Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2010

Η εργασία απελευθερώνει (β' μέρος από δύο)

Αλλά τώρα έπρεπε να αφήσω την τράπεζα και να συμβάλω στην καλύτερη λειτουργία της βιομηχανίας, σχεδιάζοντας ένα ορθολογικό οργανόγραμμα για τη συγκεκριμένη εταιρία. Διεύθυνση πωλήσεων, διεύθυνση παραγωγής, οικονομική διεύθυνση, διεύθυνση προσωπικού, τμήμα προμηθειών. Τα παραλληλόγραμμα συνδέονται με οριζόντιες και κάθετες γραμμές και απεικονίζουν τις διάφορες θέσεις με τον τίτλο τους, την ιεραρχική τους ένταξη και τη συγκριτική τους σπουδαιότητα. Συνοδεύονται από περιγραφές εργασίας, που προδιαγράφουν τα κυριότερα καθήκοντα κάθε θέσης, κι από διαδικασίες ή κανονισμούς, που με τα έντυπά τους καθορίζουν τον ακριβή τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνεται κάθε σημαντική εργασία.

Να πώς παρασύρεται κανείς και χρησιμοποιεί την ξύλινη επαγγελματική διάλεκτο. Να πώς σταδιακά εντάσσεται και αφομοιώνεται και κάποτε αναπόφευκτα εκβράζεται στα τηλεοπτικά παράθυρα. Ήταν σαφές ότι τραβούσα σαν μαγνήτης το κακό και από το τίποτα της Σκύλλας είχα πέσει στις πομφόλυγες της Χάρυβδης. Και ήταν βέβαιο ότι κάποιο τρίτο αποτρόπαιο τέρας θα με περίμενε στην επόμενη γωνία.

Δεν έμενε παρά να ταιριάσουν οι άνθρωποι στις προδιαγραφές και να εφαρμόσουν τα στελέχη τις επιταγές. Έτσι, σαν καλολαδωμένη μηχανή, η εταιρία θα πήγαινε μπροστά, θα αύξανε τον κύκλο εργασιών της, θα εξασφάλιζε περισσότερα κέρδη, κι αργότερα ακόμη περισσότερα. Για το καλό και των εργαζομένων, εννοείται. Τα κέρδη είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας. Παρέχουν τη δυνατότητα να γίνουν επενδύσεις, να δημιουργηθούν καινούριες θέσεις εργασίας, να αυξηθούν οι αμοιβές. Κατά συνέπεια και όπως μας διδάσκουν τα γυαλιστερά περιοδικά, επιτρέπεται να γκρινιάζουμε λιγάκι αλλά πρέπει όλοι να θαυμάζουμε τον βιομήχανο. Να ζηλεύουμε το αρχοντικό του και να μιμούμαστε τη μεγαλοαστική του επίπλωση. Και να λατρεύουμε τον σκύλο του.

Όπως λέγαμε με τον Πολύβιο, όταν συναντηθήκαμε και πάλι στην Αθήνα, να σταματήσεις ξαφνικά έναν από τους γραβατο-κοστουμαρισμένους στην Πανεπιστημίου, και να τον ρωτήσεις, συγνώμη, κύριε, γιατί τρέχετε; Γιατί τα σφιγμένα χείλη, αυτή η ένταση και η αγωνία στο πρόσωπό σας; Μήπως συμβαίνει κάτι τραγικό στο σπίτι σας; (Πέντε δευτερόλεπτα σιγής καθώς θα απολαμβάναμε το βλέμμα του). Αν όμως είναι το δίφραγκο που οσφραίνεστε σαν κυνηγόσκυλο, έχετε δίκαιο, εκεί στο βάθος βρίσκεται, συνεχίστε ταχύτατα με κωλοτούμπες.

Δύσκολο το αυτονόητο κι εκείνος θα είχε βέβαια έτοιμες όλες τις δικαιολογίες του κόσμου. Άλλωστε οι απώλειες σπάνια επισημαίνονται στην αρχή. Οι αόρατες θανάσιμες ζημίες εμφανίζονται χρόνια μετά, με τη νομοτέλεια ενός φυσικού γεγονότος. Αυτόν τον ισολογισμό με συμπαθητική μελάνη, λίγοι είναι σε θέση να τον διαβάσουν, ακόμη λιγότεροι να τον ερμηνεύσουν, και ελάχιστοι να κάνουν κάτι για να τον αλλάξουν.

Σε μια εποχή μεγάλης ανεργίας λοιπόν, εγώ ήμουν ο προνομιούχος. Είχα δουλειά που ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, με τα μέτρα των άλλων, και πολύ καλά αμειβόμενη, με τα δικά μου. Όμως, εγώ τι ήθελα; Ωραία ερώτηση και χρήσιμη όσο το θρυλικό παντεσπάνι της Μαρίας Αντουανέτας. Χρειάζεται βαθύτατη ενδοσκόπηση για να ανακαλύψει κανείς τι θέλει πραγματικά. Χρειάζεται εξέταση που δεν προβλέπεται από καμιά ιατρική υπηρεσία. Ή δεν χρειάζεται απολύτως τίποτα παρά να πετάξει κανείς τις παρωπίδες, να πει κρατείστε τα παραισθησιογόνα και τα σκουπίδια σας, και να βγει από την αυταπάτη της ασφάλειας στον καθαρό αέρα. Είπα καθαρό; Έστω.

Τι ήθελα εγώ; Θα μπορούσα να ήθελα να ανοίγω χαντάκια. Μακρόστενα, λειτουργικά, ποιητικά χαντάκια, και να τοποθετώ ηλεκτρικά καλώδια ή σωλήνες υπονόμων. Να δουλεύω στον τόρνο, στη φρέζα ή την πρέσα. Να πουλάω σάμαλι στους πιτσιρικάδες, αράπικα φιστίκια ή λαϊκά λαχεία. Λέω, θα μπορούσα, όσο απίθανο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως.

Θα μπορούσα να ήθελα να γίνω θερμόμετρο που καταγράφει τη ζεστασιά του κόλπου των κοριτσιών. Την απαλότητα που έχουν τα βελούδινα μαξιλαράκια του. Την ηδύτητα και τη γονιμότητα των υγρών του. Θα μπορούσα να ήθελα να γίνω βυθόμετρο που εξακριβώνει το βάθος των ωκεανών. Ή της ανθρώπινης ψυχής.

Τι επαγγέλεσθε; θα με ρωτούσαν, ιατρός, δικηγόρος, μηχανικός ή οικονομολόγος; Έμπορος ή βιομήχανος; Μήπως φαρμακοποιός, δημόσιος υπάλληλος; Ξέρετε, θα τους απαντούσα με κάθε σοβαρότητα, είμαι ένα αστέρι που φωτίζει τον δρόμο σας. Τρέφομαι με τη λάμψη στο βλέμμα των παιδιών, φορτίζομαι όπως ο χαλαζίας από το φως που εκπέμπουν. Ξέρετε, είμαι ένας εφευρέτης, ανακαλύπτω κάθε στιγμή πώς θα ‘πρεπε να είναι η ζωή, είμαι ένας νοσοκόμος που μεταγγίζει την ουτοπία στις φλέβες σας και σηκώνεστε άλλος άνθρωπος απ’ το κρεβάτι απ’ το γραφείο, από την καθημερινή ηλεκτρική καρέκλα.

Καθόμουν και κοιτούσα λοιπόν απέναντι το αστραφτερό και επιβλητικό οικοδόμημα της τράπεζας, της ίδιας τράπεζας σε άλλο κτίριο, είκοσι χρόνια αργότερα. Την πρόσοψη του ιδρύματος που είχε την εκπληκτική ιδιότητα να σβήνει τα αστέρια του σχολείου και να γιγαντώνει τα αναρριχητικά φυτά. Κοιτούσα και μετρούσα όσα λεβεντόπαιδα θυμόμουν. Τον Θόδωρο που έγινε δικηγόρος, τον Μίμη, το βαρύ κι αμίλητο, που έχασα το ίχνη του, τον Δημήτρη τον ψηλό που αναδείχτηκε ως διακοσμητής, τον Στέφανο που, μετά δαιδαλώδη πορεία, κατέληξε διευθυντής σε άλλη τράπεζα, τον Τάκη που διέπρεψε ως δημοσιογράφος. Τα παιδιά των πιστώσεων εξωτερικού, τον Κώστα, τον Γιώργο, αρχηγό της πρωταθλήτριας ομάδας μπάσκετ του Π.Α.Ο.Κ., και τον Ντίνο που συνέχισαν, τον Τζανέτο με την εκπληκτική ικανότητα στη γραφομηχανή, τον Θωμάκο τον παλαιστή, την Έλλη των καταθέσεων, την Κάρμεν κι όλα τα συμπαθητικά κορίτσια, τόσους και τόσους άλλους. Όπως τα ξαδέρφια απ’ την Αμύντα, τον Γιώργο και τον Αλέκο που τα βρόντηξαν. Έλεγε ο Αλέκος, καλύτερα χαμάλης στο λιμάνι παρά στην τράπεζα με τη γραβάτα.

Όλοι αυτοί πουλούσαν τη ζωή τους. Κι όλους αυτούς η ανάγκη τους σφράγισε το στόμα. Γιατί τα οικονομικά της οικογένειας ήταν περιορισμένα και δεν υπήρχαν άλλες ευκαιρίες εργασίας. Προσπαθούσαν να μην δίνουν αφορμή έως ότου τελειώσουν τις σπουδές τους κι ακολουθήσουν ένα καλύτερο επάγγελμα. Ή είχαν συμβιβαστεί με τη μοίρα τους, με τον μικρό και σίγουρο μισθό και την καλή σύνταξη σε τριάντα χρόνια. Κι αλώνιζαν οι λίγοι αδίστακτοι. Υπό την σκέπη της γενικής διευθύνσεως και με την επίβλεψη του τοπικού δυνάστη.

Υπήρχαν όμως και υψηλά ιστάμενοι που ήταν έντιμοι και ειλικρινείς σαν έφηβοι. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα να ήταν ο πόντιος υποδιευθυντής με το γυάλινο μάτι. Που όταν κραύγαζε ο διευθυντής να παραιτηθώ γιατί είχα τολμήσει να τα πω στα ίσια στον προϊστάμενό μου, με κάλεσε στο γραφείο του και μου συνέστησε πατρικά να μην του κάνω το χατίρι.

Η ζωή είναι μυστήρια και κάποτε πληρώνει με το ίδιο νόμισμα. Και στο ίδιο μεγαλοπρεπές γραφείο του διευθυντή που είχε απέξω κόκκινο και πράσινο φωτάκι για να γνωρίζουν οι πεζοί αν επιτρέπεται η διάβαση. Ιδίως όταν δεχόταν μέσα κάποια γυναίκα. Μια μέρα μπήκε με νταηλίκι κάποιος άγνωστος από την απαγορευμένη είσοδο. Κι όταν εκείνος πετάχτηκε έξαλλος και φώναξε, ποιος είστε εσείς και πώς μπαίνετε έτσι μέσα, ο άλλος του απάντησε παγερά, εγώ είμαι εκείνος που θα καθίσει στη θέση σου, σήκω και φύγε, τώρα.

Με τον νέο διευθυντή και με τα χρόνια, αργά και κοπιαστικά, άλλαξαν βέβαια και οι συνθήκες. Οι μέθοδοι εκσυγχρονίστηκαν (λέξη κομψή), τα πράγματα φαίνονταν πολύ καλύτερα. Κι ας μου έμεινε η εντύπωση ότι, αν είχα σημαδέψει ένα φάκελο, θα τον έβρισκα ολόιδιο ανάμεσα στους υπολογιστές δεκαετίες αργότερα. Κι ας είχε φτάσει ο αρχιχαφιές της εποχής μας στην κορυφή σε μια άλλη τράπεζα. Εδώ γίνονται πρωθυπουργοί και πρόεδροι από τις μυστικές υπηρεσίες, τα καρφιά της τράπεζας θα αποτελούσαν εξαίρεση;

Όταν λοιπόν περίμενα με άπειρη υπομονή τη σειρά μου στο γκισέ, μελετούσα τα παιδιά των καταθέσεων με το έμπειρο και ψυχρό μάτι του βετεράνου. Και τη ζεστή καρδιά του που είναι κρυμμένη. Μελετούσα το νεανικό τους πρόσωπο, τα γένια τους, την άνεση με την οποία κάπνιζαν κι έπιναν τον καφέ τους, αστειεύονταν και γελούσαν, τη σιγουριά που τους έδινε ένα μέλλον εξασφαλισμένο. Μελετούσα την εικόνα που ζωγράφιζε η πλήρης άγνοια ενός θανάσιμου κινδύνου.

Όμως τι να τους πω και τι να καταλάβουν; Ένα μεσημέρι που ήμουν τελευταίος στην ουρά και είχαν ήδη κλείσει τις πόρτες για το κοινό, δεν τους είπα τίποτα από τα αμέτρητα για τον διευθυντή και τις επιδόσεις του. Δεν τους είπα για τις γεμάτες τσάντες που κουβαλούσαν οι
ευπειθέστατοι στο σπίτι τους για να δουλεύουν ως το βράδυ. Τους διηγήθηκα μόνον μια χαριτωμένη ιστορία για τις απλήρωτες υπερωρίες, το απόγευμα στον δεύτερο και τον τρίτο όροφο του κτιρίου. Το περιστατικό με το ανώνυμο τηλεφώνημα και την έφοδο που έκανε η αστυνομία μαζί με την επιθεώρηση εργασίας.

Κανείς δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει την τράπεζα ότι δεν ήταν καλά οργανωμένη. Οι κλητήρες, απ’ τη μοναδική ανοιχτή δίοδο του υπογείου, ειδοποίησαν εγκαίρως τους θύτες και τα θύματα επάνω. Άρπαξαν λοιπόν τα χαρτιά τους και στριμώχτηκαν όλοι πανικόβλητοι στα τούρκικα αποχωρητήρια. Κλείδωσαν και τις πόρτες και ισορρόπησαν πάνω από την τρύπα. Οι νεαροί υπάλληλοι μαζί με τους αυστηρούς μεσήλικες προϊσταμένους, που άντεχαν τη μυρωδιά αλλά δεν άντεχαν τα βλέμματα. Έτσι, περιεργάζονταν για αρκετή ώρα τη γραβάτα τους.

Τα παιδάκια με κοίταξαν σαν απολίθωμα από την εποχή των παγετώνων, γούρλωσαν τα μάτια και κούνησαν το κεφάλι με τα ευγενικά δύσπιστα επιφωνήματα του τουρίστα μπροστά στους λιμοκτονούντες ιθαγενείς. Για δες, τς-τς, πω-πω, και, όχι δα. Με πλήρη αδυναμία να αντιληφθούν όχι μόνον τη δική μας κατάσταση τότε αλλά και τη δική τους στον παρόντα χρόνο.

Βγαίνοντας διακριτικά από την πλαϊνή πόρτα, αναλογίστηκα γι’ ακόμη μια φορά πόσο άχρηστη ήταν η προσωπική μου γνώση και η μνήμη μου για κείνους που ακολουθούσαν. Ο περίφημος μέσος άνθρωπος απεχθάνεται κάθε τι που είναι έξω από το συμβατικό παιχνίδι. Ακόμη κι όταν αυτό στοιχίζει τη ζωή του.

Αποδέχεται (και δικαιολογεί) σαν κάτι φυσιολογικό την μισθωτή ή άλλη εργασία για καθαρά βιοποριστικούς σκοπούς. Αποδέχεται (και επιβάλλει) σαν κάτι φυσιολογικό τις υποκριτικές σχέσεις σε κάθε επίπεδο. Αποδέχεται (και φθονεί) σαν κάτι φυσιολογικό την κάθε είδους καταναλωτική συμπεριφορά. Αποδιώχνει τη σκέψη ότι κάτι μπορεί να αλλάξει. Πραγματικά. Και αυθόρμητα μισεί όποιον πάει να του χαλάσει την τούρτα. Αυτός του φαίνεται σαν τον τρελό που βγαίνει γυμνός στους δρόμους, που κατουράει μέσα στα ασημικά του.

Τι να τους πω και τι να καταλάβουν; Από πού ν’ αρχίσω και σε ποιούς να απευθυνθώ; Στους εικοσάρηδες στην τράπεζα ή στους εφήβους στα λύκεια και τα γυμνάσια; Ή μήπως στα μικρά του δημοτικού και στους αγέννητους; Προσέχετε παιδιά γιατί σας την έχουν στημένη. Με τις θηλυκές και τις αρσενικές πόρνες, με την τηλεόραση, τα αυτοκίνητα, τα γήπεδα, με χίλια δυο ναρκωτικά.

Τι να τους πω και τι να καταλάβουν; Προσέχετε, παιδιά, η ιστορία επαναλαμβάνεται σε χειρότερη εκδοχή. Άοπλος εγώ από μιαν άλλη εποχή, από μια ξένη χώρα, μπορεί να φαίνομαι και γραφικός. Και πόσο με βοήθησε εμένα τον ίδιο αυτή η γνώση; Ίσως να ήταν καλύτερα αν
δεν ήξερα, αν ποτέ μου δεν είχα μάθει. Πως στα συρτάρια της τράπεζας και τις αρχειοθήκες, σ’ ολόκληρο το κύκλωμα των ηλεκτρονικών υπολογιστών, στα ίδια τα θεμέλια της, φωλιάζει ένας θανάσιμος ιός. Ένας ιός που παρασκευάστηκε σε μυστικά εργαστήρια κοινωνικού ελέγχου, πιο επικίνδυνος από την πανούκλα του μεσαίωνα κι από το σύνδρομο της επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας, πιο επικίνδυνος από τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Ένας ιός που προορίζεται αποκλειστικά για τους νέους.

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Η εργασία απελευθερώνει (α΄μέρος από δύο)



Ανασηκώθηκα με μια στυφή γεύση στα χείλη και στήριξα το κεφάλι μου στο δεξί χέρι.
Μπροστά μου ο γυμνός τοίχος, δίπλα μου η ντουλάπα κι από την άλλη το φρέσκο αποτύπωμα
από το σώμα της Σοφίας. Οι κουβέρτες ένα κουβάρι στα πόδια μου από τα στριφογυρίσματα
της νύχτας. Έπρεπε να ξυπνήσω. Σε ένα άδειο σπίτι, με το μυαλό ακόμη φορτωμένο όνειρα,
ανάκατα με τις σκέψεις για τις πρακτικές ασχολίες της μέρας που είχε ήδη αρχίσει.

Κατέβηκα με τη μέση αγκυλωμένη κι έσυρα τα πέλματά μου στο μπάνιο. Χτύπησα απρόσεκτα
το μεγάλο δάχτυλο στη άκρη της πόρτας και χοροπήδησα ολολύζοντας. Έμεινα για λίγο
ακίνητος, απολαμβάνοντας το μούδιασμα του πόνου που αργόσβηνε. Δεν τολμούσα να
αντικρίσω αυτόν τον επισκέπτη από την ξένη χώρα. Με κλειστά τα μάτια, έπλυνα τα δόντια
μου κι έβρεξα τα μαλλιά μου.

Μπροστά στην ανάγκη να ξυριστώ, υποχώρησα και κοίταξα στον καθρέφτη. Ένα ατίθασο
όνειρο είχε σκαλώσει στο αριστερό μου φρύδι. Ένα άλλο ήταν σκαρφαλωμένο στη μύτη μου κι
έκανε περιπαικτικές γκριμάτσες. Ένας μικρός εφιάλτης κρυβόταν πίσω απ’ το αφτί μου και
κάποιοι φόβοι χόρευαν μέσα στα γένια μου. Πώς θα ‘βγαινα έτσι έξω;

Έδιωξα με μια κίνηση τον εφιάλτη, έριξα μπόλικο νερό στα μάγουλά μου, άπλωσα αφρό στους
φόβους μου και με το ξυραφάκι τους παρέσυρα μαζί με τις τρίχες. Στον λαιμό και το πηγούνι
μου εμφανίστηκαν μικρές στάλες αίμα. Πλύθηκα και σκουπίστηκα με τη χνουδωτή πετσέτα.
Κατάπια δύο αναφρανίλ και ένα στελαζίν. Το ταβόρ θα έμενε για αργότερα. Ήμουν ασφαλής;

Προχώρησα προς τη κουζίνα, προστατεύοντας τα δάχτυλά μου, κι έψαξα τα σύνεργα του
καφέ. Του πρώτου από τους αναρίθμητους της ημέρας. Φόρεσα το πουκάμισο, το παντελόνι
σφιχτά στη μέση, τα παπούτσια. Άκουσα το γουργουρητό του νερού που έβραζε και πρόλαβα
τον φουσκωμένο καφέ λίγο πριν χυθεί.

Ισορροπώντας το φλιτζάνι ανάμεσα σε νύστα και καθήκοντα, μπήκα στο σαλόνι και κάθισα
βαριά στο ντιβάνι, απλώνοντας τα πόδια στο τραπεζάκι. Η κουρτίνα ήταν τραβηγμένη αλλά
το φως ελάχιστο. Από κάτω ανέβαιναν φωνές παιδιών, ήχοι από πόρτες που έκλειναν, τα
συνθηματικά κορναρίσματα των σχολικών λεωφορείων. Μάζεψα τα μολύβια, τα χαρτιά και
τα λεξικά μου, και τα έβαλα σε μια σακούλα. Κάθε μου κίνηση εναλλασσόταν με μια γουλιά
καφέ ή με ένα ρούφηγμα απ’ το τσιγάρο. Το νευρικό μου σύστημα ήταν μόνο με μια ατέλειωτη
μέρα μπροστά του, μια μέρα αδυσώπητα ίδια.

Βγήκα στον δρόμο με ηρωική κίνηση και το περιβάλλον ακαριαία με απορρόφησε. Έριξα μια
κυκλική ματιά και άρχισε να οδεύω προς το τέρμα με μυς τεντωμένους ασυναίσθητα.
Αυτοκίνητα άχνιζαν και μούγκριζαν διακεκομμένα σε μια πρωινή προθέρμανση για να
κατακτήσουν τον μόνιμο ρυθμικό τους βόμβο και να προχωρήσουν στην εκκίνηση. Πλαστικές
σακούλες με τις ονομασίες των γειτονικών καταστημάτων ξεπρόβαλλαν από το στόμιο του
μεταλλικού κάδου που έμοιαζε με παραφουσκωμένο βάτραχο, απορρίμματα ήταν
σκορπισμένα τριγύρω απ’ τη νυχτερινή επιδρομή των αδέσποτων σκύλων της περιοχής.

Νωθρές και τροφαντές νοικοκυρές με κοίταζαν αδιάφορα μέσα από μισόκλειστα βλέφαρα.
Τυλιγμένες σε ροζ ή θαλασσί ρόμπες, σ’ ένα υπόλειμμα ζεστασιάς και ηδονής απ’ το κρεβάτι.
Κι ύστερα, ξαναχώνονταν στη θαλπωρή του καλοριφέρ, αφήνοντας τις κουβέρτες να
ανεμίζουν στα μπαλκόνια, σημαίες από το βασίλειο του ύπνου.

Βάδιζα κλωτσώντας χαρτόκουτα και μικρές πέτρες κι αποφεύγοντας επιδέξια τις μεγάλες. Αν
και ήμουν ξεκούραστος, τα πόδια μου υπάκουαν διστακτικά, λες και είχαν βαρεθεί να
σηκώνουν το υπερβάλλον βάρος. Τα σπίτια ήταν κοιμισμένα, ο ουρανός ήταν κοιμισμένος, οι
λιγοστοί διαβάτες ήταν κοιμισμένοι. Ήταν κοιμισμένα και τα τζάμια και οι επιγραφές των
συνοικιακών εμπόρων, τα λιγοστά φυτά που αναριγούσαν απ’ την ψύχρα.

Έφτασα στην αφετηρία μετά ένα μαραθώνιο τριακοσίων μέτρων. Αναμέτρησα το σκυθρωπό
πολυβολείο του σταθμάρχη, τους οδηγούς που χτυπούσαν τα πόδια κάτω κι έτριβαν τα χέρια
τους για να κυκλοφορήσει το αίμα, το ακίνητο όχημα με τους αραιούς συννεφιασμένους
επιβάτες. Μπήκα με γερό πάτημα και έλξη, ανακάλυψα μια μοναχική θέση και θρονιάστηκα.
Καθάρισα το αχνισμένο τζάμι με την παλάμη του δεξιού χεριού, κρέμασα το κεφάλι και περίμενα.

Ο δείκτης των λεπτών έπρεπε να φτάσει στο ακριβές σημείο, το πρόγραμμα των δρομολογίων
έπρεπε απαρέγκλιτα να τηρηθεί. Δεκάδες ιδιωτικά αυτοκίνητα, καθένα με τον οδηγό
μοναδικό επιβάτη, περνούσαν μπροστά από τη μούρη του λεωφορείου και κατευθύνονταν
προς το κέντρο της πόλης. Πέρασε κι ένας ταξιτζής και πήρε ευτυχισμένος τέσσερα
διαφορετικά άτομα με τον ίδιο προορισμό. Τέλος, ο οδηγός σκαρφάλωσε από μπροστά, ο
εισπράκτορας έκλεισε τις πόρτες και έδωσε το σύνθημα, πιέζοντας το κατάλληλο κουμπί.

Ξεκίνημα και τράνταγμα, τράνταγμα και στάση. Το λεωφορείο επιδείκνυε κάποια ζωντάνια,
έστω μηχανική. Με περίμενε όπως πάντα το γραφείο, οι φάκελοι και τα χαρτιά κι έπρεπε να
προσαρμοστώ στην προοπτική αυτή. Στο μεσαίο δάχτυλο μου, το μολύβι είχε σχηματίσει ένα
μεγάλο κάλο βαθυκόκκινο. Το λεωφορείο προχωρούσε, γέμιζε ολοένα μέχρι την υπερπλήρωση
και την ασφυξία, για να αδειάσει αργότερα με λιγοστά τινάγματα.

Οι νυσταλέοι και ράθυμοι επιβάτες σύντομα μεταμορφώθηκαν σε ενεργητικούς ανθρώπους.
Εγώ παρέμεινα για λίγες στάσεις ακόμη κι έβλεπα τα περίπτερα με τους υστερικούς τίτλους
των εφημερίδων, τους υπαλλήλους να σκουπίζουν τις εισόδους των καταστημάτων και να
βρέχουν τα πλακάκια, χέρια να τακτοποιούν το εμπόρευμα στις προθήκες, καφετζήδες να
ελίσσονται ακροβατικά με τον δίσκο φορτωμένο καφέδες και ροφήματα.

Κατέβηκα στη Βενιζέλου και προχώρησα. Το περιβάλλον ήταν τόσο ενδιαφέρον που
βυθίστηκα στον εαυτό μου κι άρχισα να μετράω τα βήματά μου. Από κει ως το γραφείο ήταν,
ας πούμε, διακόσια τριάντα εφτά βήματα. Βήματα κανονικά και χωρίς ζαβολιές. Με
επιτρεπόμενη θετική ή αρνητική απόκλιση τα είκοσι. Αν είχα προβλέψει σωστά, οι πόνοι στο
στήθος δεν θα προέρχονταν από καρδιά ούτε από καρκίνο. Θα οφείλονταν απλώς και μόνον
στους παλιούς μου γνώριμους, το άγχος και την κατάθλιψη.

Πέρασα το επιβλητικό λευκό μαυσωλείο της τράπεζας κι έφτασα στο απέναντι κτήριο
γραφείων. Στο κατάστημα χονδρικής και λιανικής ξεχείλιζαν κουβάδες και γλάστρες,
πλέγματα, βαρέλια, κιβώτια, ποτιστήρια, καπάκια και τασάκια, πλαστικά αντικείμενα για
οικιακή χρήση σε κάθε σχήμα και χρώμα. Καθέτως και οριζοντίως, ακόμη και διαγωνίως,
στην άσφαλτο και πάνω στο πεζοδρόμιο, είχε σχηματιστεί το άλυτο σταυρόλεξο των
σταθμευμένων αυτοκινήτων. Αντί για μαύρα κουτάκια, στα μικρά ανοίγματα είχαν αφεθεί
ποδήλατα, μοτοσικλέτες και μοτοσακό για να αποκλείσουν εντελώς την πρόσβαση.

Γλίστρησα ανάμεσα στα οχήματα, απέφυγα επιδέξια έναν προφυλακτήρα και έναν πλαϊνό
καθρέφτη, έγδαρα ελαφρά τη γάμπα μου σ’ ένα γυαλιστερό εξάρτημα δικύκλου, πήδηξα πάνω
απ’ τον σκουπιδοτενεκέ της εισόδου και μπήκα. Όσο θριαμβευτικά μπορεί να μπαίνει ένας
αγουροξυπνημένος. Μάζεψα την αλληλογραφία απ’ το κουβούκλιο του θυρωρού, κούνησα
αφηρημένα το κεφάλι στους συνεπιβάτες του ασανσέρ, μην επιτρέποντας να βγει απ’ το
λαρύγγι μου ολόκληρη η πρωινή λέξη, εισέπνευσα με κρυφή ηδονή το αιφνίδιο άρωμα του
κοριτσιού με το κίτρινο φόρεμα, μέτρησα έναν-έναν τους ορόφους. Βγήκα και άναψα το φως
του διαδρόμου, πέτυχα με την τρίτη το σωστό κλειδί και άνοιξα την εξώπορτα, σήκωσα την
οικονομική εφημερίδα από κάτω, μπήκα στην κουζίνα και έβαλα επιτέλους το μπρίκι στο διαβολάκι.


Το μέγα πρόβλημα ήταν τι να κάνω τα λίγα λεπτά που χρειαζόταν για να γίνει ο καφές. Αν
βαριόμουν να περιμένω με τα μάτια μισόκλειστα και το κεφάλι κρεμασμένο πάνω απ’ το
μπρίκι, αν εκμεταλλευόμουν την ευκαιρία για ένα γρήγορο κατούρημα, αν απαντούσα σε
κάποιον που είχε την ατυχή έμπνευση να τηλεφωνήσει πριν αράξω στο γραφείο μου, αν
έριχνα μια ματιά στα χαρτιά μου ή άρχιζα να διαβάζω κάποια επαγγελματική επιστολή,
κινδύνευα ν’ ακούσω ξαφνικά το μακρόσυρτο τσίριγμα του καυτού υγρού καθώς ξεχείλιζε.
Και τότε θα έπρεπε να σκουπίσω μπρίκι και τραπεζάκι με υγρό πανί, να πλύνω, να στύψω
και να κρεμάσω το πανί για να στεγνώσει και, το χειρότερο, θα έπρεπε να περιμένω τον καφέ
και πάλι απ’ την αρχή.

Ο ουρανός ήταν φορτωμένος και αναγκάστηκα να ανάψω το φως στις εννιά η ώρα. Το φως
ήταν ένας διακριτικός φίλος στο γραφείο, μετάγγιζε μια ανακουφιστική ζεστασιά στις φλέβες,
μ’ έκανε να μην νιώθω τόσο μόνος. Κι εγώ χρειαζόμουν έναν φίλο. Έναν φίλο ιπποτικό,
γενναιόδωρο κι ανιδιοτελή, όπως ακριβώς τον περιέγραφαν τα ρομαντικά μυθιστορήματα του
προηγούμενου αιώνα.

Άπλωσα πάλι τα χαρτιά μπροστά μου. Συστήματα και διαδικασίες, προγράμματα, ετήσιοι
προϋπολογισμοί και μηνιαίοι απολογισμοί, διάφορες καταστάσεις, έντυπα, έντυπα, έντυπα. Η
λειτουργία μιας σύγχρονης επιχείρησης από κάθε άποψη και με κάθε λεπτομέρεια. Δίπλα μο
υ είχα τον χάρακα, μερικές δεκάδες μολύβια καλοξυμένα και μαρκαδόρους κάθε χρώματος,
πάχους και ποιότητας, μπροστά ανοιχτό το απαραίτητο ημερολόγιο με τις σημειώσεις και τα
τηλέφωνα.

Μετά τον τούρκικο καφέ, ήταν η σειρά του στιγμιαίου. Γέμισα ένα φλιτζάνι σκέτο νεροζούμι
χωρίς γάλα ή ζάχαρη. Απέναντι μου χαμογελούσε ένα αγιορίτικο μοναστήρι, γαντζωμένο στα
κοφτερά βράχια κατακόρυφα πάνω απ’ τη θάλασσα. Κι ένα αγόρι με ξανθιές μπούκλες που
είχε ακουμπήσει το μάγουλο σε παχουλά χεράκια κι είχε ολόκληρο παραδοθεί στον ύπνο.
Κοίταξα την έγχρωμη φωτογραφία κι ύστερα τις γκρίζες αρχειοθήκες, τις βιβλιοθήκες και τα
ράφια. Γύρισα το κεφάλι, κι αυτή τη φορά είπα χωρίς περικοπές την καλημέρα μου στη
Σουζάνα που έμπαινε εκείνη τη στιγμή.

Η γραμματέας του γραφείου μας ήταν γλυκιά, κομψή και μικροκαμωμένη, περικυκλωμένη
από φυτά. Κάθε λογής φυτά με παράξενα ονόματα. Από πόθους και φύκους ως κάκτους,
σπαράγγια, φυλλόδεντρα, τιφενμπάχιες και αλεξανδρινά. Μετά οκτώ χρόνια στην εταιρία
ήταν ένας βετεράνος είκοσι έξι ετών. Ειδικότητά της τα ψιθυριστά τηλεφωνήματα διαρκείας
στις φίλες της για την ανασκόπηση των συμβάντων της προηγούμενης μέρας και ο
αστραπιαίος τρόπος που τελείωνε τη δουλειά. Το δεύτερο όταν ήθελε.

Όταν ήθελε ή όταν δεν εισέπλεαν η Μίκα, η Θάνα και η Σιμόν, η Άννια, η Καίτη και η Δέσπω.
Και η Κατερίνα από το διπλανό γραφείο που έπλεκε με φοβερή ταχύτητα. Η καστανή και οι
μελαχρινές, η κατάξανθη και η κοκκινομάλλα. Κορίτσια συμβατικά και κορίτσια
επαναστατημένα, κορίτσια εργαζόμενα και φοιτήτριες, κορίτσια ελκυστικά, καμιά φορά και
συναρπαστικά, μια έξαρση και ένα διαφορετικό μυστήριο το καθένα. Προορισμένα σύντομα
να προσγειωθούν σε κάποιο γάμο και σε δυο παιδιά, κι αργότερα στη μέση ηλικία.

Η Σουζάνα κι εγώ, λοιπόν, ήμασταν κωπηλάτες σε πλαϊνούς πάγκους της γαλέρας, ενώ το
τύμπανο χτυπούσε ο Ρήγας. Μάλλον σε αργό ρυθμό και με διαλείμματα για να ονειρευόμαστε
τα μακρινά νησιά. Αν πρόσθετες και την παρέα, την κατανόηση και τα βρώμικα που
παραγγέλλαμε από τα σουβλατζίδικα κοντά στα τρίκυκλα της Τσιμισκή, ίσως και να ‘ταν
χρόνια ευτυχισμένα τότε. Αν είχα επιλέξει τη δουλειά μου κι αν ήξερα, έστω και στο περίπου,
τι σημαίνει η λέξη αυτή.


Αριστερά μου το παράθυρο, άπλυτο εδώ και δέκα μέρες, και λίγα μέτρα πιο εκεί, το κεντρικό
κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος, άπλυτο από τη φύση του. Θα βλέπεις την τράπεζα απ’
το απέναντι πεζοδρόμιο, με είχε απειλήσει ο κοντόχοντρος διευθυντής με σφυριχτή φωνή,
κουνώντας το αυστηρό του δάχτυλο. Κι εγώ τον κοιτούσα να ξεφυσάει αναψοκοκκινισμένος
στο ανάκλιντρό του. Κι έβλεπα από τη μια, την επιγραφή στην είσοδο των γερμανικών
στρατοπέδων, η εργασία απελευθερώνει, κι από την άλλη, το γελοίο να βγάζει μάτι μέσα στην
ομίχλη της ανάγκης μου να εργαστώ.

Ο προϊστάμενός μου έλειπε κι είχα καθίσει στην καρέκλα του για να τηλεφωνήσω. Αυτό
συνιστούσε διπλό παράπτωμα και κάποιο από το καλά παιδιά, εντεταλμένο να περιπολεί
στους διαδρόμους, είχε βεβαίως τρέξει να το αναφέρει. Διότι τα προσωπικά τηλεφωνήματα
ήταν απαγορευμένα αλλά και η ίδια η καρέκλα είχε καθαγιαστεί από τα μακροχρονίως
πειθαρχικά οπίσθια του κατόχου της και ήταν ένα σύμβολο απρόσιτο για νεαρούς
υπαλλήλους που είχαν και βεβαρημένο παρελθόν.

Ναι, στα δεκαεννιά μου χρόνια, είχα ήδη βουτηχτεί στην αμαρτία. Μια με τα περιποιημένα
σάντουιτς του καφετζή σε ώρα εργασίας, άλλη με το κάπνισμα, καμιά φορά απρόσεκτα κάτω
απ’ τη μύτη του διευθυντή, και τρίτη και χειρότερη με την ασέβειά μου γενικώς. Και
ειδικότερα, προς τους χονδρέμπορους κρεάτων και ιχθύων, όταν επείγονταν να εισπράξουν
τα εμβάσματα, ακουμπώντας επιδεικτικά στο μάρμαρο του γκισέ χοντρά χέρια και
δαχτυλίδια, κεκοσμημένα με κόκκινες και πράσινες πέτρες.

Εκτός από τις φωνές και τις απειλές, το αποτέλεσμα ήταν να με τιμωρήσει, αναθέτοντάς μου
μονίμως και τα καθήκοντα του ταμειογράφου. Να συμφωνώ, δηλαδή, κάθε μεσημέρι τα χίλια
τόσα εντάλματα εισπράξεων και πληρωμών με τις φυλλάδες των τμημάτων και με το
χρηματικό υπόλοιπο των ταμείων. Με την παραμικρή απροσεξία, δική μου ή άλλου, μπορεί να
έμενα εκεί μέχρι το βράδυ, χτυπώντας και ελέγχοντας τα νούμερα.

Ήταν δουλειά που προηγουμένως έκαναν δύο υπάλληλοι. Κι εγώ, για να προλάβω να φύγω
στην ώρα μου, είχα γίνει ταχυδακτυλουργός με την αρχαία χειροκίνητη αριθμομηχανή. Μα τι
σας έκανε πάλι αυτό το παιδί και το βασανίζετε; δεν κρατήθηκε και ρώτησε μεγαλόφωνα ο
διευθυντής ενός άλλου καταστήματος, όταν με είδε κάποτε ιδρωμένο κάτω από μια θάλασσα
χαρτοταινίες, άσπρα και πράσινα εντάλματα. Υπήρχε όμως και αποζημίωση. Ήταν οι
πικάντικες ιστορίες που έλεγαν οι γέροι κλητήρες, καθώς μετρούσαν τα χαρτονομίσματα με
βρεγμένα δάχτυλα, τα έκαναν δεσμίδες και στοίβαζαν πλάι στα διαχωριστικά.

Σημείωσα ευσυνείδητα την απειλή του χοντρού ως μία ελπιδοφόρο υπόσχεση και φρόντισα να
βγει αληθινή με την παραίτησή μου σε ανύποπτη στιγμή. Εκεί που οι διάδοχοί του είχαν
πιστέψει ότι υποτάχτηκα κι έγινα ένας άψογος υπάλληλος. Εκεί που, όπως έλεγαν, θα μου
έδιναν προαγωγή κατ’ εκλογή για να γίνω λογιστής β’ ή κάτι τέτοιο. Έβλεπα, λοιπόν, την
τράπεζα επιτέλους απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο, απ’ το απέναντι παράθυρο και την απέναντι
οικοδομή, έβλεπα τα αστραφτερά της κρύσταλλα, το επιβλητικό της όγκο, το καθημερινό της
τίποτα που καταλήγει κάποτε στο τίποτα μιας ολόκληρης ζωής.

Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2010

Απ' το νησί των θησαυρών στη γενική επιστράτευση (γ΄μέρος)

Φτάσαμε στον Λοφίσκο αργά το βράδυ, ξεφορτώσαμε τα εφόδια και κοιμηθήκαμε όπως- όπως
πάνω στ’ αντίσκηνα και κάτω απ’ τ’ άστρα. Από την άλλη μέρα όμως αρχίσαμε να
οργανώνουμε καλύτερα τα στρατιωτικά και τα υπόλοιπα. Πρώτα-πρώτα, φορέσαμε τις
καλοκαιρινές στολές εκστρατείας, ακόμη και άρβυλα, κι από πρωτόγονη ημίγυμνη φυλή,
αρχίσαμε κάπως να μοιάζουμε με σύγχρονο στρατό. Σηκώσαμε τις σκηνές του λόχου σ’ ένα
θερισμένο πλάτωμα, με το μαγειρείο στην άκρη. Λίγο παραπέρα, στήσαμε τις σκηνές των
αξιωματικών, με πλάι τα επιταγμένα φορτηγά και μπροστά τις κάσες των πυρομαχικών,
σκεπασμένες με αδιάβροχο. Κρεμάσαμε στο δέντρο κι ένα μουσλούκι με καθρέφτη για να
ξυριζόμαστε το πρωί.

Διοικητής του λόχου ήταν ο Μάκης, της ίδιας σειράς αλλά αρχαιότερος από μένα στη Σχολή
Πεζικού στο Ηράκλειο και ήδη υπολοχαγός. Ο Βασίλης είχε υπηρετήσει στην ελληνική
μεραρχία της Κύπρου ως διμοιρίτης των βαρέων όλμων, μόνο που εδώ οι όλμοι του ήταν χωρίς
επικρουστήρες. Ο Απόστολος ήταν διμοιρίτης αντιαρματικών πυροβόλων που έμεναν
ακουμπισμένα στο έδαφος έως ότου αποκτήσουμε τζιπάκια. Ο Τάσος ανέλαβε τα πολυβόλα
των 30 και τα αντιαεροπορικά των 50 χιλιοστών που λειτουργούσαν στην εντέλεια, ενώ ο
Κώστας και ο δάσκαλος τους όλμους μικρότερου διαμετρήματος και τα μπαζούκας. Στους
εφτά έφεδρους αξιωματικούς αναλογούσε συνολικά ένα περίστροφο κι εκείνο χωρίς σφαίρες.
Έτσι, το χρησιμοποιούσαμε για να παίζουμε και, κάπου-κάπου, για να βγάζουμε
αναμνηστικές φωτογραφίες.

Η επιστράτευση και οι στρατιωτικές εντολές είχαν δημιουργήσει μια παράξενη παρέα. Ο
Μάκης, που είχε αρχίσει να γκριζάρει, ήταν σοβαρός και υπεύθυνος υπάλληλος του
οργανισμού λιμένος, ενώ ο Τάσος, σωματώδης και φωνακλάς, παιδί ντόμπρο και καλός φίλος,
ήταν εκτελωνιστής και ιδιοκτήτης δύο νυκτερινών κέντρων πολυτελείας. Ο Βασίλης ήταν
τραπεζικός υπάλληλος και ποιητής ενώ ο Κώστας, με γυαλιά, μούσι και μουστάκι, ήταν
σκέτος τραπεζικός υπάλληλος και, επιπλέον, συλλέκτης στρατιωτικών εμβατηρίων, τα οποία
άκουγε στη τουαλέτα, όπου είχε τη συνήθεια και να τρώει. Ο Απόστολος, ακόμη φοιτητής, μας
διεκτραγωδούσε τα συμβάντα κι επέμενε να αποφανθούμε αν τον αγαπούσε η γκόμενα, ενώ ο
δάσκαλος ήταν αθόρυβος, άχρωμος και άοσμος, σε σημείο που ούτε καν θυμάμαι το όνομά
του.

Τις είκοσι μέρες που μείναμε εκεί, μαζί μας υπηρέτησε και η Σοφία. Ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα
με το λεωφορείο και μας έφερνε διάφορα εδέσματα, χυμούς, γλυκά και φρούτα, ακόμη και
πεπόνι με παγάκια μέσα στο τάπερ. Δεν ήταν δίκαιο, έλεγε, στη πόλη να τα έχουν όλα κι εμείς
εδώ επάνω να ταλαιπωρούμαστε. Μάλιστα, όταν είδε μια σκοτωμένη οχιά και άκουσε τις
καθιερωμένες τερατολογίες, την άλλη μέρα μας προσέφερε ένα ωραίο κουτί ζαχαροπλαστείου
με κόκκινη κορδέλα, που περιείχε μερικά κιλά σκόρδα, δυσεύρετα στην αγορά. Τα
μοιραστήκαμε, τα τρίψαμε και τα σκορπίσαμε γύρω από τις σκηνές για να αισθανθούμε πιο
άνετα. Φαγώσιμα κουβαλούσε και η γυναίκα του Κώστα, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Έτσι,
σπάνια αναγκαζόμασταν να καταφύγουμε στο φαγητό του μάγειρα.

Στην πρώτη πρωινή αναφορά του λόχου, είχα ζητήσει απ’ όλα τα παιδιά να γράψουν όνομα
και τηλέφωνο για να καθησυχάσει η Σοφία τους δικούς τους στη Χαλκιδική. Η Σοφία έκανε
βέβαια πολλά υπεραστικά και επέστρεψε με μηνύματα και ευχές, αλλά η ήδη καλή
ατμόσφαιρα στο λόχο, έγινε τώρα σχεδόν αδελφική. Για χρόνια αργότερα και για κάτι τόσο
απλό, ένας που ήταν ελεγκτής επέμενε να μας βάζει δωρεάν στο σινεμά, άλλοι με
σταματούσαν στον δρόμο για να μου σφίξουν το χέρι. Σε όποιο μέρος της Χαλκιδικής κι αν
πήγαινα, πάντοτε κάποιος με χαιρετούσε εγκάρδια με τον στρατιωτικό μου βαθμό και έπρεπε
να δίνω εξηγήσεις στους φίλους μου.

Ήταν οι μέρες που γύρισε ο Καραμανλής απ’ τη Γαλλία και ορκίστηκε η πολιτική κυβέρνηση.
Η αίσθηση της λύτρωσης ήταν καθολική, ακούστηκαν ζητωκραυγές, μερικοί έβγαλαν στην
επιφάνεια και ανάρτησαν πρόχειρα κάτι τεράστιες φωτογραφίες του. Και βέβαια όλοι
ήμασταν κρεμασμένοι απ’ τα ραδιόφωνα για να μάθουμε τις εξελίξεις στα δύο ζωτικά
προβλήματα. Την εδραίωση της δημοκρατίας και την αντιμετώπιση των Τούρκων. Οι
πληροφορίες που είχαμε ήταν ότι, αν κατέρρεαν οι διαπραγματεύσεις της Γενεύης και γινόταν
το μπαμ, θα φεύγαμε αμέσως για την Ξάνθη και από κει για τα σύνορα. Το μόνο που
μπορούσαμε να ελπίζουμε ήταν ότι και οι Τούρκοι θα διέθεταν ανάλογο εξοπλισμό με τον δικό
μας.

Ήταν φυσικό τα πρακτικά καθήκοντα, η πλάκα και το αραλίκι, η ηλιοθεραπεία, τα χαρτιά
και η κουβέντα, να εναλλάσσονται με τη δίψα για ειδήσεις και να σκιάζονται από την
αγωνία. Ο Βασίλης είχε επισημάνει ένα-δυο φαντάρους, που μας πλησίαζαν έρποντας το
σούρουπο και έστηναν αυτί για ν’ ακούσουν τις συζητήσεις μας και να τις μεταφέρουν στους
υπόλοιπους. Υποτίθεται ότι εμείς ήμασταν καλύτερα ενημερωμένοι.

Οι στρατιώτες διατηρούσαν επαφές με τους συναδέλφους τους από άλλους λόχους και
τάγματα τριγύρω, και το παραδοσιακό ράδιο αρβύλα είχε την τιμητική του. Η μια φήμη έλεγε
ότι επρόκειτο να απολυθούμε τη Δευτέρα, η άλλη ότι φεύγουμε την επομένη για τον Εύρο, η
τρίτη ότι έπρεπε να ετοιμαζόμαστε για να ξεχειμωνιάσουμε στον Λοφίσκο. Κι η χειρότερη απ’
όλες ήταν εκείνη που ανέφερε συγκρούσεις σε μονάδες ανάμεσα σε φιλοχουντικούς και
δημοκρατικούς, ανάμεσα σε μονίμους και εφέδρους.

Στο μεταξύ, η ζωή στο πρόχειρο καταυλισμό ακολουθούσε τον δικό της ανορθόδοξο ρυθμό, με
τις τακτικές επισκέψεις των γυναικών και τους ευχάριστους αιφνιδιασμούς από φίλους και
γνωστούς. Διαπιστώσαμε όμως ότι ως και οι θηλυκές γάτες είχαν εξαφανιστεί από τους
δρόμους που ήταν γεμάτοι επιστρατευμένους. Από τα τζάμια του καφενείου είδαμε κάτι
φάτσες μαχαιροβγάλτη να χορεύουν μερακλωμένες και να σπάζουν πιάτα και μπουκάλια.
Δεν είναι δικοί μας αυτοί, είπε ο Βασίλης.

Ο Μάκης πήγαινε στις συσκέψεις των διοικητών λόχου και συχνά γύριζε συννεφιασμένος,
κουνούσε το κεφάλι του και μας έλεγε ότι δεν πήγαιναν καλά τα πράγματα. Ο Απόστολος
αποτραβιόταν στη γωνιά, βαλαντωμένος από τη σκέψη της γκόμενας, ενώ ο Κώστας
προσπαθούσε να δώσει κέφι στην παρέα. Ο δάσκαλος εξακολουθούσε να παραμένει σχεδόν
αόρατος.

Ο Τάσος είχε αναλάβει, μ’ ένα φορτηγό και μερικούς φαντάρους, να εφοδιάζει το μαγειρείο με
ξύλα από κάποιο κοντινό βουνό, κι ήταν φορές που χανόταν στη Θεσσαλονίκη για τις
μυστηριώδεις υποθέσεις του και μάταια τον ψάχναμε. Όταν γύριζε χαμογελαστός και
ιδρωμένος, έπαιρνε τον Βασίλη για ντουζ λίγο παράμερα, κι έχυναν με το κράνος νερό ο ένας
στον άλλο, κάτω από ξεφωνητά και σφυρίγματα. Από μακριά, ο γυμνός τους κώλος
αντιφέγγιζε ασπρουλιάρικος σε αντίθεση με το μαυρισμένο τους κορμί.

Ο Τάσος είχε επανειλημμένα προσκαλέσει τον Βασίλη κι εμένα να πάμε ένα βράδυ στη
Μπαρμπαρέλλα, πίσω από τα Ηλύσια, και τα γαϊδούρια εμείς τελικά δεν πήγαμε. Έτσι έμεινα
διπλά μετανιωμένος, μια για τον Τάσο που ήταν λεβεντιά, και δεύτερη για τις λαϊκές
τραγουδίστριες που πάντοτε ασκούσαν επάνω μου μια παράδοξη γοητεία. Όχι η Μαρίκα
Νίνου, η Σωτηρία Μπέλλου και οι άλλες παλιές ερμηνεύτριες του είδους, που ήταν ντυμένες
στα σκούρα ως τον λαιμό και στέκονταν ακίνητες κι ανέκφραστες μπροστά στο μικρόφωνο,
ενώ τις συνόδευε από δίπλα το μπουζούκι ή το μπαγλαμαδάκι. Αυτές μου έδιναν την αίσθηση
μιας παρουσίας σχεδόν ανδρικής που σε κάποιο βαθμό διέψευδε μόνον η διαπεραστική και
απόλυτα ελεγχόμενη φωνή τους.

Εκείνες που σκορπούσαν ένα σαγηνευτικό άρωμα θηλυκότητας ήταν οι νεότερες, με χείλη και
μάτια βαμμένα σε σκοτεινές αποχρώσεις, με βραχιόλια και πολύχρωμα φορέματα, και συχνά
ένα ντέφι. Με το ένα πόδι πάνω στο άλλο στην καρέκλα, περικυκλωμένες απ’ τα έγχορδα που
κρατούσαν σκυθρωποί οργανοπαίχτες και παραδομένες στη θωπεία της μουσικής, της
νυχτερινής δροσιάς και του καπνού.

Ακόμη κι όταν τα χαρακτηριστικά τους δεν ήταν ελκυστικά, οι νωχελικές κινήσεις, τα μάτια
που έλαμπαν, κάποιο ξαφνικό χαμόγελο, φόρτιζαν την ατμόσφαιρα. Κάτι πρωτόγονο διέρρεε
απ’ τη βραχνάδα στη φωνή τους και, μέσα από τα λόγια των τραγουδιών χωρίς αγάπες και
λουλούδια, διέγειρε την αρσενική λαχτάρα. Ήταν το θηλυκό που καταδυναστεύεται από
μυστικά πάθη και τα αφήνει να διαφανούν σε μια ανεξέλεγκτη στιγμή έκφρασης.

Αυτός ο ανεξερεύνητος και απαγορευμένος κόσμος ξυπνούσε μέσα μου το σαρκοβόρο. Ήταν
σαν να έβλεπα τα χέρια του σηματωρού να σπαθίζουν τον αέρα στο αντικρινό καράβι. Με
έθελγε η ίδια η αντίθεση κι ο κίνδυνος, με καθόριζε το ζώδιο του σκορπιού που μια υψώνεται
στον ουρανό και μια κατακρημνίζεται στα τάρταρα, έρμαιο στην προδιάθεση της
αυτοκαταστροφής.

Τα βράδια εγκαταλείπαμε τη σκηνή με τον Βασίλη και σκαρφαλώναμε στην άδεια καρότσα
ενός μεγάλου φορτηγού για να κοιμηθούμε στο σκληρό σανίδι και να δραπετεύσουμε για λίγο
από την πραγματικότητα. Ξαπλωμένοι πλάι-πλάι, με τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι και τα
μάτια βυθισμένα στον πεντακάθαρο ουρανό, μιλούσαμε για τη μεγάλη έκρηξη, για τα
ουράνια σώματα, για άλλους κόσμους και μιαν αλλιώτικη ζωή. Ο Βασίλης έλεγε για τα
μυστικά της δημιουργίας και τις μεταμορφώσεις των άστρων, απ’ τη γέννηση ως τον θάνατό
τους, και απαντούσε σε όλες μου τις ερωτήσεις. Κι ύστερα προεκτείναμε και μετατρέπαμε τα
επιστημονικά στοιχεία σε παραμύθια με απεριόριστες δυνατότητες, σε ένα αύριο που θα
επέτρεπε όλα τα όνειρα του ανθρώπου να εκπληρωθούν.


Η πραγματικότητα όμως όχι μόνον παρέμενε αλλά άρχισε και να χειροτερεύει. Η πιο
πρόσφατη και οξύτερη φήμη, που φούντωσε και κυριολεκτικά αναστάτωσε τους λόχους, ήταν
ότι μια μονάδα των Λ.Ο.Κ., πιστή στη δικτατορία, θα χτυπούσε το δικό μας τάγμα των
εφέδρων. Με την εχθρότητα που επικρατούσε μεταξύ μονίμων και εφέδρων από την επταετία
, τα γεγονότα της Κύπρου αλλά και τον τραγέλαφο της επιστράτευσης, δεν ήταν καθόλου
δύσκολο να γίνει πιστευτό ακόμη και το πιο απίθανο σενάριο. Αυτό το σενάριο όμως δεν μας
φάνηκε καθόλου απίθανο. Μάλιστα, είχαμε ήδη συζητήσει το ενδεχόμενο.

Ένα βράδυ, λοιπόν, είδαμε ξαφνικά στα γύρω υψώματα μιαν απροσδόκητη λαμπαδηδρομία.
Να τρέχουν πάνω-κάτω, κρατώντας αναμμένους φακούς και δαυλούς, στρατιώτες από τους
άλλους λόχους, με τους οποίους σύντομα ενώθηκαν και οι δικοί μας. Και να επαναλαμβάνουν
ρυθμικά, όλοι ενωμένοι, είμαστε αδέρφια. Με την έντονη συναισθηματική μας φόρτιση, το
θέαμα και οι εκκλήσεις μέσα στο σκοτάδι μας έκαναν να ανατριχιάσουμε από συγκίνηση. Μας
έκαναν, επίσης, να μαζευτούμε στη σκηνή για σύσκεψη και να λάβουμε αποφάσεις. Με
τέσσερις ψήφους υπέρ, του Μάκη, του Βασίλη, του Τάσου και τη δική μου, και τους άλλους
τρεις αμφιταλαντευόμενους, πρώτα αποφασίσαμε να τοποθετήσουμε πυκνές σκοπιές γύρω απ’
το στρατόπεδο και να αντισταθούμε έτσι και δεχόμασταν επίθεση. Κι ύστερα αποφασίσαμε
ομοφώνως να πάει αμέσως ο Μάκης στο διοικητή του τάγματος και να ζητήσει ενημέρωση.

Αφού συντονίσαμε τα ρολόγια μας, μπήκαμε οι έξι σε ένα τριών τετάρτων, φτάσαμε στο
διοικητήριο και ο Μάκης έφυγε για την αποστολή του, με εμάς έτοιμους να επέμβουμε αν
αργούσε. Πίσω είχε μείνει ο Βασίλης για να κατεβάσει ολόκληρο τον λόχο, αν δεν επιστρέφαμε
σε μια ώρα. Ο Μάκης όμως δεν άργησε να γυρίσει και να μας πει ότι την άλλη μέρα θα
μιλούσε αυτοπροσώπως σε συγκέντρωση του τάγματος.

Έτσι κι έγινε. Το τάγμα ολόκληρο συγκεντρώθηκε το πρωί στον δικό μας χώρο και βούιζε σαν
ποτάμι οργισμένο. Ο συνταγματάρχης δεν χρησιμοποίησε το ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα.
Ενώ αντιμετώπιζε βλέμματα που έκαιγαν από αντιπάθεια, μίλησε με απλότητα και πάθος,
χτυπώντας την αρβύλα του στο χώμα, και έδωσε τον λόγο της στρατιωτικής του τιμής ότι οι
φήμες ήταν ανυπόστατες, κι ότι όλος ο στρατός ήταν ενωμένος σαν γροθιά για να
υπερασπιστεί την πατρίδα. Ήταν εξίσου πειστικός και όταν απάντησε στις ερωτήσεις που του
έθεσαν αξιωματικοί και στρατιώτες.

Την δέκατη Τρίτη του Αυγούστου μας ειδοποίησαν να πάμε στο διοικητήριο γιατί είχε έρθει
διαταγή να απολυθούμε. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, και στηθήκαμε στη σειρά για να
παραλάβουμε το απολυτήριο, χωρίς να το πολυπιστεύουμε. Πράγματι, ενώ ο διοικητής του
τάγματος μας κοίταζε σκυθρωπός, ο υποδιοικητής μας είπε, μπορεί σήμερα να φεύγετε αλλά
πρέπει να παραμείνετε έτοιμοι γιατί υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να σας ανακαλέσουμε
αμέσως. Στο αυτοκίνητο, λέγαμε και ξαναλέγαμε, απολυθήκαμε, τέρμα τέλος. Κανένας όμως
δεν είχε διάθεση να τραγουδήσει.

Το σπίτι μου φάνηκε φιλόξενο, ζεστό, απίστευτα άνετο, ένας μικρός παράδεισος. Απλώθηκα,
τεντώθηκα και χασμουρήθηκα και σύντομα έμαθα ότι οι Τούρκοι έκαναν πάλι προέλαση στην
Κύπρο και ότι ήταν σε εξέλιξη ο δεύτερος Αττίλας. Τότε κατάλαβα τι εννοούσε ο υποδιοικητής
και γιατί μου είχαν φανεί τόσο σκοτεινά και θλιμμένα τα μάτια του συνταγματάρχη.
Τέλειωσαν τα ψέματα, αυτή τη φορά δεν τη γλυτώνουμε, είπα στη Σοφία, θα μας καλέσουν
για να πολεμήσουμε. Και περίμενα το τηλεφώνημα ή το χτύπημα στην πόρτα και την ατομική
πρόσκληση που δεν ήρθε ποτέ.