Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Ο δρόμος για την Ουρανούπολη

Ο Λουκάς ήταν γιος ζαχαροπλάστη. Ο Λουκάς ήταν ιδεολόγος. Ο Λουκάς ήταν σπουδαίος
ζωγράφος. Ήθελε να τυπώσει οκτώ εκατομμύρια λιθογραφίες από έναν πίνακα του και να τις
μοιράσει σε όλους τους Έλληνες. Για να κρεμάσουν τη ζωγραφιά στο σαλόνι τους, να τη
βλέπουν και να εμπνέονται. Να αλλάξουν τη χώρα τους κι ολόκληρο τον κόσμο. Ο Λουκάς,
πέταξε ο Τάκης.
- Ο Λουκάς, τι ο Λουκάς;
- Ο Λουκάς θα μας πάει.

Ήταν αργά το απόγευμα Παρασκευή συννεφιασμένη του Ιουλίου κι είχαμε καταφέρει να
χάσουμε το τελευταίο λεωφορείο για την Ουρανούπολη. Το λεωφορείο που θα μας πήγαινε
στις διακοπές, στην Καίτη με τα τουριστικά είδη και τις θρυλικές της ψαρόσουπες, στην
Καίτη με τον Δημήτρη, στον Γιάννη με την Δάφνη, στον Μιχάλη με τη Σάσα, και στους
άλλους φίλους. Και στο αραλίκι, τους καφέδες, τα τσίπουρα και τις ρετσίνες, τις παθιασμένες
συζητήσεις, τα παραθαλάσσια εστιατόρια και τις ταβέρνες, στα ημερήσια και τα γυμνά
νυχτερινά μπάνια. Στον Αρσανά και το μετόχι, δυο βήματα από το Άγιο Όρος, στην
Αμμουλιανή απέναντι με τις αμμουδιές του ΄Αη Γιώργη και τις αλυκές και στο Γαϊδουρονήσι.

Στεκόμασταν λοιπόν με τα τζουμπλέκια μας σε μια είσοδο πολυκατοικίας στην Ολύμπου κι
ενώ κάποια ανοιχτά παράθυρα απέναντι μάς έβγαζαν τη γλώσσα και κάποια ξεχασμένα
εσώρουχα στο μπαλκόνι φάνταζαν σαν λευκές σημαίες, βλέπαμε το ένα πίσω απ’ το άλλο τα
λεωφορεία να αναχωρούν άσπλαχνα για εκεί που δεν πηγαίναμε εμείς. Εγώ με τη Σοφία κι ο
Τάκης με την Ευγενούλα και τη μικρή, όλοι εξίσου αμήχανοι σαν τις μωρές παρθένες. Και
μάταια προσπαθούσαμε να βρούμε μια οποιαδήποτε λύση στο πρόβλημά μας.

- Είσαι με τα καλά σου, ρε; Περίπου εκατόν πενήντα χιλιόμετρα είναι ως την Ουρανούπολη,
τα περισσότερα πάνω στον Χολομώντα, και διακόσιες δεκαοχτώ απότομες στροφές
μετρημένες απ’ τον Πολύγυρο ως την Αρναία. Άφησε τον άνθρωπο στην ησυχία του. Θα πάμε
αύριο το πρωί.
- ΄Ηξερε ότι δεν οδηγώ και μου είπε να μην διστάσω αν παρουσιαστεί η περίπτωση.
- Σου είπε για αποστάσεις λογικές.

Εκείνος όμως μάλλον δεν πείστηκε, εμείς αρχίσαμε να τα μασάμε (τι λες εσύ, ίσως πραγματικά
να θέλει να μας πάει), για πότε ο Τάκης του τηλεφώνησε από το περίπτερο, γύρισε και είπε
ανακουφισμένος, έρχεται, δεν καταλάβαμε. Σε λίγο εμφανίστηκε το αυτοκίνητο, βγήκε ένας
Λουκάς μειλίχιος, μας χαιρέτισε ευγενικά και είπε, σαν να μην συμβαίνει τίποτα, μπείτε μέσα
να σας πετάξω ως εκεί.

Κάτι ψέλλισα εγώ, πλέον για τα προσχήματα, ενώ λίγο παράμερα ο Λουκάς έγειρε μ’ ένα
συνωμοτικό χαμόγελο και μου ψιθύρισε στ’ αυτί, σύντροφέ μου. Εκεί ήταν που χτύπησε
κόκκινο η αμηχανία μου, ένα μείγμα αιφνιδιασμού, συγκίνησης και δισταγμού για μια λέξη
που ναι μεν μπορούσα να σκεφτώ και να γράψω αλλά όχι και να αρθρώσω, και για μια
προσφορά που με άφηνε εντελώς ανυπεράσπιστο.

Στον δρόμο έβρεχε συνέχεια, έβρεχε στις ευθείες, έβρεχε και στις στροφές, έβρεχε στα πεδινά
και στα ορεινά, έβρεχε στις ανηφόρες και τις κατηφόρες και, όταν κάποτε φτάσαμε νύχτα
στην Ουρανούπολη, συνέχιζε κι εκεί να βρέχει. Ο Λουκάς οδηγούσε με άκρα προσοχή και
σοβαρότητα και με μια υπολανθάνουσα έκφραση ευδαιμονίας. Η Κατερίνα με το μπουρνουζέ
φόρεμα και τα τσόκαρα κρεμασμένα στα παχουλά της ποδαράκια, δεν γκρίνιαζε και δεν
ζήτησε απολύτως τίποτα σαν παιδί με καλούς τρόπους, ο Τάκης ήταν έτσι κι αλλιώς βαρύς
πίσω απ’ το μουστάκι του κι η Ευγενούλα συνεσταλμένη και λιγόλογη από τη φύση της. Αλλά
κι εμείς το βρίσκαμε κάπως άπρεπο να λέμε τα πολλά και διάφορα και να χαιρόμαστε
μεγαλόφωνα για τις διακοπές μας, τη στιγμή που ο Λουκάς διεκπεραίωνε με τόση συνέπεια,
για μας την αγγαρεία του, για εκείνον μάλλον την αποστολή του.

Αν και έλειπε ο Πρόδρομος, έλειπαν η Λιάνα και ο Κώστας, ο Φούλης και η Δέσποινα, και οι
υπόλοιποι ηθοποιοί και καλλιτέχνες, τα καθίσματα του αυτοκινήτου ήταν σίγουρα πιο
αναπαυτικά από τις ξύλινες καρέκλες στα γραφεία της Μακένζι Κινγκ ή αργότερα της
Μητροπόλεως και θα μπορούσαμε άνετα να είχαμε χτυπήσει μια μικρή ανανεωτική
συνεδρίαση, έστω και για να ξεμουδιάσουμε. ΄Η για να συνοψίσουμε τις θεωρητικές μας
θέσεις και τα της πορείας του παγκοσμίου κινήματος. Όμως και πάλι φαίνεται ότι μας
σταμάτησε κείνη η αδιόρατη λάμψη στο πρόσωπο του οδηγού και η αίσθηση ότι δεν θα
άρμοζε να προσθέσουμε απολύτως τίποτα.

Όταν λοιπόν μας παρέδωσε ο Λουκάς ακέραιους και ξεκούραστους στον προορισμό μας, του
είπαμε, κοιμήσου απόψε εδώ και γυρίζεις νωρίς αύριο το πρωί. Αλλά εκείνος ήταν ήδη έτοιμος
για την επιστροφή και δεν κάθισε ούτε για καφέ ή πορτοκαλάδα. Είμαι εντάξει και ξεκινάω
τώρα αμέσως, απάντησε, χωρίς να φαίνεται ότι ακούει τις ευχαριστίες μας. Σε λίγο, είδαμε το
αυτοκίνητό του να χάνεται μέσα στο σκοτάδι για τις διακόσιες δεκαοχτώ στροφές, τώρα από
την αντίθετη κατεύθυνση.

Περάσαμε ωραία στην Ουρανούπολη, δυο βήματα από το Άγιο Όρος. Νοικιάζαμε κάθε πρωί
ένα κεραμιδί πλεούμενο, μικρότερο από ψαροκάικο και μεγαλύτερο από ψαρόβαρκα, με τα
δίχτυα και όλα τ’ άλλα σύνεργα του επαγγέλματος απλωμένα στο κατάστρωμα, και
τραβούσαμε για τις καλύτερες και πιο ερημικές αμμουδιές απέναντι ή παράλληλα με το
χωριό. Η Σοφία με τον Δημήτρη ανοίγονταν στα βαθιά, έφταναν και μέχρι ένα ειδυλλιακό
νησάκι ακατοίκητο, η Κατερίνα έπαιζε μόνη της, ενώ οι υπόλοιποι διαβάζαμε κανένα βιβλίο,
μετρούσαμε τα βότσαλα, και πλατσουρίζαμε στο ένα με ενάμιση μέτρο.

Ρίχναμε κι έναν υπνάκο μεσημεριανό και, φρέσκοι κι ηλιοκαμένοι το απόγευμα ως το βράδυ,
γυρίζαμε εδώ κι εκεί, κάτω απ'τον επιβλητικό Πύργο του χωριού, ψάχναμε και συχνά
βρίσκαμε γνωστούς και φίλους, έως ότου το ρίξουμε στο τάβλι έξω απ’ το μαγαζί της Καίτης
ή σε άλλα καθιστικά αθλήματα στα ενοικιαζόμενα δωμάτιά μας. Όχι όμως ο Δημήτρης και η
Καίτη, όταν κατάφερνε εκείνη να ξεφύγει από τις βιοποριστικές ασχολίες της με τα
φορέματα, τα δερμάτινα, τα κομπολόγια και τα κομποσκοίνια και τ’ άλλα τουριστικά είδη.
Αυτοί ήταν τύποι αθλητικοί, δεν κάπνιζαν και, εκτός από τις κολυμβητικές τους επιδόσεις,
προτιμούσαν την υγιεινή διατροφή, όπως τις ψαρόσουπες μέσα στην κάψα του μεσημεριού,
και χάνονταν σε πεζοπορίες ως πίσω από κάτι λόφους στο βάθος του ορίζοντα.

Ασφαλώς και περάσαμε ωραία στην Ουρανούπολη. Κολλούσαν βέβαια επάνω μας τα ρούχα
από τη ζέστη στα ενοικιαζόμενα δωμάτια κι ήταν λιγάκι θλιβεροί οι γυμνοί τοίχοι, τα
πατώματα από φτηνές σανίδες, τα πατικωμένα στρώματα και τα κρεβάτια. Κάπως οδυνηρά
ήταν και τα κόκκινα σημαδάκια που άφηνε στα πόδια μας η ακούσια αιμοδοσία στους
κοριούς. Κι ήταν αργότερα δυσώδες και ηχηρό το ολοκαύτωμά τους στους σιδερένιους
σομιέδες,με το παραδοσιακό οινόπνευμα και βαμβάκι δεμένο στο πιρούνι. Φάγαμε και στη
μάπα λιγάκι παραπάνω ο ένας τον άλλο, ιδίως τις στιγμές που χωρίς έμπνευση
σκυλοβαριόμασταν με τη μέρα απλωμένη μπροστά μας σαν λευκό χαρτί.

Μια φορά μάλιστα θύμωσε ο Τάκης γιατί είχε γίνει λάθος συνεννόηση, δεν είχε έρθει το
καϊκάκι να μας πάρει από τον Αρσανά και υποχρεωθήκαμε, ντάλα μεσημέρι, να γυρίσουμε με
το πόδια στο χωριό. Βάδιζε εκείνος ολοταχώς με ελαφρά σκυμμένο πεισμωμένα το κεφάλι και
με το ναυτικό καπελάκι να αιωρείται στη φαλάκρα του, περίπου σαν τον Ζάτοπεκ δύο
δεκαετίες νωρίτερα, κι ακολουθούσε πίσω του ο συρφετός αγκομαχώντας. Σταματήσαμε να
πιούμε νερό σε μια δημόσια βρύση με γούρνα, αποφεύγοντας ακροβατικά στις μύτες
τις τεράστιες αχνιστές κοπριές, ενώ εκείνος συνέχιζε απτόητος. Έτσι τερμάτισε πρώτος με
διαφορά και υποχρεώθηκε μετά να περιμένει ώρα πεινασμένος στο τραπέζι έως ότου του
καθαρίσει το ψάρι η Ευγενούλα. Όχι ότι ο Τάκης δεν άφηνε τον ένοχο να απολογηθεί για τις
αδυναμίες του και τα πραγματικά ή τα φανταστικά του αδικήματα. Όλα κι όλα, τον
προειδοποιούσε μάλιστα, του την έδινε την ευκαιρία και με το παραπάνω. Αλλά η καταδίκη,
καταδίκη.

Το παράξενο ήταν ότι αυτή η παράξενη παρέα λειτούργησε ως παρέα. Με τον Γιάννη να
εμφανίζεται σπανίως και τη Δάφνη σπανιότερα αλλά και τους δύο πάντοτε υπό κάποιου
είδους συλλογική προστασία μια και ήταν οι μικρότεροι, στα είκοσι τόσα ακόμη. Το άλλο
καλοκαίρι, έτος ολυμπιακών αγώνων, πήγαμε με ευρύτερη συμμετοχή και μεγαλύτερες
προσδοκίες στον Ποτό της Θάσου. Όπου, μαζί με τον ενθουσιασμό και κάτι αισιόδοξα πρωινά
με φρέσκο ψωμί, τυριά και μαρμελάδες, βγήκαν λίγο περισσότερο στην επιφάνεια και τα
ελαττώματά μας. Με αναπόφευκτη συνέπεια να καυγαδίσουμε και λίγο περισσότερο και
μόλις να μας σώσει η ειλικρινής αυτοκριτική μας στην ολομέλεια της παρέας. Και το
μεθεπόμενο, με το φεριμπόουτ Σαπφώ, καταπλεύσαμε στη Μυτιλήνη και συνεχίσαμε με ταξί
για το Πλωμάρι και από κει για άλλους ειδυλλιακούς προορισμούς. Ένα καλοκαίρι που
αποδείχτηκε και το κύκνειο άσμα της παρέας.

Και ο Λουκάς; Τι ο Λουκάς; Είχαμε πει όλοι εν χορώ, για δες, και, μπράβο ο Λουκάς, μόνο
αυτός ήταν άξιος να κάνει κάτι τέτοιο. Και αφοσιωθήκαμε στις διακοπές μας. Ύστερα,
γυρίσαμε στο επαγγελματικό μαγκανοπήγαδο, τον είδαμε σε μερικές κομματικές συνεδριάσεις
της ρουτίνας που βαθμιαία οδήγησαν στην πλήρη αδράνεια και την αποψίλωση,
προσαρμοστήκαμε, θέλοντας και μη, στα δεδομένα της νέας εποχής. Και τον καταχωνιάσαμε
σε κάτι σκοτεινά ντουλάπια της μνήμης.

Γιατί, ποιόν μπορεί να ενδιαφέρουν τα νησιά και τα τουριστικά χωριά και οι συνηθισμένες
διακοπές μιας συνηθισμένης παρέας κάποια συνηθισμένα καλοκαίρια πριν τόσα χρόνια;
Ποιόν μπορεί να ενδιαφέρουν οι κοινές και βαρετές ιστορίες που αναδύονται από παλιά
τεφτέρια; Αν κάποιος (ποιος;) μας πήγε ή δεν μας πήγε (ποιους;) με το αυτοκίνητο του στην
Ουρανούπολη εκείνο το βροχερό σούρουπο το καλοκαίρι του 1975, λίγο μετά την πτώση της
δικτατορίας και λίγο πριν τη μέση ηλικία;

Ο Λουκάς λοιπόν. Ο Λουκάς ποτέ δεν τύπωσε οκτώ εκατομμύρια λιθογραφίες από τον πίνακα
του, ποτέ του δεν τις μοίρασε σε όλους τους Έλληνες. Οι οποίοι βεβαίως τίποτα δεν άλλαξαν.
Προτίμησε να φύγει ένα βράδυ, όλως προώρως και αιφνιδίως, για τη δική του
ουρανούπολη, εκεί όπου όλοι οι ωραίοι πίνακες είναι αναρτημένοι απ’ την αρχή του κόσμου.
Εκεί, πιστός και συνεπής, υποδέχτηκε έναν άλλο βιαστικό, τον Γιάννη τον μικρό μας, εκεί
περιμένει και όλους τους υπόλοιπους. Ίσως με κείνη την αδιόρατη έκφραση ευδαιμονίας στο
πρόσωπο κι εκείνη τη λέξη που προξενεί αμηχανία στα χείλη.

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

Η φωτιά με τα θλιμμένα μάτια



Για ακόμη μια φορά, πρέπει να διαλέξω τον αναγνώστη μου. Ακόμη κι αν εκείνος ποτέ του δεν
θα μάθει ότι γράφτηκε αυτό το βιβλίο. Είναι πολύ σημαντικό να ξέρω για ποιον γράφω αφού
δεν αποκλείεται εντελώς να γράφω και για κάποιον άλλο. Εκτός από μένα, εκτός από εκείνον
που μου έδωσε την εντολή να γράψω. Είναι εξίσου σημαντικό με τους ανθρώπους και τις
καταστάσεις που διάλεξα να περιγράψω. Εξίσου σημαντικό με την επιλογή που κάνει ο
αναγνώστης ανάμεσα σε χιλιάδες συγγραφείς.

Καμιά φορά βέβαια ο αναγνώστης και τα πρόσωπα του βιβλίου ταυτίζονται, πίνουν,
ευφραίνονται ή μολύνονται από το ίδιο ποτήρι. Όπως ταυτίζονται τα πρόσωπα μεταξύ τους,
όπως ταυτίζονται τα πρόσωπα με τον συγγραφέα ή ο συγγραφέας με τον αναγνώστη και δεν
μπορείς πια να ξεχωρίσεις με σαφήνεια το περίγραμμα και την ουσία τους. Μ’ αυτόν τον
τρόπο, άλλοτε αναγνώστης, πρόσωπα και συγγραφέας γίνονται ένα και άλλοτε σκορπίζονται
στις τρεις διαστάσεις και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ίσως και σε μια τέταρτη αόρατη
διάσταση, αναζητώντας το κάτι που τους έταξε εδώ. Μέσα στις ελάχιστες σελίδες του ίδιου
βιβλίου.

Ο αναγνώστης μου δεν είναι τυχαίος, μια απρόσωπη μονάδα μέσα στο πλήθος, ένας άντρας ή
μια γυναίκα με αστάθμητα χαρακτηριστικά. Ο αναγνώστης μου με ξέρει πολύ καλά, το
καταλαβαίνει βέβαια κάπως αργότερα, και κατά διαστήματα χαμογελάει ανάλαφρα καθώς
διαβάζει. Σαν να θυμάται κάποιο κοινό μυστικό, κάποιο ξεχασμένο αστείο, σαν να
ανακαλύπτει μια άγνωστη μα τόσο οικεία γη ή να βρίσκει επιτέλους κάποια επιβεβαίωση.

Εγώ όμως θα πρέπει να επισημάνω τον αναγνώστη μου και να τον περιγράψω με ακρίβεια
για να αποφύγω κάθε παρεξήγηση αλλά, κυρίως, για να έχω ένα πολύτιμο σημείο αναφοράς.
Όπως ο ακροβάτης που καρφώνει το βλέμμα του σε κάποιον θεατή πριν επιχειρήσει το
επόμενο άλμα θανάτου. Που στηρίζεται σ’ εκείνον και τον μυστηριώδη δεσμό που τους
ενώνει, περισσότερο απ’ ότι στο θάρρος του, στη μακρόχρονη εξάσκηση και την τεχνική του
επάρκεια.

Ο αναγνώστης μου είναι ένα κορίτσι. Ένα κορίτσι χωρίς ηλικία. Και μόνο αυτή η λέξη, η
έννοια και η μουσική της, φορτίζει τον διάλογο με απεριόριστες δυνατότητες επικοινωνίας.
Και μόνο αυτή η λέξη διοχετεύει ένα ρίγος στο σώμα μου, από τις ρίζες του κρανίου ως τις
άκρες των δαχτύλων μου. Και μόνο αυτή η λέξη κάπως παρηγορεί τον συγγραφέα που έχει
πια αποδεχτεί τη μοναξιά του.

Βρισκόμαστε σε ένα ευρύχωρο δωμάτιο, λιτά επιπλωμένο και λειτουργικό. Ολόκληρο τον
αριστερό τοίχο, σε μήκος περίπου έξι μέτρων, καταλαμβάνει μια βιβλιοθήκη σε ανοιχτό
χρώμα ξύλου, με συρτάρια και ντουλάπια στο κάτω μέρος της. Μερικές πήλινες γλάστρες,
τοποθετημένες ψηλά, απλώνουν κλαδιά και πράσινα φύλλα μπροστά σε αναρίθμητα βιβλία.
Στα ράφια ξεχωρίζουν μικρά προσωπικά αντικείμενα, ένα καράβι, μια κλεψύδρα, ένα κερί,
καθένα με το δικό του ταξίδι και τη δική του ιστορία. Λιγοστό βορινό φως μπαίνει από τα δύο
ημικυκλικά παράθυρα με τα λευκά κεντημένα κουρτινάκια τους.

Ένα χαμηλό παραλληλόγραμμο θερμαντικό σώμα κι ένα ειδικό έπιπλο στο ίδιο χρώμα με τη
βιβλιοθήκη, που στεγάζει τις βουβές συσκευές εικόνας και ήχου, καλύπτουν τον τοίχο απ’ τα
παράθυρα ως την μπαλκονόπορτα. Ακριβώς απέναντι, άνετο το καθιστικό με βαθύ μπλε
κάλυμμα και στο πάτωμα μια σκληρή γκρίζα μοκέτα. Το χαμηλό τραπεζάκι είναι
βαρυφορτωμένο με περιοδικά και εφημερίδες, καφέδες και ποτά, και πλάι ησυχάζει το
τηλέφωνο με κατεβασμένη την ένταση στο μηδέν. Τέλος, σχεδόν κρυμμένη σε μια γωνιά και
μέσα σε λιτή κορνίζα, η μεγάλη φωτογραφία είναι βυθισμένη στον δικό της κόσμο, κάπως
θαμπή πίσω απ’ τα χρόνια και τις πολλές μετακομίσεις. Κανείς δεν με αναγνωρίζει στο
τρυφερό και ανύποπτο παιδικό πρόσωπο.

Το κορίτσι κάθεται σε βαθιά πολυθρόνα με το χέρι της στο πηγούνι. Της μιλάω με χαμηλή
φωνή και ήδη βρισκόμαστε ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου. Ένα κορίτσι μάλλον καστανό
που άλλοτε αστραπιαία μετατρέπεται σε μελαχρινό και άλλοτε ροδίζει προς το καστα-
νόξανθο. Τα μαλλιά της φτάνουν ως τους ώμους της, εκτός από τις στιγμές που αιφνιδιαστικά
γίνονται πολύ κοντά, σχεδόν αθλητικά, και τις άλλες που παίρνουν ένα μέσο μήκος.

Κάτω από το μέτωπο της, κάποτε ολοφάνερο και κάποτε αχνό, ένα εξωτικό πουλί φτεροκοπάει
στα μάτια της. Θα ήταν μάταιο να αποτολμήσω να το περιγράψω. Χιλιάδες αποχρώσεις,
χιλιάδες λάμψεις της ίδιας φωτιάς. Μαζί με μια θλίψη, διαρκή και ανεπαίσθητη. Αυτή η
θλίψη νοτίζει τις λέξεις μου με το άρωμά της, διαπερνά το κείμενο ολόκληρο, είναι ένα
στοιχείο που συχνά ξεχνάω αλλά εκείνο πάντοτε με συντροφεύει.

Τα χέρια της, χωρίς κανένα στολίδι από τα δάχτυλα ως τον ώμο, είναι ακίνητα και όμως
ζωγραφίζουν μαγικές εικόνες στον αέρα, συνοδεύοντας τα λόγια. Τα λόγια που θα
συνεχίσουν να παραμένουν άγνωστα. Χαμογελάει, και το χαμόγελό της αιωρείται, από τις
άκρες των χειλιών στις άκρες των ματιών της, λούζεται εκεί για μια στιγμή, ύστερα αγγίζει
τα μαλλιά της, λες και διαχέεται φωτεινό στο πρόσωπό της.

Είναι ένας καλός ακροατής, προσεκτική και γεμάτη κατανόηση, κι ένας καλός συζητητής,
όταν χρειάζεται. Συμπληρώνει τις ημιτελείς φράσεις, προεκτείνει τα υπόγεια ρεύματα,
ερμηνεύει τα κενά και τη σιωπή, γνωρίζει το ανείπωτο. Δέχεται τις αντιφάσεις και συγχωρεί
τα λάθη. Η γνώση της και η καρδιά της την έχουν γεμίσει προσωρινή αυστηρότητα και μια
τελική απέραντη επιείκεια. Αν τύχει και έχει και μερικές από τις ιδιότητες του συγγραφέα,
από τα προτερήματα και τα ελαττώματά του ίσως, αυτό είναι κάτι αναπόφευκτο, οι
άνθρωποι μοιάζουν με τον καιρό κι εξάλλου πρόκειται γι ένα πλάσμα πολύπλευρο
και πολυδιάστατο. Είναι αυτός ένας από τους λόγους που τη διάλεξα.

Θα πρέπει ακόμη να της δώσω ένα όνομα. Τα ονόματα έχουν την εκπληκτική ιδιότητα να
προσλαμβάνουν τις ιδιότητες του κατόχου τους. Έτσι ένα κοινό και αδιάφορο, ακόμη και
κακόηχο όνομα, γίνεται γοητευτικό, αν γοητευτικός είναι ο κάτοχος του. Και ένα σπάνιο και
συναρπαστικό όνομα ταπεινώνεται από την παρουσία ενός ασήμαντου προσώπου. Καθώς το
κορίτσι είναι υπαρκτό πρόσωπο ή πρόσωπα, αποφάσισα να το αναφέρω με το πραγματικό
του όνομα. Έτσι όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ. Μερικές φορές, αυτά που βλέπω, όχι μόνο με
τα μάτια μου, είναι μηνύματα από την καθημερινή πραγματικότητα ενός άλλου κόσμου.
Εξάλλου, ποτέ μου δεν κατόρθωσα να συμβιβαστώ με το γκρίζο και το ανούσιο κι εκείνο,
όπως είναι φυσικό, επανειλημμένα προσπάθησε να με σκοτώσει. Ή θα την λέω, «εκείνη» και
θα την μετονομάζω ανάλογα με τις περιστάσεις. Γιατί ανάλογα με τις περιστάσεις κι εκείνη
μεταμορφώνεται αιφνιδιαστικά χωρίς ποτέ να χάνει ούτε ένα ψίθυρο από το μυστήριο που
ενεδρεύει στη βαθύτερη υπόστασή της.

Ας προσθέσω ότι η φωνή της είναι απαλή, αρμονική και διακριτικά διεγερτική σε μια
ανεξάντλητη κλίμακα αποχρώσεων. Σαν προκλασική μουσική ή σαν τον πανάρχαιο φλοίσβο
των κυμάτων στις ήμερες ακτές της Ιωνίας. Οι σπάνιες εκρήξεις του θυμού της ξέρω ότι δεν
θα διαρκέσουν, τότε όμως περισσότερο θέλω να την αγγίσω. Εξευμενίζοντας το σώμα της από
τις άκρες των δαχτύλων ως κάθε λόφο και εσοχή. Ίσως γιατί τότε γίνεται ακαταμάχητη, ίσως
γιατί φταίω εγώ, ίσως γιατί έτσι θέλω να υπενθυμίσω αυτό που κυκλοφορεί ανάμεσά μας και
υπερβαίνει άνετα τα λάθη μου.

Η επικοινωνία μας άρχισε πολύ πριν το βιβλίο αυτό. Πολύ πριν από τα προηγούμενα βιβλία
μου. Χωρίς να το έχουμε συνειδητοποιήσει. Μια επικοινωνία διαφορετική, κάτι σαν μυστική
πηγή που ξαφνικά αναβλύζει στη μέση του σκονισμένου δρόμου. Χωρίς να έχει σπάσει ο
υπόγειος σωλήνας του νερού. Θα συνεχιστεί μέχρι το τέλος του βιβλίου. Και ύστερα; Θα
συμπυκνωθεί στο αρχικό της μόριο, θα διαλυθεί στον άνεμο, θα καρπίσει στη γη, θα
με ακολουθήσει ως το τέλος και θα χαθεί μαζί μου για πάντα; Κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν θα
μπορέσει ποτέ να μάθει.

Εκείνη διαισθάνεται ότι ο συγγραφέας θα αποκαλύψει μερικά από τα μυστικά του, ίσως τα
πιο σημαντικά. Τι νόημα θα είχε να μην γράψει πάνω στο χαρτί, πάνω στο νερό; To νερό έχει
τη μοναδική ιδιότητα να κρατάει γραμμένα στη επιφάνειά του τα σπουδαία και τα ζωτικά για
όσο ακριβώς διάστημα είναι σκόπιμο, αναγκαίο και ευεργετικό. Ή δυνατό. Τα υπόλοιπα θα
περιμένουν ίσως το επόμενο βιβλίο, τα υπόλοιπα θα τα πάρει αναπόφευκτα μαζί του γιατί και
μέσα του παραμένουν στον μεγαλύτερο βαθμό ανεξερεύνητα.

Ο συγγραφέας πιστεύει ότι έχει το χρέος και την εντολή να εκφράσει όλα όσα προλαβαίνει,
όλα όσα μπορεί. Χωρίς κανένα δισταγμό και πέρα από κάθε ιδιοτέλεια. Με ποιήματα, με
διηγήματα, με μυθιστορήματα, με παραμύθια, με κάθε μορφή του λόγου. Κι αυτά που
καταθέτει τώρα εδώ δεν είναι παρά θραύσματα ενός συνολικού κειμένου, δεν είναι τίποτα
άλλο παρά η ψυχή του. Μιλάει η ψυχή του και για την ψυχή του. Μιλάει στο αιώνιο
γυναικείο πλάσμα, τη μεθυστική ερωμένη των δευτερολέπτων, την αδελφή και τη σύντροφο,
την οικεία άγνωστη, το σύμβολο μιας ανεξιχνίαστης καταγωγής και ενός εξίσου
ανεξιχνίαστου προορισμού.

Είναι παράξενο αυτό που συμβαίνει στο μεγάλο κλειστό δωμάτιο. Ένα ακόμη από τα πολλά
παράξενα. Το σώμα μου – ή το δικό της; - ρίχνει μια σκιά που αιωρείται μόνιμα πάνω απ’ την
πολυθρόνα και καμιά φορά καθρεφτίζεται στα μάτια της. Αυτή η τρίτη παρουσία θα
μπορούσε και να εκπέμπεται σαν αύρα από την ξεχασμένη παιδική φωτογραφία στο πλαίσιο
της γωνίας. Ο δεύτερος ακροατής ή αναγνώστης μου φαίνεται πως είναι ένας φίλος. Φίλος
παλιός και μελαγχολικός, φίλος περήφανος. Η φωνή του δεν ακούγεται ποτέ κι αυτό το
γεγονός εντείνει την αίσθηση της παρουσίας του. Είναι κάποιος που από καιρό έπαψε να
διαβάζει γιατί η λογοτεχνική γραφή δεν είχε πια τίποτα να του πει. Αυτός είναι ο λόγος που,
ενώ σκόρπιζα δω κι εκεί τα βιβλία μου, σ’ εκείνον δεν τα έστελνα ποτέ. Είναι ένας
συγκλονιστικός συγγραφέας που ολοκλήρωσε το έργο του στην εφηβεία του. Όπως κάποιος
που ξαφνικά φωτίζεται, κάποιος που σώνεται ή χάνεται, επιλέγοντας ένα διαφορετικό δρόμο
προς το τίποτα.

Ορθώνεται εκεί μόνος και ο ατμός της ύπαρξής του διαγράφεται αδρά από τη δική μου φιλία,
τη δική μου βαθύτερη επιθυμία ή ενοχή. Είναι σαν να του λέω, ξέρω ότι όλα αυτά είναι και
δικά σου, πολλά τα είχες ανακαλύψει πρώτος εσύ. Γράμματα από την Αμερική, γράμματα
από τη Γαλλία, την Αγγλία. Οργισμένα και καυστικά, γράμματα απελπισμένα, γράμματα με
ενθουσιασμό και λαχτάρα. Τόλη, ο Τζακ Κέρουακ κα η γενιά των μπητ. Τόλη, τι κάνεις εκεί
κάτω και πως επιβιώνεις; Πρέπει να φύγουμε, πάμε να φύγουμε στη άκρη του κόσμου.
Τόλη, ο Κρισναμούρτι μιλάει για μιαν αλλιώτικη ζωή.

Τώρα που δεν υπάρχει πια ούτε σκέψη, ούτε απειροελάχιστη δυνατότητα απόδρασης ή
επιστροφής, πρέπει να με ακούσει. Μέσα απ’ όλα τα βιβλία μου. Πρέπει να μ’ ακούσει σαν να
μονολογεί εκείνος μέσα από τη δική του νύχτα. Για όλους τους άλλους, τα βιβλία μου μπορεί
να είναι ό,τι επιλέξουν. Θα μου είναι εξίσου αδιάφορο. Αστυνομικά μυθιστορήματα, απλές ή
απίθανες διηγήσεις, μουσική των λέξεων, ακατανόητα σύμβολα αραδιασμένα στο χαρτί,
κηλίδες αίμα, δαιδαλώδεις μύθοι, παραλήρημα, ακόμη και καταγγελία χωρίς νόημα και δίχως
παραλήπτη. Για εκείνον όμως θα είναι κάτι άλλο. Το μόνο που έχει σημασία. Κάτι όπως τα
δεκαοχτώ μας χρόνια. Κάτι όπως ένα άρωμα που χάθηκε και που δεν χάνεται ποτέ. Από
κοντά κι από τις εσχατιές του κόσμου. Κάτι όπως η φιλία μας. Εκείνος βέβαια πειθαρχεί με
ένα αδιόρατο χαμόγελο καλοσύνης. Δέχεται ευγενικός και αλύγιστος. Και κάπως
κουρασμένος. Με τη βεβαιότητα ότι το τέλος δεν θα έχει καμία διαφορά ουσιαστική παρά
μόνον την τόσο πολύτιμη επίφαση μιας ελευθερίας στα δικά μας μέτρα.

Είναι λοιπόν οι τρεις τους. Ο συγγραφέας, εκείνη και η σκιά τους, ακριβώς όπως πριν από
πολλά χρόνια. Ή εκείνος και δυο ίσκιοι από τη δική του τη ζωή. Μιλάνε για όλα τα βιβλία
του, για όλα τα βιβλία που γράφηκαν ποτέ στον κόσμο. Για συνηθισμένες ιστορίες και για
σπάνιες ιστορίες, για συνηθισμένες ιστορίες που είναι σπάνιες. Εξιστορούν και ακούνε τα
θραύσματα της ζωής, τα αίτια και την έκρηξη, την αγάπη και τον θάνατο, τη διαδρομή, τον
κύκλο της σύγκρουσης και την κυοφορία μιας προσωρινής ειρήνης. Την αρχή και τέλος, το
τέλος και την αρχή. Εξιστορούν κι ακούνε κι αναρωτιούνται ακόμη. Τώρα που δεν υπάρχει
δρόμος, που είναι ο δρόμος; Και ποιος είναι ο δρόμος για την ουρανούπολη;

Αυτοί οι τρεις, ο ένας, οι χιλιάδες, είναι οι διαστάσεις ενός δευτερολέπτου, οι εικόνες μιας
ταινίας που γυρίστηκε πριν την ανακάλυψη του κινηματογράφου και η που η προβολή της
θα διακοπεί με το απότομο κατέβασμα του γενικού διακόπτη. Χωρίς να υπάρχουν πια θεατές
για να διαμαρτυρηθούν, ταμίας για να σφραγίσει ή να εξαργυρώσει τα εισιτήρια, αίθουσα,
δρόμος ή πόλη.

Ο συγγραφέας κρατάει το χέρι του κοριτσιού και του προσφέρει τον ώμο του για το ταξίδι.
Μια κίνηση του κατά βάθους αδύναμου προς τον δυνατό, του ευάλωτου που θέλει να τονίσει
την αξιοπρέπειά του, ιδίως τη στιγμή αυτή. Η σκιά τους κοιτάζει. Με κατανόηση; Με
συμπάθεια; Με ένα βαθιά κρυμμένο, απροσδιόριστο και άκακο ίχνος ζήλιας ή νοσταλγίας; Το
περίγραμμά της αχνογλυκαίνει κάποια τρυφερότητα.