Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

Βαθιά μέσα απ' τις κόγχες


Οι πρώτες αχτίδες χορεύουν στα φυλλώματα, τονίζουν το βαθύ πράσινο, φωτίζουν κάποια έντομα που απλώνουν τις κεραίες. Σε λίγο βρίσκουν διέξοδο, γλιστράνε, πέφτουν και εστιάζονται, ράβδοι χρυσού στο χώμα. Ήχοι εγείρονται, διαπερνούν το παχύ στρώμα της πάχνης, θρυμματίζουν τη σιγή,  αναρριχώνται στα δέντρα και αιωρούνται πιο ψηλά στο ξέφτι του γαλάζιου.

Πάνω στα κλαδιά και τα πλατιά φύλλα πιου στρώσανε αποβραδίς, παιδιά και μάνα ξυπνάνε αγκαλιά. Χαμογελάνε, ζεστοί από τον ύπνο, ζεστοί από την ανάσα του γενέθλιου δάσους, από τους δυνατούς μυώνες του μεγάλου αρσενικού που κρέμονται δίπλα τους χαλαροί. Παίζουν για λίγο χαϊδεύονται, αφήνουν τον ήλιο να λούσει το πρόσωπό τους. Αρχίζουν μετά να τριγυρνάνε ανέμελα, ψάχνουν βλαστάρια και καρπούς, τρώνε με μορφασμούς απόλαυσης. Διάφορα ζώα ξεμυτίζουν εδώ κι εκεί καθώς το φως τους δίνει το οριστικό σινιάλο.

Ξαφνικά, το πρωινό συντρίβεται. Μπότες εισβάλλουν, όπλα και πελέκια, η αλλότρια οσμή του κέρδους. Κοφτές διαταγές, απότομες κινήσεις, ένας κλοιός αδυσώπητος. Το αρσενικό που ορθώθηκε μπροστά πυροβολείται πρώτο, η μάνα ακινητοποιείται και σφάζεται επί τόπου. Τα δυο μικρά κάπου πάνε να σκαρφαλώσουν αφήνοντας σπαραχτικές κραυγές, πέφτουν στα απλωμένα δίχτυα μέσα σε ιαχές και γέλια. Σύντομα, όλα τελειώνουν. Μένουν κάποιοι λεκέδες αίμα που μαυρίζει δίπλα στα κουφάρια, το τσαλαπατημένο ξέφωτο. Και η πομπή των κυνηγών με τους βαστάζους που αποκομίζει τα κεφάλια για τρόπαια σε πλούσιους τοίχους, τα χέρια για αναμνηστικά σταχτοδοχεία στα γραφεία. Που αποκομίζει το παιδικό κλάμα μέσα στα κιβώτια.


Χρόνια μετά, μακριά από τα αφρικανικά υψίπεδα. Χιλιάδες χιλιόμετρα προς βορρά, κάτι σαν δάσος συμμετρικό, ευθυγραμμισμένο. Χαμηλά κτίσματα από τούβλα και μπετόν, ειδικές κατασκευές, περίφραξη, κάγκελα και φύλακες. Κλουβιά. Κυριακή αργία και κόσμος πολύχρωμος, ξένοι και γηγενείς, γονείς με τα παιδιά που αγοράζουν αναψυκτικά και σάντουιτς, γυαλιστερές κάρτες. Πολλοί έχουν έρθει εκδρομή για ολόκληρη τη μέρα. Με το ίδιο εισιτήριο. Πέντε-δέκα βήματα και στάση. Βλέμμα ερευνητικό, θαυμασμός, κάποτε δέος, τεντωμένα δάχτυλα, ερωτήσεις συχνά χωρίς απάντηση. Άλλα δέκα βήματα μετά.

Στο βάθος του μεγάλου περιπτέρου, ξεχωρίζει ένα κλουβί από ατσάλι και γυαλί, πολύ μικρότερο από εκείνα για τις τίγρεις. Είναι φτιαγμένο περίπου στα μέτρα του σώματός του, δεν επίτρέπει περιττές κινήσεις. Βουβός εκείνος κάθεται στα πόδια του κι έχει σκυμμένο το κεφάλι. Σαν κάτι να σκέφτεται, σαν κάτι να προσπαθεί να θυμηθεί. Είναι ο αγαπημένος της πρωτεύουσας και οι εφημερίδες του έχουν δώσει όνομα μονοσύλλαβο, κοινό και εύχρηστο. Γιαυτό και συγκεντρώνει τους πιο πολλούς επισκέπτες, τους πιο πολλούς περίεργους.

Η πίεση του πλήθους μ' αφήνει μπροστά του λίγα μονάχα δευτερόλεπτα. Λίγα μα αρκετά για να δω καλά το μαλλιαρό του σώμα, το επιβλητικό τετράγωνο κεφάλι, το γυμνό λείο στήθος που κάποτε ήταν τύμπανο. Αρκετά και για να παρατηρήσω την άχρηστη δύναμη στους ώμους και τα μακριά μπράτσα. Εκείνη τη φορά, αρκετά για να σηκώσει στιγμιαία το κεφάλι και να με κοιτάξει. Βαθιά μέσα απ' τις κόγχες, με μάτια κόκκινα να με διαπεράσει σαν σπαθί. Και όπως βρέθηκαν άλλοι μπροστά του και κόπηκαν απότομα τα γέλια και τα σχόλιά τους ενώ εκείνος κατέβαζε και πάλι το κεφάλι, το κύμα με πήρε και με έσπρωξε μουδιασμένο παρακάτω.


Το ίδιο βράδυ, κάθομαι μονάχος στη σοφίτα. Δεν άντεξα άλλο την εφημερίδα, δεν άντεξα άλλο την τηλεόραση. Το παράθυρο είναι κλεισμένο ερμητικά, η στέγη γέρνει και το χαρτί στους τοίχους, τα καλύμματα στις σκούρες πολυθρόνες πάντα φθαρμένα. Στο νου μου έρχεται αυτό που είναι από πολύ παλιά γραμμένο στα κιτάπια, αυτό που κάνει τον αέρα πιο βαρύ αν δώσεις προσοχή στις ιστορίες που λένε διστακτικά καμιά φορά ολόκληρες οι μεγαλύτεροι. Να μπαίνουν όλοι στο κλουβί, να μπαίνουν όλοι στο καλούπι. Από μικροί να μαθαίνουν να χωράνε.  Έτσι που αργότερα να σχηματίζουν μόνοι τους ένα κλουβί τριγύρω τους.

Κάθομαι σταθερά με το πηγούνι ν' ακουμπάει στο στήθος, τα χέρια να καλύπτουν τα γόνατα, κι έχω τα μάτια του απέναντι μου. Τα μάτια του χτυπάνε γροθιές στο στήθος μου. Το στήθος μου, το στήθος του, τα μάτια του, τα μάτια μου. Βαθιά μέσα απ' τις κόγχες, κόκκινα, για πάντα στα υψίπεδα και μέσα στην ανάσα του γενέθλιου δάσους.