Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Κύκλος


Το γδάρσιμο στο κεφάλι, πιότερο εκνευρισμός παρά πόνος, τ' άγγιζε συχνά με τις άκρες των
 δαχτύλων ψηλαφώντας το πηγμένο αίμα. Μέχρι το γόνατο στο νερό με τη δυσάρεστη αίσθηση του
 βρεμμένου. Ακόμη να ρίξουνε το σχοινί. Τύχη που το πηγάδι δεν ήταν γεμάτο αν και το καλοκαίρι
 είχε πια περάσει. Τύχη οι άνθρωποι τριγύρω έτοιμοι να τρέξουν σε βοήθεια. Μια καθυστέρηση είναι
 βέβαια αναπόφευκτη, μέχρι νάβρουν τ' απαραίτητα σύνεργα. Η σκέψη τον ανακούφιζε καθώς
κοιτούσε το μισοφωτισμένο άνοιγμα περιμένοντας.

Αυτά τ' αφύλαχτα πηγάδια που χάσκουνε τη νύχτα στον δρόμο είναι συχνά επικίνδυνα κι ανάγκη νάναι
 κανείς προσεχτικός. Παράξενο ν' αμελήσουν να το σκεπάσουν. Με το γλίστρημα και το απότομο
 πέσιμο ούτε κατάλαβε πόσο ήτανε βαθύ., Το αναμετρούσε τώρα ολάκερο. Πρώτη φορά γνώριζε
πηγάδι από κοντά. Είχε ακούσει για μικρά παιδιά που πνίγηκαν ενώ παίζανε, για βάτραχους με κίτρινη
 κοιλιά που βγάζανε παράξενες κραυγές, για γάτες φουσκωμένες με τρίχωμα κολλημένο σα με
 ψαρόκολλα. Στη σιγή τούτες οι ιστορίες φαίνονταν ξένες κι απίστευτες. Ακόμα δεν μπορούσε να
χωνέψει πώς βρέθηκε έτσι, παγιδευμένος κι ανήμπορος, να προσμένει κάποια βοήθεια.

Το σκοτάδι έγινε ξάφνου πιο πηχτό. Σήκωσε το κεφάλι αναζητώντας το άνοιγμα. Μάταιος κόπος. Δεν
 ξεχώριζε τίποτα. Ποιος έσβησε το λυχνάρι; Αέρας; Κάποιο χέρι μοχθηρό; Έστω ελάχιστο, κάποιο
φως είναι απαραίτητο. Πραγματικά άρχισε πάλι να θαμποφέγγει. Δυο-τρία μέτρα πιο πάνω λάμπα με
 φυτίλι άφηνε μια λόγχη φως μέσα στον καπνό. Ήταν παραίσθηση; Οφθαλμαπάτη; Επιθυμίας προέχταση;

Πόνος διαπεραστικός στο δεξί του χέρι σκόρπισε τις εικασίες. Από ένστιχτο το τράβηξε απότομα. Το
 σκοτάδι δεν άφηνε να ξεχωρίσει το πληγωμένο μέρος. Έψαξε για στήριγμα. Ένα σκουριασμένο
 σίδερο, ένα σκαλοπάτι φυτεμένο πιο πάνω. Χούφτωσε το σίδερο με προσοχή και, πατώντας με την
 άκρη του ποδιού σε μια μικρή εσοχή, σήκωσε το κορμί μισό μέτρο. Έπιασε το σκαλοπάτι και
 πλησίασε το φως με μεγάλη προσπάθεια. Τέντωσε να δει το πονεμένο χέρι, μα την ίδια στιγμή
ξεκόλλησε το σκαλοπάτι απ' τη μουχλιασμένη πέτρα κι έπεσε παρασέρνοντας τη λάμπα, μ' όλο το
 βάρος ανάσκελα στα λασπόνερα. Κατάπιε αρκετό πριν προλάβει να κλείσει το στόμα. Με δυσκολία
 σηκώθηκε στα πόδια, σε χειρότερη κατάσταση τώρα. Λαχταρούσε να βρίσει, να χτυπήσει, να
ξεσπάσει κάπου, μα ήτανε μόνος στη σιγή με τον εαυτό του, μουσκεμένος και τυφλός μέσα στη
 νύχτα και κρύωνε. Τότε άρχισε η αμφιβολία να τρυπώνει μέσα του. Μήπως δεν έρθει βοήθεια;
Μήπως τον ξεχάσανε;

Η δυσφορία από το στομάχι μέχρι το στήθος ολοένα και πιο πιεστική. Όταν το βάρος έφτασε στον
 λαιμό, ξέρασε με αναστεναγμό δυο φορές, τρεις, ώσπου άδειασε ολότελα κι έμεινε πια χωρίς
δύναμη. Άρχισε να φωνάζει. Απότομα το σκοτάδι φωτίστηκε, μια ακαθόριστη μορφή φάνηκε πάνω
και τούγνεψε να περιμένει. Ζήτησε με σπασμένη φωνή να τον βγάλουν από κει μέσα γιατί ήταν
άρρωστος και κρύωνε και δεν μπορούσε πια. Ο άλλος αποκρίθηκε κάτι ακατάληπτο. Ξαναφώναξε.
Καθώς γύρισε το πρόσωπο, του φάνηκε πρασινόμαυρος σαν τεράστιος βάτραχος με μάτια
εξογκωμένα και πηγούνι μυτερό. Με νοήματα τούδωσε να καταλάβει ότι έπρεπε να περιμένει κι
 άλλο, πως για την ώρα τίποτα δεν μπορούσε να γίνει, δεν υπήρχαν τα μέσα, κι ύστερα αυτά τα
 πράγματα παίρνουν χρόνο, δεν φτάνει ένας άνθρωπος για τόσο βαρύ καθήκον. Η παντομίμα
τελείωσε. Το φως ξεμάκρυνε. Πάλι μόνος, χωρίς ίχνος ανθρώπινης παρουσίας.

Αισθάνθηκε ξαφνικά το νερό στο στέρνο. Φούσκωνε αργά και ύπουλα. Μα τι γινόταν; Συγκοινωνούσε το πηγάδι με ρυάκι, έπαιρνε νερό θαλασσινό; Δεν ήταν δυνατόν. Κι όμως. Ο βυθός ποτέ δεν ήταν
 σταθερός, μα τώρα τον τραβούσε ανήλεα προς τα κάτω. Προσπάθησε απελπισμένα κάπου να
στηριχτεί, γαντζώθηκε και ξεκόλλησε χούφτες λάσπη. Το νερό είχε φτάσει στον λαιμό. Ούρλιασε με
 μανία, με θυμό, με τρόμο. Ούρλιασε με απόγνωση. Κανένα χέρι βοήθειας, απόκριση καμιά.
Πατούσε στις μύτες των ποδιών καθώς το νερό είχε φτάσει σχεδόν στα χείλια. Αυτό ήταν. Η γεύση
μοναχά της λάσπης και του χαμού. Πικρός ένας θάνατος και παράλογος στ' αχρησιμοποίητο πηγάδι.

Το νερό σταμάτησε. Τραβήχτηκε στο στήθος, τη μέση, τα γόνατα. Έκανε ένα βήμα μπροστά μη
 πιστεύοντας στην τόση τύχη. Λούστηκε στο φως. Ένα τεράστιο στρόγγυλο φεγγάρι έκλεινε σχεδόν
το άνοιγμα. Πεθύμησε να γελάσει κείνη τη στιγμή, να τραγουδήσει, πόνεσε μέσα του απ' τ'
ασυγκράτητο κύμα της χαράς. Και βέβαια υπήρχε ελπίδα καθώς το φεγγάρι σηκώθηκε στον ουρανό
και πλημμύρισε με τη λάμψη του το πηγάδι. Όταν το νερό κατεβαίνει, η ελπίδα γυρίζει στην καρδιά
του ανθρώπου. Η βοήθεια αν αργούσε, σίγουρα τελικά θα ερχόταν.Έπρεπε στ' αλήθεια να ελπίζει.
Ακόμα και το πηγάδι έμοιαζε λιγότερο αποκρουστικό κάτω από το φως της νύχτας. Στηρίχτηκε στον τοίχο και κοίταξε τον ουρανό.

Κάτι γλιστερό του τύλιξε τα δάχτυλα. Τίναξε το χέρι του στον αέρα. Ένα κατάμαυρο λεπιδωτό
 σκουλήκι έπεσε στο νερό. Ανατρίχιασε. Πάντοτε τα σιχαινόταν. Τα τοιχώματα ήταν φαίνεται γεμάτα
από δαύτα. Άρχισ πάλι να ιδρώνει στη σκέψη μιας καινούριας φρίκης.

Ακούστηκαν φωνές. Δυο άντρες φάνηκαν να σκύβουν κρατώντας ένα χοντρό σκοινί. Επιτέλους.
Άνθρωποι με κοινά πρόσωπα γεμάτα ανησυχία και ενδιαφέρον. Μπορούσε να αισθανθεί την ανάσα
τους να του χαϊδεύει το πρόσωπο.

Το σκοινί έπεσε δίπλα. Τ' άδραξε με λαχτάρα. Το τύλιξε σφιχτά στη μέση του. Η άνοδος άρχισε,
 αργή, επίπονη. Κάρφωνε τα παπούτσια δω κι εκεί, προσπαθώντας με ωθήσεις να βοηθήσει τους
ανθρώπους που τραβούσαν. Βήμα με βήμα, πόντο με πόντο. Για λίγο το ανέβασμα σταμάτησε. Είχαν
 λαχανιάσει. Ξανάρχισαν. Το χείλος πλησίαζε, κόντευε. Μια προσπάθεια ακόμη και πιάστηκε, γαντζώθηκε. Τέσσερα χέρια τον τράβηξαν έξω.

Πατούσε σε έδαφος στέρεο. Ο εφιάλτης είχε τελειώσει οριστικά. Μουσκεμένος από βούρκο κι
ιδρώτα, εξουθενωμένος, ράκος σωστό, κάθισε κάτω βαριανασαίνοντας. Οι άλλοι στάθηκαν δίπλα του
 με συμπόνια.
- Μα γιατί αργήσατε τόσο; ρώτησε κι αναλογίστηκε πόσο ήταν αχάριστος.
- Ούτε είκοσι λεπτά, είπε ο ένας. Δεν υπήρχε σκοινί και πού να ψάχνεις μέσα στη νύχτα. Πάλι
 τυχερός στάθηκες.
- Ναι, τυχερός. Ευχαριστώ. Όχι, δεν θέλω άλλη βοήθεια, θαρρώ πως θα τα καταφέρω.

Στηρίχτηκε στα πόδια του. Περπάτησε με δυσκολία. Σα ξεμόύδιασε, κίνησε για το σπίτι. Μπάνιο
 ζεστό. φαγητό, ύπνος σε καθαρά σεντόνια. Στη σκέψη του κρεβατιού τον έπιασε σχεδόν ίλιγγος. Το
φεγγάρι είχε κρυφτεί πίσω από τα σύννεφα καθώς τάχυνε το βήμα του. Αριστερά ξεχώρισε μια
 συστάδα δέντρων που του φάνηκε γνωστή. Πίσω της ακούστηκε πάλι γαύγισμά σκύλου. Άγνωστο
 γιατί, γεννήθηκε μέσα του ανησυχία,κάτι σαν υποψία. Ούτε κατάλαβα πώς γλίστρησε κι άρχισε να
πέφτει. Στον αέρα ακόμη, άστραψε μέσα του η αλήθεια. Είχε διαγράψει ένα τέλειο κύκλο.

Ανορθώθηκε με τρομερό κόπο. Έπιασε το μέτωπό του κι έκλαψε πικρά γι' αρκετή ώρα. Το πρόσωπο
 του λερωμένο, ματωμένο, κάθιδρο. Τα μέλη του έτρεμαν, η καρδιά του χτυπούσε με μανία. Ήταν το
τέλος; Άδειος, βουβός, μόνος, κοίταξε τη μαυρίλα γύρω του. Έσφιξε τα δόντια. Με πόνους σ'
ολόκληρο το κορμί άρχισε αργά να σκαρφαλώνει.