Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Ένας κόσμος μυστηριώδης και μαγευτικός



Ανέβηκε τις σκάλες και για πρώτη φορά στάθηκε έξω απ’ τη βαριά τζαμόπορτα, κάπως
παράμερα. Οι τάξεις των μεγάλων ήταν ερμητικά κλειστές, κανένας δεν κυκλοφορούσε
στους διαδρόμους. Κοίταξε μέσα διερευνητικά, σαν να μην το είχε πάρει ακόμα απόφαση.
Τελικά, έπιασε το μπρούντζινο πόμολο, έσπρωξε με το χέρι και λίγο με το σώμα του και
μπήκε στη μεγάλη αίθουσα. Καταϊδρωμένος μετά τη μπάλα, με κάλτσες πεσμένες στο
αστράγαλο, με κάλτσες που κολλούσαν στις πατούσες και τα δάχτυλα. Με μελανιές στα
καλάμια και τα γόνατα, με τα γδαρμένα χοντροπάπουτσα και το τσαλακωμένο
παντελόνι του.

Μπήκε στον απαστράπτοντα γαλήνιο χώρο με τα γυαλιστερά τραπέζια και τα ράφια σε
ανοιχτό χρώμα ξύλου και τις καρέκλες με το λάστιχο για να μην τρίζουν. Του έκανε
εντύπωση το φως του ήλιου, αλλού πιο έντονο έως εκτυφλωτικό, με δέσμες που
σχημάτιζαν περίεργα ακανόνιστα σχήματα στους τοίχους και το πάτωμα. Του έκανε
εντύπωση εκείνη η ιδιαίτερη μυρωδιά από τα έπιπλα και τα βιβλία μαζί με τα αρώματα
φυτών και δέντρων που έμπαιναν από τα μεγάλα μισάνοιχτα παράθυρα.

Είδε σ’ ένα γραφείο στο βάθος να κάθεται μια ώριμη χλωμή γυναίκα με ίσια μαλλιά, λεπτά
χαρακτηριστικά και αυστηρή έκφραση στο πρόσωπο, λες κι ήταν έτοιμη να του κάνει
παρατήρηση. Πρόσεξε πλάγια πίσω της στον τοίχο ακουμπισμένες δυο πατερίτσες και
παραξενεύτηκε. Τριγύρω σκόρπιοι αρκετοί μεγαλύτεροι μαθητές, κάποια κορίτσια,
ένας-δυο καθηγητές. Όλοι καλοντυμένοι, όλοι βυθισμένοι σε χοντρά βιβλία, μερικοί να
κρατάνε σημειώσεις σε τετράδια και μπλοκ. Κανείς δεν φάνηκε να έχει αντιληφθεί την
παρουσία του.

Εκείνος όμως βιάστηκε να σκουπίσει τον ιδρώτα του πρόχειρα με το κουβαριασμένο
βρώμικο μαντήλι, ρίχνοντας επιφυλακτικές ματιές τριγύρω. Έκανε μερικά βήματα
μπροστά και, σαν να είχε εξαντληθεί το θάρρος του, παραμέρισε για να μην εμποδίζει.
Ξεκίνησε και στάθηκε και περιεργαζόταν με απόλυτη προσήλωση τους πάντες και τα
πάντα. Ξεκίνησε και προχωρούσε αργά με ελαφρά σκυμμένο το κεφάλι. Μέσα στην
πλήρη αμηχανία του, ένιωσε να τον κατακλύζει κάτι πρωτόγνωρο, κάτι περισσότερο
επίφοβο, λιγότερο ηδονικό και απόλυτα ανεξήγητο.

Και βέβαια στη σύντομη διάρκεια της ζωής του το παιδί αυτό της κατοχής και της
Πλατείας Δικαστηρίων, το παιδί της γειτονιάς, της μπάλας και των άγριων παιχνιδιών,
αναπόφευκτα από τους πιο ζωηρούς της τάξης, είχε ήδη ξεκοκαλίσει χιλιάδες λαϊκά
περιοδικά, όπως τον Θησαυρό και το Ρομάντζο, το Μπουκέτο, παλιά τεύχη της Μάσκας
και της Μασκούλας, που δανειζόταν με δυο δραχμές απ’ το περίπτερο της Ολύμπου,
διαγωνίως απέναντι από τα ομώνυμα λουτρά. Και απείρως περισσότερες εφημερίδες, με
πρώτο, λόγω του εφέ του Αϊδινίου, τον Ελληνικό Βορρά, που άρπαζε από τα χέρια του
πατέρα του μόλις εκείνος πατούσε το κατώφλι του σπιτιού. Κυριολεκτικά όποιο χαρτί είχε
γράμματα και λέξεις και βέβαια, για δεύτερη φορά, τα έντυπα που κατέληγαν,
τετράγωνα κομμένα με το ψαλίδι, ως αυτοσχέδιο και ευρύτατα διαδεδομένο χαρτί υγείας
στο αποχωρητήριο.

Ήταν γιορτή γι’ αυτόν ν’ ανακαλύπτει, σε σπίτι συγγενικό ή φιλικό και στις ατέλειωτες
και εξοντωτικά ανιαρές επισκέψεις με το λικέρ και τα φοντάν, που όσο κι αν γκρίνιαζε
αδυνατούσε να αποφύγει, μια στοίβα παλιά και ξεχασμένα περιοδικά. Άφηνε τότε τη
συστολή του κατά μέρος, τα ζητούσε κι επέστρεφε στο άντρο του με ένα θησαυρό, που
καταβρόχθιζε μεθοδικά απ’ τα περιεχόμενα ως την τελευταία λέξη, κάτω δεξιά, στη
τελευταία σελίδα. Όταν δεν του έμενε τίποτα άλλο να διαβάσει, έπιανε να λύσει τα
σταυρόλεξα. Τον έμαθαν λοιπόν οι θείες και οι πολύ μεγαλύτερες ξαδέλφες του και
σύμπας ο περίγυρος και αρκετές φορές του έστελναν δεμένα και με φιόγκο όλα τα παλιά
τους έντυπα από την αποθήκη.

Είχε διαβάσει και κάποια, μάλλον λιγοστά, ιστορικά και λογοτεχνικά βιβλία, αυτά που
υπήρχαν τότε στο σπίτι, κυρίως από το σακίδιο του πατέρα του στη μικρασιατική
εκστρατεία. Δοκίμασε την ογκώδη Δίκη των Εξ αλλά τη βρήκε βαρετή και αρκετά
δυσνόητη στην καθαρεύουσα. Πολύ πιο γλαφυρές και από πρώτο χέρι ήταν οι διηγήσεις
του πατέρα του όταν, αντί για παραμύθια και μάταια προσπαθώντας να τον κοιμίσει, του
έλεγε για τη ζωή στη Σμύρνη και την Ευαγγελική Σχολή, και για τον πόλεμο από τη
Σμύρνη ως το Εσκί Σεχίρ, το Αφιόν Καραχισάρ και την Αλμυρά Έρημο. Για τις
συγκρούσεις με τους τσέτες και για το πώς χάθηκαν οι δικοί τους, περιουσίες και
πατρογονικά εδάφη. Και για την Ανεξάρτητη Μεραρχία που οπισθοχώρησε
συντεταγμένη και πολεμώντας μέχρι τα καράβια.

Το μυθιστόρημα που είχε μάθει σχεδόν απέξω, ήταν οι Άθλιοι του Βίκτωρος Ουγκώ σε
πέντε τόμους και στην ωραία μετάφραση του Μάρκου Αυγέρη. Τον είχε συγκλονίσει η
περιγραφή της μάχης του Βατερλώ, η επέλαση του ιππικού στο οροπέδιο του Αγίου
Ιωάννη και η απίστευτη κακοτυχία του γάλλου στρατηλάτη. Κι ακόμη, η συνάντηση
του Μυριήλ με τον επαναστάτη στο κεφάλαιο, ο Επίσκοπος Μπροστά σ’ ένα Άγνωστο
Φως. Τέλος, οι φοιτητές Φίλοι των Αναλφαβήτων, η θυσία στα οδοφράγματα, η
μεγαλοσύνη του Γιάννη Αγιάννη.

Πολύ πριν πάει στο γυμνάσιο, στις διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα και ιδίως
το καλοκαίρι, όταν έφευγαν οι φίλοι της γειτονιάς για παραθερισμό στα κοντινά χωριά,
τον άφηναν μόνο στο σπίτι και κλείδωναν με το μακρύ σιδερένιο κλειδί την εξώπορτα για
μεγαλύτερη ασφάλεια. Όταν το μεσημέρι γύριζαν από το μαγαζί ο πατέρας και ο
μεγάλος του αδερφός, τον έβρισκαν ακριβώς στην ίδια θέση, λες και δεν είχε σηκωθεί
ούτε για κατούρημα. Να διαβάζει μισοξαπλωμένος στο τεράστιο διπλό κρεβάτι με τα
παπούτσια του μόλις να μη λερώνουν την κουβέρτα. Με το αριστερό του χέρι να στηρίζει
το κεφάλι και δίπλα του μια στοίβα έντυπα. Διάβαζε και το βράδυ, στο φως της γυμνής
λάμπας απ’ το ταβάνι, κι ας του έλεγαν διαρκώς πως θα χαλάσει τα μάτια του, θα βάλει
γυαλιά και θα τον κοροϊδεύουν τ’ άλλα παιδιά.

Εδώ όμως βρέθηκε ξαφνικά στο ηλιόλουστο, από τρία διαδοχικά σημεία του ορίζοντα,
βασίλειο της Θεανώς Τυρίκη, σε έναν άλλο κόσμο απόλυτα σοβαρό έως σκυθρωπό, σε
έναν κόσμο μυστηριώδη και μαγευτικό, και σε άλλης τάξεως μεγέθη. Έλεγαν ότι η
βιβλιοθήκη του Ανατόλια ήταν από τις μεγαλύτερες στην Ελλάδα και σίγουρα αυτό ίσχυε
για τα αγγλικά βιβλία. Ράφια ατέλειωτα με τεράστια λεξικά, επιστημονικά βιβλία,
μελέτες, μυθιστορήματα και συλλογής διηγημάτων, αστυνομικά, ακόμη και γουέστερν,
ποίηση – μια ανεξάντλητη ποικιλία. Όλα δεμένα ομοιόμορφα, κωδικοποιημένα και
ταξινομημένα, με τίτλους πολλές φορές ερεθιστικά ακατανόητους.

Τα ονόματα των συγγραφέων στη ράχη των βιβλίων του φάνηκαν παγερά, περήφανα κι
απρόσιτα, ενώ εκείνα τ’ άλλα ονόματα, το ένα κάτω απ’ τ’ άλλο στα καρτελάκια μέσα, τον
μάγεψαν. Συνήθως ανδρικά, καμιά φορά και γυναικεία, μερικά από την εποχή που το
σχολείο ήταν στη Μικρά Ασία, όλα τους άγνωστα και μυστηριώδη, με μαύρο ή μπλε
μελάνι, σπάνια με μολύβι, με γράμματα όρθια ή πλάγια, καλλιγραφικά ή τσαπατσούλικα,
κάποια μισοσβησμένα, άλλα προκλητικά έντονα. Με τη δική του αυθαίρετη είσοδο στον
απόκρυφό τους χώρο, λες και αντίστροφα εισέβαλαν στη ζωή του και την κυρίεψαν ίχνη
από τον αόρατο χρόνο του παρελθόντος, έντονα φορτισμένα με άμεσα και ζωντανά
αισθήματα. Λες και τον καλωσόριζαν για το ταξίδι και την περιπέτεια όλοι αυτοί οι
αινιγματικοί συνεπιβάτες.

Αφού λοιπόν κανένας δεν τον πρόσεξε, προχώρησε στο βάθος, έστριψε αριστερά κι
έφτασε στη γωνία, εκεί που σε ειδικό πιο σκούρο έπιπλο ήταν τοποθετημένες δεκάδες
περιοδικές εκδόσεις, κυρίως ξενόγλωσσες. Κοίταξε έξω. Από τη μια μεριά, το βουνό των
εκδρομών, ο Χορτιάτης της ανατολής του ήλιου, σύμβολο του σχολείου, με απαλές
καμπύλες και γιγάντιες καστανιές. Από την άλλη, ο κόλπος σαν ταψί και οι εκβολές του
Αξιού, οι δυτικές συνοικίες της προσφυγιάς, εργατικές και καπνισμένες.

Πέρα απ’ το Μικρό Καραμπουρνάκι, οι υποσχέσεις του καλοκαιριού, στη σειρά η Περαία,
το Μπαξέ Τσιφλίκι και η Αγία Τριάδα, με τις ξύλινες σκάλες τους βαθιά μες στον νερό, για
να πιάνουν τα καϊκια και τα βαποράκια, τ’ αραιά σπιτάκια τους μισοκρυμμένα μέσα στα
δέντρα και την άλλη βλάστηση, η Μηχανιώνα αόρατη. Τα βαποράκια, η Λευκή, ο
Ποσειδώνας και ο Αλέκος, και το ταχύτερο όλων, η Ευδοκία. Οι ατέλειωτες ουρές στην
παραλία, ο ιδρώτας, οι κληρώσεις, μπισκότα, σοκολάτες και λαχεία, τα μπάνια, οι
μέδουσες πολύχρωμες, πολυέλαιοι αστραφτεροί της θάλασσας. Από τα γήπεδα πολύ
πλησιέστερα, μόλις έφταναν οι φωνές και κατά διαστήματα ιαχές θριάμβου.

Μέσα η ησυχία, η δροσερή γαλήνη με τους ψίθυρους σαν πλάσμα ζωντανό, τα βήματα
προσεκτικά και οι κινήσεις, κι ανάμεσα στους άλλους ήχους, ανάμεσα στις άλλες
μυρωδιές, η διακριτική αύρα και το θρόισμα της σπάνιας γυναικείας παρουσίας. Και τα
βιβλία. Χιλιάδες τα βιβλία. Καθένα κι ένας κόσμος διαφορετικός. Τα βιβλία με το δικό τους
τρόπο να χαμογελούν και να σου γνέφουν. Να σου υπόσχονται τα μυστικά τους.

Το σκέφτηκε, το ξανασκέφτηκε κι ύστερα τόλμησε να περάσει στους εσωτερικούς
διαδρόμους. Πρώτα επισκόπησε τα βιβλία συνολικά και από κάθε δυνατή οπτική γωνία.
Άπλωσε το χέρι και το τράβηξε. Ύστερα έπιασε μερικά και τα ακούμπησε στη φαρδιά
παλάμη του. Τα περιεργάστηκε, τα χάιδεψε, τα ξεφύλλισε αργά, διάβασε μερικές γραμμές
εδώ κι εκεί, τα επέστρεψε στο ράφι τους και πήγε παρακάτω. Καθένα του έδινε και μια
διαφορετική αίσθηση. Τέλος, διάλεξε ένα από τα πολλά που ήθελε, αυτό ας πάρω,
μονολόγησε, μετά πήρε άλλο ένα και δειλά-δειλά τα πήγε στη βιβλιοθηκάριο.

Περίμενε με αγωνία να τελειώσει τη δουλειά της και να σηκώσει το κεφάλι, να εκδώσει
την ετυμηγορία. Νομίζω ναι, απάντησε όταν εκείνη τον ρώτησε ευγενικά αν ήταν
επαρκή τα αγγλικά του. Θα προτιμούσα και τα δύο, επέμεινε όταν του συνέστησε ν’
αρχίσει με το ένα. Είπε το όνομά του και το έγραψε, κι έφυγε γρήγορα, στην αρχή
πισωπατώντας, μήπως και ξαφνικά το μετανιώσουν.

Από τη μέρα εκείνη, η βιβλιοθήκη τον μαγνήτιζε κι έγινε ο πιο τακτικός επισκέπτης της.
Σαν χρυσοθήρας που ξαφνικά αποκαλύφθηκαν μπροστά στα θαμπωμένα μάτια του
ολόκληρα βουνά από χρυσάφι, σαν πειρατής που αποβιβάστηκε ρακένδυτος στο εξωτικό
νησί των θησαυρών. Των θησαυρών που ήταν δικοί του αποκλειστικά κι όμως μπορούσαν
να τους νέμονται κι όλοι οι άλλοι χωρίς αυτό να τον πειράζει στο ελάχιστο, ίσα-ίσα. Των
θησαυρών που με κάθε άγγιγμα του αυξάνονταν και μεγεθύνονταν και συνεχώς
φανέρωναν καινούρια θαύματα.

Οι παιδικές του παρορμήσεις σταδιακά προσέλαβαν διαύγεια και σαφήνεια και
μετατράπηκαν σε σκέψεις. Σκέψεις που αργότερα ωρίμασαν κι έγιναν αποφάσεις.
Δύσκολες αποφάσεις που ελάχιστα απείχαν πια από την πρόκληση. Να διαθέτει τον
ελεύθερο χρόνο του γι’ αυτόν τον συναρπαστικό καινούριο κόσμο και να μελετάει τα
μαθήματά του μονάχα στα διαλείμματα και στις προηγούμενες απ’ το καθένα ώρες
διδασκαλίας. Με το βιβλίο ανοιχτό και όρθιο να ισορροπεί επικίνδυνα στην πλάτη του
μπροστινού. Και να διαβάσει όλα τα βιβλία που ήταν καλά κρυμμένα σε πλήρη θέα στη
βιβλιοθήκη. Όλη την πεζογραφία και όλη την ποίηση.

Αλλά για να διαβάσει όλα τα βιβλία, δεν αρκούσε να αυξήσει το λεξιλόγιό του, έπρεπε να
μην έχει πια καμία άγνωστη λέξη. Στα ελληνικά αυτό του φαινόταν μάλλον προσιτό, στα
αγγλικά σχεδόν αδύνατο. Η δεύτερη πρόκληση λοιπόν σήμαινε αναπόφευκτα ότι θα
έπρεπε να διαβάσει και να μάθει το ογκώδες λεξικό. Σελίδα-σελίδα και λέξη-λέξη, απ’ την
αρχή ως το τέλος, όσες φορές χρειαζόταν για να ξεμπερδέψει.

Γιατί όμως όλες αυτές οι προκλήσεις και μεγαλεπήβολα σχέδια που προσέγγιζαν το
παράλογο. Είχε ήδη δώσει την απάντηση με βεβαιότητα, ήταν απλούστατα θέμα αρχής.
Κανένας μα κανένας δεν μπορούσε να του επιβάλλει κάτι που αυτός δεν ήθελε, έλεγε,
ενώ τα μάτια του σκοτείνιαζαν. Κι αυτό που ήθελε, από τώρα και για πάντα, ήταν να
διαβάσει όλα τα βιβλία κι ύστερα να γράψει εκείνος άλλα τόσα.

Αυτά που ακολούθησαν, στη μαθητική του ζωή κι αργότερα, είχαν την πικρή και κάποτε
λυτρωτική γεύση του αναπόφευκτου. Όσα έπραξε ενώπιον του εχθρού κι όσα ποτέ δεν
κατόρθωσε να κάνει. Οι ανταρσίες του και η συνέπειά του, η περηφάνια και κάποιοι
συμβιβασμοί του. Ήξερε πια ποιος είναι, ήξερε την πατρίδα του. Ήξερε αυτό που δεν
αλλάζει. Δέχτηκε και το τίμημα που έπρεπε να καταβάλει. Κι έζησε μια ζωή με σφιγμένα
δόντια.

Όλα λοιπόν είχαν αρχίσει το πρωινό εκείνο που ανακάλυψε τον μυστηριώδη και
μαγευτικό κόσμο της βιβλιοθήκης. Και μπήκε μέσα του και ταυτίστηκε. Όλα είχαν αρχίσει
στη γειτονιά και το δημοτικό σχολείο. Στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς στο σπίτι. Όλα
είχαν αρχίσει τότε που γεννήθηκε, στη μακρινή Ιωνία του πατέρα του, στη Μαύρη
Θάλασσα της μάνας του. Και ίσως σε μιαν άλλη Ιωνία στη μνήμη των κυττάρων του,
ανεξιχνίαστη, χωρίς αρχή και τέλος, που κάποτε αναδύθηκε κι αμέσως αναγνώρισε την
καταγωγή και το πεπρωμένο της.

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Αναζητώντας τα ουράνια σώματα

Φαίνεται πως κάπως έτσι ταίριαζε το πρόγραμμα. Μια ώρα ελεύθερη οι από εδώ, μια ώρα
ελεύθερη οι από κει, μαζί και οι δύο τάξεις στη βιβλιοθήκη. Έχουν πολλά μαθήματα και
πρέπει να διαβάσουν, δεν έχουμε άλλο χώρο. Βεβαίως και δεν επρόκειτο για φαεινή ιδέα,
αφού εμφανώς κανείς δεν είχε ιδέα. Δεν είχαν ιδέα από τα ανώτερα εκείνα μαθηματικά
που είχαν παραλείψει από τη διδακτέα ύλη ο επιβλητικός Παπαδημητρίου και ο λιτός και
χαμηλόφωνος Μποτσάκης. Τα μαθηματικά που με μεγαλοφυή απλότητα προσθέτουν
οκτώ με δέκα χρόνια στα δεκατέσσερα των αγοριών για να τα εξισώσουν με τα δεκαέξι
των κοριτσιών. Κι αφού κανείς δεν είχε ιδέα από μαθηματικά, ανώτερα ή στοιχειώδη,
πώς να μην μπει η φωτιά πλάι στη βενζίνη ή έστω στα προσανάμματα;

Με τέτοια πηγαία κι αυθόρμητη λοιπόν αδιαφορία ρυθμίστηκαν τα πράγματα και κατά
τις δέκα την Τετάρτη τα αγόρια είχαν θρονιαστεί γύρω από τα τραπέζια, οι συνήθως
καθυστερημένοι τώρα πρώτοι για τις προνομιούχες θέσεις. Είχαν ανοίξει τετράδια και
βιβλία και, κάτω από το αυστηρό βλέμμα της βιβλιοθηκαρίου Θεανώς, μελετούσαν με
ελαφρά προσήλωση και απόλυτη αδημονία. Μελετούσαν πόσα λεπτά ακόμη θα έκαναν τα
κορίτσια για να καλύψουν την απόσταση απ’ το θηλέων στο αρρένων. Κι όταν απ’ το
δρομάκι κάτω άρχισαν ν’ ακούγονται ομιλίες, οι ήχοι από τα πόδια στο χαλίκι και κάπου-
κάπου ένα πνιχτό γελάκι, ε, τότε βεβαιώθηκαν ότι θα μάθαιναν το μάθημα καλύτερα.

Κάποια στιγμή, το ανάλαφρο βουητό ανέβηκε τις σκάλες, πλησίασε κι έγινε πιο δυνατό,
και τέλος άνοιξε η βαριά πόρτα της βιβλιοθήκης και άρχισαν να μπαίνουν και να
μπαίνουν και να μπαίνουν. Να μπαίνει μια γοητευτική ψηλή μελαχρινή, γεμάτη και με
σαρκώδη χείλη, να μπαίνει μια λεπτή ξανθιά με εκπληκτικής αρμονίας χαρακτηριστικά,
να μπαίνει και μια κούκλα καστανή, να μπαίνουν κι άλλες κι άλλες κι άλλες. Να μπαίνει η
Κ., να μπαίνει η Δ., να μπαίνει η Μ. Οι δύο τελευταίες ήταν μεγαλύτερες αδελφές
συμμαθητών, γεγονός που προκαλούσε υπονοούμενα, πειράγματα και μικροκαβγάδες και
που καταχωρείται βέβαια ως συμπτωματικό και παντελώς αδιάφορο.

Να μπαίνουν καλοχτενισμένες, να μπαίνουν παρφουμαρισμένες, να μπαίνουν στην
εντέλεια ντυμένες. Να εισβάλουν με τα χείλη και τα μάτια τους, με τις ανάλαφρες και
κάποτε έντονες καμπύλες τους, όχι σαν μαμάδες, σαν αδερφές, σαν κοριτσάκια της
γειτονιάς και σαν συμμαθήτριες. Να μπαίνουν στο καθημερινό γκρίζο σαν σκηνές από
έγχρωμο έργο, μεθυστικές σαν όνειρο και σαν γυναίκες. Να εισβάλουν κατευθείαν στη
πρώτη εφηβεία των αγοριών με τα σπυράκια ανάμεσα σε αραιά γένια, με τα
τσαλακωμένα ακόμη μαλλιά από τον ύπνο ή πατημένα απ’ τον φιλέ με τη γραμμή στον
σβέρκο, με τα σακουλιασμένα παντελόνια, με τα γδαρμένα παπούτσια και γόνατα.

Η Κ. έκανε μια χαριτωμένη και παρατεταμένη κίνηση και αφαιρούσε το μαντώ, σίγουρα
χνουδωτό και αφάνταστα απαλό, το απίθωνε ανάλαφρα πάνω το τραπέζι. Με μια εξίσου
χαριτωμένη κίνηση, η Δ. εναπέθετε την τσάντα της κι ετοιμαζόταν νωχελικά να την
ανοίξει. Και με μιαν άλλη εκδοχή της χάρης, η Μ. έφερνε τα μαλλιά της από τα αριστερά
στα δεξιά, κίνηση που προφανώς τη βοηθούσε να βρει τη σωστή σελίδα στο βιβλίο της.
Μια τέταρτη στις μύτες των ποδιών της τεντωνόταν ελαφρά γιατί δεν έφτανε το λεξικό
στο ράφι και μια πέμπτη λύγιζε τα γόνατα για να πιάσει από κάτω το μαντίλι της.

Τώρα, πώς σταύρωναν τα πόδια κομψά μα και σεμνά, πώς κάθονταν και πώς
σηκώνονταν, πώς χαμηλόφωνα τιτίβιζαν, πώς διάβαζαν το μάθημα της άλλης ώρας και
κρατούσαν σημειώσεις, και πώς τα έκαναν όλα αυτά και άλλα τόσα χωρίς ποτέ το βλέμμα
τους να ανακαλύψει, χωρίς για ένα δευτερόλεπτο να σταματήσει, έστω από περιέργεια,
σε μια ολόκληρη τάξη αγοριών τριγύρω, πώς να το καταλάβει ένα αγόρι; Θα πρέπει να
έχει ένα ταλέντο και μια ικανότητα αντίστοιχη με τη μπάλα ή τις γκαζιές που ή τις ξέρεις
ή δεν τις ξέρεις.

Η επιστήμη κάποτε υποστήριζε ότι το φως ταξιδεύει σε ευθεία γραμμή. Αργότερα
ανακάλυψε ότι η έλξη των ουρανίων σωμάτων τού επιβάλλει την καμπυλότητα και ότι
ευθεία γραμμή στο σύμπαν δεν υπάρχει. Όταν το πρώτο σούσουρο και η αναταραχή
είχαν καταλαγιάσει, και με τις αναπόφευκτες παρατηρήσεις και προτροπές από τη
Θεανώ, όταν τα μολύβια και τα τετράδια είχαν πάψει να πέφτουν και να ξαναπέφτουν
κάτω, η κατάσταση έπαιρνε μια βαθύτερα δραματική και κωμική διάσταση και οι έφηβοι
καταργούσαν όλα τα αξιώματα και τους μέχρι τότε γνωστούς νόμους της αστροφυσικής.

Με χωμένο το κεφάλι στα χέρια τους ή στα βιβλία, άφηναν το φως από τα μάτια τους να
διαπεράσει σαν βούτυρο τοίχους, κολώνες, ράφια και τραπέζια και οποιοδήποτε άλλο
ασήμαντο υλικό εμπόδιο και άλλοτε να ακολουθήσει τεθλασμένες, διακεκομμένες,
κυματικές και ασυνεχείς, παράδοξες και λογικά αδύνατες διαδρομές σε αναζήτηση
πάντοτε των ουρανίων σωμάτων. Των ουρανίων σωμάτων που ανήκαν σε άλλο γαλαξία
και που εξέπεμπαν το δικό τους εκτυφλωτικό φως και αγνοούσαν αυτούς τους
ετερόφωτους και εντελώς δευτερεύοντες πλανήτες.

Η μάταιη αναζήτηση, το μαρτύριο, και η απόλυτη αδιαφορία για τα πιθανά μηδενικά στα
μαθήματα των επόμενων ωρών, ακόμη και για τους σπασίκλες, διαρκούσαν περίπου μισή
ώρα. Γιατί τα κορίτσια έπρεπε εγκαίρως να ετοιμαστούν για να επιστρέψουν στο δικό
τους σχολείο. Ίσως και για να αποφύγουν τους μεγαλύτερους στο διάλειμμα, για τους
οποίους μπορεί και να μην ήταν τόσο ασυγκίνητα.

Οι σπασμωδικές κινήσεις ήταν αναπόφευκτες όπως και οι επικλήσεις. Τα χαμηλόφωνα
επιφωνήματα επιτρέπονταν, το απλανές βλέμμα που παρακολουθούσε τις μύγες και το
άπειρο στο ταβάνι, έξω από το παράθυρο, και μέσα στα ακατανόητα σύμβολα των
βιβλίων, ήταν ρουτίνα. Το ήθος όμως της τάξης και εκκολαπτόμενος ανδρισμός
απαγόρευαν διά ροπάλου τους αναστεναγμούς. Αυτοί μπορούσαν να περιμένουν για
αργότερα και μακριά από το γιούχα της παρέας.

Έμενε τώρα να διαπιστώσουν πώς φοράει η Κ. το μαντώ που είχε βγάλει, πώς βάζει με τα
δακτυλάκια της η Δ. στην τσάντα τα βιβλία και πώς σηκώνεται μαζί με τα αιθέρια μαλλιά
της και κάνει τα πρώτα βήματα η Μ. Και πώς κατορθώνουν, μόλις δίνεται το σύνθημα, να
αποχωρήσουν αιωρούμενες δέκα πόντους πάνω από το πάτωμα. Να αποχωρήσουν και
να διαλυθούν σαν οπτασίες και να αφήσουν αφόρητα άδεια τη βιβλιοθήκη. Έμενε να
περιμένουν, ακόμα ημιλιπόθυμοι και τώρα μόνοι, να αντηχήσει το λυτρωτικό κουδούνι
για να μιλήσουν, να φωνάξουν, να τρέξουν και να εμπλακούν πάλι στα παιχνίδια, να
θυμηθούν το διάβασμα και τον φόβο των καθηγητών. Και τελευταία, κάπου βαθιά
κρυμμένη κι ανομολόγητη, έμενε η προσμονή να περάσει μια ατέλειωτη ανιαρή εβδομάδα
και να ξανάρθει η Τετάρτη της βιβλιοθήκης.

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2009

Μόνος με άλλους έντεκα και την κουβέρτα πάνω απ' το κεφάλι



Έχουν τελειώσει πια όλα τα διαδικαστικά. Ο συνωστισμός στους νιπτήρες, τα
σπρωξίματα και οι καρπαζιές, οι γλίστρες στα πλακάκια, η επιθεώρηση και οι νουθεσίες
του θαλαμάρχη, η βραδινή προσευχή πλάι στα κρεβάτια. Μένει αναμμένο το χλωμό φως
στο διάδρομο και βρίσκεται επιτέλους μόνος με άλλους έντεκα και την κουβέρτα πάνω
απ’ το κεφάλι. Φθινόπωρο προχωρημένο κι είναι πια νύχτα, πιο νύχτα απ’ όσο ποτέ
θυμάται. Έξω φυσάει ένας Βαρδάρης μανιασμένος, σαν της Πλατείας Δικαστηρίων αλλά
πιο ξένος, πιο απειλητικός, το ουρλιαχτό του εισχωρεί από τις χαραμάδες, τα τζάμια
τρίζουν. Όταν καμιά φορά ξεμυτίζει, βλέπει στα μεγάλα παράθυρα από αόρατη δύναμη
να γέρνουν τα κυπαρίσσια.

Τα σεντόνια είναι παγωμένα, η γκρίζα μάλλον στρατιωτική κουβέρτα μυρίζει σαπούνι και
βαρβατίλα, καμία σχέση με τις απαλές καμηλό που έχουν στο σπίτι. Φοράει ακόμη και
στον ύπνο ποδοσφαιρικές κάλτσες, μακριές ως τα γόνατα, κι αν κάποιος το προσέξει θα
δεχτεί παρατηρήσεις και ειρωνικά σχόλια. Τριγύρω περίεργοι συνομίληκοί του από άλλες
γειτονιές της πόλης ή με υποτροφία από τα μακρινά χωριά τους. Πλάι του κάποιος
Φιλινδρής, από πίσω κάποιος Βλιούρας και κάποιος Παπαγεωργίου, πιο κει ο Καραμπίνας,
ο Γλεούδης, ένας κοκκινομάλλης Μπλετζιάν. Τι ονόματα είναι αυτά; Τι φάτσες; Μερικοί
γνωρίζονται μεταξύ τους, ίσως να είχαν πάει στο ίδιο δημοτικό σχολείο. Αυτός δεν ξέρει
κανένα.

Μα τι γυρεύει εδώ, τέλος πάντων; Έχει μιαν ακατάσχετη παρόρμηση να φωνάξει, μαμά,
αλλά είναι μάταιο. Η μητέρα του είναι έξι χρόνια που τους άφησε. Έχει μιαν ακατάσχετη
παρόρμηση να φωνάξει, μπαμπά, αλλά είναι μάταιο. Και ο πατέρας του ετοιμάζεται να
ξαναπαντρευτεί γι’ αυτό τον έστειλε στο οικοτροφείο. Σκέφτεται τον μεγάλο του αδερφό
στο δεύτερο αρρένων, εκεί που ήθελε πάντοτε να πάει, σκέφτεται τους φίλους του στη
γειτονιά, τους παλιούς συμμαθητές του, αλλά αυτοί παραμένουν στη Μητσαίων,
χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά κι αιώνες πίσω.

Ας το χωνέψει λοιπόν καλά. Βρίσκεται τώρα σ’ έναν άγνωστο τόπο, όπου άλλοι μιλάνε
ελληνικά, άλλοι αγγλικά, κι άλλοι μια γλώσσα ανάμικτη, προσποιητή κι αυτάρεσκη.
Πρέπει κάθε πρωί να στρώνει το κρεβάτι του, με το σεντόνι διπλωμένο πάνω απ’ την
κουβέρτα σε τέλεια ευθεία γραμμή και με άψογες γωνίες, για να κερδίσει, λέει, ο θάλαμος
το σημαιάκι που έχουν μονίμως αναρτημένο οι απέναντι. Πρέπει να κάθεται στο τραπέζι
σαν γυμνασμένος σκύλος και να μετράει τις κινήσεις του και τις μπουκιές του. Να
ψελλίζει ξενόγλωσσες προσευχές, να ψάλλει μυστηριώδεις ύμνους, να ακούει ομιλίες που
δεν καταλαβαίνει, να τρώει κουάκερ, νιανιά με γάλα για πρωινό, και μελιτζάνες
παπουτσάκια το μεσημέρι. Ποτέ να μην έχει αρκετούς κεφτέδες με πατάτες τηγανητές
για να χορτάσει. Πρέπει να υπακούει. Και πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνος του.

Ε, βέβαια, και πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνος του. Τα πείσματα και τα ξεραμένα δάκρυα
της απόγνωσης δεν ωφελούν. Οι αναμνήσεις ελάχιστη παρηγοριά προσφέρουν, η
επιστροφή είναι αδύνατη, το μέλλον είναι σκοτεινό κι αυτός δεν έχει κλείσει ακόμη ούτε
τα δώδεκα. Την τελευταία φορά που αρνήθηκε πεισματικά και με σκυμμένο το κεφάλι να
φάει μελιτζάνες, ο διευθυντής του οικοτροφείου μονολόγησε, μα είναι κακομαθημένος.
Κακομαθημένος ή καλομαθημένος, οικοτροφείο ή ορφανοτροφείο, ποια η διαφορά; Κι
ύστερα δήλωσε, δεν μας αφήνεις άλλη διέξοδο, τώρα θα τηλεφωνήσουμε να έρθει ο
πατέρας σου να σε πάρει.

Νόμιζε ότι αυτό ήταν μεγαλύτερη απειλή από τις μελιτζάνες. Μόνος του ή με την
αρραβωνιαστικιά του, του ήρθε να ρωτήσει αλλά δεν ρώτησε. Είπε απλούστατα και με
ανακούφιση, ας έρθει. Είχαν γίνει θέαμα στο εστιατόριο και τελικά, με την αυθόρμητη
παρέμβαση της συμπαθητικής γυναίκας του, ο διευθυντής δέχτηκε να μην τον διώξει
αλλά να του κόψει μερικούς βαθμούς από τη διαγωγή. Δέκα, είπε επιθετικά, πέντε
πρότεινε η κυρία Παρασκευαϊδου παρακλητικά και επικράτησε εκείνη, όπως ήταν φυσικό.

Μόνο κάποια φορά που τον έβαλαν για τιμωρία στο τραπέζι της αυστηρής μεσήλικης
νοσοκόμας ήταν αδύνατον να αποφύγει την αγριάδα στη ματιά της και κυριολεκτικά
πειθαναγκάστηκε να καταπιεί μισή μελιτζάνα σε δόσεις. Ήταν τηγανητή, κάπως
καλύτερη από τα παπουτσάκια, και την πασάλειβε με σκορδαλιά, το μικρότερο κακό, για
να μειώνεται η αποφορά της. Την έριχνε πάνω από τη γλώσσα, σχεδόν αμάσητη,
κατευθείαν στο οισοφάγο. Και διαμαρτυρόταν το φλωράκι απέναντι, παρά τις οπτικές του
απειλές, κυρία, κυρία, αυτός εκεί κάνει γκριμάτσες και δεν μπορώ να φάω.

Την τάξη του τη λένε προκαταρκτική κι άλλοι με τη γελοία λέξη, προπαρασκευαστική.
Είναι, φαίνεται, τα βλαμμένα, αφού δεν ξέρουν γρυ αγγλικά και πρέπει να τους
προπαρασκευάσουν για να πάνε στην πρώτη τάξη με τους προχωρημένους που θα
έρθουν την επόμενη χρονιά. Πρέπει να τους προπαρασκευάσουν και σε πολλά άλλα, να
γίνουν ήρεμοι και υπάκουοι και καθώς πρέπει, όπως οι μελιτζάνες παπουτσάκια. Τα
πρεπάκια μας, λέει με δήθεν ανώτερο και προστατευτικό ύφος και ο Μηνάς, ένας
τετράπαχος βουτυρομπεμπές της πρώτης, και του ‘ρχεται να του ρίξει μπουνιά στη
μούρη.

Μόνο για κάποιον μυστηριώδη και εγκάρδιο Νταμπανιάν αισθάνεται δέος που
απαλύνεται από τη συμπάθεια. Αυτόν από τις μεγάλες τάξεις που έχει αναλάβει να
χτυπάει το κουδούνι και να πατάει με τον κύλινδρο το βρεγμένο χώμα στο γήπεδο του
μπάσκετ. Που καταδέχεται να απευθύνει τον λόγο στους μικρότερους και μάλιστα
χαμογελώντας. Είναι αθλητικός τύπος, ίσως και αρχηγός της ομάδας, γυρίζει, κρύο ή
ζέστη, με μια φανέλα και έχει δεμένο τον καρπό με κάτι σαν μαύρο επίδεσμο. Μπορεί και
για φιγούρα. Τελείως άγνωστο πού μένει και πώς μιλάει με τόση άνεση τα αγγλικά.

Εκείνος όμως πρέπει να παλεύει για να καταλάβει γιατί το κάπα δεν είναι κάπα και το ρο
προφέρεται όπως το πι. Να γεμίζει τετράδια καλλιγραφίας μ’ αυτά το αλαμπουρνέζικα,
χωρίς ποτέ να πετυχαίνει τις ουρίτσες, και να βγάζει στριγκούς ήχους από το λαιμό μέσα
σε μια τάξη που ευκαιρία ψάχνει για να χτυπηθεί από τα γέλια. Μια τάξη και με τους
εξωτερικούς, που έρχονται κάθε μέρα με το λεωφορείο κρατώντας τσάντα και
κατσαρολάκι, κι είναι πιο άγνωστοι από τους άγνωστους του οικοτροφείου. Από τα γέλια,
τα κωλόπαιδα, για κείνον το τσακάλι που γεννήθηκε με τη μπάλα στην πλατεία, για
κείνον από τους αρχηγούς της τάξης στο δημοτικό που είχε πλάκα τα παράσημα στα
γόνατα και τα καλάμια, που σκαρφάλωνε, με τους ζωστήρες δίπλα στους φαντάρους,
τους τοίχους με τα κοφτερά γυαλιά κι έβλεπε τον Βελλιάδη και τον Αμπραχαμιάν, που
έβλεπε τον Άρη, τον Π.Α.Ο.Κ. και την Καλαμαριά στα γήπεδα από πέντε χρονώ. Βάλε με
μέσα, ρε μπάρμπα. Ποιος μπάρμπας να τον σώσει τώρα;

Κοντά σε όλα τ’ άλλα, σου κολλάνε στα καλά καθούμενα και κάτι παρατσούκλια
αντιπαθητικά και άντε μετά να σηκώσεις κεφάλι. Αυτός όμως πρέπει να τα βγάλει πέρα
μόνος του. Όταν κάποτε δεν άντεξε και έβαλε κάποιον κάτω μέσα στον θάλαμο, ίσως να
κέρδισε ένα ίχνος αμήχανου σεβασμού αλλά τα πράγματα γενικά πηγαίνουν απ’ το κακό
στο χειρότερο. Και δεν φτάνει που έμαθε καλό πινγκ πονγκ και κάπως διακρίθηκε στο
πρωτάθλημα του οικοτροφείου ούτε που λύνει τα προβλήματα της αριθμητικής.

Όχι πως δεν έχει και κάποια ευχάριστα το οικοτροφείο. Έχει γήπεδα, έχει το σκάμμα και
την αίθουσα των παιχνιδιών. Έχει και κάποιες βραδιές που τους μαζεύει εκείνος ο
κοντοπίθαρος καθηγητής με τον τεράστιο κόμπο στη γραβάτα, εκείνος που μασάει τις
λέξεις, και βγαίνουν στο δασάκι για να ακούσουν δίσκους στο γραμμόφωνο. Έχει και
κάποια απογεύματα που μοιράζουν φρέσκο ψωμί με κασέρι στην κουζίνα και τρέχει
λιμασμένος από το γήπεδο να προλάβει. Ή τα βράδια που γυρίζει απ’ το μελετητήριο και
διαπιστώνει ότι πέρασε ο πατέρας του και του άφησε στη μεταλλική ντουλάπα κάποια
ανατολίτικα σιροπιαστά γλυκά. Κι όταν το πιάνει το παράπονο, έχει και κάτι απόμερες
γωνιές όπου μπορεί να κλάψει χορταστικά, μόνος και με την ησυχία του.

Στον από κάτω θάλαμο, είναι οι μαθητές της δευτέρας και της τρίτης γυμνασίου, κάτι
ψωμωμένα χωριατόπαιδα δεκάξι και δεκαεφτά χρονώ, κάπως καθυστερημένα στο σχολείο
από την κατοχή και τον ανταρτοπόλεμο. Βουνίσιες φωνητικές χορδές για αβροφροσύνες
και εκλεπτυσμένη προφορά της αγγλικής. Ένα Σάββατο που είχε έξοδο και άργησε το
βράδυ να γυρίσει, το έβαλαν να κάνει ντουζ μαζί τους. Θυμάται ότι οπισθοχώρησε
αυθόρμητα και έμεινε όλη την ώρα με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο. Ένας απ’
αυτούς, ο Γιακουμάκος, ή γέρος όπως τον φωνάζουν οι μεγάλοι και δεν τολμούν οι μικροί,
είναι και πρώτος ποδοσφαιριστής.

Ε, ναι, λοιπόν, φαίνεται ότι τη λύση θα τη δώσει και πάλι το ποδόσφαιρο. Τον επιλέξανε, ο
πρόεδρος και ο σύμβουλος της τάξης, για χαφ στην ομάδα της προκαταρκτικής και στο
εσωτερικό πρωτάθλημα αντιμετώπισαν πρώτα τους γέρους και τους βλάχους του κάτω
θαλάμου. Στο χορταριασμένο γήπεδο με κανονικές εστίες, όπου έπαιζε στην τρίτη
κατηγορία και ο Εθνικός Πυλαίας, έξω από την περίφραξη του Κολλεγίου.

Δεν έχει ξαναγίνει τέτοιο μονότερμα. Μόνο μια φορά ξέφυγε ο Πολύβιος με τη μπάλα κι
έφτασε ως τη μεγάλη τους περιοχή κι αυτό ήταν όλο. Έτρωγαν βροχή τα γκολ από
αντιπάλους που τους περνούσαν τουλάχιστον ένα κεφάλι. Λυπόταν και τον Παυλάκη,
που ήταν καλός τερματοφύλακας και ακόμη καλύτερο παιδί, να κυνηγάει μετά τα γκολ
τη μπάλα στη χαράδρα. Τότε περιορίστηκε στην άμυνα σαν σέντερ μπακ και, με τα παλιά
ποδοσφαιρικά του αδερφού του, τα έδωσε όλα. Κι ας του έσκιζε ένα καρφί την πατούσα.
Μέσα στη λάσπη δεν φοβήθηκε ούτε τον Γιακουμάκο.

Έχασαν βέβαια με αστρονομικό σκορ αλλά ο διευθυντής του οικοτροφείου τον φώναξε,
αγριεμένο, βρώμικο και μουσκίδι στον ιδρώτα, και τον επαίνεσε αφειδώς μπροστά σε
συμμαθητές, καθηγητές και άλλους. Κι όταν γυρίζανε στο οικοτροφείο, είδε ξαφνικά πλάι
του τον γέρο στην απότομη ανηφόρα. Εκείνος του έριξε ένα μονάχα βλέμμα και είπε με
την ασήκωτη φωνή του. Έπαιξες καλά, μπαγάσα, σήμερα. Αυτό το καλά έκανε για δέκα
επαίνους και βραβεία απ’ την επίσημη ιεραρχία.

Έτσι τώρα που έχουν τελειώσει πια όλα τα διαδικαστικά και βρίσκεται μόνος επιτέλους με
άλλους έντεκα και την κουβέρτα πάνω απ’ το κεφάλι, κι ο Βαρδάρης ουρλιάζει λυπημένα
έξω, ξέρει καλά πως είναι ανώφελο να ρωτάει πώς βρέθηκε εδώ κι αν θα μπορούσαν να
έχουν έρθει αλλιώς τα πράγματα. Να είχε λίγη τύχη. Και ξέρει πως θα τα βγάλει πέρα
μόνος του, έστω και στο άγνωστο, έστω και χωρίς φίλους. Και πάνω εκεί, ξεχνάει τους
γονείς του, ξεχνάει τα ξεραμένα δάκρυα και την πικρή γεύση στο στόμα, το σπίτι που
είχε κάποτε. Κι ενώ τον παίρνει ο ύπνος, αφήνεται στα δώδεκά του χρόνια κι ανοίγεται
σε μια θάλασσα μεγάλη σαν ωκεανό. Μεγάλη σαν τον πόνο, σαν τα μυστήρια και τα
θαύματα που ελλοχεύουν στη στροφή του δρόμου.