Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Κινέζικο μαρτύριο


        Στην παράδοση του σχολείου και στην ιστορία της τάξης δεν διασώζεται το όνομα του δεύτερου νονού του. Ίσως γιατί η βάπτιση έγινε σε χρόνο ανύποπτο, χωρίς καμία επισημότητα, με κολυμβήθρα το θρανίο του και εκλεκτούς προσκεκλημένους τους συμμαθητές του. Είναι επίσης άγνωστο αν το παρατσούκλι απεικόνιζε μια γενικότερη και αλάνθαστη εντύπωση ή, όπως είναι το πιθανότερο, αν προσδιόριζε αποκλειστικά τα σχιστά του μάτια και τα λεπτά χαρακτηριστικά σε συνδυασμό με κάποια ελαφριά χλωμάδα, που συνήθως αποδίδεται στους κατοίκους της Άπω Ανατολής.
       Πάντως, με τα μέτρα της διεύθυνσης, ο κάτοχος του ονόματος Κινέζος ήταν άψογος. Μετριο-παθής αλλά σπάνια ουδέτερος, ευγενικός αλλά ποτέ γλείφτης, ανεπαίσθητα ειρωνικός, πάντα καλοντυμένος, τακτικός και μελετηρός, μία προσωποποιημένη σύμβαση, ένα κόσμημα της τάξης. Προορισμένος κάποτε να  διαδεχθεί στα πάντα τους πρεσβύτερους και να αποτελέσει, όπως και οι υπόλοιποι υποτίθεται, ένα εκλεκτό μέλος της κοινωνίας.
       Μόνο όταν έσκαζε μύτη το γνωστό υπόγειο ημιχαμόγελό του, που πάντοτε συνόδευε αιρετικές προτάσεις, θα μπορούσε ενδεχομένως ο αδαής να υποπτευθεί ότι δεν ήταν έτσι ακριβώς τα πράγ-ματα. Τέτοιο πρόβλημα όμως ίσως να είχαν οι καθηγητές, ποτέ τα υπόλοιπα κουμάσια. Εκείνοι τον διάβαζαν και τον ερμήνευαν με άνεση σαν το στοιχειώδες regina rosas amat των λατινικών, στα οποία είχε ιδιαίτερη επίδοση εν όψει πανεπιστημίου και νομικής σχολής.
       Και βέβαια δεν πρόκειται για το κάπνισμα στο δασάκι ή για τα πάρτι στο κατασκότεινο μεγαλο-αστικό σαλόνι του σπιτιού του και τις επιδόσεις του με τα κορίτσια, που τότε δικαίως δεν τα αποκαλούσαν γκόμενες. Δεν πρόκειται ούτε για τις πενταφυλλίες και τον πόκα που, συνωμοτικά και συχνά με δική του υποκίνηση, στο άψε σβήσε έστηνε η παρέα σε απίθανα πλυσταριά,κουζίνες, φοιτητικά δωμάτια και άλλους κάπως πιο καταχθόνιους χώρους. Τέλος, δεν πρόκειται καν για λέξεις, μάλλον αδόκιμες, που κάποτε του ξέφευγαν στις σπάνιες στιγμές του εκνευρισμού του.
       Πρόκειται για το γνήσιο ταλέντο του στην αντιγραφή και την υπαγόρευση στις εξετάσεις που όψιμα ανακάλυψε στις μεγαλύτερες τάξεις και αμέσως αξιοποίησε με θαυμαστή συνέπεια. Αν ο Τούρκος ήταν προβεβλημένος ως προκλητικά ασύλληπτος και απολάμβανε αυτάρεσκα τον δέοντα σεβασμό της τάξης από τα μπροστινά θρανία, που ήταν κάτι σαν πτέρυγα υψίστης ασφαλείας, αν ο Χαβαλές προετοίμαζε με επιμέλεια και επιδείκνυε γελώντας αφοπλιστικά σκονάκια ατέλειωτα σε μήκος, ο Κινέζος αποδείχτηκε πρώτος στην υπαγόρευση. Πρώτος σε οτιδήποτε ήταν επίζηλη διάκριση σε ένα τμήμα με πολυτάλαντους, όχι ασφαλώς σε εντελώς ανάξια λόγου θέματα όπως τα μαθήματα.
       Οι άπειρες παραλλαγές της πόκας είχαν προφανώς συμβάλει στην καλλιέργεια των φυσικών του χαρισμάτων και ο ΄Κινέζος έφτασε στο σημείο, απόλυτα ανέκφραστος και με θρησκευτική ευλάβεια προσηλωμένος στην κόλλα  του, να υπαγορεύει με βελούδινη φωνή, επακριβέστατα ρυθμισμένη, ένα ολόκληρο κατεβατό απαντήσεων στον αμέσως μπροστινό του. Όταν η τάξη έκθαμβη διαπιστωσε την εκπληκτική αυτή ικανότητά του, την αναγνώρισε αμέσως, κατά την απαράβατη αξιοκρατική παρά-δοση, και οι μετοχές του ανέβηκαν κατακόρυφα.
       Αυτή τη μέρα όμως στη αίθουσα πλάι στον πίδακα και στο γραφείο των καθηγητών, δυο μέτρα από το έδαφος κι ενώ το μάθημα βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και τα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα, κανείς δεν είχε διάθεση να ασχοληθεί με τίποτα άλλο εκτός από το συναρπαστικό καλοκαίρι που πλησίαζε. Ο γηραλέος φιλόλογος είχε συνεπαρθεί με τον Βαλαωρίτη ή τον Παλαμά και τη δραματική απαγγελία του. Κάτω οι έφηβοι άκουγαν ένα ποτάμι ήχων απόλυτα αδιάφορων και αδιευκρίνιστων και έξυναν απολαυστικά τη μύτη τους, περνούσαν τα δάχτυλα μέσα από τα μαλλιά τους, έσπαναν διακριτικά κάποιο σπυράκι ή με το αριστερό χέρι συγκρατούσαν το βιβλίο όταν γλιστρούσε προς τα κάτω.
         Σε μια γωνιά ο Ανώμαλος και διαγωνίως απέναντι ο Αούτος φρόντιζαν να παραμένει η ατμόσφαιρα πάντοτε καθαρή από τις μύγες που αποτολμούσαν χαμηλή πτήση. Τις έπιαναν επιδέξια με το ένα χέρι, τους αφαιρούσαν αστραπιαία τα φτερά και τις πετούσαν στο πάτωμα. Στο διάλειμμα οι εμπειρογνώμονες θα εξέταζαν το πεδίο της μάχης και θα αναγνώριζαν ως νικητή εκείνον που το είχε μαυρίσει περισσότερο. Ούτε γι' αυτό το καλαμπούρι της ρουτίνας όμως είχε όρεξη κανείς, ούτε για κάτι άλλο. Όλοι σχεδόν κοιτούσαν έξω, παντού και πουθενά. Κατά διαστήματα, κάποιος μαντράχαλος ζητούσε να βγει για να πιει νερό και ο καθηγητής, καλοπροαίρετα, έδινε πάντοτε την άδειά του.
         Στην τελευταία σειρά, η Φοράδα είχε σκάσει να τανιέται και να χασμουριέται. Δυο-τρεις φορές είχε σχεδόν οριζοντιωθεί, με το κεφάλι να ακουμπάει στο ξύλο, και κόντεψε να πέσει κάτω από τη νύστα. Δεν είχε καταλήξει ακόμη σε ποιον κόσμο βρισκόταν η ψηλή φιγούρα μπροστά στην έδρα, αν τελικά ήταν εκνευριστική ή αξιολύπητη. Κάπου την έβρισκε και σεβάσμια, μα και παράξενα χαρι-τωμένη. Με αυτά τα αντιφατικά, πασπαλισμένα με μια μικρή δόση ενοχής, πέρασαν πέντε λεπτά, πέρασαν δέκα, πέρασε ένα τέταρτο ολόκληρο.
         Περιεργάστηκε τις καλοραμμένες πλάτες ακριβώς μπροστά του, λες και ανακάλυπτε κάποιο άγνωστο χρυσωρυχείο, και σε τεθλασμένη, πάνω από τον ώμο του Κινέζου, τον Χαβαλέ που είχε και παλι εμπλακεί σε κάτι ακαθόριστο. Ξαφνικά, το βλέμμα του σταμάτησε κάτω δεξιά, στη ωραία καφέ δερμάτινη τσάντα του Κινέζου. Δίστασε λίγο, ύστερα έσκυψε και τη σήκωσε προσεκτικά, την ακούμπησε στο περβάζι και την έσπρωξε σε επικίνδυνο σημείο. Ως βετεράνος ταραχοποιός, εκτίμησε ψυχρά μία-μία όλες τις παραμέτρους, όπως την ευθεία γραμμή και το δραστικό βεληνεκές της ματιάς από την έδρα και το μέγεθος της πιθανής τιμωρίας του και, με το αριστερό του χέρι, χτύπησε ελαφρά τον ώμο του Κινέζου. Η τσάντα, αυτή η τσάντα, δεν είναι βέβαια δική σου.
         Ο Κινέζος συνήλθε απότομα από την πλήρη αποχαύνωση, απόρησε, γύρισε πίσω, έστριψε λίγο και είδε τη Φοράδα να συγκρατεί την τσάντα του με το μακρύ δεξί του χέρι, λίγο πριν πέσει. Μη, άφησε την τσάντα μου, μουρμούρισε όπως ακριβώς περίμενε ο δράστης, φροντίζοντας να μην κάνει φασαρία. Α, δική σου είναι  λοιπόν η τσάντα, είπε η Φοράδα, σπρώχνοντάς της λίγο πιο κάτω. Τότε να την αφήσω. Ο Χαβαλές, ψόφιος για τέτοια, κάτι υποπτεύθηκε και μισογύρισε χαμογελώντας.
         Πέρασαν μερικά λεπτά με την τσάντα να παλιδρομεί δέκα με είκοσι εκατοστά από την άκρη των δακτύλων του Κινέζου. Όταν αυτός διαπίστωσε ότι οι χαμηλόφωνες επικλήσεις στον φίλο του αδυνατούσαν να υπερνικήσουν τα φάσμα της βαριεστημάρας, αν μάλιστα δεν χειροτέρευαν τα πράγματα, προσφέροντας ευπρόσδεκτη διασκέδαση αλλά και κάποια διέξοδο στα ήπια σαδιστικά του ένστικτα, έγυρε υπερβολικά, πάτησε στο πάνω μέρος του κρύου καλοριφέρ κι έβγαλε το μισό του σώμα έξω στην προσπάθεια να την πιάσει.
         Δημήτρη, κάνε σώμα, είπε τότε η Φοράδα με κείνη την ολέθρια αιφνίδια έμπνευση που κάποτε έρχεται κατά την εξέλιξη των αδικημάτων και μετατρέπει πταίσματα και πλημμελήματα σε κακουρ-γήματα. Ο Χαβαλές ακαριαία ορθώθηκε και φούσκωσε και, με τα σχεδόν δύο μέτρα του και περίπου εκατό κιλά του, κάλυψε με πλήρη επάρκεια τη σκηνή του δράματος. Η Φοράδα έσπρωξε ελαφρά τον Κινέζο, δήθεν βοηθώντας τον να πιάσει την τσάντα του και, τη κρίσιμη στιγμή, απλούστατα την άφησε. Όπως είχε υποσχεθεί  Την άφησε να πέσει κάτω.          
         Την ώρα εκείνη που όλα τα θηρία ήταν φυλακισμένα στα κλουβιά τους και η γαλήνη βασίλευε ακόμη στα γήπεδα, ο κηπουρός, ο αγαθός και δημοφιλής κυρ Μήτσος, κάτι τσάπιζε ή κάτι μάζευε με την τσουγκράνα, καμιά τριανταριά μέτρα πιο κάτω. Το βλέμμα του τυχαία έπεσε στο παράθυρο της τάξης, αριστερά από την κεντρική είσοδο, και είδε έναν μαθητή να κάνει ένα τεράστιο άλμα και να προσγειώνεται σχεδόν ακροβατικά στο χώμα. Το εργαλείο του ξέφυγε από τα χέρια κι έμεινε εκεί να χάσκει με μια απερίγραπτη έκφραση στο πρόσωπο.
        Το μάθημα στην τάξη συνεχιζόταν με τον αρχαιολάτρη καθηγητή στη στομφώδη κορύφωση της απαγγελίας. Οι πιο πολλοί από κάτω είχαν ανακαθίσει με το χέρι τους στο στόμα ενώ ταυτόχρονα το θερμόμετρο της έντασης και της προσμονής είχε ξεκολλήσει απότομα από το μηδέν και συνεχώς ανέβαινε. Ο καθηγητής πρόσεξε κάποτε την αλλαγή στις αντιδράσεις της τάξης και την απέδωσε, όπως ήταν φυσικό, στο συναρπαστικό του κείμενο.
        Και τότε χτύπησε η πόρτα και όλοι κράτησαν την ανάσα τους. Εμπρός, είπε ο φιλόλογος. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε με ελαφρά σκυμμένο το κεφάλι ο Κινέζος. Κρατώντας σφιχτά την τσάντα του και ματαια προσπαθώντας να καταπνίξει τους μορφασμούς και το γνωστό του αλλά πιο έντονο τώρα χαμόγελο. Ταχύτατα πέρασε πίσω από την έδρα και διολίσθησε από τον διάδρομο στη θέση του με έναν αναστεναγμό υπέρτατης ανακούφισης. Η Φοράδα και ο Χαβαλές είχαν εγκαίρως βέβαια φορέσει το απόλυτα αθώο χαρτοπαικτικό τους πρόσωπο.
        Ο καθηγητής συνέχισε για λίγο απτόητος το διάβασμα. Μετά και σαν να τον απασχολούσε κάτι, σταμάτησε και, με καθυστερημένη απορία, ρώτησε. Πού ήσουν εσύ, παιδί μου; Ο Κινέζος κοίταξε δεξιά και αριστερά και δεν τόλμησε να βγάλει άχνα. Όταν η ερώτηση επαναλήφθηκε, στη θέση του Κινέζου απάντησε θρασύτατα ο Χαβαλές. Μα, για νερό βεβαίως, κύριε καθηγητά. Και του έδωσα εγώ άδεια; Του δώσατε, του δώσατε, αναφώνησε τότε εν χορώ η τάξη.
        Στο σημείο αυτό έληξε και το όλο θέμα καθώς δεν υπήρχε άλλη εξήγηση, ήταν αδύνατον να υπάρχει άλλη εξήγηση. Ο καθηγητής συνέχισε το διάβασμα και η τάξη σταδιακά επανήλθε στον φυσιολογικό της λήθαργο με κάποιες ανεπαίσθητες ενδείξεις αδημονίας. Έως ότου λυτρωτικά χτύπησε επιτέλους το κουδούνι.
        Με την αποχώρηση του καθηγητή, σαν να πετάχτηκε φελλός σαμπάνιας, έπεσε το μγάλο γέλιο. Και ήταν ακόμη μεγαλύτερο καθώς οι τρείς ένοχοι δεν ήταν καθόλου βέβαιοι ότι ο κίνδυνος της αποκάλυψης είχε περάσει. Ο Κινέζος αποπειράθηκε λιγάκι να θυμώσει, να εκφράσει έστω τη δυσαρέσκειά του. Καθώς δεχόταν όμως βροχή τα επιφωνήματα, σπρωμίματα και καρπαζιές, τα πιο θερμά δηλαδή συγχαρητήρια της τάξης, άφησε ηδονικά το κύμα να τον παρασύρει.
        Τώρα τι άλλο είπαν ο Χαβαλές, ο Κινέζος και η Φοράδα, όταν σύντομα έμειναν μόνοι τους και πριν και πάλι εγκύψουν στις περίπου νόμιμες δραστηριότητές τους, δεν έγινε ποτέ γνωστό. Τους είδαν πάντως να βγαίνουν μισαγκαλιασμένοι από την κεντρική είσοδο του σχολείου για το εικοσά-λεπτο μεγάλο διάλειμμα,  με το αιώνιο άλλοθι υπό μορφή βιβλίου στο άλλο χέρι, και να ανακα-τεύονται παρακάτω με τα παιδιά από το πρακτικό που απαιτούσαν να μάθουν τι έγινε, ασφαλώς με κάθε λεπτομέρεια.