Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Μια φιάλη αίμα

Αργότερα βέβαια πήραμε διαφορετικές κατευθύνσεις, χαθήκαμε μέσα στη σύγχρονη πολιτεία, ανάλογα με την προδιάθεση και τις εμπειρίες διαμορφώθηκε η ματιά του καθενός στον κόσμο. Όμως η παλιά τρυφερότητα παραμένει, πλανιέται στον αέρα στις σπάνιες συναντήσεις μας. Γιατί μαζί μεγαλώσαμε στη γειτονιά της Πλατείας Δικαστηρίων. Μαζί παίξαμε γκαζιές και αγιούτο, μαζέψαμε τις πεταμένες σφαίρες στον δρόμο, κρυφτήκαμε στο υπόγειο όταν έπεφταν οι βόμβες, είδαμε τους Γερμανούς κι έπειτα τις μεγάλες λαϊκές συγκεντρώσεις μπροστά στο εργατικό κέντρο. Μαζί πήγαμε στο σχολείο και κυνηγήσαμε τη μπάλα ως τη βαθιά νύχτα κάτω από τις ασθενικές λάμπες του δήμου.

Είναι οι πρώτοι φίλοι που κατέχουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Μου φαίνεται αστείο ο ένας να είναι γιατρός, ο άλλος μηχανικός, διευθυντής ή υπάλληλος κάποιας εταιρίας, και πιο αστείο να είναι όλοι σχεδόν γονείς με παιδιά πιο μεγάλα από μας τότε. Εγώ τους βλέπω ακόμη με την πεσμένη κάλτσα και τη μίξα στο πάνω χείλος, με τα κακάδια απ' τις πληγές στα καλάμια, με τα γδαρμένα παπούτσια που κλωτσούσαν με δύναμη τον μπίκο. Έτσι τους διατηρώ στη μνήμη κι έτσι τους ανακαλώ, με τα παρατσούκλια και τις πρώτες ιδιοτροπίες τους.

Φιλίες φορτισμένες με την αίσθηση της ανακάλυψης του κόσμου. Δεμένες με σπίτια και με δέντρα, με το σκουριασμένο κουβούκλιο κάποιου φορτηγού, με γειτονιές που πια δεν υπάρχουν. Μαγικές φωνές απ' τον παλιό καιρό, νοσταλγία που εισβάλλει στην πραγματικότητα. Ναι, και στα εφηβικά χρόνια μπορεί να δημιουργήσει κανείς φίλους, είναι αλήθεια πως οι φιλίες μου από τα μαθητικά χρόνια παραμένουν ολοζώντανες ως τα σήμερα. Αργότερα όμως, πώς είναι δυνατόν; Αργότερα είναι μάλλον κοινά συμφέροντα, συναλλαγές περισσότερο παρά ανθρώπινες σχέσεις, αποκυήματα της μοναξιάς και του φόβου.


Τη θεωρία μου αυτή ήρθε να διαψεύσει ο Βασίλης μέσα στο χάος της επιστράτευσης του "74. Οι επιτελικοί εγκέφαλοι κατάφεραν να τον τοποθετήσουν στη θέση του υπασπιστή. Κι αυτός εγκατέλειψε τον συνταγματάρχη και βρήκε καταφύγιο σ' ένα τριών τετάρτων με στοίβες τις κονσέρβες που άφηναν πρόσκαιρα αποτυπώματα στην πλάτη του. Όταν έφεγγε, τριγύριζε εδώ κι εκεί απαρατήρητος μέσα στις ομοιόμορφες στολές.Μέρες ολόκληρες τον ψάχνανε. Στο τέλος αναγκάστηκαν να τον στείλουν στη διμοιρία των όλμων.

Συναντηθήκαμε εντελώς συμπτωματικά, όπως άλλωστε πάντα συμβαίνει, στον δρόμο για τον λόχο. Μου έκανε εντύπωση το χαμόγελό του, κάπως σεμνό, κάπως διστακτικό, χωρίς ποτέ να χάνει τη σιγουριά του. Βρήκαμε εκεί κι άλλους εφέδρους και την αράξαμε επιτέλους. Τρώγαμε καλά, ό,τι μας δίνανε και περισσότερο ό,τι κουβαλούσαν οι δικοί μας, πίναμε καλά, κάναμε και μεγάλη πλάκα, κι ο φόβος του πολέμου σε απόσταση.

Κοιμόμασταν μαζί με άλλους δυο-τρεις στη γυμνή καρότσα ενός επιταγμένου φορτηγού. Μια κουβέρτα κάτω, μια κουβέρτα πάνω, και στον ουρανό χιλιάδες άστρα. Ο Βασίλης ήξερε τα πάντα για το διάστημα, τους λευκούς νάνους και την αντιϋλη και μου τα εξηγούσε με υπομονή. Έμαθα περισσότερα για τις αποστάσεις σε χιλιόμετρα που θέλεις διπλή σελίδα για να τις γράψεις, τους ήλιους μυριάδες που μπορεί να σβήσουν πριν φτάσει το φως τους στη γη,πριν καν υποπτευθείς την ύπαρξή τους. Για τα υποατομικά σωματίδια, τα νετρίνια που διαπερνούν τη γη όπως ένα μαχαίρι κόβει το φρέσκο βούτυρο. Εκμεταλλευόμουνα λοιπόν την αδυναμία του για να έχω κάποιον να με νανουρίζει και μάλιστα με θέματα που έβρισκα συναρπαστικά, κάποιον που, διαρρηγνύοντας τα ορθολογικά καλούπια των επιστημόνων, ήταν ακράδαντα πεπεισμένος πως σύντομα θα έρθουν οι δικοί μας από τους άλλους πλανήτες να βάλουν τους κατεργάρηδες στον πάγκο τους και ένα τέρμα στην οδύνη και τον παραλογισμό αυτού του κόσμου.

Ένας άνθρωπος τόσο μα τόσο απόλυτος μοιάζει με μένα και δεν μπορεί παρά να είναι ποιητής. Ή, μάλλον, ένας άνθρωπος τόσο μα τόσο ποιητής δεν μπορεί παρά να γράφει και ποιήματα. Σύντομα αποδείχτηκε πόσο ακριβής ήταν η εκτίμησή μου. Ο φίλος μου, ερωτευμένος με τη ζωή και την ιδέα της αγάπης, ήταν αχόρταγος και παθιασμένος και μιλούσε με μεγάλες, απότομες χειρονομίες. Άλλες φορές πάλι έπεφτε σε βαθιά σιωπή που κρατούσε ώρες και μέρες. Όμως μέσα στα μάτια του φώλιαζε πάντα ένα σπάνιο πουλί.

Σε μια δημόσια ποιητική εκδήλωση λίγα χρόνια μετά, είδα κι έπαθα να τον πείσω να διαβάσει τα ποιήματά του και να μην φύγει την τελευταία στιγμή γιατί δεν του άρεσε το στήσιμο και το περιβάλλον. Σαν ανταμοιβή όταν γύρισε στη θέση του στο ακροατήριο, ένα κοριτσάκι που καθόταν πίσω μας έγειρε εντελώς απροσδόκητα και του χάιδεψε τα μαλλιά.


Οι γνήσιοι ποιητές, πλάσματα παράξενα και απροσάρμοστα, έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό που μπορεί να διαπιστωθεί κι επιστημονικά. Το αίμα τους είναι κόκκινο και ανήκει στην τέταρτη ομάδα, ρέζους θετικό, αυτή που δίνει σε όλες τις άλλες, δηλαδή σε όλους τους ανθρώπους, και παίρνει μόνο από τη δική της. Δικαιολογημένα η κοινωνία μας αντιμετωπίζει κάτι τέτοιες ανατρεπτικές περιπτώσεις χωρίς επιείκεια. Στον Βασίλη, ίσως λόγω υποτροπής, ίσως γιατί έκρινε ότι δεν υπήρχαν σοβαρές πιθανότητες να τον αναμορφώσει, φάνηκε ιδιαίτερα αυστηρή. Του επέβαλε ποινή κάθειρξης σαράντα ετών με καταναγκαστικά έργα στην κεντρική τράπεζα της πόλης μας.

Τράπεζα είναι μια αποθήκη χρήματος και πλήξης, κάτι όπως το φορτηγό με τις κονσέρβες, που αφήνει μόνιμα αποτυπώματα στην ψυχή. Ένας χώρος με άψογη διαρρύθμιση, λιτή διακόσμηση και υψηλή λειτουργικότητα΄. Ένας μηχανισμός που παράγει, αργά αλλά σταθερά, εκείνη την ανατριχιαστική γυαλάδα στα παντελόνια.

Τι τρόπο βρήκε να επιβιώνει κι ίσως ν' ανθίζει ο Βασίλης πάνω στ' αστραφτερά μάρμαρα και μέσα στο ψηλοτάβανο πάρε-δώσε, μόνο υποθέσεις αμφίβολης αξίας μπορώ να κάνω. Όταν φτάσει η ώρα να αναμετρηθείς με το θεριό, κι ο πιο αγαπημένος σου δεν είναι παρά ένας τρίτος.

Σας δίνω όμως την ακριβή διεύθυνση, μήπως κάποτε αντιληφθείτε ξαφνικά πως η ζωή σας κρέμεται από μία και μοναδική φιάλη αίμα. Αν φοβηθείτε τους δεσμοφύλακες ή την ίδια τη μετάγγιση, γιατί είναι αλήθεια οδυνηρή, στην επόμενη επίσκεψή σας θα ζητήσετε συναλλαγμα ή τη διεκπεραίωση κάποιου φακέλου. Εγώ σας συνιστώ να αγνοήσετε τις διατυπώσεις και να σηκώσετε το κεφάλι. Θα προσέξετε τα κατάμαυρα μαλλιά, δυο παράταιρες άσπρες τούφες στους κροτάφους, ένα βλέμμα σκοτεινό. Αν το λέει πραγματικά η καρδιά σας, θα κοιτάξετε τον κατάδικο βαθιά στα μάτια.