Μια ανθολόγηση από τα πεζά κείμενα του Τόλη Νικηφόρου (διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια) με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη



«Η ζωή μας αποτελείται όχι από μέρες,
μήνες και χρόνια,
αλλά από δευτερόλεπτα
που αιωρούνται και σκορπίζουν
στην άκρη του γκρεμού.
Δευτερόλεπτα αιφνιδιαστικά και γοητευτικά,
δευτερόλεπτα επικίνδυνα»

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Η γαρδένια



Οι έγκλειστοι στο κέντρο της πόλης, μέσα στο μπετόν και τα καυσαέρια, ελάχιστη
επαφή έχουν με τη φύση. Ιδιαίτερα αν, όπως εγώ, έτυχε να γεννηθούν εκεί,
αγνοούν ακόμη και τα ονόματα των δέντρων και των λουλουδιών, εκτός από
τα πολύ κοινά, και χαίρονται με την καρδιά τους όταν τύχη να βγουν στην εξοχή.

Όταν πριν λίγους μήνες μετακομίσαμε στο τέρμα της Άνω Τούμπας, όχι μόνο βρέθηκα
ξαφνικά στο περιβάλλον της γειτονιάς, με τα παιδιά να παίζουν στους δρόμους αντί τα
αυτοκίνητα, με τους μαγαζάτορες να ξέρουν το μικρό μου όνομα, με τις γειτόνισσες στα
μπαλκόνια και την καλημέρα τους, αλλά και για πρώτη φορά ήρθα σε άμεση και
καθημερινή επαφή με τη φύση.

Το διαμέρισμα αυτό, δυο μέτρα από το χώμα, τραβούσε σαν μαγνήτης τον ήλιο στα
μεγάλα του παράθυρα. Στο ευρύχωρο σαλόνι εκπληρώθηκε το αρχαίο μας όνειρο, μια
τεράστια βιβλιοθήκη σε ανοιχτό χρώμα ξύλου που κάλυπτε ολόκληρο τον τοίχο και
δέχτηκε όσα βιβλία μας είχαν απομείνει από τις είκοσι μετακομίσεις, την περιπλάνηση
στην ξενιτιά και τις υγρές αποθήκες. Καθόμουνα και τη καμάρωνα φωτισμένη, διάλεγα
ένα βιβλίο από το ράφι, του ‘ριχνα μια ματιά, ύστερα το ‘βαζα στη θέση του και διάλεγα
ένα άλλο.

Στο μπαλκόνι, γύρω-γύρω, λίγο στενό αλλά ατέλειωτο σε μήκος, βάλαμε γλάστρες
κόκκινες και τις γεμίσαμε φυτά. Εκεί έμαθα για πρώτη φορά τα γεράνια και τις πετούνιες
με λουλούδια πορτοκαλί και μωβ, δεκάδες αποχρώσεις. Προτιμήσαμε τα σκληρά και
ανθεκτικά φυτά και γέμισαν οι τοίχοι από τα φύλλα του αμπέλοψι που στριφογύριζε,
γαντζωνόταν, ανέβαινε παντού, και το φθινόπωρο, πριν φυλλορροήσει, έπαιρνε το βαθύ
χρώμα της φωτιάς. Κάτω από το μπαλκόνι είχαν φυτρώσει αγριόχορτα και ζιζάνια. Με
την αδυναμία μου για κάθε είδους πράσινο, ποτέ δεν τα ξερίζωσα, μάλιστα αρκετές φορές
τα είχα ποτίσει.

Μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο της δύναμης και της αυτάρκειας, λίγο νερό κάθε τρεις μέρες
ήταν όλο κι όλο που ζητούσε, εγκαταστάθηκε βασίλισσα λεπτεπίλεπτη, τρυφερή και
παράξενη μια γαρδένια. Σε λίγο καιρό μεγάλωσε μέσα στον κόκκινο τενεκέ της και γέμισε
μπουμπούκια αλλά σχεδόν ταυτόχρονα τα φύλλα της άρχισαν να κιτρινίζουν και να
μαραίνονται. Δοκιμάσαμε διάφορα δυναμωτικά, λιπάσματα, βιταμίνες, ήρθε κι ένας φίλος
μας γεωπόνος που την εξέτασε με τον φακό του και αποφάνθηκε. Κι ωστόσο τα
μπουμπούκια της συνέχισαν να ξεραίνονται και να πέφτουν πριν ανθίσουν.

Ένα πρωί τηλεφώνησα στο γραφείο ότι ήμουν αδιάθετος, βγήκα στο μπαλκόνι και κάθισα
δίπλα της σ’ ένα σκαμνί. Με υγρό σφουγγάρι θαλασσινό καθάρισα ένα-ένα τα
φυλλαράκια της ενώ της ψιθύριζα γλυκόλογα, την έλεγα κορίτσι μου, μικρό και χαϊδεμένο
μου. Κι ύστερα της διηγήθηκα παραμύθια, παράξενα τρελά παραμύθια, βγαλμένα από
την παρόρμηση της στιγμής. Και της τραγούδησα με μια φωνή αργή και διστακτική όπως
ο καθένας κάποτε είπε το πρώτο σ’ αγαπώ.

Από τη μέρα εκείνη η γαρδένια πήρε επάνω της. Σύντομα τα μπουμπούκια της
μισάνοιξαν σε εκθαμβωτικά κατάλευκα λουλούδια και η μεθυστική τους ευωδιά
πλημμύρισε τον χώρο. Έτσι τώρα με τη γαρδένια μου έχω μια σχέση σχεδόν ερωτική που
δεν πρέπει ποτέ να παραμελήσω. Της μιλάω, την αγγίζω απαλά κι εκείνη συλλαμβάνει τα
μυστικά κύματα που εκπέμπω, με τις ευαίσθητες κεραίες της εκείνη καταλαβαίνει.

Και κάθομαι και συλλογίζομαι μήπως ήταν τα λιπάσματα ή κάποια θεραπεία επιστημονική
κι όχι οι τρέλες οι δικές μου. Μήπως το βλέμμα δεν γλιστράει σαν το νερό στη επιφάνεια
των πραγμάτων. Μήπως η λογική δίνει σε όλα εξήγηση και δεν υπάρχουν μυστηριώδεις
εκδοχές κι ανεξακρίβωτες δυνάμεις που καθορίζουν τη ζωή μας.

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Αίθουσα αναμονής


(όπως την είδε η Εύα Μπέη το 1976)


(όπως την είδε η Τζούλια Φορτούνη το 2009)



«Ότε από του Ιουλίου 1946 ήρχισαν να εμφανίζωνται και εν τη περιοχή του νομού Θεσσαλονίκης ένοπλοι
ομάδες συμμοριτών, ο κατηγορούμενος, ονειροπολών εγκλήματα κατά των εθνικοφρόνων και φιλησύχων
πολιτών και κατά τις πατρίδος του, εγκαταλείπει την ήσυχον ζωήν της πόλεως και εξέρχεται εις την ύπαιθρον
όπου μετ’ άλλων αναρχικών, πλέον των τριών, εσχημάτισεν ένοπλον ομάδα κατέχων προσέτι και πολεμικόν
υλικόν επί των σκοπώ όπως υπό την ιδιότητα του απλού συναιτίου προσβάλλη δια βίας τας αρχάς και
εκτελέση αδικήματα κατά της ζωής και σωματικής ακεραιότητος, ληστείας και εμπρησμούς. Υπό την ιδιότητά
του ταύτην, έδρασε μέχρι του Ιουλίου 1949 ότε, εξοντωθέντος του συμμοριτισμού εν Ελλάδι, δια να αποφύγη
την σύλληψιν και τον εγκλεισμόν του εν ταις φυλακαίς δια την ανωτέρω εγκληματικήν του δράσιν,
εγκαταλείπει το έδαφος της πατρίδος του μεταβάς εις τας χώρας του σιδηρού παραπετάσματος.»



Είναι αρκετή ώρα που περιμένει καθισμένος σε τούτο το τετράγωνο τραπεζάκι καθώς
το βραχνό μεγάφωνο διαρκώς αναγγέλλει αφίξεις και αναχωρήσεις. Μπροστά του το
ξεραμένο υπόλειμμα του καφέ, άδεια μπουκάλια από πορτοκαλάδα, δεκάδες λευκά
αποτσίγαρα. Είναι αλήθεια πως έφτασε κάπως νωρίς στον σταθμό, δεν είχε ακόμα
σουρουπώσει, τώρα το τεχνητό φως δίνει μια παράξενη απόχρωση στα πρόσωπα που
εναλλάσσονται τριγύρω του. Νοιώθει περίεργα με τούτη τη μεγάλη αγκαλιά λουλούδια
που κουβάλησε, δεν ξέρει πώς να τα βολέψει, τα κράτησε πρώτα σφιχτά στο στήθος του
με τα δυο χέρια, ύστερα τα τοποθέτησε αριστερά, τα μετατόπισε δεξιά, τα άφησε σε μια
καρέκλα. Κοιτάζει ψηλά το στρόγγυλο ρολόι με τους χρυσούς δείκτες, τα ξαναπιάνει
διστακτικά και τα αφήνει πάλι. Έχει και κάποια καθυστέρηση το τραίνο από την
κακοκαιρία κι ο χρόνος της αναμονής αυξάνει στην ευρύχωρη, ακατάστατη αίθουσα.
Όχι πως τον πειράζει να περιμένει, είναι γερά προπονημένος, όλη του η ζωή κάτι σαν
αναμονή του φαίνεται κι οι λίγες τελευταίες ώρες το φυσιολογικό αποκορύφωμά της.
Έξω άρχισε να βρέχει κι οι σταγόνες διαγράφουν άπειρα σχήματα στα τζάμια. Θυμήθηκε
ότι δεν έφαγε το μεσημέρι, αγόρασε ένα κουλούρι από τον μικρό που περνάει
σηκώνοντας επιδέξια το ταψί και το δαγκώνει μηχανικά.

Εσύ, βρε, θα σιάξεις τον κόσμο, εσύ θα διορθώσεις το ρωμέικο; Αυτός, αγύριστο κεφάλι.
Φορτώθηκε τις καταδίκες και χάθηκε πίσω απ’ τα σύνορα. Αισθάνεται υπεύθυνος γιατί
δεν μπόρεσε να τον αλλάξει. Ίσως δεν έκανε αρκετά για να το πείσει να φερθεί με
σύνεση, να μην εκτίθεται έτσι απροκάλυπτα. Και ήταν ο μικρός του αδερφός, μονάκριβος
και χαϊδεμένος. Ύστερα, η ζωή τράβηξε τον δρόμο της. Κατάπιε την πίκρα του και το
παράπονο και ρίχτηκε με πάθος στη δουλειά, σαν να ‘ θελε κάτι να αποδείξει ή να
ξεχάσει. Έφτασε κάπου. Όμως δεν ξέχασε, πώς θα μπορούσε; Όσο κι αν έκρυψε τη
φωτογραφία του στο συρτάρι κι έναν καιρό απαγόρευσε στο σπίτι να αναφέρεται το
όνομά του. Εκείνος τον βασάνιζε κρυφά, διεκδικούσε δικαιωματικά τη θέση του, τον
έκαιγε με τα μαύρα φλογισμένα μάτια του από μακριά. Η απουσία του πλανιόταν στην
ατμόσφαιρα, απέκτησε τη δική της οντότητα, και στις κουβέντες τους ήταν σαν να
ρωτούσανε τη γνώμη του. Το άγγιγμά του έμεινε στα βαριά τους έπιπλα, η μορφή του
παιχνίδιζε αβέβαια στη γυαλιστερή επιφάνεια της οξιάς. Καμιά φορά όταν χτυπούσε το
κουδούνι σε ώρα ακατάλληλη, ταραζότανε ανεξήγητα.

Άφησε τώρα ανόρεχτα το μισό κουλούρι στο πιατάκι κι άναψε τσιγάρο. Έβγαλε την
απογευματινή εφημερίδα, την άνοιξε με απότομες κινήσεις, τα μάτια του χοροπήδησαν
στους τεράστιους τίτλους, γύρισε μία- μία τις σελίδες μα δεν κατόρθωσε να
συγκεντρωθεί σε κάποιο άρθρο, κάποια είδηση σημαντική. Τη δίπλωσε και την έχωσε πάλι
στην τσέπη. Σκούπισε με το μαντίλι τα χέρια του που είχαν μαυρίσει από το
τυπογραφικό μελάνι. Είκοσι λεπτά ακόμη, δεκαοκτώ για την ακρίβεια. Πάντοτε του
‘φερνε μια θλίψη το πλήθος στους σταθμούς, λες και το ταύτιζε πιότερο με τον χωρισμό
παρά με την αντάμωση. Τον εκνεύριζαν και οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι με το
βαριεστημένο, επαγγελματικό τους ύφος. Γι’ αυτούς ήταν ρουτίνα, αδυνατούσαν να
καταλάβουν τι ένοιωθαν οι άνθρωποι με τις βαλίτσες, αυτοί που έγερναν από τη μια
μεριά κι οι άλλοι που περίμεναν ή αποχαιρετούσαν. Περιεργάστηκε τη φτηνή
διακόσμηση. Ένας χώρος που χρησιμοποιείται απ’ όλους και δεν ανήκει σε κανένα, μια
αίθουσα χωρίς ταυτότητα. Τα βλέμματα αποστρακίζονται στις γκρίζες επιφάνειες που δεν
αφήνουν το παραμικρό ίχνος στη μνήμη.

Κάποτε έμαθε ότι αρρώστησε βαριά, ήταν ανάμεσα ζωής και θανάτου. Αναστατώθηκε,
παράτησε τη δουλειά του χωρίς να κάνει και τίποτα ουσιαστικό, έβριζε εκείνους που δεν
του έδιναν διαβατήριο. Η μπόρα πέρασε, η δυνατή κράση του παλιού αντάρτη νίκησε
την αρρώστια. Μα έμεινε μακριά, πάντα μακριά. Τις μέρες εκείνες, ξέθαψε τη
φωτογραφία του, την έβαλε στο πιο φανερό μέρος της βιβλιοθήκης και δεν ντρεπότανε
πια να λέει, ο αδερφός μου, που είναι έξω, μα θα γυρίσει κάποτε να ζήσουμε μαζί.
Συμβιβαστήκανε, αυτός και η φωτογραφία, βρήκανε κάποιο τρόπο να κοιτάζουν προς την
ίδια κατεύθυνση. Αυτά που κάποτε τους χώρισαν, χάσανε εντελώς τη σημασία τους.
Όμως στα ελάχιστά του γράμματα ήταν λιγόλογος, σχεδόν λακωνικός, σαν να φοβόταν
κάτι, σαν ακόμα να τον εμπόδιζε το πείσμα κι η περηφάνια του.

Το ξανθό κοριτσάκι που τεντώνει τα πόδια του στον καναπέ, αφού έψαξε καλά- καλά να
βρει κάτι να παίξει, κράτησε τη ματιά του σε τούτο τον ηλικιωμένο άνθρωπο με το παλτό
που κάθεται απέναντι ανήσυχος, άλλοτε φαίνεται βυθισμένος σε βαθιά συλλογή κι
άλλοτε δαγκώνει νευρικά τα χείλη, κάνει κάτι γκριμάτσες όπως ακριβώς η αγαπημένη της
κούκλα, είναι τόσο αστείος με τα λουλούδια δίπλα του και τ’ αραιά γκρίζα μαλλιά του,
πολύ πιο μεγάλος από τον μπαμπά, σκέτος παππούς, χωρίς ωστόσο εκείνη τη βραδύτητα,
τη ραθυμία στις κινήσεις που έχουν οι μεγάλοι άνθρωποι. Τα μάτια του πίσω από τα
γυαλιά είναι κόκκινα, μα όχι όπως του λύκου στα παραμύθια, κάπως αλλιώτικα, σαν να
τον έχουν μαλώσει που δεν έφαγε το φαγητό του ή για κάποια άλλη αταξία. Τον κοίταξε
από πάνω ως κάτω, έξυσε τη μύτη της κι ύστερα τον βαρέθηκε και γύρισε σε κάτι άλλο.


Όταν άρχισαν να γυρίζουν λίγοι- λίγοι ξαφνιάστηκε, με δέος αντίκρισε την άμεση
προοπτική. Όμως δεν έχασε καιρό, έκανε τις σχετικές αιτήσεις, γνώρισε καλά τις
αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες με τα μυστηριώδη αρχικά, τον κόσμο που περίμενε στωικά
στους προθαλάμους με μιαν ακόμη ρυτίδα χαραγμένη στο μέτωπο. Πρώτα του δήλωσαν
πως «ερευνάται», μετά φαίνεται πως το θέμα σημείωσε κάποια πρόοδο γιατί του είπαν
ότι «μελετάται», κι ύστερα, «περάστε σε είκοσι μέρες», και μετά, «ελάτε σε δύο
εβδομάδες», κι αργότερα, «βρίσκεται στον κύριο υπουργό» και τέλος, «δυστυχώς
απερρίφθη». Κατάλαβε κι άλλαξε τακτική. Αυτός που ποτέ δεν είχε ζητήσει στη ζωή του,
χτύπησε πόρτες, υποχρεώθηκε σε γνωστούς και ξένους, ταπεινώθηκε, μα κάποτε τα
κατάφερε. Και τότε, όταν πια καθορίστηκε η μέρα, βγήκαν τα εισιτήρια, δεν έμενε καμιά
αμφιβολία, κάθισε σπίτι και το στόλισε. Έφτιασε το δωμάτιο του, ο ίδιος το περιποιήθηκε,
έβαλε μέσα όλα τα παλιά του έπιπλα, ξανά λουστραρισμένα, άνοιξε το μπαούλο κι
άπλωσε τα πολύχρωμα στρωσίδια, καμιά λεπτομέρεια δεν λησμόνησε, θα ήταν σαν να
μην είχε τίποτα αλλάξει, σαν να είχε εκείνος πεταχτεί για δυο λεπτά στο περίπτερο της
γωνίας, σαν να μην είχε απομακρυνθεί από τη γειτονιά τους.

Σηκώθηκε, πλήρωσε τον λογαριασμό, μάζεψε τα λουλούδια του, προσπέρασε την ουρά
μπροστά από τις θυρίδες και βγήκε στον μακρύ διάδρομο που οδηγούσε στην αποβάθρα.
Κάπως ζαλίστηκε και κοντοστάθηκε, ύστερα πήρε θάρρος, βρήκε τη σωστή πινακίδα κι
ανέβηκε ένα- ένα σταθερά τα σκαλοπάτια, στάθηκε μπροστά στις σιδηροδρομικές
γραμμές. Η βροχή είχε σταματήσει. Ο βραδινός αέρας, δριμύς και γιομάτος από τη
μυρωδιά της γης, τον χτύπησε στο πρόσωπο. Ίσως θα έπρεπε να συγκρατηθεί, οι
υπερβολικές εκδηλώσεις δεν ωφελούν, ίσως να φέρνουν μάλιστα το αντίθετο
αποτέλεσμα, βέβαια, έπρεπε να διατηρήσει κάπως την ψυχραιμία του. Σήκωσε το κεφάλι
και προχώρησε. Με διαπεραστικά, αλλεπάλληλα σφυρίγματα ο μακρύς συρμός μπήκε
αργά στον σταθμό φωτίζοντας το πλήθος με τον προβολέα του. Έψαξε τα παράθυρα μα
δεν τον είδε ή μήπως δεν μπορούσε πια καλά να δει, σκούπισε τα γυαλιά του, είναι και
λίγο δύσκολο να τον γνωρίσει, έχουνε βέβαια περάσει τόσα χρόνια, μα πού είναι, τι κάνει
και δεν έρχεται, τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών του.

Κι ύστερα, ο ξενιτεμένος βγήκε ξαφνικά μέσα από τους καπνούς και την ομίχλη,
απλώνοντας γελαστά τα χέρια. Τον έσφιξε, τον έσφιξε και δεν μπορούσε να μιλήσει,
αδύνατον να βγάλει λέξη, τα μάτια του τρέχανε, η μύτη του έτρεχε κι έκρυβε το
πρόσωπό του στον γιακά του άλλου, δεν ήθελε να τον αφήσει μην ξαναφύγει, γιατί
αυτός ξέρετε είναι ο μικρός του αδερφός, μην βλέπετε που γέρασε, γι’ αυτόν θα ‘ναι
μικρούλης πάντα, ναι, βέβαια, ο μικρός του αδερφός που τους χωρίσανε πριν τόσα
χρόνια. Μα τώρα πια όλα περάσανε, τίποτα μα τίποτα δεν χάθηκε, θα βγουν απ’ το
μεγάλο κτίριο πιασμένοι χέρι-χέρι, να πάρουν τον μεγάλο δρόμο, σαν τότε που ήτανε
παιδιά, σαν τότε πριν από καιρό που είχαν όλη τη ζωή μπροστά τους.

Από τη συλλογή διηγημάτων, Ονειροπολών εγκλήματα, 1976, 1977
(Το διήγημα αυτό δημοσιεύτηκε στο Βήμα της Κυριακής την 23.5.1976)

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

Το μαγικό χαλί


Πρώτο δωμάτιο
Πιτσιλιές λαμπερές που κρύβουν μέσα τους το χάδι πουπουλένιο, ίδια τα μάτια
της γιαγιάς, γραμμές, ορθογώνια και ρόμβοι, μυριάδες σχήματα, λούζομαι ώρες
ατέλειωτες σε παράξενα κοκκινωπά ποτάμια, πλανιέμαι σε λιβάδια αχνογάλαζα,
κιτρινωπά χωριά και βουνά κάτασπρα. Το χαλί απλώνεται ανάμεσα στον φιλικό
καναπέ και τη βιβλιοθήκη, φτάνει μέχρι κάτω απ’ το παράθυρο, σχεδόν ως την
πόρτα, παραστάτες κι ευκίνητοι φρουροί του δυο καρέκλες γερές, τετράγωνες.
Οι μορφές αλλάζουν όπως εγώ διατάξω, τα σύμβολα παίρνουν νόημα κατά την
προσταγή μου.

Σαν έρθει η στιγμή για το αποκορύφωμα της ηδονής, βουλιάζω όσο να νιώσω το
σανιδένιο πάτωμα, χώνω τα πόδια κάτω από το τραπεζάκι κι από τη μια αγγίζω την
κουρτίνα που πέφτει βαριά και πολυκύμαντη, από την άλλη σέρνομαι ως τη γλάστρα
με τα μακριά, μυτερά φύλλα. Αφομοιώνομαι σ’ οργιαστικό αγκάλιασμα και τα ποτάμια
αρχίζουν να τρέχουν κάτω από το δέρμα μου, τα μάτια μου θαμπώνουν από λιβάδια
και βουνά, ζω μέσα στα κίτρινα χωριά σαν πολύτιμη ουσία που διαχέεται απ’ τα
γεννητικά όργανα – γελαστές, λαχανιαστές, τρυφερές σκιές – να γονιμοποιήσει,
να γεννήσει, να βρει την εκπλήρωση.

Βρίσκομαι σ’ ένα φανταστικό κόσμο κι ο παντοδύναμος μάγος είμαι εγώ. Μετράω
τους πιστούς μου υπηρέτες, τα πειθήνια όργανά μου κι ελέγχω αυστηρά τις κινήσεις
τους. Ανοίγω το ραδιόφωνο κι ακούω φωνές βραχνές, στριγκές ή βελούδινες,
μυστηριώδεις γλώσσες, αλλόκοτες μουσικές, χαϊδεύω το καλοριφέρ κι ακουμπάω
τα χέρια μου καυτά στα μάγουλα, ανάβω και σβήνω τα φώτα. Ζητάω από το τηλέφωνο
να χτυπήσει κι αργά ή γρήγορα η επιθυμία μου εκπληρώνεται με διαπεραστικούς ήχους.
Ύστερα επιβάλλω σιωπή απόλυτη, αδιατάραχτη, ιερή σιγή, ν’ αφουγκραστώ στις ρίζες του
μυαλού μου να σαλεύει ανεπαίσθητα τα χαρούμενο σπέρμα της φυλής.

Δωμάτιο δεύτερο
Βιβλία, βιβλία, βιβλία. Πανόδετα, δερματόδετα με χρυσά γράμματα, φτηνές εκδόσεις
με φύλλα που φεύγουν, φθαρμένα από τον χρόνο και κατακαίνουρια, ορθογώνια και
τετράγωνα, μεγάλα και μικρά, έξι ολόκληρες σειρές βιβλία άσπρα ή μαύρα … πράσινα,
κόκκινα και πορτοκαλιά. Χοντρές εγκυκλοπαίδειες κι αστυνομικά μυθιστορήματα,
πεζογραφία και ποίηση και σύγχρονη πολιτική επικαιρότητα, βιβλία επιστημονικά
ξενόγλωσσα κι ελληνικά, ακόμα και στην καθαρεύουσα, παθιασμένα ή ψυχρά,
αδέσμευτα … βιβλία, βιβλία, βιβλία.

Τυπογραφικά στοιχεία λεπτά και βαριά και μεγάλα, καλλιτεχνικά, διαγράμματα και
εικόνες, κι ονόματα φανταστικά. Ήρωες, δαίμονες, οπτασίες αμέτρητες … και το
κοινό βάζο μ’ ένα τριαντάφυλλο μπουμπούκι.

Βρίσκομαι σ’ ένα κόσμο γυμνό και ξένο , σύμβολά του οι επιφάνειες και το δοκάρι που
προεξέχει. Τοίχοι μονότονοι, άχρωμοι, αποστερημένοι…δεν τους απαλύνουν κάδρα και
πίνακες, καμιά ανάσα δεν τους ζεσταίνει. Πάτωμα και ταβάνι. Εδώ μέσα ζω χωρίς να
γνωρίζω πώς και γιατί, κι εδώ είμαι αναγκασμένος να μείνω. Γι’ αυτό ξεγλιστράω, φεύγω,
δραπετεύω με τα πλεούμενα που είναι αποκλειστική μου κατοχή και περιουσία,
απόκτημα προσωπικό, ιδιωτικό, ανέγγιχτο. Οι λέξεις τους με οδηγούν στα μεσούρανα,
στη γη της επαγγελίας, στο ελντοράντο όπου τρέχει ποτάμι το χρυσάφι από τα μάτια
των ανθρώπων.

Τρίτο δωμάτιο
Κάθομαι σε μια πολυθρόνα. Το δωμάτιό μου το γνωρίζω …όχι τέλεια μα αρκετά καλά .. τα
χρώματα, τις επιφάνειες και τα βάθη, τις συσκευές της επικοινωνίας. Τους τοίχους και το
δοκάρι, το χαλί, τα βιβλία. Εδώ φυλάγω τα πολύτιμα και τα ευτελή, είναι όλα δικά μου
αλλά όχι αποκλειστικά. Ξέρω πως αλλάζουν όταν τ’ αγγίζω με χέρι που κι εκείνο
μεταβάλλεται … λιγάκι. Και αν βάλω το μαύρο βιβλίο μετά το πράσινο, ο κόσμος δεν θα
είναι πια ο ίδιος. Κι αν από την πολυθρόνα μετακινηθώ στην καρέκλα, ο κόσμος γίνεται
αλλιώτικος. Κι αν σηκώσω το τηλέφωνο, πολλές δυνατότητες. Κι αν τολμήσω να μιλήσω
πρόσωπο με πρόσωπο, άπειρες.

Ανοίγω την πόρτα διάπλατα, ανοίγω τα παράθυρα. Να φύγουν και να ‘ρθουν όσα είναι κι
όσα μπορώ. Ζω σ’ έναν κόσμο γνωστό, σ’ έναν κόσμο μυστήριο. Έμαθα να ανακαλύπτω,
ν’ αγωνίζομαι για μένα και τους άλλους, τη διάρκεια στην πίστη. Ξέρω πως το μέλλον
είναι αύριο και τώρα, τώρα και αύριο. Αυτή είναι η μόνη μου απόλυτη βεβαιότητα.



Σε μυστικά δωμάτια υφαίνεται με δάχτυλα σκληρά ή ευαίσθητα … από τεχνίτες που
υποπτεύονται πως το έργο μπορεί και να μην έχει τέλος – αυτή είναι η φύση του – που
ελάχιστα κατέχουνε υπόσταση και τον σκοπό της κίνησης. Βλέπουνε – ο καθένας – μικρά
κομμάτια ή από μια μόνο θέση. Ταγμένοι να υφαίνουν. Όταν πεθαίνουν μετουσιώνονται σε
απειρόχρωμες κλωστές.

Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2009

Υποτροφία

Θα χωθώ βαθιά στην πολυθρόνα και θ' απλωθώ στο τραπεζάκι, το βλέμμα μου νωχελικά
θα αιωρηθεί στον σκουροπράσινο τρούλο να ψηλαφήσει την γυαλιστερή επιφάνεια πίσω
από τα κυπαρίσσια, θα χοροπηδήσει ανάλαφρα στα κεραμίδια με τα σπουργίτια, κι αφού
χορτάσω προσμονή με χαλαρό το σώμα ολόκληρο, για πρώτη φορά λεύτερα θα σκεφτώ τί
θέλω να κάνω και πραγματικά θ' αποφασίσω.

Τέλειωσα πια την αριθμητική, στέγη-τροφή-ρουχισμός-τσιγάρα-έξοδα κινήσεως, διακόσια
χιλιάρικα για τις ελάχιστές μου ανάγκες και οι τόκοι να καλύπτουν την άνοδο του
πληθωρισμού, όχι απληστίες. Θάταν αγνωμοσύνη να πάω σ' ανταγωνιστές, η κατάθεση
θα γίνει σ' άλλο υποκατάστημα της ίδιας τράπεζας.

Πέντε χρόνια υποτροφία. ΄Ολα τα παλιά, καχεκτικά μου σχέδια σκορπίζανε τώρα στον
άνεμο της άμεσης αυτής προοπτικής σαν διαφημιστικά φυλλάδια και το μυαλό μου
αναρριγούσε κι απόμενε γαλήνιο, κενό, ηδονικά ξεκούραστο. Με μια λαχτάρα, ερωτική
σχεδόν, για τα μελλούμενα κι ευγνωμοσύνη στους χλωμούς υπαλλήλους με τις
μηχανικές κινήσεις, που, μουρμουρίζοντας παράπονα και μην τολμώντας να σηκώσουν
δέκα μοίρες τον λαιμό ενώπιον, οικοδομούσαν τη δική μου λευτεριά. Μήπως μικρότερη
χάρη χρωστούσα στο επιχειρηματικό δαιμόνιο προϊσταμένων και διευθυντών που, με
πειθαρχική εργασία χωρίς ωράριο, κατόρθωσαν να τετραπλασιάσουν την αξία των
μετοχών σε λιγότερο από έξι μήνες και να δημιουργήσουν το αναγκαίο πλεόνασμα. Ο
υπότροφος κατά κάποιο τρόπο είναι και μέτοχος. Καταθέτοντας το ποσό στο
ταμιευτήριο, είχα την ευκαιρία σε σαράντα εξάμηνα, χώρια ο ανατοκισμός, να το αυξήσω
εκατό τοις εκατό. Αυτό είχε βέβαια θεωρητική μόνο αξία αφού θα τόχα στο μεταξύ
ξοδέψει, ξεπληρώνοντας τ' άλλο μου χρέος, να αναπτύξω στον μέγιστο βαθμό τις
ικανότητές μου. Κάνοντας αυτό που θέλω.

Τί θέλω; Πρέπει να βρεθώ στο κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα για να το διαπιστώσω
αληθινά. Πώς είναι δυνατόν να το φανταστώ τώρα αφού όλα μου τα χρόνια κάνω ό,τι
υπαγορεύει η ανάγκη; Η απλή, κοινή και τετριμμένη βιοτική ανάγκη. Θα μπορούσα,
λόγου χάρη, να θέλω να σκάβω χαντάκια, ωραία, καλλιτεχνικά, ποιητικά χαντάκια, και
να τοποθετώ ηλεκτρικά καλώδια ή σωλήνες υπονόμων. Να δουλεύω στον τόρνο, τη
φρέζα ή την πρέσσα. Να πουλάω αράπικα φυστίκια ή κρατικά και λαϊκά λαχεία, να γράφω
βιβλία ή να ζωγραφίζω. Να μην κάνω τίποτα για ένα διάστημα. Να ρίξω μιαν αδέσμευτη
ματιά τριγύρω και να ξεκαθαρίσω, όσο μπορέσω, το νόημα και τη θέση σ' αυτόν τον
κόσμο. Να φανώ συνεπής. Για τον σκοπό αυτό κάθε άνθρωπος δικαιούται, έχει
υποχρέωση να πετύχει μια υποτροφία. Και δεν ονομάζεται τεμπελιά γιατί τεμπέλης - με
αρκετή μάλιστα δόση δειλίας - είναι όποιος κουτσά στραβά βολεύτηκε και πού καιρός πια
να πραγματοποιήσει εκείνο που ονειρεύεται και πιστεύει.

Ομολογώ ότι είμαι αρκετά καθυστερημένος στα τριανταπέντε μου, όχι γιατί άργησα ν'
ανακαλύψω την αλήθεια, αλλά γιατί μπήκα κι εγώ στ' αυλάκι, στο χαλινάρι, στον ζυγό
και μούλειπε η τόλμη να κάνω το σωστό. Ν' αποδεσμεύσω τις παραγωγικές δυνάμεις, τις
δημιουργικές ορμές που οδηγούν στο κατώφλι της χίμαιρας. Μα έστω και
αργοπορημένος, έστω και χωρίς των άλλων τη συμμετοχή, έστω και με κίνδυνο να
παρεξηγηθώ, εγώ θα προχωρήσω. Θα κάνω το άλμα χωρίς προστατευτικό δίχτυ, μην
περιμένοντας επευφημίες και θύελλα χειροκροτημάτων. Για μένα και για τα παιδιά.


Τα γράμματα βέβαια ανομοιόμορφα αλλά η ανορθογραφία άψογη, τρία λάθη η σωστή
αναλογία. ΄Εκοψα μεθοδικά το τελευταίο έγκλημα, ψαλλίδισα τις διεθνείς ειδήσεις,
προσεκτικά διαμέλισα την αεροπειρατεία και τις πρόσφατες κυβερνητικές δηλώσεις. Εξ
αρμοδίου πηγής. Εύκολα βρήκα τα κεφαλαία σίγμα για τις ΤΕΣΕΡΕΙΣ ΔΑΙΣΜΙΔΕΣ, μα
για τα μηδενικά αναγκάστηκα τελικά να χρησιμοποιήσω όμικρον και να γυρίσω στις
αθλητικές σελίδες για το πεντάρι. Τρεις οριζόντιες με τον παλιό χάρακα (κάτω από το
ΗΡΕΜΑ ΚΡΑΤΑΩ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ η γραμμή ξέφυγε και στράβωσε), άφθονη γκόμα στο
χαρτόνι και η αίτηση ήταν έτοιμη γεμάτη υποσχέσεις. Με τα καουτσουκένια γάντια για
τα πιάτα, καθαρή δουλειά χωρίς αποτυπώματα.

Μάζεψα τη στοίβα από κιτρινισμένες εφημερίδες, όχι αυτές που συνήθιζα να διαβάζω, το
μπουκαλάκι, τα ψαλλίδι και τ' αποκόμματα, έβαλα την αίτηση στο συρτάρι του γραφείου,
βγήκα προσεκτικά στον διάδρομο, αφού πρώτα αφουγκράστηκα κάμποση ώρα, κι έχωσα
τα σκουπίδια στο δοχείο του γείτονα. ΄Εκλεισα το καπάκι σαν νάβαζα την επίσημη
σφραγίδα στο έγγραφο της υποτροφίας.

Τα σύνεργα, περούκα μακριά ξανθά μαλλιά, μουστάκι να χαϊδεύει το σαγόνι, πλαστικοί
σβώλοι για τα μάγουλα, ένα ρολό τσιρότο, όλα από την αντιπροπέρσινη αποκριά,
αραδιασμένα στο ράφι του μπάνιου. Δοκιμή το μουστάκι και μορφασμός επιδοκιμασίας.
Στην ντουλάπα το παμπάλαιο πράσινο σακίδιο με την κουβέρτα πατηκωμένη μέσα, και
δίπλα, τ' αναπηρικό παπούτσι με τη χοντρή σόλα. Ο ξανθός, μακρυμάλλης, κουτσός,
κάπως βρώμικος τουρίστας δες θάμοιαζε ασφαλώς με υπότροφο τραπεζικού ιδρύματος
αλλά καθόλου, τουλάχιστον, και με μένα.

Θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω και μιαν άλλη πρωτότυπη μεταμφίεση, να κόψω δηλαδή
τα μαλλιά μου κοντά, να φορέσω καλοσιδερωμένο κοστούμι, λευκό, άψογο πουκάμισο με
γραβάτα και καρφίτσα, μαντήλι στο τσεπάκι, γυαλισμένα παπούτσια και ύφος πρόθυμο
και υποτακτικό ή αγέρωχο και αδιόρατα περιφρονητικό. Τότε θα περνούσα πραγματικά
απαρατήρητος, το βλέμμα θ' αδυνατούσε να σταθεί επάνω μου, θα ενσωματωνόμουν
απόλυτα στο περιβάλλον. Ποιός προσέχει μια μαύρη πλαστική πολυθρόνα, ένα καφέ
γραφείο, τους γκρίζους τοίχους; Η ευσυνειδησία όμως με την οποία εργαζόμουν
σταματούσε εδώ. Αδύνατον να κατανικήσω την προσωπική μου αντιπάθεια γι αυτού του
είδους το μασκαραλίκι. Καλύτερα φτωχοτουρίστας.

Και βέβαια η όλη υπόθεση είναι συναρπαστική. Και δίκαιη, δίχως άλλο. Βάζω εγώ στη μια
παλάντζα πέντε έως δέκα χρόνια ζωής, έστω και στο μαγγανοπήγαδο, και τον πρότερον
έντιμον βίον ή λευκόν ποινικόν μητρώον, κι η τράπεζα από την άλλη την τιμήν μου,
διακόσια χιλιάρικα. Μηδαμινό ποσό. Αν κάποιος διακινδυνεύει πιο πολλά αυτός είμαι
αναμφισβήτητα εγώ κι όχι όσοι θα εισπράξουν από την ασφαλιστική εταιρία κλάσμα της
δραχμής λιγότερο μέρισμα κατά μετοχή. Δια της δικαιοσύνης η ελευθερία, δια της
ελευθερίας η κατάκτηση της ελπίδας και του μέλλοντος, μαζί με το παιχνίδι και τον
κίνδυνο, πούναι η ουσία της ζωής.

Τί θα γινόταν αν αυτό το κάναν όλοι; Χάος κι εξουδετέρωση των πλεονεκτημάτων. Μα
ποτέ, τίποτα δεν το κάνουν όλοι, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια πράξη θάρρους. Στο
κάτω κάτω είναι και κουτό επιχείρημα, γιατί τί θα γινόταν αν όλοι αγοράζανε από ένα
μηχανάκι και τρέχανε στους δρόμους της πόλης και τί θα γινότανε αν όλοι παύανε
ξαφνικά ν' αγοράζουν ψυγεία, κουζίνες, πλυντήρια, τηλεοράσεις, μαγνητόφωνα,
ραδιόφωνα, μίξερ, φρυγανιέρες ή αν ακόμα όλοι αποσύρανε τις καταθέσεις τους από τις
τράπεζες, όπως έχουν απόλυτα νόμιμο δικαίωμα; Κάθε πράξη κρίνεται από μόνη της και
κάθε άτομο δίνει λογαριασμό για τον εαυτό του και μόνο.

Με πλήρη ψυχική ηρεμία βγήκα λοιπόν και κατηφόρισα ευδιάθετος την Παύλου Μελά
μπροστά από τις εκθέσεις επίπλων (τί κρυφή φιλοδοξία νεκροπομπού αυτή
κρεββατοκάμαρα ψευδοΛουί Κένζ), το προποτζίδικο με τα λαχεία από πάνω ως κάτω στη
βιτρίνα (κάποτε βασιζόμουν και στην τύχη, αλλά αντί για μένα ευνοούσε τους
αγαθοεργούς σκοπούς, όπως την ανέγερση του ιερού ναού της τάδε κωμοπόλεως, τους
άλκιμους ή τους ναυτοπροσκόπους) και το φωτογραφείο (προφίλ-ανφάς αρχείο άνω
πόλεως και ποδοσφαιρικό).

Στάθηκα στο κιγκλίδωμα για μια τελευταία αναγνώριση του εδάφους. Κάποιες χρήσιμες
γνώσεις μου μείνανε κι από τη θητεία. Το κάθε τι στη θέση του. Ο διευθυντής κοντά
στην είσοδο πάντα σοβαρός, σταχτοδοχεία, πτυελοδοχεία, μερικοί αναιμικοί υπάλληλοι
εδώ, γυαλιστερά γκισέ, έντυπα, γραφομηχανές και καρτελοθήκες, ο ταμίας απέναντι,
δώδεκα η ώρα της μεγάλης κίνησης, καλύτερα η δουλειά να γίνει κατά τη μία που θάναι
μπαφιασμένοι να καταγράφουν και να μετράνε τα λεφτά των άλλων. Το πρόσχημα,
άνοιγμα ενός λογαριασμού. Το μαγικό ραβδί που γλυκαίνει την έκφραση του τραπεζικού,
γεννάει λαδωμένα, συνοικιακά χαμόγελα, του δίνει την εκπλήρωση.

΄Ολα λοιπόν μελετημένα, σχεδιασμένα, προγραμματισμένα κι η ψυχραιμία μου
αδιατάρακτη. Καμιά κινηματογραφική σκοπιμότητα να υπαγορεύσει το απίθανο λάθος.
Το έγκλημα αποδίδει κι εδώ και στο εξωτερικό, ρωτήστε όποιον θέλετε που τάχει
οικονομήσει νομίμως, ακόμα και τους δημοσιογράφους που ασκούν κοινωνικό
λειτούργημα, πόσο αυξάνεται η κυκλοφορία της εφημερίδας όταν τα διαφημίζουν με
πηχιαίους τίτλους στην πρώτη σελίδα.
Δεν μ' ενδιαφέρει να συζητήσω τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης μου, αρκούμαι στα
φώτα του ποινικού κώδικα που ισχυρίζεται ότι πρόκειται για απλή ληστεία. Με ευγενικά,
θα πρόσθετα, κίνητρα. Οι νομοθέτες σπάνια διακρίνονται για τη φαντασία τους.
Κατασκευάσανε αρχικά ένα χοντροκομμένο ρόπαλο για να προστατεύσουν τα
κεκτημένα των παλαιών ληστών από τους νέους και βαθμιαία το λέπτυναν, το
επεξεργάστηκαν, το καμουφλάρισαν επιτήδεια.

Και όμως πρόκειται για μια κλασική περίπτωση αναγκαστικής υποτροφίας, μολονότι
κάποιος τυπικός δημόσιος υπάλληλος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι μάλλον εμπίπτει
στην κατηγορία των παραγωγικών δανείων. ΄Οπως και νάχει το πράγμα, η μεγαλοφυΐα
της, η τελειότητά της έγκειται στο γεγονός ότι ενδεχόμενο αποτυχίας δεν υπάρχει, ο
αντικειμενικός σκοπός θα επιτευχθεί. Δεν το λέω από εγωισμό αλλά ύστερα από
ρεαλιστική αντιμετώπιση της καταστάσεως. Το μέσα ή έξω δεν έχει και μεγάλη διαφορά,
θα προτιμούσα ασφαλώς το έξω χωρίς να παραγνωρίζω και τα πλεονεκτήματα του μέσα.
Μοναδικές εμπειρίες για παράδειγμα, ενδιαφέροντες τύποι, το θέατρο της δίκης. Με
κάποια σχετική έλλειψη ανέσεων και περιορισμό κινήσεων. Ο αποφασιστικός όμως
παράγοντας υπέρ του έξω είναι ότι μπορεί κατά βούληση να μετατραπεί σε μέσα. Ενώ το
μέσα είναι μέσα.

Κείνο το βράδι, διακόπτοντας μια μακροχρόνια συνήθεια, γύρισα νωρίς στο σπίτι μου,
χαμήλωσα το τηλέφωνο τόσο που να μην ακούγεται σχεδόν καθόλου, ανακεφαλαίωσα
ατο σχέδιο και το χρονοδιάγραμμα, έσβησα το φως να κοιμηθώ τον ύπνο του δικαίου.


Λίγο πριν ξημερώσει η μεγάλη μέρα ονειρεύτηκα ... ότι πετούσα πάνω από την πολιτεία
σαν το μαγικό χαλί, μαζεύοντας χεριές τις κεραίες από τις ταράτσες, κι αφού τις έκανα
μπουκέτα τις φύτευα σ' αφρόχωμα και ξεπετάγονταν μεθυστικά λουλούδια ... ότι
ταξίδευα από κορφή σε κορυφή βουνού, έπινα δροσερό νερό από τα σύννεφα κι
αναπαυόμουνα επάνω στα κλαριά των δέντρων. Ο ήλιος πρόβαλλε κοντά, τόσο κοντά
που λες πως θα μπορούσα να τον αγγίξω.

από τη συλλογή διηγημάτων Εγνατία οδός, 1973

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

Μια ηρωική πράξη

Όπως εδώ και είκοσι εννέα χρόνια, ο κύριος Μιθριδάτης άνοιξε τα μάτια
χωρίς ξυπνητήρι στις 7.30 ακριβώς. Αυτό το πρωινό ένιωθε μια παράξενη
δυσφορία στο στήθος. Όλη τη νύχτα τον τάραξε εφιάλτης αλλόκοτος.
Στεκόταν, λέει, κάτω από ένα τεράστιο δέντρο, σκοτεινό κι αφύσικο που
φυλλοροούσε. Ακούμπαγε με το στέρνο στον κορμό κι έσπρωχνε,
όλο έσπρωχνε. Από πάνω έπεφταν φύλλα λεπτά σαν τσιγαρόχαρτα,
αναρίθμητα φύλλα που σχημάτιζαν παχύ στρώμα πάνω στη γη. Εκείνος
έσκυβε και τα συγκέντρωνε βιαστικά, τα έβαζε κατά μέγεθος, τα πακετάριζε
κι εκεί που ήταν να τελειώσει, σύννεφο πάλι τα φύλλα από το δέντρο.
Και πάλι η ίδια εναγώνια εργασία και πάλι βροχή τα φύλλα από ψηλά.

Ξύπνησε μέσα στον ιδρώτα. Η έφεση για δουλειά που τον χαρακτήριζε
είχε χαθεί. Κατέβηκε βαρύθυμος από το κρεβάτι. Για πρώτη φορά
κλώτσησε από ένστιχτο την τρίτη σύντροφο της ζωής του που
μπερδεύτηκε στα πόδια του νιαουρίζοντας παραπονιάρικα.
Μετάνιωσε σχεδόν αμέσως. Γεράσαμε κι οι δυο, σκέφτηκε, τι φταις εσύ
φουκαριάρα για τον διάολο που μου ανέβηκε στο κεφάλι πρωινιάτικα.
Στο ξύρισμα κόπηκε κάτω απ’ τη μύτη και στη χοντρή ελιά στη ρίζα του
αριστερού αυτιού. Το τσουχτερό αεράκι της άνοιξης γλιστρούσε απ’ το
παράθυρο και τον χτυπούσε στην πλάτη. Έβαλε λίγο καπνό στα κοψίματα
και φόρεσε το πουκάμισο μουρμουρίζοντας. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
Είχε την περίεργη αίσθηση πως έγινε κάποια αντιμετάθεση στα
εξαρτήματα του εγκεφάλου και το τικ-τακ, τικ-τακ πενήντα τεσσάρων
τώρα χρόνων είχε μεταβληθεί σε τικ-τικ-τακ, τακ-τικ, τικ-τικ-τακ.
Μερικές φορές του ξέφευγε ολότελα και γυρνούσε σε σφυροκόπημα,
τακ, τακ, τακ. Ήταν Δευτέρα 30 του μηνός και στο γραφείο τον περίμεναν
τα γραμμάτια στοίβες ολόκληρες, ταξινομημένα κατά λήξη και ποσό.
Ουρά οι πελάτες για να πληρώσουν.

Κοίταξε άλλη μια φορά το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Μια βαθιά ρυτίδα
στο μέτωπο γαρνιρισμένη με άλλες μικρότερες. Οχτώ παρά πέντε.
Απρίλης και έτος …έτος εικοστό ένατο μετά το 1937 – σκέψου πριν τον
πόλεμο – που προσλήφθηκε με διαγωνισμό στην Πιστωτική Τράπεζα.
Έξι χρόνια στα εμβάσματα, οχτώ στις καταθέσεις, δεκαπέντε στα γραμμάτια.
Ήξερε κάθε έμπορο με το αρχικό του μικρού του ονόματος και ολόκληρο
το επώνυμο. Και τις φυσιογνωμίες όλων των υπαλλήλων τους. Δε βαριέσαι.
Σε έντεκα μήνες θα έγραφε μια σύντομη παραίτηση, θα εισέπραττε ένα
στρογγυλό εφ άπαξ κι ύστερα, λεύτερο πουλί, θα ξεκίναγε με το καράβι
της σύνταξης για κείνο το ταξίδι που ονειρευότανε χρόνια τώρα – είκοσι
εννιά χρόνια κι ένα μήνα για την ακρίβεια.

Δεν είναι και λίγο. Καθόλου λίγο άμα το σκεφτείς. Από τριακόσιες μέρες
τον χρόνο, οχτώ χιλιάδες εφτακόσιες συνολικά, από εφτά ώρες
(χώρια οι απλήρωτες υπερωρίες) ίσον εξήντα χιλιάδες εννιακόσιες.
Εξήντα χιλιάδες εννιακόσιες ώρες από είκοσι «ορίστε, κύριε»,
δέκα «στον κ. υποδιευθυντή και στο ταμείο» και πέντε «μάλιστα,
κύριε διευθυντά», να ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες «ορίστε κύριε»,
εξακόσιες χιλιάδες «στον κ. υποδιευθυντή και στο ταμείο» και τριακόσιες
χιλιάδες «μάλιστα, κ. διευθυντά». Μάλιστα. Μα τι έπαθε τώρα; Πρώτη φορά
τον βασάνιζαν τέτοιες σκέψεις. Φταίει ο ρυθμός στον εγκέφαλο που άλλαξε.

Έσιαξε τη γραβάτα και προχώρησε προς την έξοδο. Τη στιγμή εκείνη
του σφηνώθηκε η ιδέα. Ήταν αδύνατο να προσθέσει άλλα είκοσι
«ορίστε, κύριε» στον σωρό. Ούτε «μάλιστα, κ. διευθυντά» ούτε
« στον κ. υποδιευθυντή και στο ταμείο». Ό χ ι π ι α. Π ο τ έ π ι α. Αυτό ήταν.
Κάποιο υπόλειμμα λογικής μέσα του αντιστεκόταν απελπισμένα.
Υπομονή έντεκα μήνες.
Ο Χ Ι. Ούτε μέρα. Ούτε λεπτό. Ούτε «ορίστε».

Από συνήθεια τα βήματά του τον φέρανε στη γυάλινη πρόσοψη της
τράπεζας. Ήταν 8.17. Άρχιζε η δουλειά. Οι υπάλληλοι ξεσκέπαζαν
τις γραφομηχανές, τοποθετούσανε τις πρίζες, κουβαλούσανε τα
δισάκια με τα γραμμάτια. Οι περισσότεροι ήτανε νέοι, σχεδόν παιδιά.
Ο κύριος Μιθριδάτης ένιωσε πολύ δυσάρεστα. Αυτά τα παιδιά δεν
πρέπει να πάνε χαμένα. Κάποιος πρέπει να τα προειδοποιήσει.
Ποιος όμως; Ύστερα από τόσα χρόνια στην τράπεζα, σάμπως
δύσκολο να πάρει απόφαση έξω από το κανονικό. Τι να τους πει;
Αντίκρισε τον εαυτό του στο κρύσταλλο. Μέσα το τριμμένο
σοβαρό κοστούμι, το άσπρο πουκάμισο με τη ριγέ γραβάτα και βαθειά,
πέρα από την άκρη των ματιών του, ένα γερασμένο όνειρο.
Όχι, φώναξε και δαγκώθηκε. Έριξε ένα βλέμμα τριγύρω.
Οι άνθρωποι διάβαιναν αδιάφοροι. Θα πήγαινε μέσα για τελευταία
φορά και θα τους έλεγε. Θα τους έλεγε για τον μεγάλο κίνδυνο,
θα τους έλεγε να φύγουν όσο υπήρχε καιρός, όσο ήταν νέοι, όσο μπορούσαν, όσο …

Πέρασε με μεγάλα βήματα αποφασιστικά το κατώφλι. Το πρόσωπό του
ακτινοβολούσε σαν από εσωτερική συμφωνία. Η καρδιά του
βροντοχτυπούσε ασυγκράτητα. Αισθάνθηκε νέος πολύ, με τη
νιότη γραμμένη στο μέτωπό του. Μια πράξη γενναία, μια και
μοναδική στη ζωή του. Πήρε βαθειά ανάσα και προχώρησε.
Εκείνο το δευτερόλεπτο ένα πανίσχυρο μεγάφωνο στραμμένο
πάνω στ’ αυτί του άρχισε να ουρλιάζει : «μάλιστα κ. διευθυντά»,
«μάλιστα κ. υποδιευθυντά», «ορίστε κύριε», «ορίστε, κύριε» …

Το πλήθος άφησε χώρο να περάσει ο ηλικιωμένος κύριος με την
τσάντα που έσκυψε σοβαρός και ανορθώθηκε λίγο μετά με θλίψη
επαγγελματική.
- Θανατηφόρος καρδιακή προσβολή, είπε.

Ανάλαφρη θλίψη αιωρούνταν και πάνω από το πλούσιο χαλί του
κυρίου διευθυντού. Μπήκε ο υποδιευθυντής.
- Χάσαμε τον πιο αφοσιωμένο μας υπάλληλο, αγαπητέ μου,
παραπονέθηκε ο κ. διευθυντής. Τη στιγμή μάλιστα που σκόπευα
να του αναθέσω μιαν ομιλία με θέμα το αληθινό τραπεζικό πνεύμα.
Αυτοί οι νέοι δεν γνωρίζουν τι σημαίνει καθήκον. Κρίμα.

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

Αλμπατζάλ ή πώς βούλωσα τα μεγάφωνα -1971



Καθόμουν αναπαυτικά στην πολυθρόνα του γραφείου, πίσω απ' τα τζάμια,
στο τέταρτο πάτωμα, στον κεντρικό απόκεντρο δρόμο, παρακολουθώντας
αδιάφορα το πλήθος που πηγαινόφερνε στα μαγαζιά. Η βουή που ανέβαινε
από κάτω, χαρμάνι από ομιλίες, κραυγές μικροπωλητών, κλάξον και
φρεναρίσματα, το μπαστούνι του τυφλού της γωνίας, μου βασάνιζε
ασυναίσθητα τ' αυτιά. Δουλειά δεν είχα τόσο το καλύτερο από μέρες
τώρα είχα αποφασίσει, αντί να προσπαθώ ν' αυξήσω τα κέρδη, να μειώσω
τις ανάγκες μου. Πάει κι αυτό το πρόβλημα, το κλώτσησα σαν άδειο
κονσερβοκούτι κι ησύχασα.

Εκείνο όμως που τελευταία είχε καταντήσει κυριολεκτικά αφόρητο ήταν
το ζήτημα της γλώσσας. Δυόμισι εκατομμύρια άνθρωποι σ' αυτή τη
συφοριασμένη πολιτεία χρησιμοποιούν κάθε μέρα τις ίδιες λέξεις,
τις ίδιες λέξεις κάθε μέρα, όχι βέβαια ότι τις ακούω απ' όλους
αλλά είμαι σίγουρος ότι σηκώνονται το πρωί και λένε καλημέρα,
χαίρετε, γεια σας, κι άλλες αηδίες, φθαρμένα υποδήματα, γάντια
που τους έρχονται όλους κουτί, για δουλειές, για διασκέδαση,
για το τίποτα, χρόνια φοράνε τα ίδια λερωμένα εσώρουχα. Λέξεις
κολλημένες σα τρύπια δεκάρα στην άσφαλτο του καλοκαιριού που
κανένας δεν νοιάζεται να πετάξει στον υπόνομο.

Οι ξένες γλώσσες αποδείχτηκαν κι αυτές ανώφελες αφού κάθε τους λέξη
μου θύμιζε την αντίστοιχη δική μας. Εξάλλου ήταν το ίδιο μεταχειρισμένες
καθώς κυκλοφορούσαν σ' αμέτρητα ξένα στόματα. Και το χειρότερο
όταν φτάναμε στις αόριστες έννοιες. Τότε πια κανένας δεν ήξερε
τι ξεστόμιζε, πάντα με σοβαρό ύφος, ή άλλο έλεγε κι άλλο ήθελε
να πει ή ακόμα άλλο ο άλλος καταλάβαινε. Μέσα σ' αυτή τη βαβυλωνία,
άρχισα να μην αισθάνομαι καθόλου καλά, οι λέξεις με γρονθοκοπούσαν
ασταμάτητα, ένιωθα κάθε μέρα και πιο ματωμένος, έτρεχα στον καθρέφτη
κι αντίκριζα την ίδια παράξενη, αγωνιώδη φάτσα χωρίς ίχνος αίμα.
Μέχρι που βαρέθηκα.

Έπρεπε να βρω κάποιον τρόπο να φιμώσω τα μεγάφωνα πριν μου στρίψει
ολότελα, πάντοτε υποπτευόμουν ότι ένα ποσοστό τουλάχιστον τρέλας
μούχανε φορτώσει οι πάσης φύσεως πρόγονοί μου. Από μικρό μ' έτρωγε
το σαράκι της φυγής, τ'αλήτικο αίμα μου, οι πολλές μεταναστεύσεις
των προπατόρων μου. Μα τούτο το πρόβλημα φυγή δεν σήκωνε, με χτυπούσε
κάτω σαν χταπόδι, η μόνη λύση ήταν το στούμπωμα, αλλά πώς;

Η πόρτα του γραφείου χτύπησε, μπήκε κάποιος μεσόκοπος.
- Έχω κάτι για μετάφραση, μουρμούρισε κουνώντας ένα χαρτί.
Τότε μου κατέβηκε η σωτήρια ιδέα.
- Αλμπατζάλ, ψιθύρισα.
- Ορίστε; παραξενεύτηκε.
- Αλμπατζάλ, αλμπατζάλ.

Έκανε δυο βήματα προς τα πίσω κοιτάζοντας δεξιά, αριστερά.
Τον κάρφωσα με το βλέμμα.
- Αλμπατζάλ, βρυχήθηκα.
Τόβαλε στα πόδια.

Νιώθω τώρα απέραντη ανακούφιση. Σ' οποιοδήποτε φωνητικό κατασκεύασμα
μου πετάξουν κατάμουτρα, έχω την μαγική μου λέξη σαν χούφτα λάσπη
που μ' ευστοχία βουλώνει τα μεγάφωνα. Αλμπατζάλ είναι το σύμβολο μου,
το όπλο κι η παρηγοριά μου. Μπορεί βέβαια εύκολα να φανταστεί κανείς
τις συνέπειες αλλά, αλμπατζάλ, μήπως μπορούμε ποτέ να συνεννοηθούμε
πραγματικά;

Συνήθισα και τα περίεργα βλέμματα, και το κούνημα του κεφαλιού,
και τους φίλους μου που τελευταία είναι τρομερά απασχολημένοι.
Μόνον εγώ περνάω τώρα το κατώφλι του γραφείου ή κάποιος έρανος
για τους τυφλούς. Στις φλέβες μου όμως κυλάει μια απέραντη γαλήνη.
Ξέρω ότι είμαι ο άνθρωπος που φάνηκε επιτέλους συνεπής στη ζωή του.