάνει το παράπονο. Κι ύστερα πέφτει να κοιμηθεί και πάλι, μπορεί και μιξοκλαίγοντας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα πράγματα όμως δυστυχώς δεν είναι τόσο απλά. Όταν ξυπνάει ένα θηρίο και ανατρέπει τις ισορροπίες, μπορεί να ενοχλήσει και άλλα πλάσματα της ζούγκλας, απείρως πιο επικίνδυνα. Γιατί τον καθυστερημένο γίγαντα που αιφνιδίως εξοργίστηκε, κάπως τον αντιμετωπίζεις. Το πρόβλημα είναι ο ύπουλος, ο σατανικός και ο απρόβλεπτος. Εκείνος που είναι εγκατεστημένος πίσω από τις αμυντικές γραμμές σου. Όπως, για παράδειγμα, το ανήμερο θηρίο του Τζόγου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρά το κακόηχο και παρεφθαρμένο σύγχρονο όνομα του, ο Τζόγος υπήρξε πολύ αρχαιότερος και απείρως επιφανέστερος του Εγκελάδου, καθήμενος από την αρχή του χρόνου στα δεξιά του μεγάλου πνεύματος. Σ' αυτή τη σύντομη, ανέντιμη και βασανιστικά ανιαρή ζωή, ο Τζόγος πάντοτε υπήρξε μια απειροελάχιστη ελπίδα να προσεγγίσεις το απρόσιτο. Γι' αυτό τον προσκυνάνε οι θνητοί και κάνουν άπειρες ανθρωποθυσίες προς τιμήν του. Τη δύναμη του αναγνώρισε με δέος ο Νοστογιέφσκι αλλά και κορυφαίοι επιστήμονες, όπως ο Άϊνστάιν όταν είπε το περίφημο, ο θεός δεν παίζει ζάρια με την ανθρωπότητα. Έως ότου του απαντήσει ο Χώκιν με το άλλο περίφημο, ο θεός όχι μόνον παίζει ζάρια με τον κόσμο αλλά τα ρίχνει και σε σημείο που δεν μπορούμε να τα δούμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλα λοιπόν άρχισαν με κάτι φοβερές ζαριές του υψίστου πριν δισεκατομμύρια χρόνια. Και έτσι συνεχίζονται. Και ψάξε εσύ με τηλεσκόπια να βρεις τα ζάρια στις εσχατιές του σύμπαντος. Όλα άρχισαν όχι με τον Ιησού, τον Βούδα ή κάποιον άλλο άγγελο, που εμείς οι αγαθιάρηδες λατρεύουμε γιατί αρνήθηκε την ύπαρξη όπως είναι και επέλεξε την ουτοπία, αλλά με τον Τζόγο, γνήσιο και ανόθευτο. Ως την περίοδο των σεισμών, τα είχαμε ψιλοκαταφέρει με τον Τζόγο. Κάτι με αυτοσυγκράτηση και καλοπιάσματα, κάτι με αλυσίδες και κάτι με εξορκισμούς, τον κρατούσαμε υπό έλεγχο. Όταν όμως έφτασε στο αποκορύφωμα το άγριο πάρτι του Εγκέλαδου εις βάρος της γενέθλιας πόλης, ο Τζόγος τα πήρε στο κρανίο με τον αμπντάλη. Έσπασε τις αλυσίδες σαν κλωστές, απέρριψε κάθε λογική προσφορά, κάθε συμβιβασμό και κάθε επίκληση και πλέον τα ζητούσε όλα. Τα ρέστα μας με άλλα λόγια.&lt;br /&gt;.........................................................................................................&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα, να πω ότι έφταιγε ο Λαζαράκης για τη μακρά και ευδόκιμο σταδιοδρομία μου, θα ήταν τουλάχιστον αστείο. Σαν να μεμφόταν ο Νικ δε Γκρηκ το ποταμόπλοιο του Μισσισσιπή. Τα τυχερά παιχνίδια αναπόφευκτα έχουν για πρόσχημα το χρήμα, αλλά δεν είναι παρά ένας ακόμη παθιασμένος έρωτας. Έρωτας καταχωρημένος στη μνήμη των κυττάρων από εκείνον τον σατανικό αρχαίο διδάσκαλο. Οι παίκτες τόχουν μέσα τους να προκαλούν τη μοίρα τους και στη διάρκεια (λέξη κλειδί), όλοι και μηδενός εξαιρουμένου, είναι χαμένοι από χέρι. Όπως και όλοι οι ερωτευμένοι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα να αφήσουν τον τζόγο, έστω κι αν κάποια στιγμή κέρδιζαν ολόκληρο τον κόσμο, θάταν να εγκατασταθούν στη χώρα της θανάσιμης ανίας. Όπως έκανε η πρώτη μου αγάπη, να εγκαταλείψουν την περιπέτεια και τον κίνδυνο για να παντρευτούν τον καλό γαμπρό. Ή την πλούσια κοκκινομάγουλη νύφη απ' το χωριό. Ο έρωτας είναι προορισμένος να χαθεί για πάντα αλλά ακόμη και η ανάμνηση του κάνει το αίμα να ανάβει σαν φωτιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγώ δεν λέω και ξελέω στη ζωή μου και δεν είμαι από κείνους που πετάνε την πετσέτα στο ρινγκ. Όσους και όσα κάποτε αγάπησα, τα αγαπώ και τώρα. Πάντοτε όμως, με κάτι από το ένστικτο του λύκου, ήξερα να αποφεύγω τα ύπουλα δόκανα και τους αιμοβόρους μολοσσούς του φεουδάρχη και ποτέ μου δεν πάτησα πόδι σε χαρτοπαικτική λέσχη και ασφαλώς ούτε σε καζίνο. Ίσως και γιατί αισθανόμουν μια φυσική αποστροφή για την επιδεικτική χλιδή και ιδίως για τις ευγένειες και περιποιήσεις που προσπαθούν αδέξια να κρύψουν το πεινασμένο βλέμμα των τρωκτικών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αφού λοιπόν η πόκα δεν είναι πασιέντζα, ανέλαβα εγώ φιλοτίμως να διδάξω στους συμμαθητές μου τη διαφορά στις μεγάλες τάξεις του γυμνασίου. Και έτσι, με τα κρυφά και τα φανερά ταλέντα, σχηματίστηκαν δυο-τρεις συναρπαστικές παρέες, με κοινό μέλος εμένα βέβαια. Η μία με τον Χοντρό και τον Πολύβιο, διδάκτορες άλλων κρυφών πανεπιστημίων της πόλης, τον Κουνουπίδα και τρεις-τέσσερις μαθητευόμενους. Οι άλλες με τον Κινέζο, τον Αρμένο, το Τσακάλι, τον Μακαρόνα, τον Καμπά, τον Σάββα, αλλά και τον Γάτο, τον Ερρίκο, το Σκουλήκι και μερικούς φίλους φίλων εξωσχολικούς, μόνιμους ή διάττοντες αστέρες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά την αποφοίτηση, τα πράγματα ουσιαστικά δεν άλλαξαν, παρόλο που αρκετοί μάς εγκατέλειψαν για να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Τη θέση τους πήραν συμφοιτητές απ' το Αριστοτέλειο, ένα μούτρο της νομικής ονόματι Ηρακλής κι άλλα παιδιά με ανάλογα προσόντα. Μια καινούρια ομάδα σχηματίστηκε στον σύλλογο των αποφοίτων με τον Τάσο και τον Γόλη, αλλά και τον ντερμπεντέρη τον Σταυράκη, πριν αναζητήσει την τύχη του στη μαύρη Αφρική.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακολούθησε το μεγάλο διάλειμμα του στρατού, που δεν έμεινε εντελώς ανεκμετάλλευτο, κι ύστερα τα ίδια πάλι. Μετά έφυγα εγώ στην Αθήνα κι από κει στην Αγγλία και, όταν γύρισα πέντε χρόνια αργότερα απροπόνητος στη Ζεύξιδος με τη δικτατορία στο απόγειό της, δεν έπρεπε μόνον να πιάσω τη ζωή μου απ' την αρχή, να ανταποκριθώ στις τακτικές προσκλήσεις να διέλθω δι' υπόθεσιν μου από το τμήμα ασφαλείας, αλλά και να προσαρμοστώ στις νέες χαρτοπαικτικές συνθήκες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την εποχή εκείνη επανέκαμψαν και άλλοι ξενιτεμένοι, οι παλιοί φίλοι ξανασυναντήθηκαν και οι παρέες βρήκαν τον ρυθμό τους. Εκτός από τον κύκλο του σχολείου, σταδιακά σχηματίστηκε ένας μακρύς κατάλογος κυρίως από δικηγόρους, ασκούμενους και φοιτητές της νομικής, τον Σπίνο, τον Παπάρα, τον Σάκη και τον Τρύφωνα, τον Χαρβάλα και το Αρκουδάκι, τον Θανάση, τον Ηλία, τον Μήνο και τον Σκοτεινό. Έτσι, δυο-τρεις φορές την εβδομάδα, καθώς περπατούσα στην Τσιμισκή για την Κατούνη ακόμη μισοκοιμισμένος, η πρώτη μου σκέψη ήταν πώς να στηθεί το βραδινό παιχνίδι. Μόλις ανέβαινα στο γραφείο και έβαζα στο μπρίκι τον καφέ, έπιανα το τηλέφωνο. Όχι ότι ήταν δύσκολο αφού συνήθως όλοι οι άρρωστοι, μόλις άκουγαν το όνομά μου, αντί για καλημέρα, έλεγαν, μέσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχω παίξει σε αναρίθμητα σπίτια της πόλης. Στο κέντρο και σε απόκεντρα, συνοικιακά και εξοχικά, σε διαμερίσματα πολυτελείας και σε φοιτητικά δωμάτια, σε σαλόνια, σε αποθήκες, σε πλυσταριά και σε κουζίνες, πάνω σε τραπέζια, σε τραπεζάκια και σε πάγκους. Ή σε δικηγορικά γραφεία, όπου μαζευόμασταν και λέγαμε, άντε να φύγει και ο τελευταίος πελάτης, κι όταν καθυστερούσε, φύγε, ρε πούστη, να το στρώσουμε. Επάνω στους φακέλους των υποθέσεων, πιθανότατα και της δικής τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχω παίξει με κάθε ενδυμασία και σε κάθε δυνατή στάση του σώματος. Με παντελόνι και πουκάμισο ή χωρίς, με πιτζάμες, με φόρμα ή με σορτάκι, με τα εσώρουχα ή με μαγιό, με αδιάβροχο ή με παλτό, ακόμη και με κοστούμι και λυμένη γραβάτα. Όρθιος στο ένα ή στα δύο πόδια, σκυφτός ή καθισμένος στην πολυθρόνα ή στην καρέκλα με το ένα κωλομέρι στον αέρα, στα γόνατα ή οκλαδόν, μπρούμυτα, γερμένος στο πλευρό ή ανάσκελα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι ανάλογα με την περίπτωση και το χαρμάνι, στο ύπαιθρο και κάτω απ' τ' άστρα, πάνω στο χώμα ή την άμμο, με στρωμένη κουβέρτα ή μουσαμά. Το καλοκαίρι του '54 σε μια σκηνή 2 Χ 2, στο παλιό γήπεδο ποδοσφαίρου της Περαίας, είχαμε ανοίξει με τον Τάσο και τον Γιάννη απ' τη Μητσαίων ένα πλακέ φακό για να διαχέεται το φως και παίζαμε όσο κράτησε η μπαταρία, σχεδόν ο ένας πίσω απ' την πλάτη του άλλου. Τα χαράματα, με μια βουτιά ξελαμπικάρισε το μυαλό μας και ήμασταν ήδη έτοιμοι για την επόμενη παρτίδα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ομηρικές μάχες είχαν γίνει στο διαβόητο ημιϋπόγειο μπουρδέλο του Γάτου στην Αρχαιολογικού Μουσείου, που έλαβε την ονομασία του από τις διάφορες γκόμενες που μπαινοέβγαιναν εκεί. Γιατί ο Γάτος, εκτός από τις δικές του αξιοζήλευτες επιδόσεις, ήταν παιδί εξηγημένο και παρείχε κατάλυμα στους φίλους. Όχι, δίλημμα δεν υπήρξε ποτέ για κανένα μας. Προτεραιότητα είχαν οι φίλοι ασυζητητί, ακολουθούσαν τα χαρτιά, και τελευταίες οι γυναίκες. Εξάλλου για τη ρυθμική γυμναστική υπήρχαν κι άλλες ώρες, κυρίως το απόγευμα γιατί, μετά το καρέ, όλοι ήταν κουρασμένοι και θα έπεφτε η σεξουαλική απόδοσή τους. Μερικές φορές λίγο πριν τα χαρτιά, ακούγαμε στο μαγνητόφωνο μέχρι και τον τελευταίο ψίθυρο ή αναστεναγμό από τις πρόσφατες συνευρέσεις του οικοδεσπότη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια άλλη φορά, είχαμε τρεις χαρτοπαικτικές ολονυκτίες στη σειρά. Όταν ξημέρωνε, πήγαινα κατευθείαν στην τράπεζα να ασχοληθώ με άλλα χαρτιά και άλλα νούμερα. Το τελευταίο πρωινό πέρασα από το τότε καφενείο Ερμής κι έπινα τον ένα καφέ μετά τον άλλο, μάταια προσπαθώντας να συνέλθω πριν κατευθυνθώ προς το γραφείο. Είχα και στα καλά καθούμενα μια στύση φοβερή, από εκείνες που εύχεσαι αλλά σπανίως έρχονται την κρίσιμη στιγμή, και έφυγα με το χέρι αναγκαστικά στην τσέπη. Τελικά, μετά μισή ώρα ευσυνειδήτου εργασίας, έπεσε χωρίς να το καταλάβω το κεφάλι μου κι αποκοιμήθηκα βαθιά επάνω στο κατάστιχο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα που είμαι γκρίζος έως ασπρομάλλης βετεράνος, εν πολλαίς αμαρτίαις και αμετανόητος, όταν περνάω έξω από παλιό σπίτι κατάκλειστο και σκοτεινό ή από εξοχικό χαμένο κάπου στην ερημιά, βλέπω ολοζώντανα και πάλι μπροστά μου όλα τα ωραία και απαγορευμένα. Τη φιλική παρέα να μαζεύεται κεφάτη και γεμάτη προσμονή, ο καθένας με τα δικά του γέλια και πειράγματα, με την πράσινη τσόχα διπλωμένη και τις πολύχρωμες μάρκες στο κουτί, με σοκολάτες, τσιγάρα, ξηρούς καρπούς και διάφορα ποτά, και να στήνει ένα ατέλειωτο παιχνίδι. Έξω να κάνει κρύο και να βρέχει ή να χιονίζει αλύπητα και το τηλέφωνο να είναι κουκουλωμένο κάτω απ' το πάπλωμα. Κανένας μα κανένας να μην μας ενοχλεί, το παιχνίδι να διανθίζεται με καλαμπούρι και οι στοίβες από τις μάρκες να γυρίζουν γύρω-γύρω στο τραπέζι. Πονάει αυτή η θύμιση. Ή μήπως νοσταλγώ τα νιάτα μου;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα πρέπει όμως να ομολογήσω ότι, παρά τη φήμη μου, παρά τα πτυχία και τα διδακτορικά και πλάκα τα παράσημα, παρά τα σεμινάρια που οργάνωσα για τους φερέλπιδες αλλά και τις χαρακτηριστικές ουλές που αποκόμισα από τον άσσο και τον ρήγα στα πεδία των μαχών, ποτέ μου δεν έγινα ο πραγματικά μεγάλος παίκτης της πόκας. Όπως άλλοι που γνωρίζω και δεν ομολογώ. Για να φτάσεις στην κορυφή χρειάζονται βέβαια όσα διαθέτω αλλά κυρίως το ένα που δεν είναι στη δική μου φύση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγώ δεν είμαι ηλεκτρονικός υπολογιστής, εγώ είμαι ερωτευμένος (τώρα χαμογελάει ο Τζόγος) με το παιχνίδι της ζωής σ' όλες του τις παραλλαγές κι από μικρός τρελαινόμουνα να παίρνω το μικρό αλλά και το μεγάλο ρίσκο, που έχει και τη γλύκα του. Κι όσο κι αν προσπαθώ να τιθασεύσω το θηρίο με τη λογική και να παραμείνω ψύχραιμος, πριν και μετά την εμπλοκή, ασυναίσθητα κουνάω την ουρά μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ενώ ο μεγάλος παίκτης είναι κίλερ, ήτοι, ψυχρός δολοφόνος. Κάτι σαν τον εκτελεστή της μαφίας που του δίνουν ένα όνομα, μια φωτογραφία και μια διεύθυνση και εκείνος διεκπεραιώνει επαγγελματικά την αποστολή του. Χωρίς συναισθηματισμούς και συγκινήσεις, παγερός σαν μάρμαρο. Ο μεγάλος παίκτης μελετάει τους αντιπάλους του, την ψυχολογία, τις γκριμάτσες και τις μηχανικές κινήσεις τους, τί κάνουν όταν έχουν καλό χαρτί και πώς μπλοφάρουν, αν ποτέ μπλοφάρουν, ζυγίζει και σταθμίζει τις πιθανότητες σαν μαθηματικός, θυμάται τη σειρά των χαρτιών και πάντα κάνει την καλύτερη δυνατή κίνηση. Ή, με άλλα λόγια, βάζει το κέρδος πάνω απ' τη φιλία και την παρέα, το κέρδος πάνω από το παιχνίδι, το κέρδος πάνω απ' όλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;.........................................................................................................&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-4113656749249911189?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/4113656749249911189/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=4113656749249911189&amp;isPopup=true' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/4113656749249911189'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/4113656749249911189'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2010/03/blog-post.html' title='κούκος μονός, γνήσιος και ανόθευτος (απόσπασμα)'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-2331885638127278187</id><published>2010-02-26T22:14:00.004+02:00</published><updated>2010-02-26T22:23:53.072+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Η γοητεία των δευτερολέπτων (2001)'/><title type='text'>Η εργασία απελευθερώνει (β' μέρος από δύο)</title><content type='html'>Αλλά τώρα έπρεπε να αφήσω την τράπεζα και να συμβάλω στην καλύτερη λειτουργία της βιομηχανίας, σχεδιάζοντας ένα ορθολογικό οργανόγραμμα για τη συγκεκριμένη εταιρία. Διεύθυνση πωλήσεων, διεύθυνση παραγωγής, οικονομική διεύθυνση, διεύθυνση προσωπικού, τμήμα προμηθειών. Τα παραλληλόγραμμα συνδέονται με οριζόντιες και κάθετες γραμμές και απεικονίζουν τις διάφορες θέσεις με τον τίτλο τους, την ιεραρχική τους ένταξη και τη συγκριτική τους σπουδαιότητα. Συνοδεύονται από περιγραφές εργασίας, που προδιαγράφουν τα κυριότερα καθήκοντα κάθε θέσης, κι από διαδικασίες ή κανονισμούς, που με τα έντυπά τους καθορίζουν τον ακριβή τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνεται κάθε σημαντική εργασία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να πώς παρασύρεται κανείς και χρησιμοποιεί την ξύλινη επαγγελματική διάλεκτο. Να πώς σταδιακά εντάσσεται και αφομοιώνεται και κάποτε αναπόφευκτα εκβράζεται στα τηλεοπτικά παράθυρα. Ήταν σαφές ότι τραβούσα σαν μαγνήτης το κακό και από το τίποτα της Σκύλλας είχα πέσει στις πομφόλυγες της Χάρυβδης. Και ήταν βέβαιο ότι  κάποιο τρίτο αποτρόπαιο τέρας θα με περίμενε στην επόμενη γωνία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν έμενε παρά να ταιριάσουν οι άνθρωποι στις προδιαγραφές και να εφαρμόσουν τα στελέχη τις επιταγές. Έτσι, σαν καλολαδωμένη μηχανή, η εταιρία θα πήγαινε μπροστά, θα αύξανε τον κύκλο εργασιών της, θα εξασφάλιζε περισσότερα κέρδη, κι αργότερα ακόμη περισσότερα. Για το καλό και των εργαζομένων, εννοείται. Τα κέρδη είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας. Παρέχουν τη δυνατότητα να γίνουν επενδύσεις, να δημιουργηθούν καινούριες θέσεις εργασίας, να αυξηθούν οι αμοιβές. Κατά συνέπεια και όπως μας διδάσκουν τα γυαλιστερά περιοδικά, επιτρέπεται να γκρινιάζουμε λιγάκι αλλά πρέπει όλοι να θαυμάζουμε τον βιομήχανο. Να ζηλεύουμε το αρχοντικό του και να μιμούμαστε τη μεγαλοαστική του επίπλωση. Και να λατρεύουμε τον σκύλο του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όπως λέγαμε με τον Πολύβιο, όταν συναντηθήκαμε και πάλι στην Αθήνα, να σταματήσεις ξαφνικά έναν από τους γραβατο-κοστουμαρισμένους στην Πανεπιστημίου, και να τον ρωτήσεις, συγνώμη, κύριε, γιατί τρέχετε; Γιατί τα σφιγμένα χείλη, αυτή η ένταση και η αγωνία στο πρόσωπό σας; Μήπως συμβαίνει κάτι τραγικό στο σπίτι σας; (Πέντε δευτερόλεπτα σιγής καθώς θα απολαμβάναμε το βλέμμα του). Αν όμως είναι το δίφραγκο που οσφραίνεστε σαν κυνηγόσκυλο, έχετε δίκαιο, εκεί στο βάθος βρίσκεται, συνεχίστε ταχύτατα με κωλοτούμπες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δύσκολο το αυτονόητο κι εκείνος θα είχε βέβαια έτοιμες όλες τις δικαιολογίες του κόσμου. Άλλωστε οι απώλειες σπάνια επισημαίνονται στην αρχή. Οι αόρατες θανάσιμες ζημίες εμφανίζονται χρόνια μετά, με τη νομοτέλεια ενός φυσικού γεγονότος. Αυτόν τον ισολογισμό με συμπαθητική μελάνη, λίγοι είναι σε θέση να τον διαβάσουν, ακόμη λιγότεροι να τον ερμηνεύσουν, και ελάχιστοι να κάνουν κάτι για να τον αλλάξουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε μια εποχή μεγάλης ανεργίας λοιπόν, εγώ ήμουν ο προνομιούχος. Είχα δουλειά που ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, με τα μέτρα των άλλων, και πολύ καλά αμειβόμενη, με τα δικά μου. Όμως, εγώ τι ήθελα; Ωραία ερώτηση και χρήσιμη όσο το θρυλικό παντεσπάνι της Μαρίας Αντουανέτας. Χρειάζεται βαθύτατη ενδοσκόπηση για να ανακαλύψει κανείς τι θέλει πραγματικά. Χρειάζεται εξέταση που δεν προβλέπεται από καμιά ιατρική υπηρεσία. Ή δεν χρειάζεται απολύτως τίποτα παρά να πετάξει κανείς τις παρωπίδες, να πει κρατείστε τα παραισθησιογόνα και τα σκουπίδια σας, και να βγει από την αυταπάτη της ασφάλειας στον καθαρό αέρα. Είπα καθαρό; Έστω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι ήθελα εγώ; Θα μπορούσα να ήθελα να ανοίγω χαντάκια. Μακρόστενα, λειτουργικά, ποιητικά χαντάκια, και να τοποθετώ ηλεκτρικά καλώδια ή σωλήνες υπονόμων. Να δουλεύω στον τόρνο, στη φρέζα ή την πρέσα. Να πουλάω σάμαλι στους  πιτσιρικάδες, αράπικα φιστίκια ή λαϊκά λαχεία. Λέω, θα μπορούσα, όσο απίθανο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα μπορούσα να ήθελα να γίνω θερμόμετρο που καταγράφει τη ζεστασιά του κόλπου των κοριτσιών. Την απαλότητα που έχουν τα βελούδινα μαξιλαράκια του. Την ηδύτητα και τη γονιμότητα των υγρών του. Θα μπορούσα να ήθελα να γίνω βυθόμετρο που εξακριβώνει το βάθος των ωκεανών. Ή της ανθρώπινης ψυχής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι επαγγέλεσθε; θα με ρωτούσαν, ιατρός, δικηγόρος, μηχανικός ή οικονομολόγος; Έμπορος ή βιομήχανος; Μήπως φαρμακοποιός, δημόσιος υπάλληλος; Ξέρετε, θα τους απαντούσα με κάθε σοβαρότητα, είμαι ένα αστέρι που φωτίζει τον δρόμο σας. Τρέφομαι με τη λάμψη στο βλέμμα των παιδιών, φορτίζομαι όπως ο χαλαζίας από το φως που εκπέμπουν. Ξέρετε, είμαι ένας εφευρέτης, ανακαλύπτω κάθε στιγμή πώς θα  ‘πρεπε να είναι η ζωή, είμαι ένας νοσοκόμος που μεταγγίζει την ουτοπία στις φλέβες σας και σηκώνεστε άλλος άνθρωπος απ’ το κρεβάτι απ’ το γραφείο, από την καθημερινή ηλεκτρική καρέκλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καθόμουν και κοιτούσα λοιπόν απέναντι το αστραφτερό και επιβλητικό οικοδόμημα της τράπεζας, της ίδιας τράπεζας σε άλλο κτίριο, είκοσι χρόνια αργότερα. Την πρόσοψη του ιδρύματος που είχε την εκπληκτική ιδιότητα να σβήνει τα αστέρια του σχολείου και να γιγαντώνει τα αναρριχητικά φυτά. Κοιτούσα και μετρούσα όσα λεβεντόπαιδα θυμόμουν. Τον Θόδωρο που έγινε δικηγόρος, τον Μίμη, το βαρύ κι αμίλητο, που έχασα το ίχνη του, τον Δημήτρη τον ψηλό που αναδείχτηκε ως διακοσμητής, τον Στέφανο που, μετά δαιδαλώδη πορεία, κατέληξε διευθυντής σε άλλη τράπεζα, τον Τάκη που διέπρεψε ως δημοσιογράφος. Τα παιδιά των πιστώσεων εξωτερικού, τον Κώστα, τον Γιώργο, αρχηγό της πρωταθλήτριας ομάδας μπάσκετ του Π.Α.Ο.Κ., και τον Ντίνο που συνέχισαν, τον Τζανέτο με την εκπληκτική ικανότητα στη γραφομηχανή, τον Θωμάκο τον παλαιστή, την Έλλη των καταθέσεων, την Κάρμεν κι όλα τα συμπαθητικά κορίτσια, τόσους και τόσους άλλους. Όπως τα ξαδέρφια απ’ την Αμύντα, τον Γιώργο και τον Αλέκο που τα βρόντηξαν. Έλεγε ο Αλέκος, καλύτερα χαμάλης στο λιμάνι παρά στην τράπεζα με τη γραβάτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλοι αυτοί πουλούσαν τη ζωή τους. Κι όλους αυτούς η ανάγκη τους σφράγισε το στόμα. Γιατί τα οικονομικά της οικογένειας ήταν περιορισμένα και δεν υπήρχαν άλλες ευκαιρίες εργασίας. Προσπαθούσαν να μην δίνουν αφορμή έως ότου τελειώσουν τις σπουδές τους κι ακολουθήσουν ένα καλύτερο επάγγελμα. Ή είχαν συμβιβαστεί με τη μοίρα τους, με τον μικρό και σίγουρο μισθό και την καλή σύνταξη σε τριάντα χρόνια. Κι αλώνιζαν οι λίγοι αδίστακτοι. Υπό την σκέπη της γενικής διευθύνσεως και με την επίβλεψη του τοπικού δυνάστη.&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;Υπήρχαν όμως και υψηλά ιστάμενοι που ήταν έντιμοι και ειλικρινείς σαν έφηβοι. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα να ήταν ο πόντιος υποδιευθυντής με το γυάλινο μάτι. Που όταν κραύγαζε ο διευθυντής να παραιτηθώ γιατί είχα τολμήσει να τα πω στα ίσια στον προϊστάμενό μου, με κάλεσε στο γραφείο του και μου συνέστησε πατρικά να μην του κάνω το χατίρι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ζωή είναι μυστήρια και κάποτε πληρώνει με το ίδιο νόμισμα. Και στο ίδιο μεγαλοπρεπές γραφείο του διευθυντή που είχε απέξω κόκκινο και πράσινο φωτάκι για να γνωρίζουν οι πεζοί αν επιτρέπεται η διάβαση. Ιδίως όταν δεχόταν μέσα κάποια γυναίκα. Μια μέρα μπήκε με νταηλίκι κάποιος άγνωστος από την απαγορευμένη είσοδο. Κι όταν εκείνος πετάχτηκε έξαλλος και φώναξε, ποιος είστε εσείς και πώς μπαίνετε έτσι μέσα, ο άλλος του απάντησε παγερά, εγώ είμαι εκείνος που θα καθίσει στη θέση σου, σήκω και φύγε, τώρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με τον νέο διευθυντή και με τα χρόνια, αργά και κοπιαστικά, άλλαξαν βέβαια και οι συνθήκες. Οι μέθοδοι εκσυγχρονίστηκαν (λέξη κομψή), τα πράγματα φαίνονταν πολύ καλύτερα. Κι ας μου έμεινε η εντύπωση ότι, αν είχα σημαδέψει ένα φάκελο, θα τον έβρισκα ολόιδιο ανάμεσα στους υπολογιστές δεκαετίες αργότερα. Κι ας είχε φτάσει ο αρχιχαφιές της εποχής μας στην κορυφή σε μια άλλη τράπεζα. Εδώ γίνονται πρωθυπουργοί και πρόεδροι από τις μυστικές υπηρεσίες, τα καρφιά της τράπεζας θα αποτελούσαν εξαίρεση;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν λοιπόν περίμενα με άπειρη υπομονή τη σειρά μου στο γκισέ, μελετούσα τα παιδιά των καταθέσεων με το έμπειρο και ψυχρό μάτι του βετεράνου. Και τη ζεστή καρδιά του που είναι κρυμμένη. Μελετούσα το νεανικό τους πρόσωπο, τα γένια τους, την άνεση με την οποία κάπνιζαν κι έπιναν τον καφέ τους, αστειεύονταν και γελούσαν, τη σιγουριά που τους έδινε ένα μέλλον εξασφαλισμένο.  Μελετούσα την εικόνα που ζωγράφιζε η πλήρης άγνοια ενός θανάσιμου κινδύνου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όμως τι να τους πω και τι να καταλάβουν; Ένα μεσημέρι που ήμουν τελευταίος στην ουρά και είχαν ήδη κλείσει τις πόρτες για το κοινό, δεν τους είπα τίποτα από τα αμέτρητα για τον διευθυντή και τις επιδόσεις του. Δεν τους είπα για τις γεμάτες τσάντες που κουβαλούσαν οι&lt;br /&gt;ευπειθέστατοι στο σπίτι τους για να δουλεύουν ως το βράδυ. Τους διηγήθηκα μόνον μια χαριτωμένη ιστορία για τις απλήρωτες υπερωρίες, το απόγευμα στον δεύτερο και τον τρίτο όροφο του κτιρίου. Το περιστατικό με το ανώνυμο τηλεφώνημα και την έφοδο που έκανε η αστυνομία μαζί με την επιθεώρηση εργασίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κανείς δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει την τράπεζα ότι δεν ήταν καλά οργανωμένη. Οι κλητήρες, απ’ τη μοναδική ανοιχτή δίοδο του υπογείου, ειδοποίησαν εγκαίρως τους θύτες και τα θύματα επάνω. Άρπαξαν λοιπόν τα χαρτιά τους και στριμώχτηκαν όλοι πανικόβλητοι στα τούρκικα αποχωρητήρια. Κλείδωσαν και τις πόρτες και ισορρόπησαν πάνω από την τρύπα. Οι νεαροί υπάλληλοι μαζί με τους αυστηρούς μεσήλικες προϊσταμένους, που άντεχαν τη μυρωδιά αλλά δεν άντεχαν τα βλέμματα. Έτσι, περιεργάζονταν για αρκετή ώρα τη γραβάτα τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα παιδάκια με κοίταξαν σαν απολίθωμα από την εποχή των παγετώνων, γούρλωσαν τα μάτια και κούνησαν το κεφάλι με τα ευγενικά δύσπιστα επιφωνήματα του τουρίστα μπροστά στους λιμοκτονούντες ιθαγενείς. Για δες, τς-τς, πω-πω, και, όχι δα. Με πλήρη αδυναμία να αντιληφθούν όχι μόνον τη δική μας κατάσταση τότε αλλά και τη δική τους στον παρόντα χρόνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βγαίνοντας διακριτικά από την πλαϊνή πόρτα, αναλογίστηκα γι’ ακόμη μια φορά πόσο άχρηστη ήταν η προσωπική μου γνώση και η μνήμη μου για κείνους που ακολουθούσαν. Ο περίφημος μέσος άνθρωπος απεχθάνεται κάθε τι που είναι έξω από το συμβατικό παιχνίδι. Ακόμη κι όταν αυτό στοιχίζει τη ζωή του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αποδέχεται (και δικαιολογεί) σαν κάτι φυσιολογικό την μισθωτή ή άλλη εργασία για καθαρά βιοποριστικούς σκοπούς. Αποδέχεται (και επιβάλλει) σαν κάτι φυσιολογικό τις υποκριτικές σχέσεις σε κάθε επίπεδο. Αποδέχεται (και φθονεί) σαν κάτι φυσιολογικό την κάθε είδους καταναλωτική συμπεριφορά. Αποδιώχνει τη σκέψη ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Πραγματικά. Και αυθόρμητα μισεί όποιον πάει να του χαλάσει την τούρτα. Αυτός του φαίνεται σαν τον τρελό που βγαίνει γυμνός στους δρόμους, που κατουράει μέσα στα ασημικά του.&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;Τι να τους πω και τι να καταλάβουν; Από πού ν’ αρχίσω και σε ποιούς να απευθυνθώ; Στους εικοσάρηδες στην τράπεζα ή στους εφήβους στα λύκεια και τα γυμνάσια; Ή μήπως στα μικρά του δημοτικού και στους αγέννητους; Προσέχετε παιδιά γιατί σας την έχουν στημένη. Με τις θηλυκές και τις αρσενικές πόρνες, με την τηλεόραση, τα αυτοκίνητα, τα γήπεδα, με χίλια δυο ναρκωτικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι να τους πω και τι να καταλάβουν; Προσέχετε, παιδιά, η ιστορία επαναλαμβάνεται σε χειρότερη εκδοχή. Άοπλος εγώ από μιαν άλλη εποχή, από μια ξένη χώρα, μπορεί να φαίνομαι και γραφικός. Και πόσο με βοήθησε εμένα τον ίδιο αυτή η γνώση; Ίσως να ήταν καλύτερα αν&lt;br /&gt;δεν ήξερα, αν ποτέ μου δεν είχα μάθει. Πως στα συρτάρια της τράπεζας και τις αρχειοθήκες, σ’ ολόκληρο το κύκλωμα των ηλεκτρονικών υπολογιστών, στα ίδια τα θεμέλια της, φωλιάζει ένας θανάσιμος ιός. Ένας ιός που παρασκευάστηκε σε μυστικά εργαστήρια κοινωνικού ελέγχου, πιο επικίνδυνος από την πανούκλα του μεσαίωνα κι από το σύνδρομο της επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας, πιο επικίνδυνος από τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Ένας ιός που προορίζεται αποκλειστικά για τους νέους.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-2331885638127278187?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/2331885638127278187/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=2331885638127278187&amp;isPopup=true' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/2331885638127278187'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/2331885638127278187'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2010/02/blog-post_26.html' title='Η εργασία απελευθερώνει (β&apos; μέρος από δύο)'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-5224594302846790256</id><published>2010-02-16T19:45:00.006+02:00</published><updated>2010-02-21T10:13:14.380+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Η γοητεία των δευτερολέπτων (2001)'/><title type='text'>Η εργασία απελευθερώνει (α΄μέρος από δύο)</title><content type='html'>&lt;span style="text-decoration: underline;"&gt;&lt;a href="http://picasaweb.google.com/lh/photo/W8BSaONiqexwWv712OvgUA?authkey=Gv1sRgCNa2pbnuycGHsgE&amp;amp;feat=embedwebsite"&gt;&lt;img style="width: 673px; height: 489px;" src="http://lh6.ggpht.com/_4fCItSrqu4A/S4DqQK31IhI/AAAAAAAAEEM/3DpQygyp9xM/s800/5.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;Ανασηκώθηκα με μια στυφή γεύση στα χείλη και στήριξα το κεφάλι μου στο δεξί χέρι.&lt;br /&gt;Μπροστά μου ο γυμνός τοίχος, δίπλα μου η ντουλάπα κι από την άλλη το φρέσκο αποτύπωμα&lt;br /&gt;από το σώμα της Σοφίας. Οι κουβέρτες ένα κουβάρι στα πόδια μου από τα στριφογυρίσματα&lt;br /&gt;της νύχτας. Έπρεπε να ξυπνήσω. Σε ένα άδειο σπίτι, με το μυαλό ακόμη φορτωμένο όνειρα,&lt;br /&gt;ανάκατα με τις σκέψεις για τις πρακτικές ασχολίες της μέρας που είχε ήδη αρχίσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατέβηκα με τη μέση αγκυλωμένη κι έσυρα τα πέλματά μου στο μπάνιο. Χτύπησα απρόσεκτα&lt;br /&gt;το μεγάλο δάχτυλο στη άκρη της πόρτας και χοροπήδησα ολολύζοντας. Έμεινα για λίγο&lt;br /&gt;ακίνητος, απολαμβάνοντας το μούδιασμα του πόνου που αργόσβηνε. Δεν τολμούσα να&lt;br /&gt;αντικρίσω αυτόν τον επισκέπτη από την ξένη χώρα. Με κλειστά τα μάτια, έπλυνα τα δόντια&lt;br /&gt;μου κι έβρεξα τα μαλλιά μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπροστά στην ανάγκη να ξυριστώ, υποχώρησα και κοίταξα στον καθρέφτη. Ένα ατίθασο&lt;br /&gt;όνειρο είχε σκαλώσει στο αριστερό μου φρύδι. Ένα άλλο ήταν σκαρφαλωμένο στη μύτη μου κι&lt;br /&gt;έκανε περιπαικτικές γκριμάτσες. Ένας μικρός εφιάλτης κρυβόταν πίσω απ’ το αφτί μου και&lt;br /&gt;κάποιοι φόβοι χόρευαν μέσα στα γένια μου. Πώς θα ‘βγαινα έτσι έξω;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έδιωξα με μια κίνηση τον εφιάλτη, έριξα μπόλικο νερό στα μάγουλά μου, άπλωσα αφρό στους&lt;br /&gt;φόβους μου και με το ξυραφάκι τους παρέσυρα μαζί με τις τρίχες. Στον λαιμό και το πηγούνι&lt;br /&gt;μου εμφανίστηκαν μικρές στάλες αίμα. Πλύθηκα και σκουπίστηκα με τη χνουδωτή πετσέτα.&lt;br /&gt;Κατάπια δύο αναφρανίλ και ένα στελαζίν. Το ταβόρ θα έμενε για αργότερα. Ήμουν ασφαλής;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προχώρησα προς τη κουζίνα, προστατεύοντας τα δάχτυλά μου, κι έψαξα τα σύνεργα του&lt;br /&gt;καφέ. Του πρώτου από τους αναρίθμητους της ημέρας. Φόρεσα το πουκάμισο, το παντελόνι&lt;br /&gt;σφιχτά στη μέση, τα παπούτσια. Άκουσα το γουργουρητό του νερού που έβραζε και πρόλαβα&lt;br /&gt;τον φουσκωμένο καφέ λίγο πριν χυθεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ισορροπώντας το φλιτζάνι ανάμεσα σε νύστα και καθήκοντα, μπήκα στο σαλόνι και κάθισα&lt;br /&gt;βαριά στο ντιβάνι, απλώνοντας τα πόδια στο τραπεζάκι. Η κουρτίνα ήταν τραβηγμένη αλλά&lt;br /&gt;το φως ελάχιστο. Από κάτω ανέβαιναν φωνές παιδιών, ήχοι από πόρτες που έκλειναν, τα&lt;br /&gt;συνθηματικά κορναρίσματα των σχολικών λεωφορείων. Μάζεψα τα μολύβια, τα χαρτιά και&lt;br /&gt;τα λεξικά μου, και τα έβαλα σε μια σακούλα. Κάθε μου κίνηση εναλλασσόταν με μια γουλιά&lt;br /&gt;καφέ ή με ένα ρούφηγμα απ’ το τσιγάρο. Το νευρικό μου σύστημα ήταν μόνο με μια ατέλειωτη&lt;br /&gt;μέρα μπροστά του, μια μέρα αδυσώπητα ίδια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βγήκα στον δρόμο με ηρωική κίνηση και το περιβάλλον ακαριαία με απορρόφησε. Έριξα μια&lt;br /&gt;κυκλική ματιά και άρχισε να οδεύω προς το τέρμα με μυς τεντωμένους ασυναίσθητα.&lt;br /&gt;Αυτοκίνητα άχνιζαν και μούγκριζαν διακεκομμένα σε μια πρωινή προθέρμανση για να&lt;br /&gt;κατακτήσουν τον μόνιμο ρυθμικό τους βόμβο και να προχωρήσουν στην εκκίνηση. Πλαστικές&lt;br /&gt;σακούλες με τις ονομασίες των γειτονικών καταστημάτων ξεπρόβαλλαν από το στόμιο του&lt;br /&gt;μεταλλικού κάδου που έμοιαζε με παραφουσκωμένο βάτραχο, απορρίμματα ήταν&lt;br /&gt;σκορπισμένα τριγύρω απ’ τη νυχτερινή επιδρομή των αδέσποτων σκύλων της περιοχής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νωθρές και τροφαντές νοικοκυρές με κοίταζαν αδιάφορα μέσα από μισόκλειστα βλέφαρα.&lt;br /&gt;Τυλιγμένες σε ροζ ή θαλασσί ρόμπες, σ’ ένα υπόλειμμα ζεστασιάς και ηδονής απ’ το κρεβάτι.&lt;br /&gt;Κι ύστερα, ξαναχώνονταν στη θαλπωρή του καλοριφέρ, αφήνοντας τις κουβέρτες να&lt;br /&gt;ανεμίζουν στα μπαλκόνια, σημαίες από το βασίλειο του ύπνου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βάδιζα κλωτσώντας χαρτόκουτα και μικρές πέτρες κι αποφεύγοντας επιδέξια τις μεγάλες. Αν&lt;br /&gt;και ήμουν ξεκούραστος, τα πόδια μου υπάκουαν διστακτικά, λες και είχαν βαρεθεί να&lt;br /&gt;σηκώνουν το υπερβάλλον βάρος. Τα σπίτια ήταν κοιμισμένα, ο ουρανός ήταν κοιμισμένος, οι&lt;br /&gt;λιγοστοί διαβάτες ήταν κοιμισμένοι. Ήταν κοιμισμένα και τα τζάμια και οι επιγραφές των&lt;br /&gt;συνοικιακών εμπόρων, τα λιγοστά φυτά που αναριγούσαν απ’ την ψύχρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έφτασα στην αφετηρία μετά ένα μαραθώνιο τριακοσίων μέτρων. Αναμέτρησα το σκυθρωπό&lt;br /&gt;πολυβολείο του σταθμάρχη, τους οδηγούς που χτυπούσαν τα πόδια κάτω κι έτριβαν τα χέρια&lt;br /&gt;τους για να κυκλοφορήσει το αίμα, το ακίνητο όχημα με τους αραιούς συννεφιασμένους&lt;br /&gt;επιβάτες. Μπήκα με γερό πάτημα και έλξη, ανακάλυψα μια μοναχική θέση και θρονιάστηκα.&lt;br /&gt;Καθάρισα το αχνισμένο τζάμι με την παλάμη του δεξιού χεριού, κρέμασα το κεφάλι και περίμενα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο δείκτης των λεπτών έπρεπε να φτάσει στο ακριβές σημείο, το πρόγραμμα των δρομολογίων&lt;br /&gt;έπρεπε απαρέγκλιτα να τηρηθεί. Δεκάδες ιδιωτικά αυτοκίνητα, καθένα με τον οδηγό&lt;br /&gt;μοναδικό επιβάτη, περνούσαν μπροστά από τη μούρη του λεωφορείου και κατευθύνονταν&lt;br /&gt;προς το κέντρο της πόλης. Πέρασε κι ένας ταξιτζής και πήρε ευτυχισμένος τέσσερα&lt;br /&gt;διαφορετικά άτομα με τον ίδιο προορισμό. Τέλος, ο οδηγός σκαρφάλωσε από μπροστά, ο&lt;br /&gt;εισπράκτορας έκλεισε τις πόρτες και έδωσε το σύνθημα, πιέζοντας το κατάλληλο κουμπί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξεκίνημα και τράνταγμα, τράνταγμα και στάση. Το λεωφορείο επιδείκνυε κάποια ζωντάνια,&lt;br /&gt;έστω μηχανική. Με περίμενε όπως πάντα το γραφείο, οι φάκελοι και τα χαρτιά κι έπρεπε να&lt;br /&gt;προσαρμοστώ στην προοπτική αυτή. Στο μεσαίο δάχτυλο μου, το μολύβι είχε σχηματίσει ένα&lt;br /&gt;μεγάλο κάλο βαθυκόκκινο. Το λεωφορείο προχωρούσε, γέμιζε ολοένα μέχρι την υπερπλήρωση&lt;br /&gt;και την ασφυξία, για να αδειάσει αργότερα με λιγοστά τινάγματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι νυσταλέοι και ράθυμοι επιβάτες σύντομα μεταμορφώθηκαν σε ενεργητικούς ανθρώπους.&lt;br /&gt;Εγώ παρέμεινα για λίγες στάσεις ακόμη κι έβλεπα τα περίπτερα με τους υστερικούς τίτλους&lt;br /&gt;των εφημερίδων, τους υπαλλήλους να σκουπίζουν τις εισόδους των καταστημάτων και να&lt;br /&gt;βρέχουν τα πλακάκια, χέρια να τακτοποιούν το εμπόρευμα στις προθήκες, καφετζήδες να&lt;br /&gt;ελίσσονται ακροβατικά με τον δίσκο φορτωμένο καφέδες και ροφήματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατέβηκα στη Βενιζέλου και προχώρησα. Το περιβάλλον ήταν τόσο ενδιαφέρον που&lt;br /&gt;βυθίστηκα στον εαυτό μου κι άρχισα να μετράω τα βήματά μου. Από κει ως το γραφείο ήταν,&lt;br /&gt;ας πούμε, διακόσια τριάντα εφτά βήματα. Βήματα κανονικά και χωρίς ζαβολιές. Με&lt;br /&gt;επιτρεπόμενη θετική ή αρνητική απόκλιση τα είκοσι. Αν είχα προβλέψει σωστά, οι πόνοι στο&lt;br /&gt;στήθος δεν θα προέρχονταν από καρδιά ούτε από καρκίνο. Θα οφείλονταν απλώς και μόνον&lt;br /&gt;στους παλιούς μου γνώριμους, το άγχος και την κατάθλιψη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέρασα το επιβλητικό λευκό μαυσωλείο της τράπεζας κι έφτασα στο απέναντι κτήριο&lt;br /&gt;γραφείων. Στο κατάστημα χονδρικής και λιανικής ξεχείλιζαν κουβάδες και γλάστρες,&lt;br /&gt;πλέγματα, βαρέλια, κιβώτια, ποτιστήρια, καπάκια και τασάκια, πλαστικά αντικείμενα για&lt;br /&gt;οικιακή χρήση σε κάθε σχήμα και χρώμα. Καθέτως και οριζοντίως, ακόμη και διαγωνίως,&lt;br /&gt;στην άσφαλτο και πάνω στο πεζοδρόμιο, είχε σχηματιστεί το άλυτο σταυρόλεξο των&lt;br /&gt;σταθμευμένων αυτοκινήτων. Αντί για μαύρα κουτάκια, στα μικρά ανοίγματα είχαν αφεθεί&lt;br /&gt;ποδήλατα, μοτοσικλέτες και μοτοσακό για να αποκλείσουν εντελώς την πρόσβαση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γλίστρησα ανάμεσα στα οχήματα, απέφυγα επιδέξια έναν προφυλακτήρα και έναν πλαϊνό&lt;br /&gt;καθρέφτη, έγδαρα ελαφρά τη γάμπα μου σ’ ένα γυαλιστερό εξάρτημα δικύκλου, πήδηξα πάνω&lt;br /&gt;απ’ τον σκουπιδοτενεκέ της εισόδου και μπήκα. Όσο θριαμβευτικά μπορεί να μπαίνει ένας&lt;br /&gt;αγουροξυπνημένος. Μάζεψα την αλληλογραφία απ’ το κουβούκλιο του θυρωρού, κούνησα&lt;br /&gt;αφηρημένα το κεφάλι στους συνεπιβάτες του ασανσέρ, μην επιτρέποντας να βγει απ’ το&lt;br /&gt;λαρύγγι μου ολόκληρη η πρωινή λέξη, εισέπνευσα με κρυφή ηδονή το αιφνίδιο άρωμα του&lt;br /&gt;κοριτσιού με το κίτρινο φόρεμα, μέτρησα έναν-έναν τους ορόφους. Βγήκα και άναψα το φως&lt;br /&gt;του διαδρόμου, πέτυχα με την τρίτη το σωστό κλειδί και άνοιξα την εξώπορτα, σήκωσα την&lt;br /&gt;οικονομική εφημερίδα από κάτω, μπήκα στην κουζίνα και έβαλα επιτέλους το μπρίκι στο διαβολάκι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μέγα πρόβλημα ήταν τι να κάνω τα λίγα λεπτά που χρειαζόταν για να γίνει ο καφές. Αν&lt;br /&gt;βαριόμουν να περιμένω με τα μάτια μισόκλειστα και το κεφάλι κρεμασμένο πάνω απ’ το&lt;br /&gt;μπρίκι, αν εκμεταλλευόμουν την ευκαιρία για ένα γρήγορο κατούρημα, αν απαντούσα σε&lt;br /&gt;κάποιον που είχε την ατυχή έμπνευση να τηλεφωνήσει πριν αράξω στο γραφείο μου, αν&lt;br /&gt;έριχνα μια ματιά στα χαρτιά μου ή άρχιζα να διαβάζω κάποια επαγγελματική επιστολή,&lt;br /&gt;κινδύνευα ν’ ακούσω ξαφνικά το μακρόσυρτο τσίριγμα του καυτού υγρού καθώς ξεχείλιζε.&lt;br /&gt;Και τότε θα έπρεπε να σκουπίσω μπρίκι και τραπεζάκι με υγρό πανί, να πλύνω, να στύψω&lt;br /&gt;και να κρεμάσω το πανί για να στεγνώσει και, το χειρότερο, θα έπρεπε να περιμένω τον καφέ&lt;br /&gt;και πάλι απ’ την αρχή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ουρανός ήταν φορτωμένος και αναγκάστηκα να ανάψω το φως στις εννιά η ώρα. Το φως&lt;br /&gt;ήταν ένας διακριτικός φίλος στο γραφείο, μετάγγιζε μια ανακουφιστική ζεστασιά στις φλέβες,&lt;br /&gt;μ’ έκανε να μην νιώθω τόσο μόνος. Κι εγώ χρειαζόμουν έναν φίλο. Έναν φίλο ιπποτικό,&lt;br /&gt;γενναιόδωρο κι ανιδιοτελή, όπως ακριβώς τον περιέγραφαν τα ρομαντικά μυθιστορήματα του&lt;br /&gt;προηγούμενου αιώνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άπλωσα πάλι τα χαρτιά μπροστά μου. Συστήματα και διαδικασίες, προγράμματα, ετήσιοι&lt;br /&gt;προϋπολογισμοί και μηνιαίοι απολογισμοί, διάφορες καταστάσεις, έντυπα, έντυπα, έντυπα. Η&lt;br /&gt;λειτουργία μιας σύγχρονης επιχείρησης από κάθε άποψη και με κάθε λεπτομέρεια. Δίπλα μο&lt;br /&gt;υ είχα τον χάρακα, μερικές δεκάδες μολύβια καλοξυμένα και μαρκαδόρους κάθε χρώματος,&lt;br /&gt;πάχους και ποιότητας, μπροστά ανοιχτό το απαραίτητο ημερολόγιο με τις σημειώσεις και τα&lt;br /&gt;τηλέφωνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά τον τούρκικο καφέ, ήταν η σειρά του στιγμιαίου. Γέμισα ένα φλιτζάνι σκέτο νεροζούμι&lt;br /&gt;χωρίς γάλα ή ζάχαρη. Απέναντι μου χαμογελούσε ένα αγιορίτικο μοναστήρι, γαντζωμένο στα&lt;br /&gt;κοφτερά βράχια κατακόρυφα πάνω απ’ τη θάλασσα. Κι ένα αγόρι με ξανθιές μπούκλες που&lt;br /&gt;είχε ακουμπήσει το μάγουλο σε παχουλά χεράκια κι είχε ολόκληρο παραδοθεί στον ύπνο.&lt;br /&gt;Κοίταξα την έγχρωμη φωτογραφία κι ύστερα τις γκρίζες αρχειοθήκες, τις βιβλιοθήκες και τα&lt;br /&gt;ράφια. Γύρισα το κεφάλι, κι αυτή τη φορά είπα χωρίς περικοπές την καλημέρα μου στη&lt;br /&gt;Σουζάνα που έμπαινε εκείνη τη στιγμή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γραμματέας του γραφείου μας ήταν γλυκιά, κομψή και μικροκαμωμένη, περικυκλωμένη&lt;br /&gt;από φυτά. Κάθε λογής φυτά με παράξενα ονόματα. Από πόθους και φύκους ως κάκτους,&lt;br /&gt;σπαράγγια, φυλλόδεντρα, τιφενμπάχιες και αλεξανδρινά. Μετά οκτώ χρόνια στην εταιρία&lt;br /&gt;ήταν ένας βετεράνος είκοσι έξι ετών. Ειδικότητά της τα ψιθυριστά τηλεφωνήματα διαρκείας&lt;br /&gt;στις φίλες της για την ανασκόπηση των συμβάντων της προηγούμενης μέρας και ο&lt;br /&gt;αστραπιαίος τρόπος που τελείωνε τη δουλειά. Το δεύτερο όταν ήθελε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν ήθελε ή όταν δεν εισέπλεαν η Μίκα, η Θάνα και η Σιμόν, η Άννια, η Καίτη και η Δέσπω.&lt;br /&gt;Και η Κατερίνα από το διπλανό γραφείο που έπλεκε με φοβερή ταχύτητα. Η καστανή και οι&lt;br /&gt;μελαχρινές, η κατάξανθη και η κοκκινομάλλα. Κορίτσια συμβατικά και κορίτσια&lt;br /&gt;επαναστατημένα, κορίτσια εργαζόμενα και φοιτήτριες, κορίτσια ελκυστικά, καμιά φορά και&lt;br /&gt;συναρπαστικά, μια έξαρση και ένα διαφορετικό μυστήριο το καθένα. Προορισμένα σύντομα&lt;br /&gt;να προσγειωθούν σε κάποιο γάμο και σε δυο παιδιά, κι αργότερα στη μέση ηλικία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Σουζάνα κι εγώ, λοιπόν, ήμασταν κωπηλάτες σε πλαϊνούς πάγκους της γαλέρας, ενώ το&lt;br /&gt;τύμπανο χτυπούσε ο Ρήγας. Μάλλον σε αργό ρυθμό και με διαλείμματα για να ονειρευόμαστε&lt;br /&gt;τα μακρινά νησιά. Αν πρόσθετες και την παρέα, την κατανόηση και τα βρώμικα που&lt;br /&gt;παραγγέλλαμε από τα σουβλατζίδικα κοντά στα τρίκυκλα της Τσιμισκή, ίσως και να ‘ταν&lt;br /&gt;χρόνια ευτυχισμένα τότε. Αν είχα επιλέξει τη δουλειά μου κι αν ήξερα, έστω και στο περίπου,&lt;br /&gt;τι σημαίνει η λέξη αυτή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αριστερά μου το παράθυρο, άπλυτο εδώ και δέκα μέρες, και λίγα μέτρα πιο εκεί, το κεντρικό&lt;br /&gt;κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος, άπλυτο από τη φύση του. Θα βλέπεις την τράπεζα απ’&lt;br /&gt;το απέναντι πεζοδρόμιο, με είχε απειλήσει ο κοντόχοντρος διευθυντής με σφυριχτή φωνή,&lt;br /&gt;κουνώντας το αυστηρό του δάχτυλο. Κι εγώ τον κοιτούσα να ξεφυσάει αναψοκοκκινισμένος&lt;br /&gt;στο ανάκλιντρό του. Κι έβλεπα από τη μια, την επιγραφή στην είσοδο των γερμανικών&lt;br /&gt;στρατοπέδων, η εργασία απελευθερώνει, κι από την άλλη, το γελοίο να βγάζει μάτι μέσα στην&lt;br /&gt;ομίχλη της ανάγκης μου να εργαστώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο προϊστάμενός μου έλειπε κι είχα καθίσει στην καρέκλα του για να τηλεφωνήσω. Αυτό&lt;br /&gt;συνιστούσε διπλό παράπτωμα και κάποιο από το καλά παιδιά, εντεταλμένο να περιπολεί&lt;br /&gt;στους διαδρόμους, είχε βεβαίως τρέξει να το αναφέρει. Διότι τα προσωπικά τηλεφωνήματα&lt;br /&gt;ήταν απαγορευμένα αλλά και η ίδια η καρέκλα είχε καθαγιαστεί από τα μακροχρονίως&lt;br /&gt;πειθαρχικά οπίσθια του κατόχου της και ήταν ένα σύμβολο απρόσιτο για νεαρούς&lt;br /&gt;υπαλλήλους που είχαν και βεβαρημένο παρελθόν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ναι, στα δεκαεννιά μου χρόνια, είχα ήδη βουτηχτεί στην αμαρτία. Μια με τα περιποιημένα&lt;br /&gt;σάντουιτς του καφετζή σε ώρα εργασίας, άλλη με το κάπνισμα, καμιά φορά απρόσεκτα κάτω&lt;br /&gt;απ’ τη μύτη του διευθυντή, και τρίτη και χειρότερη με την ασέβειά μου γενικώς. Και&lt;br /&gt;ειδικότερα, προς τους χονδρέμπορους κρεάτων και ιχθύων, όταν επείγονταν να εισπράξουν&lt;br /&gt;τα εμβάσματα, ακουμπώντας επιδεικτικά στο μάρμαρο του γκισέ χοντρά χέρια και&lt;br /&gt;δαχτυλίδια, κεκοσμημένα με κόκκινες και πράσινες πέτρες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκτός από τις φωνές και τις απειλές, το αποτέλεσμα ήταν να με τιμωρήσει, αναθέτοντάς μου&lt;br /&gt;μονίμως και τα καθήκοντα του ταμειογράφου. Να συμφωνώ, δηλαδή, κάθε μεσημέρι τα χίλια&lt;br /&gt;τόσα εντάλματα εισπράξεων και πληρωμών με τις φυλλάδες των τμημάτων και με το&lt;br /&gt;χρηματικό υπόλοιπο των ταμείων. Με την παραμικρή απροσεξία, δική μου ή άλλου, μπορεί να&lt;br /&gt;έμενα εκεί μέχρι το βράδυ, χτυπώντας και ελέγχοντας τα νούμερα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν δουλειά που προηγουμένως έκαναν δύο υπάλληλοι. Κι εγώ, για να προλάβω να φύγω&lt;br /&gt;στην ώρα μου, είχα γίνει ταχυδακτυλουργός με την αρχαία χειροκίνητη αριθμομηχανή. Μα τι&lt;br /&gt;σας έκανε πάλι αυτό το παιδί και το βασανίζετε; δεν κρατήθηκε και ρώτησε μεγαλόφωνα ο&lt;br /&gt;διευθυντής ενός άλλου καταστήματος, όταν με είδε κάποτε ιδρωμένο κάτω από μια θάλασσα&lt;br /&gt;χαρτοταινίες, άσπρα και πράσινα εντάλματα. Υπήρχε όμως και αποζημίωση. Ήταν οι&lt;br /&gt;πικάντικες ιστορίες που έλεγαν οι γέροι κλητήρες, καθώς μετρούσαν τα χαρτονομίσματα με&lt;br /&gt;βρεγμένα δάχτυλα, τα έκαναν δεσμίδες και στοίβαζαν πλάι στα διαχωριστικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σημείωσα ευσυνείδητα την απειλή του χοντρού ως μία ελπιδοφόρο υπόσχεση και φρόντισα να&lt;br /&gt;βγει αληθινή με την παραίτησή μου σε ανύποπτη στιγμή. Εκεί που οι διάδοχοί του είχαν&lt;br /&gt;πιστέψει ότι υποτάχτηκα κι έγινα ένας άψογος υπάλληλος. Εκεί που, όπως έλεγαν, θα μου&lt;br /&gt;έδιναν προαγωγή κατ’ εκλογή για να γίνω λογιστής β’ ή κάτι τέτοιο. Έβλεπα, λοιπόν, την&lt;br /&gt;τράπεζα επιτέλους απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο, απ’ το απέναντι παράθυρο και την απέναντι&lt;br /&gt;οικοδομή, έβλεπα τα αστραφτερά της κρύσταλλα, το επιβλητικό της όγκο, το καθημερινό της&lt;br /&gt;τίποτα που καταλήγει κάποτε στο τίποτα μιας ολόκληρης ζωής.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/2650256767866038198-5224594302846790256?l=enchantedseconds.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/feeds/5224594302846790256/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=2650256767866038198&amp;postID=5224594302846790256&amp;isPopup=true' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/5224594302846790256'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/2650256767866038198/posts/default/5224594302846790256'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://enchantedseconds.blogspot.com/2010/02/blog-post_16.html' title='Η εργασία απελευθερώνει (α΄μέρος από δύο)'/><author><name>Poet</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03964794638084460795</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://bp2.blogger.com/_MNfNUaZwVEs/SHHmPR1SE-I/AAAAAAAAAAM/GDZlkAtd5BY/S220/RedCarnation.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://lh6.ggpht.com/_4fCItSrqu4A/S4DqQK31IhI/AAAAAAAAEEM/3DpQygyp9xM/s72-c/5.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-2650256767866038198.post-8073054765302789548</id><published>2010-02-06T23:55:00.004+02:00</published><updated>2010-02-14T12:50:37.878+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Η γοητεία των δευτερολέπτων (2001)'/><title type='text'>Απ' το νησί των θησαυρών στη γενική επιστράτευση (γ΄μέρος)</title><content type='html'>Φτάσαμε στον Λοφίσκο αργά το βράδυ, ξεφορτώσαμε τα εφόδια και κοιμηθήκαμε όπως- όπως&lt;br /&gt;πάνω στ’ αντίσκηνα και κάτω απ’ τ’ άστρα. Από την άλλη μέρα όμως αρχίσαμε να&lt;br /&gt;οργανώνουμε καλύτερα τα στρατιωτικά και τα υπόλοιπα. Πρώτα-πρώτα, φορέσαμε τις&lt;br /&gt;καλοκαιρινές στολές εκστρατείας, ακόμη και άρβυλα, κι από πρωτόγονη ημίγυμνη φυλή,&lt;br /&gt;αρχίσαμε κάπως να μοιάζουμε με σύγχρονο στρατό. Σηκώσαμε τις σκηνές του λόχου σ’ ένα&lt;br /&gt;θερισμένο πλάτωμα, με το μαγειρείο στην άκρη. Λίγο παραπέρα, στήσαμε τις σκηνές των&lt;br /&gt;αξιωματικών, με πλάι τα επιταγμένα φορτηγά και μπροστά τις κάσες των πυρομαχικών,&lt;br /&gt;σκεπασμένες με αδιάβροχο. Κρεμάσαμε στο δέντρο κι ένα μουσλούκι με καθρέφτη για να&lt;br /&gt;ξυριζόμαστε το πρωί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διοικητής του λόχου ήταν ο Μάκης, της ίδιας σειράς αλλά αρχαιότερος από μένα στη Σχολή&lt;br /&gt;Πεζικού στο Ηράκλειο και ήδη υπολοχαγός. Ο Βασίλης είχε υπηρετήσει στην ελληνική&lt;br /&gt;μεραρχία της Κύπρου ως διμοιρίτης των βαρέων όλμων, μόνο που εδώ οι όλμοι του ήταν χωρίς&lt;br /&gt;επικρουστήρες. Ο Απόστολος ήταν διμοιρίτης αντιαρματικών πυροβόλων που έμεναν&lt;br /&gt;ακουμπισμένα στο έδαφος έως ότου αποκτήσουμε τζιπάκια. Ο Τάσος ανέλαβε τα πολυβόλα&lt;br /&gt;των 30 και τα αντιαεροπορικά των 50 χιλιοστών που λειτουργούσαν στην εντέλεια, ενώ ο&lt;br /&gt;Κώστας και ο δάσκαλος τους όλμους μικρότερου διαμετρήματος και τα μπαζούκας. Στους&lt;br /&gt;εφτά έφεδρους αξιωματικούς αναλογούσε συνολικά ένα περίστροφο κι εκείνο χωρίς σφαίρες.&lt;br /&gt;Έτσι, το χρησιμοποιούσαμε για να παίζουμε και, κάπου-κάπου, για να βγάζουμε&lt;br /&gt;αναμνηστικές φωτογραφίες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η επιστράτευση και οι στρατιωτικές εντολές είχαν δημιουργήσει μια παράξενη παρέα. Ο&lt;br /&gt;Μάκης, που είχε αρχίσει να γκριζάρει, ήταν σοβαρός και υπεύθυνος υπάλληλος του&lt;br /&gt;οργανισμού λιμένος, ενώ ο Τάσος, σωματώδης και φωνακλάς, παιδί ντόμπρο και καλός φίλος,&lt;br /&gt;ήταν εκτελωνιστής και ιδιοκτήτης δύο νυκτερινών κέντρων πολυτελείας. Ο Βασίλης ήταν&lt;br /&gt;τραπεζικός υπάλληλος και ποιητής ενώ ο Κώστας, με γυαλιά, μούσι και μουστάκι, ήταν&lt;br /&gt;σκέτος τραπεζικός υπάλληλος και, επιπλέον, συλλέκτης στρατιωτικών εμβατηρίων, τα οποία&lt;br /&gt;άκουγε στη τουαλέτα, όπου είχε τη συνήθεια και να τρώει. Ο Απόστολος, ακόμη φοιτητής, μας&lt;br /&gt;διεκτραγωδούσε τα συμβάντα κι επέμενε να αποφανθούμε αν τον αγαπούσε η γκόμενα, ενώ ο&lt;br /&gt;δάσκαλος ήταν αθόρυβος, άχρωμος και άοσμος, σε σημείο που ούτε καν θυμάμαι το όνομά&lt;br /&gt;του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τις είκοσι μέρες που μείναμε εκεί, μαζί μας υπηρέτησε και η Σοφία. Ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα&lt;br /&gt;με το λεωφορείο και μας έφερνε διάφορα εδέσματα, χυμούς, γλυκά και φρούτα, ακόμη και&lt;br /&gt;πεπόνι με παγάκια μέσα στο τάπερ. Δεν ήταν δίκαιο, έλεγε, στη πόλη να τα έχουν όλα κι εμείς&lt;br /&gt;εδώ επάνω να ταλαιπωρούμαστε. Μάλιστα, όταν είδε μια σκοτωμένη οχιά και άκουσε τις&lt;br /&gt;καθιερωμένες τερατολογίες, την άλλη μέρα μας προσέφερε ένα ωραίο κουτί ζαχαροπλαστείου&lt;br /&gt;με κόκκινη κορδέλα, που περιείχε μερικά κιλά σκόρδα, δυσεύρετα στην αγορά. Τα&lt;br /&gt;μοιραστήκαμε, τα τρίψαμε και τα σκορπίσαμε γύρω από τις σκηνές για να αισθανθούμε πιο&lt;br /&gt;άνετα. Φαγώσιμα κουβαλούσε και η γυναίκα του Κώστα, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Έτσι,&lt;br /&gt;σπάνια αναγκαζόμασταν να καταφύγουμε στο φαγητό του μάγειρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην πρώτη πρωινή αναφορά του λόχου, είχα ζητήσει απ’ όλα τα παιδιά να γράψουν όνομα&lt;br /&gt;και τηλέφωνο για να καθησυχάσει η Σοφία τους δικούς τους στη Χαλκιδική. Η Σοφία έκανε&lt;br /&gt;βέβαια πολλά υπεραστικά και επέστρεψε με μηνύματα και ευχές, αλλά η ήδη καλή&lt;br /&gt;ατμόσφαιρα στο λόχο, έγινε τώρα σχεδόν αδελφική. Για χρόνια αργότερα και για κάτι τόσο&lt;br /&gt;απλό, ένας που ήταν ελεγκτής επέμενε να μας βάζει δωρεάν στο σινεμά, άλλοι με&lt;br /&gt;σταματούσαν στον δρόμο για να μου σφίξουν το χέρι. Σε όποιο μέρος της Χαλκιδικής κι αν&lt;br /&gt;πήγαινα, πάντοτε κάποιος με χαιρετούσε εγκάρδια με τον στρατιωτικό μου βαθμό και έπρεπε&lt;br /&gt;να δίνω εξηγήσεις στους φίλους μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν οι μέρες που γύρισε ο Καραμανλής απ’ τη Γαλλία και ορκίστηκε η πολιτική κυβέρνηση.&lt;br /&gt;Η αίσθηση της λύτρωσης ήταν καθολική, ακούστηκαν ζητωκραυγές, μερικοί έβγαλαν στην&lt;br /&gt;επιφάνεια και ανάρτησαν πρόχειρα κάτι τεράστιες φωτογραφίες του. Και βέβαια όλοι&lt;br /&gt;ήμασταν κρεμασμένοι απ’ τα ραδιόφωνα για να μάθουμε τις εξελίξεις στα δύο ζωτικά&lt;br /&gt;προβλήματα. Την εδραίωση της δημοκρατίας και την αντιμετώπιση των Τούρκων. Οι&lt;br /&gt;πληροφορίες που είχαμε ήταν ότι, αν κατέρρεαν οι διαπραγματεύσεις της Γενεύης και γινόταν&lt;br /&gt;το μπαμ, θα φεύγαμε αμέσως για την Ξάνθη και από κει για τα σύνορα. Το μόνο που&lt;br /&gt;μπορούσαμε να ελπίζουμε ήταν ότι και οι Τούρκοι θα διέθεταν ανάλογο εξοπλισμό με τον δικό&lt;br /&gt;μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν φυσικό τα πρακτικά καθήκοντα, η πλάκα και το 
