Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

4 - Μια δασκάλα στον κόσμο των θαυμάτων


Όσο απίθανο έως απίστευτο κι αν το θεωρούσαν τα άλλα μέλη της οικογένειάς της και ο φιλικός
 περίγυρος, στα τριάντα πέντε της χρόνια η Αλκμήνη Ζαχαροπούλου έδειχνε να έχει πια συμβιβαστεί
με τα πράγματα αυτού του κόσμου. Όπως φυσικά και πολλοί άλλοι της αριστεράς νωρίτερα ή
αργότερα. Κόρη καπετάνιου του εμπορικού ναυτικού και καθηγήτριας του πιάνου, είχε γεννηθεί και
 μεγαλώσει στο «σπίτι κάτω απ’ τ’ άστρα», όπως είχε ονομάσει η ίδια το πατρικό της από τις πρώτες
 τάξεις του δημοτικού σχολείου. Μια διώροφη μονοκατοικία με κόκκινα κεραμίδια στη στέγη λίγο
 πριν το Ντεπό, που τότε απ’ το παραθυράκι της σοφίτας της έβλεπε θάλασσα, κι από κάθε μπαλκόνι
 και κάθε σημείο του κήπου της έβλεπε ουρανό. Με πυκνά αναρριχώμενα φυτά στο τοιχίο και στις
 περίτεχνες σιδεριές της υψηλής περίφραξης που απέκλειαν κάθε αδιάκριτο βλέμμα. Με οπωροφόρα
 και καλλωπιστικά δέντρα και θάμνους, περιποιημένα παρτέρια και χαλικοστρωμένους ελικοειδείς
 διαδρόμους, που σχημάτιζαν έναν μικρό λαβύρινθο.

Ίσως από τις ιδιομορφίες της κληρονομικότητας, που ονομάζεται και μοίρα ή πεπρωμένο, η Αλκμήνη
φαινόταν να τα είχε πάρει όλα από τον σχεδόν μονίμως απόντα πατέρα της και από τους δικούς του
 πλάνητες μικρασιάτες προγόνους, ενώ ελάχιστα κοινά είχε με τη θρακιώτισσα μητέρα της και τις δύο
 μεγαλύτερες αδελφές της. Στο σπίτι των συνολικά έξι γυναικών, μαζί με την ασπρομάλλα γιαγιά της
 και την οικιακή βοηθό απ’ το χωριό, όπου η μικρή πετούσε τα κλαριά και τα πράσινα φύλλα της,
 μόνη ανάμεσα στις άλλες, όπως σπόρος άγριου φυτού που αποθέτει ο άνεμος από τα ορεινά
 βραχώδη σε καλλιεργημένο χώμα, είχε δημιουργήσει από τα παιδικά της χρόνια δύο κρυψώνες και
 δύο προσωπικά καταφύγια. Το ένα για τον καλό καιρό σε μια γωνιά του κήπου κάτω από την πλαϊνή
 περίφραξη, το άλλο για το κρύο, το χιόνι ή τη βροχή στη σοφίτα, την αετοφωλιά του σπιτιού. Στο
 υπόγειο δεν πλησίαζε γιατί εκεί κατοικούσαν αλλότρια πλάσματα, σκοτεινά και επίβουλα.

Της είχαν δώσει το όνομα της συζύγου του Αμφιτρύωνα και μητέρας του Ηρακλή, με πραγματικό
 πατέρα του όμως τον Δία, ένα όνομα που σήμαινε «η ακτινοβολούσα» κι εκείνη ήθελε το Αλκμήνη
 ακέραιο και μοναδικό όπως το φως και δεν επέτρεπε σε κανένα να χρησιμοποιεί τα συνηθισμένα
 χαϊδευτικά και υποκοριστικά.

Με τη σειρά της τώρα, για κάθε δέντρο είχε επινοήσει από ένα αυτοσχέδιο ανθρώπινο όνομα ή μια
σύντομη φράση, όπως «σύννεφο που ψιθυρίζει στον άνεμο», συχνά σκαρφάλωνε επάνω τους, τα
 αγκάλιαζε, χάιδευε τον κορμό και τα κλαριά τους και σκούπιζε με θαλασσινό σφουγγάρι τα φύλλα
 τους ως εκεί που έφτανε, ενώ τους μιλούσε χαμηλόφωνα, τους έλεγε τα παιδικά της μυστικά,
 ρωτούσε τα δικά τους. Πώς από το τίποτα κατορθώνουν και γίνονται τόσο μεγάλα, σταθερά, τόσο
 όμορφα και ευεργετικά, πώς ξεδιψάνε και χορταίνουν την τροφή απ’ τα βαθιά, πώς επιβιώνουν μέσα
 στον χειμώνα και πώς ανθίζουν και καρποφορούν την άνοιξη και το καλοκαίρι. Πώς κάνουν το
 μεγάλο ταξίδι ακίνητα, γαλήνια και φωτεινά.

Ξάπλωνε στο γρασίδι κάτω από την αγαπημένη της πλησίστια φλαμουριά με τα ανθάκια και το
 μεθυστικό της άρωμα, έβαζε τα χέρια κάτω απ’ το κεφάλι, μισόκλεινε τα βλέφαρα και άφηνε τη
 φαντασία της ελεύθερη να ταξιδέψει σε χώρες μακρινές και μυστηριώδεις με το πλοίο του πατέρα
 της. Ενώ απ’ τα ανοιχτά παράθυρα ξεχύνονταν οι μελωδίες που έπαιζε στο πιάνο η μητέρα της.
 Μελωδίες συνήθως μελαγχολικές από μια νέα γυναίκα, ευαίσθητη και καλλιεργημένη, που λάτρευε
 τον άνδρα της αλλά ποτέ της δεν είχε αξιωθεί να τον χαρεί πραγματικά.

Τις νύχτες που είχε ξαστεριά κι όλες οι άλλες ήταν βυθισμένες σε μακάριο ύπνο, η Αλκμήνη
 σηκωνόταν από το κρεβάτι και, σαν αερικό με τη μακριά λευκή νυχτικιά της, κατέβαινε ακροποδητί
 στον κήπο. Για να απλώσει τα χέρια της στον ουρανό, κάτω από τις πικροδάφνες και τους
 πυράκανθους τώρα, και να αισθανθεί τον γαλαξία να χαμηλώνει, τα άστρα να κατεβαίνουν και να
 θαμπώνουν τα μάτια της, να μπλέκονται στα μαλλιά της. Έμενε εκεί σε μια κατάσταση έκστασης
 έως ότου το νυχτερινό αγιάζι τη συνεφέρει και αναγκαστεί να γυρίσει στο δωμάτιό της με σκυμμένο
 το κεφάλι, και πάλι μόνη.

Υπήρχε όμως στο σπίτι κάποια που ίσως την ήξερε, ίσως την καταλάβαινε καλά. Αυτή ήταν η
 μαυροφορεμένη της γιαγιά, χήρα στρατιώτη της μικρασιατικής εκστρατείας απ’ τα εικοσιοκτώ της
 χρόνια, καθισμένη μονίμως στην καρέκλα πλάι στην πήλινη σόμπα, που την παρακολουθούσε
 αμίλητη με μια παράξενη λάμψη στα μάτια κι ένα ανεπαίσθητο συνωμοτικό χαμόγελο στο
 ρυτιδωμένο πρόσωπό της. Έκφραση που συνόψιζε εύγλωττα όλα τα απαγορευμένα για τις μεγάλες
 γυναίκες της εποχής εκείνης. Η Αλκμήνη διάβαζε σωστά το μήνυμα κι έτρεχε να χώσει το κεφάλι
 στην ποδιά της με αγαλλίαση και βουβή ευγνωμοσύνη.

Εντελώς σπάνια, όταν ήταν πολύ τυχερή, ένιωθε μια μεγάλη σκιά να την σκεπάζει, μια μυστική
ακτινοβολία να τη θερμαίνει, μια ξαφνική αγαπημένη παρουσία να την κατακλύζει. Άνοιγε τα μάτια
 της στην κορύφωση της προσμονής και έβλεπε με μια κραυγή να στέκεται όρθιος μπροστά της με
 την επίσημη στολή του ο καπετάνιος, που είχε γυρίσει από κάποιο μακρινό ταξίδι και πρώτα έψαχνε
 εκείνη πριν ανεβεί τα σκαλιά για να αφήσει τη βαλίτσα του, να αγκαλιάσει τη γυναίκα του και να
 αλλάξει ρούχα. Ψηλός και επιβλητικός, γκριζομάλλης και ηλιοκαμένος, με πράσινα διαπεραστικά
 μάτια και αυστηρή έκφραση που ακαριαία γινόταν απίστευτα τρυφερή όταν την κοίταζε. «Είδες που
 ήρθα πάλι, σκιουράκι», της έλεγε και η βαριά ανδρική φωνή του ηχούσε σαν ουράνια μελωδία.

Εκείνη χαμογελούσε εκστατικά σαν να έβλεπε ένα υπέροχο όνειρο, ανασηκωνόταν και άπλωνε τα
 χέρια της, κι εκείνος έσκυβε και τα έσφιγγε στα τραχιά και ζεστά δικά του, τη σήκωνε στον αέρα και
 τη φιλούσε στο μέτωπο, της χάιδευε τα μαλλιά, έψαχνε τα αυτιά της δήθεν για να τα τραβήξει, κι
 ύστερα έβγαζε και της φορούσε το ναυτικό πηλίκιο του. Την καμάρωνε λιγάκι από πάνω ως κάτω και
 μετά καθόταν δίπλα της, αδιαφορώντας για το καθαρό καλοσιδερωμένο πανταλόνι του, ακουμπούσε
την πλάτη στη φλαμουριά, έπαιρνε το χέρι της κι έπαιζε με τα δάχτυλα της, και άρχιζε να τη ρωτάει
 για το σπίτι, τις αδελφές και τις φίλες της, για τα μαθήματα και τα εξωσχολικά βιβλία που είχε
 διαβάσει, για κάθε τι μικρό κι ασήμαντο που φαινόταν να προσλαμβάνει άλλες διαστάσεις.

Καθυστερούσε λίγο με ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο για να ενταθεί η αδημονία της, αλλά τέλος ο
 πολυταξιδεμένος καπετάνιος, που είχε το χάρισμα της αφήγησης, άρχιζε να ξετυλίγει μαγευτικές
 ιστορίες, για χώρες εξωτικές της Άπω Ανατολής και της Λατινικής Αμερικής, για τον Βόρειο και τον
 Νότιο Πόλο, για ωκεανούς, για νησιά και για μεγάλα πλωτά ποτάμια, για λιμάνια με παράξενους
 ανθρώπους και απίστευτα ήθη και έθιμα, και για φουρτούνες και περιπέτειες και κινδύνους.

Κάποτε έξυνε το κεφάλι του και πρόσθετε, «έχω κάτι μικροπράγματα για σένα στη βαλίτσα μου από
 τα μέρη εκείνα, ζαρκαδάκι». Η Αλκμήνη έψαχνε τα μάτια του και τον παρακαλούσε για ακόμη μια
 φορά, «πότε θα με πάρεις μαζί σου, καλέ μπαμπά;» κι εκείνος απαντούσε, όπως πάντα «θα πάμε ως
 το λιμάνι για να σου δείξω την καμπίνα μου και τη γέφυρα του πλοίου με τα όργανα αλλά το
 εμπορικό καράβι δεν είναι μέρος για μικρά κορίτσια, αλεπουδίτσα. Σου υπόσχομαι όμως ότι θα
 ταξιδέψουμε κάποτε μαζί με το πλοίο της γραμμής».

Για να κλείσει την κουβέντα εκείνη πεισμωμένη, «πρώτα-πρώτα, ξέχασες ότι το σκιουράκι σου έχει
 φουντωτή ουρά και ότι η αλεπουδίτσα είναι κόκκινη με σουβλερή μύρη, κι ύστερα εγώ δεν θέλω
 τουρισμό, θέλω το μεγάλο, το ατέλειωτο ταξίδι».

Η εικόνα άλλαζε ριζικά όταν εκείνος έφευγε και πάλι και η Αλκμήνη συννέφιαζε και βουβαινόταν για
μέρες και εβδομάδες. Σκαρφάλωνε τις σκάλες για να τρυπώσει στη σοφίτα και να εξαφανιστεί. Στην
 αρχή κρυφά, ύστερα δικαιωματικά και αγέρωχα. Άλλαζαν τότε οι μυρωδιές, η αφή, οι ήχοι, η θέα και
 η αίσθηση του κόσμου. Έτρεχε πρώτα και άνοιγε διάπλατα το μικρό παράθυρο για να διακρίνει, με τα
 γόνατα στην καρέκλα και τα μπράτσα στο περβάζι, σαν γαλήνια κι αστραφτερή λίμνη τον Θερμαϊκό
 Κόλπο με τις εκβολές του Αξιού και μακριά στο βάθος τις επιβλητικές κορυφές του Ολύμπου, και
 να φέρει στον νου της τον πατέρα της και τον απέραντο ωκεανό που τους χώριζε για μια φορά ακόμη.
 Χωνόταν ύστερα πίσω απ’ τα σκονισμένα έπιπλα, πίσω απ’ το αλογάκι, τη σπασμένη κούνια και τα
 άλλα χαλασμένα παιχνίδια, κι ανάμεσα στις στοίβες παλιών περιοδικών και εφημερίδων.

Μέσα στα πολύτιμα άχρηστα μιας περασμένης ευτυχίας, ξεμπέρδευε στα γρήγορα με τα μαθήματά
 της κι ύστερα διάβαζε κυρίως ποιήματα απ’ την ανθολογία του Αποστολίδη αλλά και κλασσικά
μυθιστορήματα, βυθιζόταν στη μουσική, ζωγράφιζε, έπαιζε μόνη της κι ονειρευόταν. Και πάλι τα
 ταξίδια αλλά και το ασύλληπτο μυστήριο του έρωτα, έναν δικό της αλλιώτικο, παραμυθένιο κόσμο.
 Ξέφευγε όμως μερικές φορές κι από τον ίδιο της τον εαυτό, έβγαινε και χανόταν στους γύρω
δρόμους, για να γυρίσει κάποτε ξεθεωμένη με ματωμένα γόνατα και αγκώνες απ’ τα παιχνίδια με τα
 αγόρια και τα κορίτσια της γειτονιάς.

Λίγο πριν τα δεκατέσσερα της χρόνια, δέχτηκε το πρώτο συντριπτικό χτύπημα στη ζωή της. Ο
 αγαπημένος της πατέρας που η Αλκμήνη μετρούσε τις μέρες ως τη γιορτή του γυρισμού του, δεν θα
 εκπλήρωνε ποτέ την υπόσχεσή του. Είχε χαθεί ένα βράδυ με φοβερή τρικυμία στον Ινδικό Ωκεανό,
 ενώ το φορτηγό πλοίο που κυβερνούσε είχε καταφέρει να φτάσει σε λιμάνι με σοβαρές αβαρίες Το
 σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ, το μόνο που της έμεινε ήταν η μυρωδιά του, το τελευταίο άγγιγμά του,
η εικόνα του στη φαντασία της κι όση αγάπη μπορεί να εκπέμψει μια φωτογραφία. Από τον σπαραγμό
 για την απώλεια του γιου της, σύντομα έσβησε στη γωνιά της και η γιαγιά, ήσυχα, γαλήνια, σαν
 σπουργιτάκι που δεν βρίσκει πια μέσα στον χειμώνα ούτε ένα ψίχουλο προσμονής για να ραμφίσει.

Μερικά χρόνια αργότερα, καθώς το κύμα της αντιπαροχής σάρωνε και τη Λεωφόρο Βασιλίσσης
Όλγας με ομοιόμορφες πολυώροφες πολυκατοικίες στη θέση των παλιών αρχοντικών, ακολούθησε
 το τρίτο χτύπημα. Καθώς το «σπίτι κάτω απ’ τ’ άστρα» είχε απομείνει ανάμεσα στα τελευταία,
 εγκλωβισμένο ανάμεσα σε δύο γίγαντες, κι έβρισκαν συνεχώς σκουπίδια πεταμένα από ψηλά στον
 κήπο τους, η μητέρα της αποφάσισε να το αναθέσει σε εργολάβο για να εξασφαλίσει επιπλέον το
 μέλλον τους, με ένα διαμέρισμα για κάθε κορίτσι της και ένα για τον εαυτό της στα επερχόμενα
γεράματα.

Μετά την έστω σπάνια εμφάνιση και τη θαλπωρή της πατρικής φιγούρας, μετά το βουβό χάδι από τα
πουπουλένια χέρια της γιαγιάς, χάθηκε έτσι και ο κήπος του παραδείσου, χάθηκε η σοφίτα των
 παιχνιδιών, των ανακαλύψεων και των ονείρων, χάθηκε το βουνό των θεών και τα απτά ίχνη της
 παιδικής της ηλικίας. Τα αστέρια έπεσαν από τα μαλλιά της στο χώμα και τα παρέσυρε στη θάλασσα
 ο βαρδάρης. Κι απόμεινε εκείνη μόνη με τη νύχτα.

Αυτές οι απώλειες την ωρίμασαν επώδυνα στην εφηβεία της και τη σφράγισαν για πάντα. Σφράγισαν
αυτό το προικισμένο πλάσμα, το ατίθασο και εντελώς απροσάρμοστο πίσω από τη ρομαντική του
 εμφάνισή με τα καστανόξανθα μαλλιά και τα γαλάζια μάτια της, πίσω από το ανάλαφρο ακαταμάχητο
 χαμόγελό της. Και πρόσθεσαν στην κάθε της έκφραση την ανταύγεια ενός βαθιά κρυμμένου πόνου.
 Μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα του διαμερίσματος, η Αλκμήνη συνέχισε να ζει στον δικό της
 κόσμο, έναν κόσμο σε πολλά ακατανόητο για τις άλλες γυναίκες, συνέχισε να τις κάνει να απορούν
 από που είχε ξεφυτρώσει και που ανήκε.

Στα τελευταία μαθητικά και στα πρώτα φοιτητικά της χρόνια αυτό έγινε απόλυτα σαφές. Μεταξύ των
άλλων, από τις στοίβες των ποιητικών βιβλίων κάθε χώρας και κάθε εποχής στα ράφια της, από τα αντάρτικα τραγούδια που ακούγονταν από το δωμάτιο της και τις αφίσες των αναρχικών του
 Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, του Τσε Γκεβάρα και του Άρη Βελουχιώτη, λίγο αργότερα από τη
 μαχητική συμμετοχή της στο γυναικείο κίνημα και από την παρουσία της στην πρώτη σειρά των
διαδηλώσεων και στους ώμους των συντρόφων της, σημαία της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.
 Από το γεγονός ότι, όταν μετά το λύκειο ένιωσε πια ότι δεν την σήκωνε άλλο το συμβατικό
 οικογενειακό περιβάλλον, ανακοίνωσε σε όλες την οριστική απόφασή της και, παρά τις παρακλήσεις
 της μητέρας της, μάζεψε τα ρούχα και πράγματά της κι έφυγε για να αναζητήσει την αληθινή ζωή.

Αληθινή ζωή σήμαινε να απολαύσει και να στερηθεί, να προσγειωθεί πριν καλά – καλά πετάξει.
 Σήμαινε να εργαστεί για να κερδίσει το ψωμί της, πρώτα περιστασιακά εδώ κι εκεί και, μετά την
 αποφοίτησή της από το Παιδαγωγικό Τμήμα του πανεπιστημίου, ως νηπιαγωγός σε δημοτικό παιδικό
 σταθμό. Σήμαινε να ερωτευτεί δυο-τρεις φορές τον άνδρα που διαγραφόταν αχνά στη φαντασία της
 για να διαψευστεί κάθε φορά οικτρά από τη σκληρή πραγματικότητα. Σήμαινε ακόμη να ξυπνήσει
 μέσα της ο πυρετός και να αναλωθεί σε πολύ περισσότερες βραχύβιες σχέσεις. Σήμαινε, τέλος,
να αγωνιστεί για την επανάσταση και την ουτοπία μέχρι να ανατείλει η νέα εποχή και να
 καταρρεύσουν τα πάντα.

Με όλες αυτές τις διαψεύσεις και με άλλες λιγότερο σοβαρές, κύλησαν μερικά χρόνια. Η Αλκμήνη
ένιωθε ότι είχε φτάσει κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού, όταν κάποια στιγμή σαν από το ένστικτο
της επιβίωσης, στράφηκε με όλο της το είναι στον παιδικό σταθμό κι εκεί προσπάθησε να πάρει
 κάποια ανάσα, να διασώσει στην ψυχή της όλα τα πολύτιμα και βαριά τραυματισμένα. Μέσα στις
 πολύχρωμες επιφάνειες και τις ζωγραφιές, στα τιτιβίσματα των παιδιών, στα γέλια και τα κλάματα,
 στις κούνιες, τις τραμπάλες, τα σκάμματα, στα χίλια δυο παιχνίδια και τα παραμύθια, στην αθωότητα
 και ομορφιά, τη μοναδική ίσως αλήθεια και το μοναδικό πια καταφύγιο για κείνη.

Ανακάλυψε έκθαμβη σε μιαν ανθολογία και ένα ποίημα που την εξέφραζε απόλυτα, το ανάρτησε στο
δωμάτιο της και το κουβαλούσε στην τσάντα της σαν φυλαχτό. Το «βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και
 φως», γραμμένο το 1928 από τον Ρώσο ποιητή και ζωγράφο Αποστόλι Ρουσνηόκοφ.

μέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα
 και ζεστούς σκούφους
φορώντας τις μαγικές τους μπότες
βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως
κάθε πρωί εισπλέουν στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς
οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
σαν μπίλιες απ’τις τσέπες τους στο χώμα απλώνουν
όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
μας δείχνουν τον θεό που δεν πιστέψαμε
σκορπίζουν στον αέρα θαύματα που δεν αξίζουμε
με μια ανάσα τους στηρίζουν
την ετοιμόρροπη ζωή μας

Έτσι αποφάσισε να συνεχίσει. Διοχετεύοντας την αγάπη και το πάθος της στα παιδιά αλλά και στη
 μουσική και τη ζωγραφική. Τη μεθούσαν κυριολεκτικά και την ενέπνεαν τα ζωντανά χρώματα, η
 αναπαράσταση του φωτός και η ειδυλλιακή ονειρική ατμόσφαιρα, οι ανθισμένοι κήποι του Κλωντ
 Μονέ, του Ωγκύστ Ρενουάρ και διάφορων άλλων ιμπρεσιονιστών ζωγράφων.

Τότε ήταν που εμφανίστηκε απρόσμενα ο μελλοντικός της σύζυγος. Ένας αρκετά μεγαλύτερός της
πετυχημένος και ευκατάστατος, σοβαρός και μετρημένος άνδρας που σε αρκετά της θύμιζε τον
 πατέρα της. Χωρίς όμως τη αχλή και τη μαγεία που συνόδευε την κάθε εμφάνιση εκείνου. Ένας
 άνδρας που την εκτίμησε, την αγάπησε, τη δέχτηκε ακριβώς όπως ήταν, ή όπως νόμιζε ότι ήταν (ή
 ακόμη κι όπως πίστευε ότι θα την έκανε), και της πρότεινε να ζήσουν μαζί την υπόλοιπη ζωή τους.
 Έτσι κι έγινε. Μετά τις αρχικές της επιφυλάξεις και τους δισταγμούς, παντρεύτηκαν και η Αλκμήνη
 άλλαξε ζωή. Τα επόμενα χρόνια κύλησαν σαν το νεράκι. Απέκτησαν δυο παιδιά, ζούσαν μάλλον
 αρμονικά και ευτυχισμένα, με τον επίπεδο, ασφαλή, τον λογικό και ισορροπημένο τρόπο που είναι
 ρεαλιστικά ο μόνος δυνατός. Παραμερίζοντας τα όνειρα και την ουτοπία, που όμως παρέμεναν
 παράδοξα και πεισματικά ακέραια κάπου μέσα της βαθιά και ίσως κάποτε να επιζητούσαν με κάθε
 τίμημα τη δική τους δικαίωση και τη δική τους δικαιοσύνη.