Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2009

Τυφλές προσβάσεις της καρδιάς (α΄ μέρος)


Πάμε να φύγουμε απ’ αυτόν τον θάνατο, της είπα. Ξέρω κάποιον σταθμό του υπογείου
στο Λονδίνο που υπόσχεται έναν καινούριο κόσμο. Διάδρομοι πλημμυρισμένοι στις
πολύχρωμες αφίσες, στα προγράμματα και τις διαφημίσεις για όσα δεν βάζει ο νους σου.
Ξεναγήσεις, θεατρικές παραστάσεις και μουσικές εκδηλώσεις, νέες ανάγκες και προϊόντα
που επινοούν καταχθόνιες εταιρίες και επιβάλλουν καλλιτέχνες του σχεδίου, του
κειμένου, του μηνύματος.

Οι ράγες προχωρούν και χάνονται στο σκοτάδι της σήραγγας σαν τις φλέβες της γης ή
χέρια απλωμένα στο απρόσιτο. Οι κυλιόμενες σκάλες προσφέρουν διαρκώς την έκπληξη
συναρπαστικών προσώπων, οι αυτόματες πόρτες των τραίνων ανοίγουν και ξεχύνεται
ένα πλήθος αδιάφορο κι ανάμεσά τους ένα τρυφερό κι ευαίσθητο κορίτσι.

Δίπλα μας θα διαβαίνουν ανέκφραστοι και αινιγματικοί ασιάτες, ανατολίτισσες
τυλιγμένες στις διάφανες εσάρπες τους, φλεγματικοί μηχανοδηγοί, σμάρια οι οπαδοί των
ποδοσφαιρικών ομάδων με τις σημαίες, τα κασκόλ και τα εμβλήματά τους, με τις
ρυθμικές κραυγές και τα τραγούδια τους. Θα είμαστε κι εμείς οπαδοί, μυστικοί κι
ανεξακρίβωτοι, ίσως των κανονιέρηδων του Βόρειου Λονδίνου, ίσως των πετεινών, ίσως
της Λίβερπουλ, ομάδας του ομώνυμου λιμανιού της εργατιάς και της μιζέριας.

Θα ακούμε την αγγλική γλώσσα σε όλες τις παραλλαγές της, με κάθε χρήση, προφορά και
τονισμό, την ηδυλεξία των μορφωμένων του νότου, την ακατέργαστη άρθρωση των
βορείων, τον ένρινο μηρυκασμό των Σκωτσέζων, τις αποκεφαλισμένες λέξεις των κόκνις,
την κελαρυστή ομιλία των Δυτικών Ινδιών και τη μακρόσυρτη των Ινδών και των
Πακιστανών.

Με χαμόγελο απόλυτης σιγουριάς, θα δίνουμε λανθασμένες οδηγίες στους ξένους,
ντόπιοι εμείς και παντογνώστες. Και κάτω από τους ήχους και τα φώτα των τραίνων που
θα έρχονται και θα φεύγουν, θα γείρουμε στο ξύλινο παγκάκι να κάνουμε έρωτα,
ανάμεσα σε μια ηλικιωμένη νοικοκυρά με παρδαλό καπέλο κι έναν ευγενικό αγγλικανό
πάστορα που συνωμοτικά θα μας σκεπάζουν με τις πολύχρωμες ομπρέλες τους.


Πάμε να φύγουμε απ’ αυτόν τον θάνατο, της είπα. Ξέρω στην άκρη του Ελσίνκι, ένα
κτίριο με κόκκινα τούβλα μέσα στα έλατα. Οτανιέμι, μια λέξη μουσική, έχει δώσει το
όνομα στο προάστιο και στο ίδιο το ξενοδοχείο. Θα κατεβούμε στο τέρμα του λεωφορείου,
έχοντας ήδη κάνει χιλιάδες ανακαλύψεις στη διαδρομή. Θα περπατήσουμε αργά,
απολαμβάνοντας τη βαθμιαία προσέγγιση του ονείρου. Απολαμβάνοντας το γόνατο
καθώς λυγίζει και ισιώνει, τις χαλαρές κινήσεις ολόκληρου του σώματος.

Στην είσοδο θα μας υποδεχτεί ένα βορεινό χαμόγελο γεμάτο κατανόηση. Θα μείνουμε
στο δωμάτιο του τελευταίου ορόφου, ακριβώς δίπλα στις κορυφές των δέντρων. Τα
σεντόνια θα είναι χάρτινα και στον τοίχο θα κρέμεται ένα εκθαμβωτικό ελληνικό τοπίο.
Κάποιος θα έχει αφήσει ανοιχτή μια βρύση στους νιπτήρες, από μακριά θα μας
νανουρίζουν οι φωνές και οι ιαχές των παιδιών στο γήπεδο. Τα τζάμια θα καλύπτει ένα
τεράστιο σύννεφο από τεράστια κουνούπια που τσιμπούν και πάνω από το ύφασμα.

Θα ζούμε την αιώνια διάρκεια του στιγμιαίου, ο ένας μέσα στον άλλο. Δεν θα κουραστώ
να προφέρω τη λέξη Χελσίνκι, με ένα χι τόσο απαλό όσο το βάδισμα της γάτας. Δεν θα
κουραστώ να σου χαϊδεύω τα μαλλιά γιατί το χρώμα τους και η υφή τους διαρκώς θα
αλλάζουν. Θα κάνουμε μακρινούς περιπάτους πλάι στις λίμνες, θα διασχίζουμε τα νερά
με νωχελικά πλοία. Θα μελετήσουμε το νόημα της ζωής στις αλλαγές των εποχών, στις
φλέβες των φύλλων, στο σπάσιμο της κορυφής των κυμάτων. Στις κινήσεις των χειλιών
για δυο λόγια, ένα δειλό χαμόγελο, ένα φιλί.

Ύστερα θα σκαρφαλώσουμε στον ουρανό της μεγάλης χώρας και, πίσω απ’ τα φτερά μας,
θα μετράμε τις λίμνες και θα τις ανταλλάσσουμε με σύννεφα. Θα μαθαίνουμε κάθε μέρα
και μια λέξη απ’ τη μυστηριώδη γλώσσα, μια λέξη, μια νότα. Θ’ αρχίσουμε από τις
πολιτείες και τα χωριά και θα καταλήξουμε στους ανθρώπους. Θα προφέρουμε Γιβάσκιλα
και Λάχτι, Σιμπέλιους, Άααλβαρ Άλτο και Σουομαλάινεν. Δεν είναι σαν τον ήχο μιας
μεταξωτής κουρτίνας που σκίζεται κι αποκαλύπτει έναν καινούριο ορίζοντα; M’ αυτή τη
λέξη, κάθε βράδυ θα λούζομαι στον ανάλαφρο ύπνο σου και θα ξυπνώ χωρίς τη μνήμη
της περασμένης μέρας. Κατάπληκτος θα αντικρίζω εσένα και τον κόσμο, κι η φλόγα θα
ανάβει μέχρι το τέλος συναρπαστική.


Πάμε να φύγουμε απ’ αυτόν τον θάνατο, της είπα. Ξέρω μια μικρή πόλη στη λίμνη
Βαϊκάλη της Σιβηρίας, τη μεγαλύτερη και βαθύτερη λίμνη του κόσμου. Καινούρια κτίρια,
καινούριο χώμα, καινούριοι άνθρωποι. Ακόμη και τ’ αστέρια στον ουρανό της ανήκουν σ’
ένα καινούριο γαλαξία. Πανάρχαιο είναι μόνο το κρύο. Όμως εμείς θa ΄μαστε πάντα
τυλιγμένοι στη φυσική μας γούνα και στο χνώτο μας. Εκεί θα τα χτίσουμε όλα απ’ το
άλφα κι από το ωμέγα. Είναι ωραίο να αισθάνεσαι ότι έφτασες στο τέρμα και ότι
ταυτόχρονα κρατάς στα δάχτυλα σου το νήμα της αρχής.

Θα βγαίνουμε στο δάσος για κυνήγι με άσφαιρα φυσίγγια. Θα πλένουμε το πρόσωπό μας
με απάτητο χιόνι, θα γυρίζουμε στο σπίτι αγκαλιά με μιαν αρκούδα και θα ξαπλώνουμε
μπροστά στο τζάκι για να μας φλογίσει η αντίθεση της ζεστασιάς. Χιονίζει εκεί με κάτι
νιφάδες μεγάλες σαν μπουκιές ψωμιού. Βρέχει εκεί με κάτι στάλες μεγάλες σαν δάκρυα
χαράς. Θα γνωρίσουμε ανθρώπους με εξωτικά ονόματα, κορίτσια με λευκούς φιόγκους
στις κοτσίδες. Προβολείς μέσα στη νύχτα τα μάτια τους, θα μας αναζητούν σαν άγνωστο
ιπτάμενο αντικείμενο. Μέσα σ’ αυτά τα μάτια θα βράζουμε τον πρωινό καφέ και το
βραδινό μας τσάι.

Εκεί ενώνεσαι με τη φύση και δεν φθείρεσαι. Εκεί ενώνεσαι με τους ανθρώπους και
γίνεσαι αθάνατος. Κάποτε μετατρέπεσαι σε πάχνη, γίνεσαι καπνός που αναθρώσκει σε
μακρινή καμινάδα, ελάφι με τρεμουλιαστά ρουθούνια που μπαίνει απροσδόκητα στην
πολιτεία, γίνεσαι σπόρος που κρύβεται και περιμένει την άνοιξη. Κάποτε καταφεύγεις στ’
ανεξερεύνητα βάθη της λίμνης σαν ψάρι προϊστορικό που μ’ ανεξάντλητη υπομονή
περιμένει να σημάνει η ώρα που θα αναδυθεί για να δώσει μια καινούρια και πάλι
διάσταση στη ζωή των ανθρώπων. Κάποτε συμπυκνώνεσαι σε ενέργεια που ακτινοβολεί,
ζεσταίνει και φωτίζει με μια τελεσίδικη απλότητα.

Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Νόστος

Το ραντεβού είναι για μετά τις δέκα και μισή το πρωί της Κυριακής στο ίδιο μέρος πάντα.
Συνήθως πρώτος έρχεται ο Στέργιος, που μένει επάνω στη στροφή της Βίλλας Ρίτζ και
έχει συνηθίσει να ξυπνάει πολύ νωρίς. Λεπτός και σοβαρός και άψογα ντυμένος, διασχίζει
ευθυτενής την απαστράπτουσα καφετέρια ως το βάθος, χαιρετάει το προσωπικό και
παραγγέλλει ένα βραστό καφέ. Ύστερα κάθεται στην αριστερή άκρη του καναπέ, πίσω
από το μακρύ τραπέζι που είναι κρατημένο, αφήνει το τσαντάκι του στο πλάι, καθαρίζει
με μικροβηξίματα από επαγγελματική συνήθεια τον λαιμό του και ανοίγει το Βήμα.

Απέναντι, μακριά πίσω απ' τη θάλασσα, προβάλλει χιονισμένος ο Όλυμπος, κάποιες φορές
με εκπληκτική ευκρίνεια, σχεδόν αγγίζοντας τον ουρανό. Δυο διαδοχικά ημικύκλια απ'
το Μεγάλο στο Μικρό Καραμπουρνάκι, και δεξιά πολύ κοντά ο κόλπος, ακύμαντος σαν
λίμνη. Από κάτω ακριβώς και αριστερά, απλώνεται η ανατολική πλευρά της πόλης, με
κτίρια που σταδιακά αραιώνουν ως το αεροδρόμιο και τον δημόσιο δρόμο για τη
Χαλκιδική. Το μαγαζί διαθέτει κι ένα τεράστιο μπαλκόνι στις κορυφές των πεύκων που
είναι απολαυστικό μόλις ζεστάνει ο καιρός.

Στο μεταξύ, ο Βύρων, πάντα νεανικός και ζωηρός, έχει ξεκινήσει ψηλά πίσω απ' το
Επταπύργιο και, ακολουθώντας τον περιφερειακό, κατεβαίνει στη Μαλακοπή, παρκάρει
καβαλώντας το πεζοδρόμιο και μου χτυπάει το θυροτηλέφωνο. Αισθάνομαι μία μικρή
ενοχή διαρκείας, γιατί ποτέ μου δεν έμαθα να οδηγώ, και φροντίζω να είμαι έτοιμος από
ώρα, μετά το ξύρισμα και το ντουζ και την υπόλοιπη πρωινή ιεροτελεστία και αφού έχω
φέρει μια στοίβα εφημερίδες απ' το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς. Κατεβαίνω σχεδόν
αμέσως, χαζεύω λίγο στο προαύλιο τις ήμερες γάτες της γειτόνισσας, που
κουλουριάζονται ηδονικά στον ήλιο σαν πολύχρωμα κουβάρια από μαλλί, και
συνεχίζουμε μαζί για το Πανόραμα.

Στον δρόμο ακούμε μουσική της δεκαετίας του '50, σχολιάζουμε τον καιρό και τα
ανώμαλα φαινόμενα που ολοένα και πληθαίνουν, και κάνουμε μια σύντομη ανασκόπηση
του χρηματιστηρίου και της οικονομίας. Περνάμε ολοταχώς έξω απ' τον παράδεισο χωρίς
να ρίξουμε ματιά και μακαρίζουμε τον εαυτό μας που έχουμε φίλους αληθινούς από τα
παιδικά μας χρόνια. Αν βρούμε με την πρώτη να παρκάρουμε στ' Αστέρια, είμαστε ακόμη
πιο τυχεροί.

Δεν έχουμε προλάβει να χαιρετίσουμε τον Στέργιο, καμιά φορά με χτύπημα στην πλάτη
και με χειραψία, και να παραγγείλουμε τους δικούς μας καφέδες, και εμφανίζεται ο Τάσος,
φρέσκος, εγκάρδιος και γεροδεμένος. Λογικός έως τετράγωνος, όπως τονίζει και ο ίδιος.
Αυτός ξεκινάει απ' το Μελισσοχώρι ή από την περιοχή του Φοίνικα όταν έχει και την
Κυριακή κάποιο ραντεβού στο γραφείο. Ο άλλος Τάσος, ο πιο χαρούμενος και φωνακλάς
στην τάξη και ο μοναδικός που επέστρεψε στο σχολείο ως καθηγητής, έρχεται
σπανιότερα, όταν δεν αισθάνεται και τόσο αυστηρός με τους αμετανόητους όπως εγώ,
που δεν εννούν να κόψουν το κάπνισμα.

Έχουμε ήδη τη μικρή απαρτία των τακτικών. Λίγο αργότερα έρχεται ο Στέφανος και
κάποτε ο Φώτης, ο Κώστας και ο Γιώργος. Ο άλλος Γιώργος προτιμάει την ώρα που
ετοιμαζόμαστε να φύγουμε. Τις μέρες που ανεβαίνει ο Αρμένος από την Αθήνα, δεν
αποκλείεται καθόλου να μας αιφνιδιάσει μαζί με τον Κινέζο και ίσως τον Τάκη, που γύρισε
πρόσφατα ύστερα από μια ολόκληρη ζωή στη Γερμανία. Ο Μπόντζος έχει ήδη αποσυρθεί
σε κάποιο χωριό του Πηλίου και είναι εκεί πιο ευτυχισμένος, μόνος με τους σκύλους, τις
γάτες και τα πουλερικά του.

Μπορεί καμιά φορά να έρθουν και οι πολυάσχολοι, όπως ο Χοντρός και ο Δράκος και
βέβαια ο Χαβαλές, συνήθως αφού τους γίνει ειδική πρόσκληση. Η μέση προσέλευση είναι
τέσσερις έως επτά. Πάντως το Αρνί, που έφερνε μαζί του κάποιες παλιές συμμαθήτριες
και προκαλούσε αμηχανία, έχει από καιρό εξαφανιστεί και ο Ντίνος επιμένει, χωρίς να
πείθει του υπόλοιπους, πως είναι καλύτερα στην Πλατεία Αριστοτέλους. Εκείνος που δεν
έρχεται ποτέ είναι ο Πολύβιος.

Όταν μιλάμε σοβαρά, χρησιμοποιούμε τα μικρά ονόματα, αλλιώς τα αιώνια
παρατσούκλια. Φωνάζουμε και μαλώνουμε κάπως λιγότερο, αλλά αυτά που λέμε δεν
διαφέρουν και πολύ από τα τότε, για να μην πω ότι είναι και χειρότερα. Ο Ανώμαλος
σκύβει το κεφάλι και λέει χαμηλόφωνα, σκάστε ρε σεις, αυτοί εδώ πλάι γούρλωσαν τα
μάτια. Εσύ τραγούδησέ μας μια άρια, τον αποπαίρνει ο Τούρκος, κι οι άλλοι γελάνε, έτσι
είμαστε εμείς κι άν τους γουστάρει. Ο Τούρκος είναι διευθυντής στην τράπεζα. Αν δεν
μας έβλεπαν, μπορεί και να νόμιζαν ότι είμαστε μαθητές ή φοιτητές. Πού να ερχόταν και
ο Χαβαλές.

Όταν βρίσκεται σε ολομέλεια, αυτή η για την ηλικία της ανάρμοστα θορυβώδης και
αιρετική παρέα, έχει κάθε στυλοβάτη της κοινωνίας, όπως είχαν προβλέψει οι καθηγητές
μας, χωρίς να αντιλαμβάνονται την ειρωνεία. Έχει τους μηχανικούς και τον
αρχιτέκτονά της, τον οικονομολόγο της και τον χρηματιστή της, τον καθηγητή της και
τον δάσκαλο της αγγλικής, έχει τους υπαλλήλους της και τον αμίμητο διακοσμητή της.
Βεβαίως έχει και τον δικηγόρο της που , πράος και μειλίχιος και αδιόρατα σατανικός,
επισημαίνει τις ποινικές και αστικές συνέπειες. Ο οδοντίατρος είναι παρών κι έχει πολλή
δουλειά αλλά αυτοί που απείρως περισσότερο χρειάζονται, ο μεν γιατρός μένει στη
Μυτιλήνη, ο δε ψυχίατρος στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας. Α, βέβαια, η παρέα βρίθει και
από επιχειρηματίες και διευθύνοντες συμβούλους μεγάλων εταιριών. Άσε μας τώρα, ρε
Τζαχείλα, όπως θα έλεγε, και λέει και ο εξ αυτών Αρμένος.

Μπορεί να έχουμε τεράστιες διαφορές σε πολλά, από εμφάνιση ως χαρακτήρα και
νοοτροπία, κι από τα γενικότερα ενδιαφέροντα ως τα προσωπικά ελαττώματα. Μπορεί
ακόμη να είναι πολύ αργά για να στήσουμε ένα δίτερμα έξω στον δρόμο ή στον μακρύ
διάδρομο που οδηγεί στην καφετέρια. Κανένας μας όμως δεν διστάζει να γελάσει με
αξιώματα και τίτλους, να γελάσει πρώτα με μας τους ίδιους και μετά με διάφορους
καραγκιόζηδες τριγύρω. Δεν άλλαξες καθόλου, ίδιος και απαράλλακτος είσαι όπως στα
δεκάξι, επιμένει κατηγορηματικά στο αυτονόητο ο Τούρκος.

Σε μένα βέβαια έλαχε να γράψω αυτή την ιστορία. Που είναι πέρα για πέρα αληθινή και
ας μου φαίνεται σαν παραμύθι. Πού είναι μια ιστορία και χιλιάδες και ο καθένας θα την
είχε γράψει διαφορετικά. Πολλές φορές από παλιά, ήθελα να μιλήσω για τα χρόνια εκείνα
και πάντοτε με σταματούσε η σκέψη, έ, όχι και βιβλίο για το σχολείο. Έως ότου, με τη
δική της ανεξήγητη διαδικασία, αυτή η φράση ωριμάσει και γίνει ξαφνικά, και βέβαια ένα
βιβλίο για το σχολείο, πέρασαν 43 χρόνια και μεσολάβησαν 18 βιβλία. Κι ακόμη, αν το
είχα γράψει νωρίτερα, το τέλος ίσως να ήταν διαφορετικό και κάπως πιο χαρούμενο.

Να μην ξεχνάμε επίσης ότι έχω εκπληρώσει πια το χρέος μου στην κοινωνία και έλαβα το
αποφυλακιστήριο, με υπογραφή και με σφραγίδα, μαζί με κάποια οδοιπορικά. Μπορεί οι
φύλακες κι οι άλλοι τρόφιμοι στο ίδρυμα να με σημάδεψαν για τα καλά στα ορατά και
ιδίως στα αόρατα, μπορεί το τίμημα που αναγράφεται στο τιμολόγιο να είναι η ζωή μου
και να μου φαίνεται λιγάκι ακριβό αλλά δεν είναι. Δεν είναι καθόλου ακριβό αφού δεν
μπορώ να επικαλεστώ κανενός είδους μεταμέλεια.

Κάθομαι λοιπόν τώρα και κοιτάζω απέναντι τον Όλυμπο και βλέπω τους θεούς να
χαμογελάνε μελαγχολικά. Κάθομαι με την άνεσή μου και κοιτάζω στο ετήσιο περιοδικό
τα κείμενα της χρονιάς που είχα γράψει τότε, κάθομαι και σκαλίζω τα περασμένα. Καθότι
είμαι τύπος κουμαρτζή από τα παιδικά μου χρόνια και ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία
είναι ο Παίκτης, δε ριψοκινδυνεύω για το κέρδος αλλά για το ίδιο το παιχνίδι. Καθότι έχω
πια γίνει άσπονδος φίλος με τα παλιά μου τραύματα, μου αρέσει να εξετάζω τα
εναλλακτικά σενάρια και να αναλογίζομαι τι θα γινόταν σε κάθε μία περίπτωση.

Αν ήμουνα πειθαρχικός και έτρωγα το φαγητό μου. Αν είχα ακούσει τον Πολύβιο κι
είχαμε φύγει μαζί για την Αμερική ή για τη Γη του Πυρός και τις νήσους Γκαλαπάγκος. Κι
αν είχα συναντήσει τη Μπάρμπαρα, εκείνη την ξανθούλα με την οποία
αλληλογραφούσα χρόνια και με περίμενε μάταια στο Ρότσεστερ. Ή αν είχα τελειώσει εδώ
τη Νομική και είχα παντρευτεί την πρώτη μου αγάπη. Τέλος, αν έστω και για μια φορά
δεν υποστήριζα με τόσο πάθος χαμένες υποθέσεις. Όχι, τράπεζα δεν περιλαμβάνουν τα
σενάρια γιατί και οι ταινίες φρίκης έχουν τα όρια τους.

Αυτές είναι μόνον μερικές από τις αρχικές εκδοχές και μέσα απ' το καλειδοσκόπιο
προβάλλουν άλλες πολλές και απίστευτες. Ο καθένας όμως μπορεί να στήνει με τη
φαντασία του άπειρα σκηνικά μιας υποθετικής ζωής και μάλιστα αφαιρώντας επιλεκτικά
κάποια από τα υλικά κακής ποιότητας και μη παραχωρώντας τίποτα από τα τιμαλφή του.
Και ίσως σε κάποια άλλη διάσταση, σε κάποιον άλλο γαλαξία, οι εκδοχές αυτές να
εξελίσσονται απρόσκοπτα αυτή την ίδια τη στιγμή. Όλα είναι πιθανά και όλα γίνονται.
Αν όχι τώρα, σε μια από τις αναρίθμητες ζωές του μέλλοντος, όπως μας παρηγορεί και ο
Γκατουτάμα.

Με οποιαδήποτε όμως εκδοχή, το συμπέρασμα είναι μονότονα το ίδιο. Και πάλι ο ίδιος θα
ήμουνα, και πάλι τα ίδια λάθη θα έκανα. Με το ίδιο πάθος. Όπως τώρα που αισθάνομαι
σαν να έχω μόλις αποφοιτήσει και να μοσχοβολάει το καλοκαίρι. Και να με περιμένει
εκείνη ανθισμένη στον παλιό σύλλογο για μια βόλτα ως τα μπλόκια. Και να μας περιμένει
όλους στη στροφή ένας κόσμος μεθυστικός, και να μας περιμένουν επευφημίες και
χειροκροτήματα στο τέρμα. Και τα σαραντατόσα χρόνια να μην υπήρξαν παρά ένας
λήθαργος ή μια βουτιά στο τίποτα.

Την τελευταία φορά που περπάτησα στις παρυφές του παραδείσου, ο αέρας ήταν
φορτωμένος σκιές και μνήμες. Από το τότε, απ' τον καθένα και το κάθε τι που μας δίδαξε
και μας μεγάλωσε. Από μια alma mater. Όμως, σε ποιές σκιές να ελλοχεύουν ο Μπάκος
και ο Τακατάκας; Να φτιάχνει τα γυαλιά του ο Κώστας που ξεκίνησε στο Σέϊχ-Σου την
κυριακάτικη αυτή συνάντηση; Ίσως να κρύβονται μαζί με τον Μάκη, τον Χαρίτο και τον
Άκη. Και να έχουν αρχίσει μιαν ατέλειωτη συζήτηση με τον Μούτσο και τους άλλους.

Μετά την αποφοίτηση λοιπόν και λίγο αργότερα, αυτή η σφιχτοδεμένη τάξη
κυριολεκτικά σκορπίστηκε στους πέντε ανέμους. Καμιά εικοσαριά έφυγαν για σπουδές
στη Γερμανία, αρκετοί άλλοι στην Αμερική και στην Αθήνα, μερικοί αλλού, ακόμη και
στην Αφρική. Οι υπόλοιποι παρέμειναν στην πόλη μας. Και ακολούθησαν όσα φέρνει η
ζωή.

Ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση να είναι ο Αρμένος, που είναι Έλληνας και είχε
συριακό διαβατήριο. Σπούδασε και παντρεύτηκε στη Γερμανία και πήρε τη γερμανική
υπηκοότητα, έζησε στην Αγγλία και τώρα βρίσκεται ξενιτεμένος στην Αθήνα.
Ξενιτεμένος από πού; Μα από την παλιά Ανθέων φυσικά και από τους φίλους. Εγώ ο ίδιος
άλλαξα είκοσι μόνιμες κατοικίες στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, στο Λονδίνο. Πολλοί
επέστρεψαν άλλά υπάρχουν και αρκετοί που ακόμα ζουν στις χώρες των σπουδών τους.

Από το 1982, γιορτάζουμε κάθε πέντε χρόνια την επιστροφή στο σχολείο, μαζί αγόρια και
κορίτσια. Έρχονται οι περισσότεροι από κάθε γωνιά του κόσμου, έρχονται και δυο-τρεις
από τους τότε νεαρούς καθηγητές. Η αρχική συνάντηση γίνεται έξω από το κεντρικό
κτίριο με καφέδες και αναψυκτικά. Με χαρές, εκπλήξεις και επιφωνήματα. Μπορεί να δεις
ξαφνικά μπροστά σου τον Γρηγόρη, τον Ερρίκο ή τον Μανώλη. Ελεεινολογούμε
διακριτικά τις φθορές του χρόνου, κάνουμε βόλτες στα δρομάκια και βλέπουμε τα
γήπεδα, μπαίνουμε και καθόμαστε στην παλιά αίθουσα του κλασσικού.

Ο Χαβαλές επαναλαμβάνει κάποια από τ' αρχαία καλαμπούρια και ζωγραφίζει στον
πίνακα. Θυμόμαστε τον Τούρκο ν' αντιγράφει κάτω από την μύτη του καθηγητή, τον
Κινέζο να πηδάει απ' το παράθυρο την ώρα του μαθήματος, τον Παπαδημητρίου και τον
Μποτσάκη να παραδίδουν μαθηματικά, τον Παραρά να μας θωρεί ακίνητος και να
δακρύζει. Θυμόμαστε τον μαύρο φιλόλογο, Σμώλγουντ, να διαβάζει με εκπληκτική
άρθρωση και παραστατικές χειρονομίες τους λόγους του Βρούτου και του Αντώνιου
πάνω από το πτώμα του δολοφονημένου Ιούλιου Καίσαρα. Θυμάται ο καθένας ότι
θυμάται., Ο πρόεδρος μας ξεναγεί και όλοι θαυμάζουμε τις καινούριες εγκαταστάσεις.
Καθόμαστε να φάμε, εκφωνούνται λόγοι, κάνουμε προσκλητήριο απόντων. Ακολουθεί μια
εκδρομή, συνήθως στη Χαλκιδική.

Οι φιλίες όχι μόνον παραμένουν αλλά και ενισχύονται όπως ο ρυθμός του
μαραθωνοδρόμου όταν μπαίνει στο στάδιο εξουθενωμένος και βλέπει πια στο βάθος την
τελική γραμμή. Διαπιστώνει κανείς ότι χαίρεται ακόμη και με κείνους που κάποτε δεν
χώνευε. Πριν λίγες μέρες καταλήξαμε ότι θα πρέπει πλέον η συνάντηση να γίνεται κάθε
ένα ή το πολύ δύο χρόνια.

Και να που ο Στέργιος με σπρώχνει στον ώμο και συνέρχομαι. Πάλι αφαιρέθηκες, μου
λέει. Αυτή είναι μια πολύ παλιά συνήθεια, μέσα και έξω από την τάξη. Φεύγω από την
ρουτίνα, μετατοπίζομαι και καταδύομαι σε κείνο που με μαγνητίζει. Έτσι, μπορεί να
κοιτάζω και να μην βλέπω, να είμαι όλος προσοχή και να μην ακούω τίποτα. Να
απουσιάζω. Και ξαφνικά να επανέρχομαι και να πιάνω λέξεις από την τελευταία φράση.


Είναι ήδη περίπου μία και τέταρτο και έχουμε τελειώσει και τον δεύτερο καφέ. Η αίθουσα
έχει γεμίσει από ένα πλήθος πολύβουο και καλοντυμένο. Και ξένο εντελώς. Εκεί που
κάποτε του ξέραμε όλους. Σηκωνόμαστε, αφήνουμε με υστεροβουλία ένα γενναίο
φιλοδώρημα και βγαίνουμε στον δρόμο. Μαζευόμαστε σε κύκλο, καμιά φορά ο ένας με το
χέρι στους ώμους του άλλου. Την άλλη Κυριακή, λοιπόν. Εγώ θα λείπω σε ταξίδι, λέει ο
Τάσος. Γεια και χαρά και ο καθένας στο αυτοκίνητό του.

Κατεβαίνουμε τα υψώματα και ρίχνουμε τώρα μια κλεφτή ματιά καθώς περνάμε έξω απ'
τον παράδεισο. Μπορούμε να τον διακρίνουμε αμυδρά αλλά η είσοδος μάς είναι
απαγορευμένη. Γιατί ο παράδεισος υπάρχει βέβαια, ο ίδιος πάντα και στα ίδια μέρη αλλά
στον παρελθόντα χρόνο. Είναι μια χώρα μακρινή, προσωρινή μα και αιώνια, με πρόσωπα
που αναδύονται αστραφτερά μέσα από θαμπές φωτογραφίες. Μια χώρα ανεξιχνίαστη μα
και παράξενα οικεία.

Η είσοδος μάς είναι απαγορευμένη γιατί ο παράδεισος αγνοεί το όνομά του. Όταν τον
λες παράδεισο, χαμογελάει ειρωνικά. Όταν πας να τον αγγίξεις, αποτραβιέται σαν τα
σταφύλια του μυθικού Ταντάλου. Το μόνο που σου επιτρέπεται είναι να εισπνέεις το
άρωμά του κάπου κάπου. Η είσοδος μάς είναι απαγορευμένη γιατί ο παράδεισος φοράει
μαγικά γυαλιά σε χρώμα βαθύ γαλάζιο. Έτσι, δεν βλέπει μακριά, δεν νοιάζεται και για
πολλά, και δεν ρωτάει τον λόγο και αν στο διπλανό κουδούνι ανοίγει η πόρτα για την
κόλαση.

Όμως κι εμείς κάποτε υπήρξαμε παιδιά του παραδείσου. Μπορείτε να το διαπιστώσετε απ'
το ελάχιστο γαλάζιο που απομένει στο βάθος των ματιών μας. Μα παραβήκαμε τους
νόμους του με ενθουσιασμό και απερισκεψία. Έτσι, συνήλθε το πειθαρχικό συμβούλιο
και δικαίως μας απέβαλε για πάντα. Από τότε, έχουμε επανειλημμένα ζητήσει να
εξεταστεί και πάλι η υπόθεσή μας με μεγαλύτερη επιείκεια. Έχουμε αναθέσει και στον
νομικό μας σύμβουλο, που γνωρίζει άριστα το θέμα, να υποβάλει αρμοδίως τις σχετικές
αιτήσεις. Έχουμε, επιπλέον, προσφερθεί να παραδώσουμε όλα τα επίγεια αγαθά μας,
έχουμε υποσχεθεί να μην προφέρουμε ποτέ το όνομά του, και να φορέσουμε και πάλι τα
μαγικά γυαλιά σε χρώμα βαθύ γαλάζιο.

Δεν έχουμε λάβει ως τώρα καμία απάντηση. Και όσο κι αν εξακολουθούμε παράλογα να
ελπίζουμε, το ξέρουμε καλά πως δεν υπάρχει αντάλλαγμα, ότι ο νομοθέτης είναι
άτεγκτος και τα όργανα ανίσχυρα. ΄Ισως γιαυτό στον Όλυμπο απέναντι, τις μέρες που
είναι χιονισμένος και οι κορφές του, μέσα σ' εκπληκτική διαφάνεια, σχεδόν αγγίζουν τον
ουρανό, βλέπουμε τους θεούς να χαμογελάνε μελαγχολικά. Σαν να ζητάνε εκείνοι τη
δική μας επιείκεια.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Το τραμ και το τραμάκι

Με την ανία και την ταλαιπωρία του λεωφορείου κι από το γεγονός ότι η διαδρομή του δεν
βόλευε τον Κουνουπίδα, η παρέα των τεσσάρων κάποτε ανακάλυψε τα πλεονεκτήματα του
τραμ. Ήταν η εποχή που η πόλη έδινε αντιπαροχή την ψυχή της για ένα λουτροκαμπινέ κι
ένα βαρέλι πετρελαίου στο στενό μπαλκόνι κάποιας θλιβερής πολυκατοικίας των
εργολάβων. Τα τελευταία χρόνια πριν ξηλώσουν τις σιδηροτροχιές για ν’ αλωνίζουν
ανενόχλητα τα λεωφορεία.

Στο τραμ υπήρχαν δυο βαγόνια, το πρώτο ή ρυμουλκό πιο κυριλέ, με τον τραμβαγέρη μέσα
στη στολή και το κασκέτο των τροχιοδρομικών, εκεί που κάθονταν με κλειστά τα γόνατα οι
μεγάλοι και οι καθωσπρέπει. Και το δεύτερο ή ρυμουλκούμενο, κάπως ταλαίπωρο και λαϊκό
και πιο φιλόξενο, όπως ακριβώς το προτιμούσαν. Ο εισπράκτορας με την τσάντα κι όλα τα
σύνεργα πηγαινοερχόταν από το ένα βαγόνι στο άλλο.

Το όχημα περνούσε από μπαχτσέδες και από σπίτια χαμηλά πνιγμένα στα λουλούδια.
Περνούσε από τα γύφτικα και άλλες γειτονιές σχεδόν ερημικές και άγνωστες. Εκεί δεν
σύχναζαν βεβαίως καθηγητές και άλλα πλάσματα από τη φύση τους ενοχλητικά και
επικίνδυνα. Κατά τη Δελφών, κάπου στη μέση της διαδρομής κοντά το ρέμα, υπήρχε κι ένα
συνοικιακό λούνα πάρκ με προσιτές τιμές, ακόμη και για το ισχνό τους χαρτζιλίκι κι έναν
ιδιοκτήτη που τους υποδεχόταν με χαμόγελα. Εκεί άραζαν συχνά με καφεδάκια και
επιτραπέζια παιχνίδια μέχρι να φτάσει η ώρα να πάρουν τον δρόμο για το σπίτι.

Κάπως έτσι, το τραμ και το τραμάκι του υιοθέτησαν. Λεωφορείο πια έπαιρναν μόνο το πρωί
ενώ στην επιστροφή το πάγιο ραντεβού τους ήταν έξω απ’ τον φυστικά για το τραμάκι. Που
όταν έφτανε στις μονές ράγες, ο εισπράκτορας γύριζε τον μακαρά απ΄ την άλλη μεριά για να
ακολουθήσει την αντίθετη κατεύθυνση. Ήταν πια στην τελευταία τάξη με τα σχέδια και των
τεσσάρων να συνεχίσουν τις σπουδές τους στην Αμερική. Έτσι, κάθε κουβέντα και κάθε
πλάκα ξεκινούσε απ’ αυτή τη συναρπαστική προοπτική.

Τα πρωινά εκείνα ιδίως που, φτάνοντας χωρίς καμία διάθεση για μάθημα πενήντα μέτρα από
το τελευταίο λεωφορείο για το σχολείο, διαπίστωναν ότι, με λίγη καθυστέρηση, θα
μπορούσαν ενδεχομένως να το χάσουν. Έκαναν μια μάλλον τεμπέλικη προσπάθεια να το
προλάβουν και, όταν εκείνο έφευγε χωρίς να τους περιμένει άλλο, ελεεινολογούσαν τον
οδηγό, έστρεφαν τα νώτα και κατευθύνονταν στο τραμάκι, γελώντας και κατοπτεύοντας τα
πέριξ. Όλοι όμως οι τυχόν αδιάκριτοι είχαν ήδη καταφτάσει στο σχολείο.

Εκεί άρχιζε το γλέντι με το τίποτα εκείνο που είναι τα πάντα. Πρώτα, με μια μεθυστική
αίσθηση παράνομης ελευθερίας. Λες κι ο αέρας πλημμύριζε αρώματα. Μετά, με την παρέα.
Τέσσερις συμμαθητές και στενοί φίλοι με μόνη υστεροβουλία ποιος θα κερδίσει τον άλλο στο
μπιλιάρδο και το ποδοσφαιράκι. Με μια ολόκληρη μέρα στη διάθεσή τους, με άδειες τσέπες και
μάτια που έλαμπαν. Αργότερα θα σκέφτονταν ποια δικαιολογία να επινοήσουν για την απουσία τους.

Ήταν και το ίδιο το τραμ, που πήγαν να το βάψουν πράσινο αλλά εκείνο παρέμενε κίτρινο.
Κίτρινο σαν τα καναρίνια του Άρη και ζωντανό σαν ξωτικό, με μια ζεστή καρδιά στο
καμπανάκι του και με το νευρικό του σύστημα στο χειριστήριο, με τον μοχλό και τη μανιβέλα
του οδηγού. Το τραμ με την απλοχωριά του, τους σκληρούς ξύλινους πάγκους, με τα
λικνίσματά και τους οξείς του ήχους, και με τον μακαρά που κάποτε έβγαινε και το
ακινητοποιούσε και έπρεπε να κατεβεί ο εισπράκτορας για να τον ξαναβάλει στα σύρματα
του ηλεκτρισμού. Και με τους τύπους που έκαναν σκαλωμαρία, κρεμασμένοι ριψοκίνδυνα
από πίσω με στήριγμα την άκρη της σόλας σε κάποια προεξοχή. Το τραμ με τα χοντρά του
τζάμια που σου αποκάλυπταν, αν ήθελες να δεις, καινούριες γειτονιές και σπίτια και
δρομάκια, καμιά φορά και κάποιο ωραίο κορίτσι που περίμενε στη στάση κι ανέβαινε και
περνούσε να καθίσει σεμνά στην άκρη ενώ εκείνοι δεν χόρταιναν να το κοιτάζουν.

Ήταν και οι συζητήσεις. Που, εκτός απ’ την Αμερική, κάλυπταν βεβαίως όλα τα θέματα απ’ το
σχολείο και τα μαθήματα ως το ποδόσφαιρο, απ’ τη λογοτεχνία ως τα χαρτιά και τα κορίτσια.
Όταν το βαγόνι γέμιζε και δεν μπορούσαν πια να είναι μισοξαπλωμένοι στους πάγκους,
έβγαιναν στον πίσω εξώστη και συνέχιζαν όρθιοι εκεί.

Πρώτος τους αποχαιρετούσε απρόθυμα ο Κουνουπίδας, μετά κατέβαινε, με ένα τελευταίο
γέλιο, ο Χοντρός στην Ευζώνων και έμεναν ο Πολύβιος με τον Φόρο για ν’ αποβιβαστούν
στην Εγνατία, να ανηφορίσουν τη Βενιζέλου και να χωρίσουν στην Πλατεία Διοικητηρίου.
Είχαν ήδη συλλέξει τις απαραίτητες πληροφορίες για τα κολλέγια και τα πανεπιστήμια κι
είχαν αρχίσει τις σχετικές διαδικασίες. Όλοι εκτός από τον Φόρο.

Ο Πολύβιος τον παρότρυνε κι επέμενε φορτικά να συμπληρώσει τα χαρτιά το ίδιο βράδυ κι
εκείνος έλεγε, μα αφού δεν έχω λεφτά. Ρε συ, τόνιζε ο Πολύβιος, άλλοτε εκνευρισμένος κι
άλλοτε παρακλητικός, γράψε εσύ και βρες μόνο όσα χρειάζονται για τα ναύλα. Εκεί που θα
πάμε, τον πρώτο καιρό και μέχρι να βρούμε κάποια δουλειά, θα μοιραζόμαστε τα δικά μου.
Αυτή η προσφορά, ιδίως από ένα τύπο τόσο σκληρό όπως ο Πολύβιος, τον συγκινούσε
ιδιαίτερα και αρκετές φορές είχε υποσχεθεί να γράψει.

Ναι, ο Πολύβιος ήταν φίλος πραγματικός, ο επιστήθιος φίλος του. Αυτοί οι τόσο διαφορετικοί
που προέρχονταν από διαλυμένες οικογένειες, μαζί τα είχαν κάνει όλα. Σμπόμπες κα μπάλα
και χαρτιά, συνωμοσίες στην τάξη, εκδρομές και πάρτι και ξενύχτια. Θυμούς, φωνές και
γέλια μέχρι δακρύων. Μαζί είχαν ανακαλύψει τον Καζαντζάκη και τον Σεφέρη (ο Φόρος είχε
αντιγράψει την Άρνηση σε μια σελίδα του μοναδικού βιβλίου που κουβαλούσε στο σχολείο),
με πρώτο και καλύτερο τον Τζακ Κέρουακ και το ευαγγέλιό τους, Στο δρόμο. Κι αργότερα μαζί
γνώρισαν τον οργισμένο Τζίμι Πόρτερ του Όσμπορν, τον Μύθο του Σισύφου και τον
Επαναστατημένο Άνθρωπο του Αλμπέρ Καμύ, και την αλήθεια που δεν έχει μονοπάτι στα
Ημερολόγια του Κρισναμούρτι.

Ο Πολύβιος ήταν πρόεδρος του ομίλου νεοελληνικής λογοτεχνίας με σύμβουλο τον Χρήστο
Φράγκο, ο Φόρος ήταν πρόεδρος του φιλοσοφικού ομίλου με σύμβουλο τον Γεωργοπαπαδάκο.
Ο Πολύβιος ήταν πάντοτε ενημερωμένος από ένα συγγενή του βιβλιοπώλη που του δάνειζε
όλες τις τελευταίες εκδόσεις. Αυτός ήταν που του σύστησε και το βιβλίο του Ξεφλούδα, Εσύ, ο
Κύριος Χ κι ένας Μικρός Πρίγκηπας. Μια μέρα ήρθε συγκινημένος γιατί ο Συρόπουλος του
είχε κάνει μεγάλη έκπτωση και μπόρεσε να αγοράσει την Οδύσσεια τουΚαζαντζάκη. Ένα
όνειρό τους ήταν μαζί να γίνουν καθηγητές σε αμερικανικό πανεπιστήμιο κι εκεί να ζήσουν,
να γράψουν το μεγάλο μυθιστόρημα, να ταξιδέψουν και να ερωτευτούν.

Όμως ο Πολύβιος ήταν ταυτόχρονα πολύ προσγειωμένος. Οι περισσότεροι συγγραφείς, έλεγε,
είναι γιοι γαιοκτημόνων και βιομηχάνων με λυμένο το οικονομικό τους πρόβλημα. Κι έχουν
την πολυτέλεια να κάνουν το κέφι τους, να ομφαλοσκοπούν και να κυνηγάνε ανεμόμυλους. Η
λογοτεχνία είναι ένας αντικατοπτρισμός για να ξεγελάσουν τους ικανούς και να τους
απομακρύνουν από τον πραγματικό κόσμο της παραγωγής και της εξουσίας. Ή γράφεις για
τη ζωή ή τη ζεις, τον προκαλούσε. Αποφάσισε. Μην μου πεις, και τα δύο, πρόσθετε και
γελούσε. Και μην αφήσεις να σε κατασπαράξουν σ’ αυτή την επαρχία των διεφθαρμένων. Για
ποιους θα γράψεις; Και πώς θα γράψεις αν δεν ταξιδέψεις; Πάμε να φύγουμε, πάμε ν’
ανακαλύψουμε έναν καινούριο κόσμο. Κι αν γράψουμε, να γράψουμε σε μια παγκόσμια
γλώσσα.

Έχεις δίκαιο, παραδεχόταν με σκυμμένο κεφάλι ο Φόρος. Κι έπεφτε σε μελαγχολία. Όπως όμως
του είχε γράψει κάποτε ο Πολύβιος, η λογική ήταν ένα καρυδότσουφλο στη φουρτουνιασμένη
θάλασσα των συναισθημάτων του. Κι αρνήθηκε την προσφορά του. Με τον ίδιο τρόπο που
είχε πει όχι πριν λίγους μήνες όταν, με μοναδικό όρο να μην απουσιάζει αδικαιολόγητα από
τα μαθήματα, του είχαν προσφέρει από το σχολείο την υποτροφία που ποτέ του δεν είχε
ζητήσει. Δεν μπορούσε να φανταστεί τότε πόσο ακριβά θα πλήρωνε τις δύο αυτές αρνήσεις.

Έτσι λοιπόν έφτασε ο καιρός να αποφοιτήσουν και πήρε ο Πολύβιος το πρώτο βραβείο στην
ποίηση και πήρε ο Φόρος το πρώτο βραβείο στην πεζογραφία. Έτσι ήρθε το μεθυστικό και
τελευταίο εκείνο καλοκαίρι των διακοπών στην Αγία Τριάδα. Μαζί του έφυγαν με τραίνο οι
άλλοι τρεις για το Παρίσι κι από τη Χάβρη μετά με πλοίο για τα πανεπιστήμια της Αμερικής.
Ο Φόρος πέρασε στην Νομική, προσλήφθηκε στην τράπεζα, ήταν κι ερωτευμένος. Και διάβαζε
τα γράμματα του Πολύβιου από τις ξένες χώρες, ακόμα αταξίδευτος.

Τώρα αρχίζει η ζωή σου, του είχα πει από το σπίτι, και άρχισε και ο ίδιος να το πιστεύει. Δεν
άργησε όμως να διαπιστώσει πόσο δίκαιο είχαν στις συζητήσεις τους στον πίσω εξώστη του
τραμ. Διαπίστωσε λοιπόν πως η ζωή του άρχιζε σε ένα τοπίο εντελώς αντεστραμμένο.
Όλα όσα είχαν διδαχτεί, όλα όσα είχα πιστέψει, δεν είχαν τώρα καμία αξία. Ο έπαινος ανήκε
πλέον στο καρφί και η ανταμοιβή στο γλείφτη. Μπροστά στην τράπεζα, το σχολείο ήταν ένας
παράδεισος, μπροστά στον διευθυντή της, ο πρόεδρος του σχολείου έμοιαζε όχι με
ιεραπόστολο αλλά με γνήσιο άγιο.

Κάποιος όμως τους είχε προειδοποιήσει. Ήταν εκείνος ο γενναίος Μιχαλόπουλος, ο φιλόλογος
του πέμπτου και δικός τους καθηγητής της λογικής, άνθρωπος που αγαπούσε και τιμούσε την
αλήθεια. Που, όταν αργότερα συναντήθηκαν τυχαία στον δρόμο, τον ρώτησε σαν να μην
μπορούσε να το πιστέψει, ακόμα στην τράπεζα είσαι; Τι κάθεσαι, να φύγεις αμέσως, αυτός
είναι τάφος κεκονιαμένος.

Ενώ λοιπόν οι άλλοι τρεις συνέχιζαν τις σπουδές τους, αυτός εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο,
διέκοψε την αναβολή του και έφυγε στον στρατό. Λίγο μετά το τέλος της θητείας του,
παραιτήθηκε από την τράπεζα. Μαζί με τις σπουδές εκείνες, χάθηκε και η πρώτη του αγάπη.
Τότε ήταν που τελείωσε οριστικά μια ηλικία και μια εποχή ολόκληρη. Όχι όμως πως άλλαξαν
ζωή, όπως έλεγε ο ποιητής. Έγιναν τελικά και οι τέσσερις αυτό που επέλεξαν, αυτό που
άξιζαν κι αυτό που ήταν προορισμένοι να γίνουν.

Κάθεται λοιπόν ο Κουνουπίδας, ασφαλιστικός σύμβουλος και σύμβουλος επενδύσεων στη Νέα
Υόρκη, κάθεται ο Χοντρός που δημιούργησε και διευθύνει δυο-τρεις εταιρίες στο κέντρο της
Θεσσαλονίκης, κάθεται ο Πολύβιος που διευθύνει άλλες τόσες επιχειρήσεις στον κέντρο της
Αθήνας. Κάθεται και ο Φόρος που διευθύνει τα λουλούδια του και τα χαρτιά του στις παρυφές
της πόλης. Ο καθένας προσπαθώντας να ξεγελάσει τη δική του μοναξιά. Και φέρνουν κάποιες
στιγμές και οι τέσσερις στο νου τους την εποχή που είχαν εκείνο το τίποτα που ήταν τα
πάντα. Σκέφτονται την παρέα και το τραμάκι στις γειτονιές που δεν υπάρχουν πια. Να
ξεπροβάλλει πάμφωτο με το καμπανάκι του μέσα στη νύχτα ή την ομίχλη, μια μουσική πάνω
στις ράγες, μια βεβαιότητα και μια ελπίδα, ένα ταξίδι ατέλειωτο. Το τελευταίο τραμ της
εφηβείας τους και της ζωής τους.

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Άνοιξη ή πώς ανάβουν οι πευκοβελόνες



Ο Κεκές ή Χαβαλές, για την ανάλαφρη και συχνά εύθυμη αντιμετώπιση των
καταστάσεων, ο Τούρκος, για το βαρύ του χέρι και τον ξαφνικό θυμό που σύντομα
εξατμιζόταν σε σκωπτικό χαμόγελο, και η Φοράδα, για τις όχι πάντα ανώδυνες κλωτσιές
του και όχι μόνο στο γήπεδο, τα τρία μπακ της πρωταθλήτριας ομάδας ποδοσφαίρου, κι οι
τρεις ψηλοί, απ’ τους ψηλότερους της έκτης γυμνασίου, κι οι τρεις από τα εκλεκτά μέλη
του κλασσικού και φανατικοί οπαδοί του Γεωργοπαπαδάκου, κατέβαιναν το μεσημέρι το
χαλικόστρωτο δρομάκι πλάι στα γήπεδα.

Με την απόλυτη σοβαρότητα που επέβαλε η ηλικία και η θέση τους στην κοινωνία του
σχολείου, με τις υπόλοιπες διακρίσεις συχνότερα ανεπίσημες, όπως η απαράμιλλη
δεξιοτεχνία του Τούρκου στην αντιγραφή κάτω απ’ τη μύτη του καθηγητή και ο
αμίμητος τρόπος που έλεγε ελαφρά τσεβδίζοντας και με παραστατικές χειρονομίες ο
Χαβαλές τα ανέκδοτα, σπάνια βάδιζαν με μεγαλύτερη από την ελάχιστη δυνατή
ταχύτητα, σπάνια κλωτσούσαν τα χαλίκια, σπάνια καρπάζωναν τους πιτσιρικάδες που
τολμούσαν να μην αλλάξουν δρόμο.

Ανησυχητικά φαινόμενα με μία και μοναδική εξήγηση. Βαριόνταν και οι τρεις αφόρητα.
Βαριόνταν γενικά και ειδικότερα. Βαριόνταν βέβαια να διαβάσουν τα απογευματινά
μαθήματα, βαριόνταν να παίξουν οποιοδήποτε παιχνίδι, βαριόνταν να παρακολουθήσουν
τους άλλους να παίζουν, βαριόνταν να λύσουν τα παγκόσμια προβλήματα, βαριόνταν
να μιλήσουν με περισσότερο από μονοσύλλαβα.

Ήταν μια άνοιξη πρόωρα ζεστή και, μέσα στην επιφανειακή ηρεμία της, παράφορη. Οι
χυμοί είχαν αρχίσει ορμητικά τις μυστικές διαδρομές τους και τρέλαιναν τα τζιτζίκια, τα
χορταράκια, τα δέντρα και ιδιαίτερα τις πασχαλιές με κείνο το απίστευτα μεθυστικό τους
άρωμα. Και πιο πολύ τρέλαιναν του εφήβους. Και τα κορίτσια; Φρουρούμενα σε κάθε
κίνησή τους απηνώς από τις μις Ίνγκλ και πάντοτε σε απόσταση ασφαλείας. Ήταν η
τελευταία άνοιξη πριν την αποφοίτηση, και ευτυχώς και επιτέλους η τελευταία, όπως
πίστευαν.

Όταν λοιπόν είσαι δεκαοχτώ χρονώ και είναι άνοιξη και βαριέσαι αφόρητα και σε λίγο θα
τελειώσει για πάντα το σχολείο, τι κάνεις; Συνήθως τίποτα. Συνήθως ονειροπολείς με
κείνο το χαμένο βλέμμα στο άπειρο. Και κάποτε, κάνεις όλα τα απαγορευμένα. Το
μεσημέρι αυτό λοιπόν χωρίς κανένα απολύτως άλλο λόγο, ίσως απλώς και μόνο γιατί δεν
συνάντησαν τα άλλα μέλη της παρέας, έκαναν όλα τα απαγορευμένα.

Πρώτα, πέρασαν από το καινούριο γήπεδο του μπάσκετ αριστερά, χωρίς να ρίξουν ούτε
μια ματιά, από το παλιό γήπεδο του μπάσκετ δεξιά, από τα μικρά γήπεδα του
ποδοσφαίρου και, τελικά, πέρασαν τη νοητή διαχωριστική γραμμή και αιφνιδίως
βρέθηκαν, χωρίς να το σκεφτούν καθόλου, στη νοτιοανατολική πλευρά του Κολλεγίου,
δυο βήματα από το Πευκόδασος, το καθαρά αμερικανικό σχολείο με τις μαθήτριες και
όνομα σημαδιακό όπως θα διαπίστωναν αργότερα. Μετά καπνίσανε από τα άφιλτρα του
Τούρκου, ο Χαβαλές περισσότερο φυσώντας παρά ρουφώντας. Τέλος, από τα βάθη της
ανίας τους, προέκυψε μέγα πρόβλημα, άλυτο θεωρητικά.

Αν την άνοιξη ανάβουν οι πευκοβελόνες και πόσο γρήγορα ανάβουν, αν ανάψουν. Και
αν ανάψουν, αργά ή γρήγορα, αν συνεχίζουν να καίνε και για πόσο. Κι αν συνεχίζουν,
αν υπάρχει κίνδυνος να πάρουν φωτιά τα πεύκα. Η ιστορία δεν διευκρινίζει ποια άποψη
υποστήριζε ο καθένας απ’ τους τρεις και είναι αμφίβολο αν και οι ίδιοι το θυμούνται.
Υπήρξε όμως σφοδρότατη διαμάχη με τις ανάλογες ευγενικές προσφωνήσεις και τα
επιφωνήματα της εποχής. Και όπως με όλα τα καθαρά επιστημονικά προβλήματα,
ανέκυψε αναπόφευκτα η ανάγκη του πειράματος για να αποδειχτεί, πέρα από κάθε
αμφισβήτηση, ποιος είχε δίκαιο και ποιος και πάλι ήταν τελείως χαβαλές.

Τώρα, ποιος μάζεψε στα γρήγορα και με ιδιαίτερη επιδεξιότητα τούφες από πευκοβελόνες
και τις στοίβαξε, ποιος τον βοήθησε, ποιος κοίταξε, αν κοίταξε, τριγύρω για ύποπτες
κινήσεις, ποιος έβγαλε τον αναπτήρα και τον άναψε και ποιος είπε, πρόσεχε ρε μαλάκα,
είναι διαδικαστικές λεπτομέρειες χωρίς ιδιαίτερη βαρύτητα. Το πείραμα συνετελέσθη. Και
οι πευκοβελόνες φούντωσαν ακαριαία πέρα από κάθε προσδοκία ή φόβο.

Στην αρχή, αυτός που είχε δίκαιο γέλασε θριαμβευτικά, ύστερα και οι τρεις
πανικοβλήθηκαν. Η κοντινότερη βρύση ήταν σε μεγάλη απόσταση και κανένας δεν
θυμόταν να έχει δει κουβά ή άλλο δοχείο. Προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά με τα
παπούτσια. Ο αδέξιος χορός τους ήταν μια εξέλιξη του πειράματος που δεν προβλέπανε
οι σημειώσεις. Οι πευκοβελόνες δεν έσβηναν με τίποτα και οι φλόγες είχαν αρχίσει ήδη
να γλείφουν απειλητικά το ξεραμένο ρετσίνι στον κορμό του πεύκου.

Η φιλία τους και η σοβαρότητα της ηλικίας τους δεν επέτρεψε να ρίξουν την ευθύνη ο
ένας στον άλλο και να χασομερήσουν άσκοπα. Η σοβαρότητα της ηλικίας τους γέννησε
μέσα από τον πανικό τη φαντασία. Κι η φαντασία, για την οποία διακρίνονταν οι
μαθητές του κλασσικού, τους επέτρεψε να βρουν στα γρήγορα την πρακτική λύση.
Κατούρησες, ρε Τούρκο; ρώτησε η Φοράδα. Ή μήπως ρώτησε τον Χαβαλέ ο Τούρκος; Η
απάντηση ήταν πάντως ένα απορημένο, όχι. Ε, τότε, κατούρα γρήγορα να σβήσουμε τη
φωτιά γιατί καήκαμε.

Κάπως έτσι τελείωσε το μικρό αυτό επεισόδιο πριν γίνει μεγάλο δράμα. Στην τάξη, οι
εικασίες έδιναν και έπαιρναν τις αμέσως επόμενες μέρες. Όλοι προέβλεπαν αναδρομικά
με πλήρη βεβαιότητα τι θα γινόταν αν. Αν είχαν και οι τρεις κατουρήσει πριν ξεκινήσουν
τη βόλτα κι ήταν, την κρίσιμη στιγμή, άδεια η φούσκα τους. Αν τον αιώνα που, με
εμφανώς προσποιητή αδιαφορία και με τα χέρια στο υπογάστριο, καταιόνιζαν τη φωτιά
στη αυστηρά απαγορευμένη περιοχή, τους έβλεπε κάποιος καθηγητής, κάποιος
διερχόμενος με αυτοκίνητο από τον δρόμο του Πανοράματος, κάποιος μικρός ή κάποιο
μέλος του βοηθητικού προσωπικού. Συμμαθητής τους βέβαια ποτέ του δεν θα
μαρτυρούσε. Τρεις από τους εκλεκτούς, και δυνατούς, της τάξης. Και τι συνειδησιακά
προβλήματα θα αντιμετώπιζαν αν φούντωνε η πυρκαγιά και μόνον αυτοί ήξεραν ποιος,
ακούσια ή εκούσια, την είχε βάλει.

Κανένα όμως από όλα αυτά τα εφιαλτικά σενάρια δεν πραγματοποιήθηκε. Κουμπώθηκαν,
τακτοποιήσανε τα ρούχα τους, σκόρπισαν έντεχνα τις μισοκαμμένες πευκοβελόνες και
τις σκεπάσανε με άθικτες, επιθεώρησαν τη λυτρωτική ερημιά τριγύρω και ξεκίνησαν και
πάλι οι τρεις, τώρα ολοταχώς για να προλάβουν άνετα να βαρεθούν στα απογευματινά
μαθήματα.

Ο Τούρκος, η Φοράδα και ο Χαβαλές. Απόλυτα σοβαροί κι απόλυτα εχέμυθοι συνένοχοι
όπως πάντα. Όπως άρμοζε στην ηλικία και στο ανάστημά τους. Όπως άρμοζε στους
άγραφους και απαραβίαστους ηθικούς κανόνες της τάξης. Σπάνια κλωτσώντας τα
χαλίκια, σπάνια μιλώντας με περισσότερο από μονοσύλλαβα. Μόνο κάποια στιγμή, σε
ασφαλή απόσταση, εκεί που βρήκανε μια βρύση κι έσκυψαν να πλύνουν τα χέρια απ’ τις
μουντζούρες και τα χώματα, γύρισαν και κοιτάχτηκαν με κείνο το απειροελάχιστο ίχνος
τρυφερότητας που κάποτε επιτρέπεται στους εφήβους και, συνειδητοποιώντας την τύχη
τους, ξέσπασαν σε γέλια.