Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Κάτω απ' το Εργατικό Κέντρο




 
ωραία που ήταν η συγκέντρωση
στην πιο μεγάλη μας πλατεία
ωραία τα μέγαρα
ωραία το μάρμαρα
ωραίο και το παλιό Εργατικό μας Κέντρο



           Το κτίριο του Εργατικού  Κέντρου ήταν κάτω από τον Άι Δημήτρη ενώ κάτω από το Εργατικό Κέντρο απλωνόταν η δική μας επικράτεια. Η απέραντη κακοτράχαλη  Πλατεία Δικαστηρίων με τους τριγύρω δρόμους, γήπεδο και γειτονιά μας, ο κόσμος όλος. Με πρώτη και καλύτερη τη  Μητσαίων, περίπου ισότιμη την  Αγνώστου Στρατιώτου   και μετά την Φιλίππου, την Αμύντα, την Ολύμπου. Χωματόδρομοι όλοι εκτός από την Ολύμπου που ήταν δρόμος κεντρικός και ασφαλτοστρωμένος.
          Όσα συνέβαιναν μέσα στον Εργατικό Κέντρο τα αγνοούσαμε και δεν θέλαμε να τα μάθουμε,  ενώ όσα συνέβαιναν μπροστά του μας ενδιέφεραν άμεσα και τα βλέπαμε κάθε μέρα και σε κάθε φάση της ζωής μας.  Θα πρέπει να είχαμε ανοίξει τα μάτια μας στον κόσμο με γερμανικές φωνές και γερμανικές μπότες. Εγώ τους είχα κυριολεκτικά κάτω από το μπαλκόνι μου. Στα πενήντα μέτρα αριστερά    υπήρχε μια γερμανική μονάδα σε υπόγειο χώρο και τα στρατιωτικά αυτοκίνητα πηγαινοέρχονταν τακτικά.  
          Οι Γερμανοί έκαναν και γυμνάσια στην πλατεία με άσφαιρα πυρά προς την κατεύθυνση του  Εργατικού Κέντρου.Τη μία όμως και μοναδική φορά που μπήκε Γερμανός στο σπίτι μας, φύγαμε σύντομα μετά εμείς, καθώς επιτάξανε το διαμέρισμά μας που είχε λουτρό με θερμοσίφωνα και μας έστειλαν στο ημιυπόγειο της Ζεύξιδος. 
           Με την αποχώρηση του κατακτητή από την Ελλάδα,εμείς επιστρέψαμε στο σπίτι μας και τους Γερμανούς στην πλατεία διαδέχθηκαν οι μεγάλες λαϊκές συγκεντρώσεις καιδιαδηλώσεις. Κάποιοι εκφωνούσαν λόγους από το μπαλκόνι
του Εργατικού Κέντρου, κάποιοι άλλοι  από κάτω κρατούσαν πανό, ανέμιζαν σημαίες και ζητωκραύγαζαν ενώ εμείς παίζαμεσε απόσταση  ασφαλείας. Ήταν μια σκοτεινή εποχή και αυτόδεν άργησε να αποδειχτεί μπροστά στα μάτια μας με πολύ
σκληρό, αν και τελικά κατά τύχη όχι αιματηρό τρόπο.
           Για κάποιον λόγο κάποιοι κάποιον κυνηγούσαν μέσα από μια διαδήλωση στην πλατεία. Αυτός έστριψε τρέχοντας στη Μητσαίων, οι διώκτες του τον πυροβόλησαν από μακριά αλλά  δεν τον πέτυχαν, ο φυγάς  έκανε σκύβοντας μια απότομη στροφή σαν βουτιά  έξω από το σπίτι του Μουντζουρίδη  και χώθηκε στην πόρτα, το ίδιο έκαναν σε λίγο και οι διώκτες του αλλά δεν τον πρόλαβαν τελικά. Φαίνεται ότι αυτός ήξερε καλύτερα τα  κατατόπια  της γειτονιάς και τα λεγόμενα δίπορτα. Από το υπόγειο του Μουντζουρίδη  βγήκε στην πρασιά και μετά πέρασε στο υπόγειο της απέναντι οικοδομής  και από κει εξαφανίστηκε στη Φιλίππου  και τα κοντινά δρομάκια.
         Τις λαϊκές συγκεντρώσεις διαδέχτηκαν λίγο αργότερα, ενόψει των εθνικών εορτών, οι δοκιμαστικές παρελάσεις των γυμνασίων,που εμείς οι μικροί παρακολουθούσαμε με δέος και καμάρι. Κυρίωςστην Ολύμπου και πάντα με τραγούδι, συχνά με το «Μακεδονία ξακουστή   του Αλεξάνδρου η χώρα ….» καθώς στην ύπαιθρομαινόταν ο εμφύλιος  και το θέμα της Μακεδονίας είχε στείλει
πολλούς στο εκτελεστικό απόσπασμα.
         Σε μερικά χρόνια βέβαια τα πράγματα ηρέμησαν και μπορέσαμε πλέον να παίζουμε απερίσπαστοι στην πλατεία τα χίλια δυο αυτοσχέδια παιχνίδια μας.  Η Πλατεία Δικαστηρίων χωριζόταν σε τέσσερα μέρη,το βορειανατολικό που μας ανήκε, το βορειοδυτικό με τις εγκαταστάσεις των προσκόπων και το μικρό γήπεδο του  Π.Α.Ο.Δ.  (Ποδοσφαιρικός Αθλητικός Όμιλος Διοικητηρίου),το νοτιανατολικό που όπου συνήθως παίζαμε δίτερμα, με το πάρκο και τα Λουτρά Παράδεισος ακριβώς πάνω από την Εγνατία, και το νοτιοδυτικό, το πιο μακρινό και δυσπρόσιτο με την ανθισμένη Παναγία Χαλκέων να προβάλει από το  χώμα στο άκρο του.
           Η τρίτη εκκλησία της περιοχής ήταν ο διακριτικά θελκτικός Άγιος Νικόλαος με το προαύλιο του στην άκρη του νοτιοανατολικού τμήματος της πλατείας. Στη μέση όλου αυτού του γυμνού χάους υπήρχε ένα λυμφατικό παρκάκι περιτριγυρισμένο με σκουριασμένο αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Εκεί κάποια μέρα ο μεγαλύτερος αδερφός μου είχε σκίσει τον μηρό του και τον έτρεχε μετά ο μπαμπάς γιαράμματα και αντιτετανικό ορό. 
          Ακόμη όμως και η δική μας περιοχή της πλατείας δεν μαςανήκε αποκλειστικά.  Προτεραιότητα είχαν οι μεγάλοι  του γυμνασίου όταν αποφάσιζαν να παίξουν ποδόσφαιρο ενώ εμείς αναλαμβάναμετον ρόλο των θεατών χωρίς κερκίδα. Το ματς των μεγάλων ήταν με στοίχημα μια γκαζόζα ή πορτοκαλάδα από το καροτσάκι του πλανόδιου πωλητή, που έπιναν οι νικητές και πλήρωναν οι ηττημένοι. 
           Λίγο παρακάτω στο κέντρο της πλατείας έρχονταν και παίζανε μπάλα και τα ανταρτόπληκτα. Δηλαδή, τα παιδιά των οικογενειών που είχαν καταφύγει στη Θεσσαλονίκη από την ύπαιθρο  λόγω του εμφυλίου και έμεναν σε εντελώς πρόχειρα καταλύματα  στο καρά γιαπί, τότε Καραβάν Σαράι, στη γωνία Βενιζέλου και Εγνατίας. Αυτά τα παιδιά ήταν ακόμη πιο φτωχικά ντυμένα από μας και φορούσαν τσαρουχάκιαφτιαγμένα από ελαστικά αυτοκινήτων. Φυσικά μιλούσαν και με χωριάτικη προφορά  και αποτελούσαν θέμα εύκολης κοροϊδίας από   
τα παιδιά της πόλης.
       Μέσα στη ρουτίνα της καθημερινότητας, σχολείο-διάβασμα-γειτονιά-παιχνίδι,  κάποια μέρα κυκλοφόρησε στη γειτονιά μια συνταρακτική είδηση. Ένας μάλλον νέος άντρας είχε ανεβεί στο Εργατικό Κέντρο και από ένα πλαϊνό παράθυρο της σκάλας πήδησε στο κενό και σκοτώθηκε. Αυτοκτόνησε !!  Γιατί, ρε παιδιά; Ανεργία, γυναίκα, αρρώστια; Κανείς δεν ήξερε. Με περιέργεια ανάμικτη με φόβο τρέξαμε αμέσως να δούμε το σημείο στο οποίο είχε πέσει. Ήταν στον ανηφορικό χωματόδρομο του μεγάλου ανοίγματος ή πλατείας που οδηγεί στον Άγιο Δημήτριο.
          Εκεί λοιπόν ανάμεσα σε πέτρες και πάνω στο σκληρό χώμα είχε σχηματιστεί μια μεγάλη βαθυκόκκινη κηλίδα αίματος. Σταθήκαμε με δέος γύρω από το σημάδι του θανάτου. Το κοιτάξαμε και το ξανακοιτάξαμε, ανταλλάξαμε ματιές, είδαμε ψηλά και το παραθυράκι της πτώσης του.  Τα παιχνίδια,  τα αστεία και τα πειράγματα είχαν τελειώσει, λες και τα είχε σαρώσει ένας παγωμένος άνεμος. Γυρίσαμε στη γειτονιά βουβοί  με σκυμμένο το κεφάλι και σύντομα ένας –ένας αναζητήσαμε τη θαλπωρή του σπιτιού μας.